Legislator Case Law & Legislation
786/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against labor court ruling on employer's failure to ensure workplace safety.

Case Number 786/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by Astra International S.A. against the Athens Court of Appeal's judgment awarding damages to an employee for health harm. The court found the employer liable for failing to regulate workplace conditions and ensure employee safety as required by law. Consequently, the court ruled that the lower court correctly applied the law and did not err in its assessment of evidence or liability.

Legislator headnote

AI generated

Articles 662 and 932 of the Civil Code; An employer who fails to regulate workplace conditions and ensure employee safety commits a tortious act, and the Supreme Court will not overturn a lower court's finding of liability if the evidence supports the conclusion of causation and fault.

Keywords

AI generated
workplace safety employer liability health damage civil code labor law tort liability supreme court appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 3 of Law 1876/1990
Article 8 of Law 1876/1990
Article 11 of Law 1876/1990
Article 662 of the Civil Code
Article 932 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 19 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 786 / 2008 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 786/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ηλία Γιαννακάκη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ASTRA INTERNATIONAL S.A." που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Παρασκευή Δημητριάδου.

Της αναιρεσίβλητης: ........., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Πασσά.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/11/2003 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1767/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6214/2006 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2/10/2006 αίτησή της και τους από 6/11/2007 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρήστος Αλεξόπουλος, ανέγνωσε την από 29/11/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως και του πρόσθετου αναιρετηρίου. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 3 παρ. 1 του Ν. 1876/1990 "Ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις και άλλες διατάξεις" οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας διακρίνονται σε: α) εθνικές γενικές, β) κλαδικές, γ) επιχειρησιακές, δ) εθνικές ομοιοεπαγγελματικές και ε) τοπικές ομοιοεπαγγελματικές. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 2 του ίδιου νόμου, που ορίζει ότι οι λοιπές (πλην των εθνικών γενικών) συλλογικές συμβάσεις εργασίας, καθώς και οι εξομοιούμενες με αυτές διαιτητικές αποφάσεις (άρθρο 16 αυτού), δεσμεύουν τους εργαζομένους και εργοδότες που είναι μέλη των συνδικαλιστικών οργανώσεων, τον εργοδότη που συνάπτει συλλογική σύμβαση εργασίας ατομικά και τους εργοδότες που συνάπτουν συλλογική σύμβαση με κοινό εξουσιοδοτημένο εκπρόσωπο ή εκπροσώπους, όπως ορίζεται στην παρ. 4 του άρθρου αυτού, σε συνδυασμό και με το άρθρο 11 παρ. 1 του ίδιου νόμου, που ορίζει ότι με απόφασή του, που εκδίδεται μετά από γνώμη του Ανωτάτου Συμβουλίου Εργασίας, ο Υπουργός Εργασίας μπορεί να επεκτείνει και να κηρύξει γενικώς υποχρεωτική για όλους τους εργαζομένους του κλάδου ή επαγγέλματος συλλογική σύμβαση εργασίας (ή διαιτητική απόφαση), η οποία δεσμεύει ήδη εργοδότες που απασχολούν το 51% των εργαζομένων του κλάδου ή επαγγέλματος, προκύπτει ότι η συλλογική σύμβαση ισχύει μόνο έναντι των μελών των εργατικών και εργοδοτικών οργανώσεων που την είχαν συνάψει, αν δε αυτή επεκτάθηκε με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, η ισχύς της επεκτείνεται και πέραν από τα πρόσωπα αυτά στους εργαζομένους και εργοδότες του κλάδου ή του επαγγέλματος που η σύμβαση αυτή αφορά, οι οποίοι θα μπορούσαν με βάση τις δραστηριότητές τους να είναι μέλη των οργανώσεων που μετείχαν στη σύναψή της (ΑΠ Ολομ. 3/2002).

Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1β του ίδιου νόμου, προκύπτει ότι οι κλαδικές Σ.Σ.Ε. και Δ.Α. περιέχουν τους όρους εργασίας που αφορούν στους εργαζομένους ομοειδών ή συναφών εκμεταλλεύσεων ή επιχειρήσεων πόλεως, περιφέρειας ή και όλης της χώρας. Κατά την έννοια δε αυτής ομοειδείς είναι οι επιχειρήσεις που έχουν το αυτό αντικείμενο δραστηριότητας και λειτουργούν υπό τις αυτές περίπου συνθήκες παραγωγής και διάθεσης προϊόντων ή παροχής υπηρεσιών, συναφείς δε οι επιχειρήσεις που έχουν παρεμφερές αντικείμενο δραστηριότητας ή λειτουργούν υπό παρόμοιες συνθήκες.

