Legislator Case Law & Legislation
785/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on grounds of silent waiver of inheritance rights by the plaintiff.

Case Number 785/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the final judgment of the First Instance Court of Evia. The appellant argued that the lower court erred in finding she had waived her statutory share of her late husband's estate, while the respondent contended she had implicitly renounced her rights. The court upheld the lower court's finding that the appellant's conduct constituted a silent waiver, thereby rejecting her claim to the missing portion of her inheritance share.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1710 para. 2, 1825-1827, 1829, 1846-1851, 1857 of the Civil Code; A party's conduct may constitute a silent waiver of their statutory inheritance share if it clearly indicates an intention to renounce the right.

Keywords

AI generated
silent waiver of inheritance statutory share of estate waiver of inheritance rights appellate review of final judgment Civil Code provisions

Cited Legislation

AI generated
Article 1710 para. 2 of the Civil Code
Articles 1825 to 1827 of the Civil Code
Article 1829 of the Civil Code
Articles 1846 to 1851 of the Civil Code
Article 1857 of the Civil Code
Article 559 no. 19 of the Code of Civil Procedure
Article 495 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 and 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 785 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 785/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη-Εισηγητή, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 11 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Μ. χήρας Γ. Μ., το γένος Β. Ι., κατοίκου Σ. Β., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ Γρηγοριάδη, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Η. Μ. του Γ. και της Π., κατοίκου Σ. Β., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αθανασία Σταυρή, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-12-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θηβών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 315/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 25/2020 του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27-6-2020 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 27-06-2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 25/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας, η οποία εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία και με την οποία το Εφετείο δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου και αφού εξαφάνισε την 315/2015 απόφαση του πρωτοβάθμιου Μονομελούς Πρωτοδικείου Θηβών, κράτησε και δίκασε την υπόθεση και απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την από 01-12-2009 αγωγή της αναιρεσείουσας.

Με την αγωγή αυτή, την οποία η αναιρεσείουσα έστρεψε κατά του αναιρεσιβλήτου, καθώς και κατά των Σ. Μ. και Ι. Μ., ως προς τους οποίους παραιτήθηκε στη συνέχεια του δικογράφου της αγωγής της, εξέθετε η αναιρεσείουσα ότι στις 08-11-2000 απεβίωσε ο σύζυγός της Γ. Μ., κάτοικος εν ζωή Σ. Β. και άφησε πλησιέστερους συγγενείς του την ίδια και τους τρεις εναγομένους, τέκνα αυτού, από τους οποίους ο πρώτος είναι τέκνο που απέκτησε από προηγούμενο γάμο του, ενώ οι υπόλοιποι εναγόμενοι είναι τέκνα που απέκτησε κατά τη διάρκεια του γάμου του με την ίδια.

Ότι με την ... δημόσια διαθήκη του, ο σύζυγός της εγκατέστησε κληρονόμους του την ίδια, στην οποία κατέλειπε την επικαρπία ενός διαμερίσματος, ενώ την υπόλοιπη περιουσία του κατέλειπε στους εναγομένους. Ότι, επειδή με τη διαθήκη αυτή και κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην αγωγή, προσβάλλεται η νόμιμη μοίρα της, ζήτησε να διαταχθεί η απόδοση στην ίδια των αναφερομένων ακινήτων κατά ποσοστό 1/8 εξ αδιαιρέτου και να υποχρεωθεί ο πρώτος εναγόμενος να της καταβάλει τα αναφερόμενα ειδικότερα στην αγωγή χρηματικά ποσά για τη συμπλήρωση της νόμιμης μοίρας της.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Θηβών με την 315/2015 απόφασή του δέχθηκε εν μέρει την αγωγή. Κατά της απόφασης αυτής του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ο πρώτος εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος άσκησε την από 10-11-2016, επί της οποίας εκδόθηκε η ως άνω αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Είναι κατά συνέπεια παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Ο, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 γ' του ΚΠολΔ, προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας, για τον σχηματισμό της κρίσης του επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, όπως είναι και τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν προς απόδειξη ή ανταπόδειξη ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 237 § 1 εδάφ. α', 453 και 524 § 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα. Και έχει μεν υποχρέωση το δικαστήριο να αιτιολογήσει την απόφασή του, να αναφέρει δηλαδή τους λόγους που το οδήγησαν στον σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού, όχι όμως και να κάνει ειδική μνεία καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη.