Συνάπτονται δε αυτές από συνδικαλιστικές οργανώσεις που εκπροσωπούν εργαζομένους των επιχειρήσεων αυτών, ανεξάρτητα από το επάγγελμά τους. Από τον συνδυασμό δε των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι η κλαδική Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α. δεν ισχύει, και αν έχει κηρυχθεί γενικώς υποχρεωτική, έναντι εργοδοτών που δεν υπάγονται στον επιχειρηματικό κλάδο των εργοδοτικών οργανώσεων που είχαν συμβληθεί.

Εξάλλου, για τους εργαζομένους σε επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών έχουν εφαρμογή οι πιο κάτω διαιτητικές αποφάσεις: 1) Για το έτος 1999 η με αριθμό 28/2000 Διαιτητική Απόφαση (διετούς διάρκειας), η οποία κηρύχθηκε υποχρεωτική με την υπ' αριθμ. 12539/6-7-2001 απόφαση του Υφυπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΦΕΚ 960Β/26-7-2001) για όλους τους εργαζομένους και εργοδότες του κλάδου από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης για την κήρυξή της ως γενικώς υποχρεωτικής την 27-7-2000, 2) για το έτος 2002 η με αριθμό 43/2002 Διαιτητική Απόφαση, η οποία δεν έχει κηρυχθεί υποχρεωτική και κατά συνέπεια ισχύει και εφαρμόζεται μόνο για τα μέλη των συμβαλλομένων συνδικαλιστικών οργανώσεων και 3) για το έτος 2003 η με αριθμό 30/2003 Διαιτητική Απόφαση, η οποία κηρύχθηκε υποχρεωτική με την υπ' αριθμό 113861/4-5-2004 απόφαση (ΦΕΚ 681Β/11-5-2004) και ισχύει από 8-7-2003.

Οι πιο πάνω διαιτητικές αποφάσεις εκδόθηκαν για την επίλυση των συλλογικών διαφορών εργασίας που δημιουργήθηκαν μεταξύ αφενός της συνδικαλιστικής οργάνωσης των εργαζομένων με την επωνυμία "Ομοσπονδία Ιδιωτικών Υπαλλήλων Ελλάδος (Ο.Ι.Υ.Ε.)" και αφετέρου από την πλευρά των εργοδοτών της "Γενικής Συνομοσπονδίας Επαγγελματιών, Βιοτεχνών και Εμπόρων Ελλάδος (Γ.Σ.Ε.Β.Ε.Ε.)", του "Συνδέσμου Ανωνύμων Εταιρειών και Ε.Π.Ε.", του "Συνδέσμου Εταιρειών Πληροφορικής και Επικοινωνιών Ελλάδος" κλπ.

Στο, με πανομοιότυπο περιεχόμενο, άρθρο 1 αυτών των συλλογικών ρυθμίσεων με τίτλο "Πεδίο Εφαρμογής" ορίζεται ότι στις διατάξεις αυτών υπάγονται όλοι όσοι εργάζονται με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας στις επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών και έχουν, εκτός των άλλων ειδικοτήτων, και αυτή των γραμματέων-υπαλλήλων γραφείων.

Από το περιεχόμενο των ως άνω συλλογικών ρυθμίσεων προκύπτει ότι πρόκειται για κλαδικές συλλογικές συμβάσεις, εφόσον περιέχουν τους όρους εργασίας που αφορούν στους εργαζομένους των ομοειδών ή συναφών επιχειρήσεων του κλάδου παροχής υπηρεσιών όλης της χώρας. Επιπλέον, όμως, από τη σαφή διατύπωση του ως άνω κοινού άρθρου 1, συνάγεται ότι το πεδίο εφαρμογής αυτών των συλλογικών κλαδικών ρυθμίσεων περιορίζεται από τις ίδιες αποκλειστικά και μόνο στους εργαζομένους που απασχολούνται με τις αναφερόμενες ειδικότητες, μεταξύ των οποίων και αυτής των γραμματέων-υπαλλήλων γραφείων, στις επιχειρήσεις του κλάδου παροχής υπηρεσιών, χωρίς να καταλαμβάνουν όλο το προσωπικό των επιχειρήσεων αυτών.

Επομένως, αναγκαία προϋπόθεση για την εφαρμογή, σε ατομική σύμβαση εργασίας, των επίμαχων κλαδικών ρυθμίσεων, οι οποίες, πλην της δεύτερης με αριθμό 43/2002 Διαιτητικής Απόφασης, κηρύχθηκαν γενικά υποχρεωτικές, είναι πέραν από την ιδιότητα της εργοδότριας ως επιχείρησης υπαγομένης στον κλάδο των επιχειρήσεων παροχής υπηρεσιών και η απασχόληση του μισθού με κάποια από τις αναφερόμενες ειδικότητες των επιχειρήσεων αυτών.

Τέλος, οι αναιρετικοί λόγοι των αριθμών 1 εδάφ. α' και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύονται, ο μεν πρώτος, αν το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών διαπιστώσεών του στο εννοιολογικό περιεχόμενο του εν λόγω κανόνα, ο δε δεύτερος, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν περιγράφονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοσθέντος κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων, όχι όμως όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναχθέντος από αυτές και με σαφήνεια διατυπωμένου αποδεικτικού πορίσματος.

Η θεμελίωση του τελευταίου λόγου προϋποθέτει ελλείψεις σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όπως είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συνθέτουν την ιστορική βάση και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως. Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν αλλά πλήρεις αιτιολογίες.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αναφορικώς με την επιδίκαση διαφορών στην αναιρεσίβλητη, δέχθηκε, κατά κρίση ανέλεγκτη, τα ακόλουθα: Η αναιρεσείουσα (εναγόμενη) ανώνυμη εταιρεία, που έχει ως αντικείμενο την παροχή τηλεφωνικών υπηρεσιών και πληροφοριών, στις ....

προσέλαβε την αναιρεσίβλητη (ενάγουσα), με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, λήγουσα στις 29-12-2001, για να εργαστεί ως υπάλληλος γραφείου με τα ειδικότερα καθήκοντα της τηλεφωνήτριας, αντί μηνιαίων αποδοχών 177.252 δραχμών (520,18 ευρώ). Μετά τη λήξη της πιο πάνω σύμβασης η αναιρεσίβλητη υπέγραψε άλλη σύμβαση αορίστου χρόνου.

Στα πλαίσια των καθηκόντων της αυτών είχε ανατεθεί στην αναιρεσίβλητη να απαντά στα τηλεφωνήματα των πελατών της εταιρείας και να τους δίνει πληροφορίες σε θέματα αστρολογίας. Συγκεκριμένα εισήγαγε σε ηλεκτρονικό υπολογιστή τα απαιτούμενα προσωπικά στοιχεία (ημερομηνία, ώρα γέννησης κλπ) που της έδιναν οι πελάτες, οι οποίοι επικοινωνούσαν με το τηλεφωνικό κέντρο της εταιρείας, και στη συνέχεια προέβαινε στην ανάγνωση από την οθόνη του ηλεκτρονικού υπολογιστή εκ των προτέρων έτοιμων από αστρολόγους κειμένων ανάλογου περιεχομένου, καθώς επίσης και στην παροχή πληροφοριών και άλλων αστρολογικών στοιχείων βάσει ειδικού προγράμματος.

Η αναιρεσίβλητη δεν είχε καμία γνώση αστρολογίας και βεβαίως δεν επενέβαινε στα κείμενα που έδινε ως τηλεφωνικές απαντήσεις και τα οποία βρίσκονταν στο πρόγραμμα του ηλεκτρονικού υπολογιστή. Στην επιχείρηση της αναιρεσείουσας η αναιρεσίβλητη εργάστηκε με την παραπάνω ιδιότητά της μέχρι τις 2-6-2003, οπότε η ως άνω εργοδότρια της κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας καταβάλλοντάς της αποζημίωση ύψους 1.330,35 ευρώ.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη εργαζόταν επτά (7) ημέρες την εβδομάδα, μη υπαγόμενη στο σύστημα πενθήμερης απασχόλησης, λαμβάνοντας ημέρα εβδομαδιαίας ανάπαυσης την όγδοη ημέρα, ήτοι τέσσερα κυλιόμενα ρεπό ανά μήνα, για το χρονικό διάστημα από την πρόσληψή της μέχρι και τα μέσα Ιουνίου 2002 και έξι (6) ημέρες την εβδομάδα, λαμβάνοντας ημέρες εβδομαδιαίας ανάπαυσης την έβδομη και την όγδοη, ήτοι οκτώ (8) κυλιόμενα ρεπό ανά μήνα, για το χρονικό διάστημα από τα μέσα Ιουνίου μέχρι την απόλυσή της.

Οι ώρες δε απασχόλησής της ήταν τον Νοέμβριο του 2001 από τις 15.00' έως τις 22.00', τον Δεκέμβριο του 2001 από τις 22.00' έως τις 05.00', από τον Ιανουάριο έως και τον Μάιο του 2002 από τις 24.00' έως τις 08.00', από τον Ιούνιο του 2002 έως και τον Απρίλιο του 2003 από τις 23.00' έως τις 07.00' και από τον Μάιο του 2003 και μετά από τις 07.00' έως τις 15.00'.