Αν όμως από το όλο περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα, τότε ιδρύεται ο από τη διάταξη αυτή λόγος αναίρεσης (ΑΠ 812/2021, ΑΠ 1110/2020, ΑΠ 1731/2008).

Στην προκείμενη περίπτωση, διατείνεται η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο αναίρεσης ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκε και προσκόμισε ενώπιόν του με τις προτάσεις της και που είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να υποπέσει στην παράβαση του άρθρου 559 αρ. 11γ' ΚΠολΔ.

Ότι ειδικότερα, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τη με αριθμό ... απόδειξη κατάθεσης σε δραχμές, τότε, της Ε. Τράπεζας (Κατάστημα Ν.), με καταθέτη τον πατέρα της Ι. Β. στον κοινό λογαριασμό που διατηρούσε με το σύζυγό της, από την οποία προκύπτει κατάθεση τριών εκατομμυρίων δραχμών και ότι αυτό αποδεικνύει, α) το αληθές του ισχυρισμού της ότι ο πατέρας της το Μάιο του 1974 μέτρησε στη Σ.

συζ. Ν. Τ. 170.000 δραχμές και αγόρασε στο όνομά της (ενάγουσας - αναιρεσείουσας) έναν αγρό 21 περίπου στρεμμάτων στη θέση «Τ.» Μ. Ν. και το 1976 επίσης μέχρι το 1977 έδωσε στην ίδια συνολικά το ποσό των 86.000 δραχμών για να αγοράσει από την Κ. Μ. ένα διαμέρισμα -γκαρσονιέρα περίπου 15 τ.μ., για το οποίο έδωσε προκαταβολή 10.000 και το υπόλοιπο εξόφλησε με τέσσερις συναλλαγματικές 20.000 δρχ.

η κάθε μία από τις τρεις και 16.000 δρχ. η τέταρτη, β) ότι ο σύζυγός της, αν κάτι αγόρασε με δικά του χρήματα, αγόρασε άλλους αγρούς στη Χ. Ν. στη θέση Μ. και γ) ότι ο πατέρας της πάντα βοηθούσε, όντας ευκατάστατος, και ότι το καλοκαίρι του 1993, επειδή είχε φτιαχτεί ο μύλος και χρειαζόταν ο σύζυγός της χρήματα για να αγοράσει σιτάρια, ο πατέρας της έστειλε σε αυτόν τον Αύγουστο μήνα 3.000.000 δρχ.

μέσω της Ε.. Ότι οι ισχυρισμοί της αυτοί ενισχύθηκαν και από την ... ένορκη βεβαίωση του αδελφού της Β. Ν. του Ι., την οποία προσκόμισε με επίκληση στο Εφετείο και η οποία λήφθηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου Ν. Ι. Τ.. Ότι από τα αποδεικτικά αυτά μέσα, που δεν λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο, προέκυπτε απόδειξη σε ζήτημα που ασκεί επιρροή στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα στο ζήτημα αν ο πατέρας της και η οικογένειά της είχε ικανή περιουσία και ιδιαίτερα ο πατέρας της, ο οποίος κάθε φορά απέστελνε ή παρέδιδε στα χέρια του συζύγου της ποσά τα οποία αυτός είχε ανάγκη.

Ωστόσο, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα ύστερα από την εκτίμηση των εκεί αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, μεταξύ των οποίων και "...όλα τα έγγραφα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι... και από την ...

ένορκη βεβαίωση του Ν. Β. του Ι., ενώπιον του Συμβολαιογράφου Ν. Ι. Τ., την οποία επικαλείται και προσκομίζει η εφεσίβλητη - ενάγουσα, με πρωτοβουλία της οποίας έγινε, μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη, πριν από δύο ημέρες, πρόσκληση του αντιδίκου της, με δήλωσή της που καταχωρήθηκε στα πρακτικά συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, στις 12-3-2015...".

Από την κατηγορηματική αυτή διαβεβαίωση, αλλά και από το σύνολο των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως αυτές θα εκτεθούν στη συνέχεια, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη και τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα, τα οποία συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, αξιολογώντας μάλιστα ειδικά την ανωτέρω ένορκη βεβαίωση σε σχέση με τις υπόλοιπες αποδείξεις.

Κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Από το συνδυασμό των άρθρων 1710 § 2, 1825 έως 1827, 1829, 1846 έως 1851 και 1857 του ΑΚ, σαφώς προκύπτει ότι η από την παράβαση του δίκαιου της νόμιμης μοίρας ακυρότητα της διαθήκης είναι σχετική, έχοντας ταχθεί μόνο υπέρ του μεριδούχου, ο οποίος, αν παραβιάστηκε με τη διαθήκη η νόμιμη μοίρα του, με την ολοσχερή παράλειψη του ή την κατάλειψη σ' αυτόν μέρους μόνο αυτής, ή με την κατάλειψη ολόκληρης ή μέρους της νόμιμης μοίρας του αλλά υπό περιορισμούς, δικαιούται, ακόμη και μετά την πάροδο της προς αποποίηση της κληρονομιάς προθεσμίας, οπότε θεωρείται ότι αμετακλήτως αποδέχτηκε την κληρονομιά ως προς το καταλειφθέν, να παραιτηθεί από το δικαίωμα της νόμιμης μοίρας του ως προς ολόκληρο ή το μέρος που λείπει, εκτός αν εκδήλωσε προηγουμένως αντίθετη βούληση, και να λάβει έτσι, αντί του θεσπιζόμενου με το νόμο, μόνον, ότι καταλείφθηκε σ' αυτόν με τη διαθήκη, έτσι ώστε να παραμένει ισχυρή η με αυτήν εγκατάσταση του, παρά το ότι με αυτήν προσβάλλεται η νόμιμη μοίρα του.

Η παραίτηση αυτή, η οποία δεν συνιστά αποποίηση της κληρονομιάς, υπό την έννοια του άρθρου 1847 ΑΚ, ή εκποίηση αυτής αλλά αποτελεί παραίτηση από το δικαίωμα προς επίκληση της σχετικής ακυρότητας της διαθήκης, δηλαδή νομικό γεγονός που επάγεται απώλεια του δικαιώματος τούτου, μπορεί να γίνει, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά και με άτυπη, μονομερή, μη απευθυντέα προς άλλον δήλωση βουλήσεως, είτε ρητή είτε σιωπηρή, συναγόμενη δηλαδή συμπερασματικώς από πράξεις που εμφαίνουν βούληση παραιτήσεως και αν ακόμη περιλαμβάνονται στην κληρονομιά εμπράγματα δικαιώματα επί ακινήτων, η σύμβαση μεταβιβάσεως των οποίων απαιτείται να γίνεται ενώπιον συμβολαιογράφου (Ολ ΑΠ 935/1975, ΑΠ 2177/2014, ΑΠ 1017/2009).

Περαιτέρω, έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, η οποία στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (Ολ ΑΠ 6/2006, ΑΠ 184/2017).

Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης (Ολ ΑΠ 15/2006, ΑΠ 478/2024, ΑΠ 166/2016).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία παραδεκτά επισκοπείται κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί τις αποδείξεις κρίση του τα ακόλουθα: "Στις 8-11-2000 απεβίωσε στο Σ. Β. ο Γ. Μ. του Η. και της Α., κάτοικος εν ζωή Σ.. Εγγύτεροι συγγενείς του ως άνω αποβιώσαντος κατά το χρόνο του θανάτου του ήταν η ενάγουσα - εφεσίβλητη, σύζυγός του από δεύτερο γάμο, ο πρώτος εναγόμενος - εκκαλών, υιός του από πρώτο γάμο μετά της Π.