Οι μηνιαίες αποδοχές αυτής ανέρχονταν κατά την πρόσληψή της σε 177.252 δρχ. ή 520,18 ευρώ, όπως προαναφέρθηκε, ενώ στη συνέχεια ανήλθαν από τον Ιούλιο του 2002 σε 548,75 ευρώ και από τον Ιανουάριο του 2003 σε 570,15 ευρώ. Οι νόμιμες όμως αποδοχές αυτής για το επίδικο διάστημα καθορίζονταν σύμφωνα με την πρώτη των ως άνω ισχυουσών διαιτητικών αποφάσεων για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών όλης της χώρας, δεδομένου ότι συντρέχουν και οι δύο πιο πάνω απαιτούμενες προϋποθέσεις, ήτοι η ιδιότητα της αναιρεσείουσας εργοδότριας ως επιχείρησης υπαγομένης στον κλάδο των επιχειρήσεων παροχής υπηρεσιών και η απασχόλησης της αναιρεσίβλητης μισθωτού με μία από τις αναφερόμενες ειδικότητες και συγκεκριμένα αυτή της υπαλλήλου γραφείου.

Ειδικότερα δε όσον αφορά την με αριθμό 43/2002 Διαιτητική Απόφαση, η οποία δεν έχει κηρυχθεί γενικά υποχρεωτική, πρέπει να τονιστεί ότι αυτή δεν εφαρμόζεται στην παρούσα ατομική σύμβαση εργασίας, καθόσον δεν αποδείχθηκε η ιδιότητα κάποιου από τους διαδίκους ως μέλους των συμβαλλομένων συνδικαλιστικών και εργοδοτικών οργανώσεων.

Επίσης δεν εφαρμόζεται εν προκειμένω και η με αριθμό 30/2003 Διαιτητική Απόφαση, που κηρύχθηκε κατά τα ως άνω γενικά υποχρεωτική, καθόσον αυτή τυγχάνει εφαρμογής μετά τις 8-7-2003, οπότε όμως είχε λήξει η σύμβαση εργασίας της αναιρεσίβλητης. Η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι για την αμοιβή της αναιρεσίβλητης εφαρμόζονταν οι εκάστοτε ισχύουσες εθνικές γενικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας και όχι οι πιο πάνω διαιτητικές αποφάσεις για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών όλης της χώρας.

Τούτο δε διότι, κατά τους ισχυρισμούς της, η ειδικότητα της αναιρεσίβλητης δεν ήταν αυτή της υπαλλήλου γραφείου-τηλεφωνήτριας, αλλά αυτή της βοηθού συμβούλου αστρολογίας, την οποία είχε αποδεχθεί ανεπιφύλακτα η τελευταία όχι μόνο με την παροχή εκ μέρους της (αναιρεσείουσας) ειδικής εκπαίδευσης κατά την πρόσληψή της, αλλά και με την αναγραφή της ως βοηθού συμβούλου αστρολογίας στις μηνιαίες αποδείξεις μισθοδοσίας, σε ατομικές δηλώσεις που υπέγραφε η ίδια, αλλά και σε πολλά άλλα έγγραφα, ενόψει μάλιστα και του ότι η ίδια ουδέποτε συνομιλούσε άμεσα και απευθείας με τον πελάτη αλλά συνδεόταν από το τηλεφωνικό κέντρο στο οποίο και εργάζονταν οι μοναδικές δύο υπάλληλοι αυτής (αναιρεσείουσας) που είχαν πραγματικά καθήκοντα τηλεφωνητριών.

Επίσης, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι η κύρια και προέχουσα εργασία της αναιρεσίβλητης ήταν να δίνει πληροφορίες και συμβουλές για οποιοδήποτε αστρολογικό ή προσωπικό ζήτημα, με βάση τις αποκτηθείσες πολύ σημαντικές γνώσεις και εμπειρίες σε θέματα αστρολογίας, λόγω και της πρόσβασής της σε εξειδικευμένες πληροφορίες και σχετικά θέματα, ενώ ουδέποτε έκανε κάποια από τις εργασίες που προσιδιάζουν σε υπάλληλο γραφείου-τηλεφωνήτρια και συνεπώς δεν υπάγεται στις ως άνω κλαδικές συλλογικές ρυθμίσεις, ενόψει και του ότι με το υπ' αριθμ.

πρωτ. ..... έγγραφο της Γενικής Διεύθυνσης Εργασίας του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων υποδείχθηκε σ' αυτήν (αναιρεσείουσα) ότι το επάγγελμα του βοηθού συμβούλου αστρολογίας δεν υπάγεται σε καμία Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α. και οι αποδοχές της αναιρεσίβλητης καθορίζονται από τις Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. Περαιτέρω, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι οι παραπάνω κλαδικές συλλογικές ρυθμίσεις δεν εφαρμόζονται ως προς αυτήν, αφού δεν ασκεί το ίδιο είδος επιχείρησης με τις ανωτέρω εργοδοτικές οργανώσεις, ούτε σε καμία περίπτωση ομοειδείς ή συναφείς δραστηριότητες και ειδικότερα δεν παρέχει υπηρεσίες πληροφορικής ή επικοινωνιών, αλλά το αντικείμενο εργασιών της είναι η παροχή τηλεφωνικών υπηρεσιών και πληροφοριών.

Από τα προαναφερθέντα όμως αποδεικτικά μέσα ουδόλως αποδείχθηκε η βασιμότητα των ανωτέρω ισχυρισμών της αναιρεσείουσας και συνεπώς τα υποστηριζόμενα απ' αυτή με τους σχετικούς λόγους της έφεσής της είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Συγκεκριμένα αποδείχθηκε ότι η ειδικότητα της αναιρεσίβλητης από την αρχή της απασχόλησής της ήταν αυτή της υπαλλήλου γραφείου και όχι της βοηθού συμβούλου αστρολογίας, αφού τηρούσε σημειώσεις σχετικά με τα στοιχεία πελατών της επιχείρησης που καλούσαν στο τηλέφωνο και επίσης χειριζόταν ηλεκτρονικό υπολογιστή κατά τις απαντήσεις που έδινε, ενώ η πολύ μικρής διάρκειας εκπαίδευση κατά την πρόσληψή της από παλαιότερες συναδέλφους της αφορούσε ακριβώς στη χρήση του ηλεκτρονικού υπολογιστή για την ανάγνωση από τα σχετικά προγράμματα έτοιμων κειμένων και σε καμία περίπτωση δεν είχε ως σκοπό την παροχή γνώσεων ή εμπειρίας σε θέματα αστρολογίας.

Τα παραπάνω ενισχύονται και από το ότι η αναιρεσείουσα μέχρι και τον Σεπτέμβριο του 2001 στους πίνακες εβδομαδιαίας ανάπαυσης και ωρών εργασίας προσωπικού αλλά και σε αποδείξεις πληρωμής των αποδοχών που χορηγούσε σε άλλες εργαζόμενες, χαρακτήριζε αυτές με την ειδικότητα της τηλεφωνήτριας, για να μεταβάλει αυτές σε βοηθούς συμβούλου αστρολογίας μεταγενέστερα.

Επιπλέον τα με αριθμούς πρωτ. .... και ...... έγγραφα του Υπουργείου Εργασίας, που επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα, αναφέρουν απλώς ότι δεν υπάρχει συλλογική ρύθμιση που να καθορίζει τους όρους αμοιβής και εργασίας του βοηθού συμβούλου αστρολογίας, σύμφωνα με τη σχετική και αορίστως υποβληθείσα αίτηση της τελευταίας για την αναφερόμενη από την ίδια ως άνω ειδικότητα, χωρίς να λαμβάνει θέση η εν λόγω υπηρεσία για την ειδικότητα της αναιρεσίβλητης με βάση τα ως άνω πραγματικά ασκούμενα απ' αυτήν καθήκοντα.

Ακόμη, η επιχείρηση παροχής τηλεφωνικών υπηρεσιών και πληροφοριών της αναιρεσείουσας έχει παρεμφερές αντικείμενο και λειτουργεί υπό παρόμοιες συνθήκες με τις επιχειρήσεις διαφόρων εργοδοτικών οργανώσεων, μεταξύ των οποίων και του "Συνδέσμου Ανωνύμων Εταιρειών και Ε.Π.Ε." καθώς και του "Συνδέσμου Εταιρειών Πληροφορικής και Επικοινωνιών Ελλάδος", που έλαβαν μέρος κατά την κατάρτιση των προαναφερομένων διαιτητικών αποφάσεων.

Ως εκ τούτου, η επιχείρηση της αναιρεσείουσας είναι συναφής με τις ανωτέρω επιχειρήσεις και συνεπώς υπάγεται στον κλάδο των επιχειρήσεων παροχής υπηρεσιών, με αποτέλεσμα η παραπάνω πρώτη κλαδική διαιτητική απόφαση να εφαρμόζεται, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, στη συγκεκριμένη περίπτωση. Έτσι, με τα δεδομένα αυτά, η αναιρεσίβλητη εδικαιούτο να λάβει από την αναιρεσείουσα, σύμφωνα με τους παρατιθέμενους στην προσβαλλόμενη απόφαση αναλυτικούς λογαριασμούς, για διαφορές μεταξύ καταβληθεισών και νομίμων αποδοχών της και προσαύξηση της αμοιβής για την παροχή νυκτερινής εργασίας και εργασίας κατά τις Κυριακές και αργίες, διαφορές επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, αποζημίωσης αδείας και επιδομάτων αδείας και αποζημίωσης απόλυσης συνολικό ποσό 1.884,89 ευρώ.