Σ., ο Σ. Μ. του Γ. και της Μ., υιός του και ο Ι. Μ. του Γ. και της Μ., υιός του. Κατά το χρόνο του θανάτου του είχε στην αποκλειστική κυριότητα, νομή και κατοχή του τα κατωτέρω περιουσιακά στοιχεία: Α) Μία τριώροφη οικοδομή στο Σ. Β., επί της οδού Κ. .., αποτελούμενη από οκτώ οριζόντιες ιδιοκτησίες, ήτοι α) υπόγειο, εμβαδού 64,76 τ.μ., αντικειμενικής αξίας 3.372,46 ευρώ, β) ισόγεια αποθήκη, εμβαδού 9,15 τ.μ., αντικειμενικής αξίας 952,99 ευρώ, γ) ισόγειο κατάστημα, εμβαδού 34,71 τ.μ., αντικειμενικής αξίας 13,232,34 ευρώ, δ) ισόγειο διαμέρισμα, εμβαδού 80,07 τ.μ., αντικειμενικής αξίας 17.825,67 ευρώ, ε) διαμέρισμα α' ορόφου, εμβαδού 58,14 τ.μ., αντικειμενικής αξίας 13.308,64 ευρώ, στ) διαμέρισμα του α' ορόφου, εμβαδού 72,44 τ.μ., αντικειμενικής αξίας17.918,93 ευρώ, ζ) διαμέρισμα του α' ορόφου, εμβαδού 44,35 τ.μ., αντικειμενικής αξίας 10.448,11 ευρώ, η) διαμέρισμα β' ορόφου, εμβαδού 176,08 τ.μ., αντικειμενικής αξίας 59.249,69 ευρώ.

Β) Επτά αγρούς, ήτοι α) αγρό στη θέση "Π. Δ.", εμβαδού 12.026 τ.μ., αντικειμενικής αξίας 19.413,05 ευρώ, β) αγρό στη θέση "Δ. Δ.", εμβαδού 9.000 τ.μ., αντικειμενικής αξίας 11.885,54 ευρώ, γ) αγρό στη θέση "Δ. Χ.", εμβαδού 8.000 τ.μ., αντικειμενικής αξίας 10.564,93 ευρώ, δ) αγρό στη θέση "Δ. Χ.", εμβαδού 6.000 τ.μ., αντικειμενικής αξίας 7.923,69 ευρώ, ε) αγρό στη θέση "Μ.

Ν.", εμβαδού 22.000 τ.μ., αντικειμενικής αξίας 10.975,78 ευρώ, στ) αγρό στη θέση "Λ. Σ..", εμβαδού 2.500 τ.μ., αντικειμενικής αξίας3.668,37 ευρώ, ζ) αγρό στη θέση "Λ. Σ..", εμβαδού 4.000 τ.μ., αντικειμενικής αξίας 5.282,46 ευρώ. Γ) Τα 3/4 εξ αδιαιρέτου κυλινδρόμυλου στο Σχηματάρι με ισόγειο όροφο 160 τ.μ., α' όροφο 160 τ.μ., υπόγειο 60 τ.μ., με αποθήκες 122 τ.μ.

και κτήριο γραφείου 63,65 τ.μ., σε γήπεδο 4.045 τ.μ., αντικειμενικής αξίας 90.627,95 ευρώ. Δ) Τα 3/4 εξ αδιαιρέτου εταιρικού μεριδίου στην ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "Γ. Μ. και Υιός Ο.Ε", αξίας 165.232,85 ευρώ. Ε) Δύο οικόπεδα, ήτοι α) οικόπεδο στο Σ., στο Ο.Τ. 192, εμβαδού 5.773,55 τ.μ., αντικειμενικής αξίας 120.837,27 ευρώ, β) οικόπεδο - αγροτεμάχιο στη θέση "Π.

Δ.", εμβαδού 200 τ.μ., αντικειμενικής αξίας 293,47 ευρώ. ΣΤ) Δύο αγροτικά μηχανήματα, αξίας 880,41 και 293,47 ευρώ αντίστοιχα, δύο γεωργικούς ελκυστήρες, αξίας 1.173,88 και 1.467,35 ευρώ αντίστοιχα και μία θεριζοαλωνιστική μηχανή, αξίας 1.760,82 ευρώ. Με την υπ' αριθμό ... δημόσια διαθήκη, που συντάχθηκε ενώπιον της Συμβολαιογράφου Θηβών Α.

συζύγου Δ. Κ., το γένος Π. Γ. και δημοσιεύθηκε νόμιμα με το υπ' αριθμό ... πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θηβών, ο ανωτέρω αποβιώσας εγκατέστησε μοναδικούς κληρονόμους του: Α) Την σύζυγό του ενάγουσα - εφεσίβλητη, στην οποία κατέλιπε την επικαρπία ενός διαμερίσματος του α' ορόφου στην τριώροφη οικοδομή επί της οδού Κ.