Ακολούθως, το Εφετείο απορρίπτοντας την έφεση της αναιρεσίβλητης και δεχόμενο την έφεση της αναιρεσείουσας, υποχρέωσε την τελευταία αυτή να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη, εκτός άλλων, και το ανωτέρω ποσό. Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο δεν παρεβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, τις προπαρατεθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, διέλαβε δε στην προσβαλλόμενη απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των διατάξεων αυτών.

Επομένως, οι περί του αντιθέτου, εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 απορρέοντες, πρώτος και δεύτερος λόγοι του αναιρετηρίου είναι αβάσιμοι. Επιπλέον ο δεύτερος λόγος ως προς την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας περί του ότι η αναιρεσίβλητη είχε αποκτήσει σημαντικές γνώσεις και εμπειρία σε θέματα αστρολογίας και περί του ότι ως βοηθός δεν υπαγόταν σε καμία ειδική ΣΣΕ ή ΔΑ, είναι αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του οι ισχυρισμοί αυτοί κατ' εξοχήν λήφθηκαν υπόψη κατά τη διαμόρφωση της σχετικής κρίσεως του Εφετείου και απερρίφθησαν οι σχετικοί λόγοι εφέσεως της αναιρεσείουσας.

Ιδρύεται λόγος αναίρεσης από τον αριθμ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, όχι όμως κατά τον έλεγχο των αποδείξεων, αλλά κατά την ερμηνεία των κανόνων δικαίου (στους οποίους περιλαμβάνονται και τα έθιμα), δηλαδή κατά την εξειδίκευση των περιεχομένων στον κανόνα δικαίου αόριστων νομικών εννοιών ή κατά την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου.

Με βάση τα αναφερόμενα πιο πάνω κατά τη διερεύνηση των πρώτου και δεύτερου λόγων του κυρίου αναιρετηρίου πραγματικά γεγονότα, η αναιρεσίβλητη, ενόψει ιδίως των προσφερόμενων απ' αυτή υπηρεσιών, υπάγεται στις ρυθμίσεις της ανωτέρω 28/2000 ΔΑ. Επομένως το Εφετείο, δεχθέν την υπαγωγή αυτή, δεν παρεβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας σχετικώς με την εξειδίκευση της αόριστης νομικής έννοιας "υπάλληλος γραφείου" και ως εκ τούτου ο πρώτος λόγος του πρόσθετου αναιρετηρίου, με τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 1 περ.

β' ΚΠολΔ., υποστηρίζεται το αντίθετο, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος ως προς την αιτίαση περί παραβάσεως των χρηστών ηθών και των εθίμων είναι αόριστος, διότι δεν προσδιορίζονται συγκεκριμένως τα εν λόγω χρηστά ήθη και έθιμα καθώς και από ποιόν κανόνα δικαίου επιβάλλεται η εφαρμογή τους. Με τον λόγο αυτόν, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, ψέγεται επίσης το Εφετείο ότι δεν έλαβε υπόψη του το με αριθμό πρωτοκόλλου 10050/190-1-2004 έγγραφο του Υπουργείου Εργασίας, σύμφωνα με το οποίο, κατά την αναιρεσείουσα, η αναιρεσίβλητη δεν υπάγεται σε καμία ΣΣΕ ή ΔΑ.

Ως προς την αιτίαση αυτή ο ερευνώμενος λόγος, υπαγόμενος κατ' εκτίμηση στο άρθρο 559 αριθμ. 11γ ΚΠολΔ., είναι αβάσιμος, διότι στην προσβαλλόμενη απόφαση γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του εν λόγω εγγράφου.

Με τον δεύτερο λόγο του πρόσθετου αναιρετηρίου, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι, κατά παράβαση των διατάξεων των 28/2000, 43/2002, 30/2003 και 39/2004 ΔΑ, έκρινε ότι η αναιρεσίβλητη εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής αυτών, έστω και αν είχε την ειδικότητα της υπαλλήλου γραφείου-τηλεφωνήτριας.

Όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, οι παρεχόμενες υπηρεσίες της αναιρεσίβλητης, αναφερόμενες αναλυτικώς σ' αυτήν, ανταποκρίνονται στις προϋποθέσεις εφαρμογής των εν λόγω ΔΑ, δηλαδή υπάγονται πλήρως στις ρυθμίσεις αυτών. Επομένως, το Εφετείο, που δέχθηκε την υπαγωγή της αναιρεσίβλητης στις ανωτέρω ρυθμίσεις, δεν παρεβίασε τις ως άνω διατάξεις και ως εκ τούτου ο ερευνώμενος λόγος είναι αβάσιμος.

Ως προς την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί διαφορετικών καθηκόντων της υπαλλήλου γραφείου από εκείνα της τηλεφωνήτριας και εντεύθεν περί μη υπαγωγής της αναιρεσίβλητης στο πεδίο εφαρμογής των ίδιων ως άνω ΔΑ, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, οι ισχυρισμοί αυτοί λήφθηκαν υπόψη και κρίθηκαν ως αβάσιμοι.

Η παράβαση από τον εργοδότη γενικών ή ειδικών διατάξεων για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων 'η και μόνης της γενικής υποχρεώσεως πρόνοιας αυτού για τις συνθήκες ασφαλούς παροχής της εργασίας (άρθρο 662 Α.Κ.), η οποία είχε ως συνέπεια την βλάβη του σώματος ή της υγείας των εργαζομένων, συνιστά αδικοπραξία, εφόσον η παράβαση των άνω διατάξεων ή υποχρεώσεων οφείλεται σε πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν.

Σε μια τέτοια περίπτωση ο παθών εργαζόμενος, ανεξάρτητα από το αν δικαιούται αποζημίωση μόνο κατά τις διατάξεις του Ν. 551/1915 για τα εργατικά ατυχήματα ή και κατά τις διατάξεις του κοινού αστικού δικαίου (άρθρο 15 Ν. 515/1915), δικαιούται να ζητήσει χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 914 και 932 Α.Κ.

Εν προκειμένω, το Εφετείο, αναφορικώς με την επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης στην αναιρεσίβλητη, δέχθηκε τα ακόλουθα: Η αναιρεσείουσα δεν είχε διαρρυθμίσει τις εγκαταστάσεις και τον χώρο εργασίας των εργαζομένων της επί της οδού .... αριθμ. .. στην ......, όπου στεγάζονταν τα γραφεία της μέχρι τα τέλη Ιανουαρίου 2004, κατά τέτοιο τρόπο ώστε να μην κινδυνεύει η υγεία των εργαζομένων, καθόσον το σύστημα εξαερισμού δεν λειτουργούσε καθ' όλη τη διάρκεια της παραμονής τους στον χώρο εργασίας τους και μάλιστα σε τμήμα του τηλεφωνικού κέντρου το σύστημα εξαερισμού είχε καλυφθεί με ταινία, με αποτέλεσμα να μη λειτουργεί καθόλου και να δημιουργείται από τους καπνούς των τσιγάρων των εργαζομένων αποπνικτική ατμόσφαιρα και γενικότερα επικίνδυνες συνθήκες για την υγεία αυτών, παρά τις διαμαρτυρίες της αναιρεσίβλητης, η οποία δεν ήταν καπνίστρια, γεγονός που είχε γνωστοποιήσει στην αναιρεσείουσα κατά την πρόσληψή της, ενόψει και του ότι δεν είχε προβλεφθεί ειδικά διαμορφωμένος χώρος καπνιζόντων στις παραπάνω εγκαταστάσεις.

Η ως άνω δυσμενής από άποψη συνθηκών υγιεινής κατάσταση διαπιστώθηκε σε ελέγχους που διενήργησαν, μετά από καταγγελία της αναιρεσίβλητης, τα αρμόδια όργανα του Σώματος επιθεώρησης Εργασίας του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων στις 16-1-2003 και 11-3-2003, λόγος για τον οποίο η ανωτέρω υπηρεσία επέβαλε σχετικό πρόστιμο στην αναιρεσείουσα (βλ.

το προσκομιζόμενο με αριθμό πρωτ. ........έγγραφο του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας). Συνεπεία αυτής της υπαίτιας παράλειψης της λήψης των ενδεδειγμένων μέτρων πρόνοιας στον εργασιακό χώρο (άρθρο 662 ΑΚ), η αναιρεσίβλητη προσβλήθηκε στην υγεία της, καθόσον υπέστη βρογχικό άσθμα, το οποίο συνιστά χρόνια αναπνευστική ασθένεια.