στο Σ., εμβαδού 44,35 τ.μ., αντικειμενικής αξίας 4.179,24 ευρώ. Β) Τον από πρώτο γάμο μετά της Π. Σ. υιό του πρώτο εναγόμενο - εκκαλούντα, στον οποίο κατέλιπε από την τριώροφη οικοδομή στο Σ. Β., επί της οδού Κ. .., το υπόγειο, εμβαδού 64,76 τ.μ., αντικειμενικής αξίας 3.372,46 ευρώ, την ισόγεια αποθήκη, εμβαδού 9,15 τ.μ., αντικειμενικής αξίας 952.99 ευρώ, το ισόγειο κατάστημα, εμβαδού 43,71 τ.μ., αντικειμενικής αξίας 13.232,34 ευρώ, το διαμέρισμα του α' ορόφου, εμβαδού 58,14 τ.μ., αντικειμενικής αξίας 13.308,64 ευρώ, το διαμέρισμα του β' ορόφου, εμβαδού 176,08 τ.μ., αντικειμενικής αξίας 59.249,69 ευρώ, τα 3/4 εξ αδιαιρέτου του κυλινδρόμυλου στο Σ., αντικειμενικής αξίας 90.627,95 ευρώ, τα 3/4 εξ αδιαιρέτου εταιρικού μεριδίου στην ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "Γ.

Μ. και Υιός Ο.Ε.", ένα οικόπεδο στο Σ., στο Ο.Τ. 192, εμβαδού 5.773,55 τ.μ., αντικειμενικής αξίας 120.837,27 ευρώ και έναν αγρό στη θέση "Π. Δ.", εμβαδού 12.026 τ.μ., αντικειμενικής αξίας 19.413,05 ευρώ. Γ) Τον Σ. Μ., υιό του, που απέκτησε εντός του γάμου του με την ενάγουσα, στον οποίο κατέλιπε από την τριώροφο οικοδομή στο Σ. Β., επί της οδού Κ. .., το ισόγειο διαμέρισμα, εμβαδού 80,07 τ.μ., αντικειμενικής αξίας 17.825,67 ευρώ, ένα οικόπεδο - αγροτεμάχιο στη θέση "Π.

Δ.", εμβαδού 200 τ.μ., αντικειμενικής αξίας 293,47 ευρώ, έναν αγρό στη θέση "Δ. Χ.", εμβαδού 8.000 τ.μ., αντικειμενικής αξίας 10.564,93 ευρώ, το 1/2 εξ αδιαιρέτου από έναν αγρό στη θέση "Δ. Δ.", εμβαδού 9.000 τ.μ., αντικειμενικής αξίας 5.924,77 ευρώ (11.885,54/2) και το 1/2 από δύο αγροτικά μηχανήματα, αξίας 440,20 (880,41/2) και 146,73 (293,47/2) ευρώ αντίστοιχα, δύο γεωργικούς ελκυστήρες, αξίας 586,94 (1.173,88/2) και 733,67 (1.467,35/2) ευρώ αντίστοιχα και μία θεριζοαλωνιστική μηχανή, αξίας 880,41 (1.76,82/2).

Δ) Τον Ι. Μ., υιό του, που απέκτησε εντός του γάμου του με την ενάγουσα, στον οποίο κατέλιπε από την τριώροφη οικοδομή στο Σ. Β., επί της οδού Κ. .., ένα διαμέρισμα α' ορόφου, εμβαδού 72,44 τ.μ., αντικειμενικής αξίας 17.918,93 ευρώ, την ψιλή κυριότητα από ένα διαμέρισμα α' ορόφου, εμβαδού 44,35 τ.μ., αντικειμενικής αξίας 6.268,87 ευρώ, έναν αγρό στη θέση "Μ.

Ν.", εμβαδού 22.000 τ.μ., αντικειμενικής αξίας 10.975,78 ευρώ, έναν αγρό στη θέση "Λ. Σ..", εμβαδού 2.500 τ.μ., αντικειμενικής αξίας 3.668,37 ευρώ, έναν αγρό στη θέση "Λ. Σ..", εμβαδού 4.000 τ.μ., αντικειμενικής αξίας 5.282,46 ευρώ, το 1/2 εξ αδιαιρέτου από έναν αγρό στη θέση "Δ. Δ.", εμβαδού 9.000 τ.μ., αντικειμενικής αξίας 5.942,77 ευρώ (11.885,54/2), έναν αγρό στη θέση "Δ.