Συγκεκριμένα στις 2-11-2002 και 20-2-2003 η αναιρεσίβλητη εξετάστηκε από την ιατρό πνευμονολόγο Γ1 η οποία διαπίστωσε ότι ακούγονται μουσικόρογχοι σε αμφοτέρους τους πνεύμονές της και της χορήγησε φαρμακευτική αγωγή, ενώ στις 17-5-2003, λόγω επιδείνωσης της κατάστασής της τις δύο προηγούμενες ημέρες, αναγκάστηκε να επισκεφθεί το τμήμα επειγόντων περιστατικών του Νοσοκομείου "Σωτηρία", όπου ο εξετάσας αυτήν ιατρός πνευμονολόγος .......

διαπίστωσε ότι είχε δύσπνοια ηρεμίας και ξηρό βήχα και της συνέστησε ανάπαυση. Τέλος, δε, στις 5-6-2003 η αναιρεσίβλητη εξετάστηκε και πάλι από την προαναφερθείσα ιατρό Γ1 η οποία διέγνωσε ότι πάσχει από βρογχικό άσθμα και της ανανέωσε τη λαμβανόμενη φαρμακευτική αγωγή. Από την ανωτέρω προσβολή της υγείας της, από την υπαίτια και παράνομη συμπεριφορά των νομίμων εκπροσώπων (οργάνων) της αναιρεσείουσας, που παρέλειψαν να ρυθμίσουν, σύμφωνα με το άρθρο 662 ΑΚ, τα της εργασίας και του χώρου αυτής, ώστε να προστατεύεται η υγεία των εργαζομένων, η αναιρεσίβλητη υπέστη ηθική βλάβη και δικαιούται χρηματική ικανοποίηση.

Για την αποκατάσταση δε αυτής, μετά στάθμιση των κατά νόμο στοιχείων και ειδικότερα των ως άνω συνθηκών, του είδους της προσβολής, της υπαιτιότητας των νομίμων εκπροσώπων της αναιρεσείουσας, της οικονομικής κατάστασης των διαδίκων, καθώς και της κοινωνικής θέσης της αναιρεσίβλητης, κρίνεται εύλογο από το Δικαστήριο τούτο το ποσό των 10.000 ευρώ (άρθρο 932 ΑΚ).

Ακολούθως το Εφετείο απέρριψε συναφώς τις εφέσεις αμφοτέρων των διαδίκων κατά της ομοίως κρίνασας πρωτόδικης αποφάσεως. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παρεβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 662 και 932 ΑΚ, ούτε τα διδάγματα της κοινής πείρας σε σχέση με την ύπαρξη πρόσφορου αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ αφενός της παραλείψεως της αναιρεσείουσας να λάβει τα ενδεδειγμένα μέτρα πρόνοιας στον εργασιακό της χώρο και αφετέρου της προκληθείσας στην αναιρεσίβλητη βλάβης της υγείας της, διέλαβε δε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής των διατάξεων αυτών.

Επομένως, οι περί του αντιθέτου, εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ απορρέοντες, τρίτος και τέταρτος λόγοι του κυρίου αναιρετηρίου είναι αβάσιμοι.

Με τον πέμπτο λόγο του κυρίου αναιρετηρίου, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ., προσάπτεται στο Εφετείο η πλημμέλεια της μη λήψεως υπόψη τεσσάρων αποδεικτικών εγγράφων τα οποία η αναιρεσείουσα με επίκληση προσεκόμισε, ήτοι την από ......, από ....., από ... και από ..... τεχνικών εκθέσεων των μηχανικών ...., ...., ..... και ...., αντιστοίχως, από τα οποία, κατά την αναιρεσείουσα, αποδεικνύεται η λειτουργία του συστήματος εξαερισμού στο χώρο εργασίας της αναιρεσίβλητης. Όμως, από τη βεβαίωση του Εφετείου περί σχηματισμού της αποδεικτικούς του κρίσεως "και από όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως οι διάδικοι" καθώς και από όλο το περιεχόμενο της αποφάσεώς του δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία για τη συνεκτίμηση από το Εφετείο των εν λόγω εγγράφων, τα οποία έκρινε ως μη παρέχοντα αξιοπιστία, ενόψει του ότι ελήφθη υπόψη το με αριθμό πρωτοκόλλου ....... έγγραφο της Επιθεωρήσεως Εργασίας, με το οποίο επεβλήθη πρόστιμο στην αναιρεσείουσα λόγω διαπιστώσεως κατά την 16-1-2003 και 11-3-2003 δυσμενούς καταστάσεως συνθηκών υγιεινής στον χώρο αυτόν. Επομένως, ο κρίσιμος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 2.10.2006 αίτηση και το από 6.11.2007 πρόσθετο αναιρετήριο της ανώνυμης εταιρείας υπό την επωνυμία "ASTRA INTERNATIONAL S.A" περί αναιρέσεως της 6214/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα την 1η Απριλίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Απριλίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