Χ.", εμβαδού 6.000 τ.μ., αντικειμενικής αξίας 7.923,69 ευρώ και το 1/2 από δύο αγροτικά μηχανήματα, αξίας 440,20 (880,41/2) και 146,73 (293,47/2) ευρώ αντίστοιχα, δύο γεωργικούς ελκυστήρες, αξίας 586,94 (1.173,88/2) και 733,67 (1.467,35/2) ευρώ αντίστοιχα και μία θεριζοαλωνιστική μηχανή, αξίας 880,41 (1.760,82/2) ευρώ. Η ενάγουσα παρέλαβε την επικαρπία του διαμερίσματος του α' ορόφου στην τριώροφη οικοδομή επί της οδού Κ.

στο Σ., εμβαδού 44,35 τ.μ. και θεωρούσε τον εαυτό της ικανοποιημένο από την καταληφθείσα επικαρπία του ακινήτου, καθόσον ο κληρονομούμενος είχε διαθέσει όλη την περιουσία, όχι σε μακρινούς συγγενείς ή τρίτα πρόσωπα, αλλά στους τρεις υιούς του, Η., Σ. και Ι., από τους οποίους ο Σ. και ο Ι. είναι δικά της τέκνα, ενώ ο Η. (πρώτος εναγόμενος - εκκαλών) είναι μεν τέκνο του συζύγου της από προηγούμενο γάμο, όμως, μεγάλωσε, μετά το θάνατο της μητέρας του, από την ηλικία των 6 ετών μαζί με την ενάγουσα και τον κληρονομούμενο και επομένως θεωρούσε η ενάγουσα δικαιολογημένη, εύλογη και δίκαιη την απόφαση του κληρονομουμένου να αφήσει ο κληρονομούμενος την μερίδα του λέοντος της κληρονομίας στα τρία τέκνα του.

Επιπλέον, η ενάγουσα αρκέστηκε στην καταληφθείσα επικαρπία του ως άνω διαμερίσματος, καθόσον ο κληρονομούμενος, όπως ο ίδιος αναφέρει στη διαθήκη του, είχε φροντίσει ήδη από τα έτη 1974 και 1976, ήτοι τρία και πέντε έτη μετά το γάμο του με την ενάγουσα, να εξασφαλίσει οικονομικά την ενάγουσα, δίδοντας σ' αυτήν χρήματα για την αγορά ενός αγρού 22 στρεμμάτων, στην ιδιαίτερη πατρίδα της, στη θέση «Τ.» Μ.

Ν.. και ενός διαμερίσματος στην Αθήνα. Η ενάγουσα αρνείται ότι ο κληρονομούμενος την είχε εξασφαλίσει οικονομικά και ειδικότερα ότι της είχε δώσει χρήματα για την αγορά των ανωτέρω δύο ακινήτων (αγρού και διαμερίσματος) και ισχυρίζεται ότι αγόρασε τα ακίνητα αυτά με δικά της χρήματα. Ο ισχυρισμός της αυτός, ο οποίος αποσκοπεί στο να καταδείξει ότι δεν θα μπορούσε να είναι ικανοποιημένη με το περιεχόμενο της διαθήκης του συζύγου της, ο οποίος δεν είχε μεριμνήσει για τη δική της οικονομική αποκατάσταση και να αρκεστεί στην επικαρπία ενός μόνο διαμερίσματος, είναι ουσιαστικά αβάσιμος και αναπόδεικτος για τους ακόλουθους λόγους:

Α) Διότι η ενάγουσα ασχολούνταν με τις οικιακές εργασίες και δεν είχε δικά της χρήματα για να προβαίνει σε αγορές ακινήτων. Β) Διότι η εξετασθείσα με πρωτοβουλία της ενάγουσας, ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, μάρτυρας Σ. Μ., κατέθεσε σε ερώτηση της πληρεξούσιας Δικηγόρου του πρώτου εναγομένου (πρόκειται για την προτελευταία απάντηση της μάρτυρος, κατά την οποία η μάρτυρας όπως προβλέπεται από τη διαδικασία ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων απαντά σε ερωτήσεις της Δικηγόρου του αντιδίκου της ενάγουσας) ότι ο κληρονομούμενος είχε πάρει ένα κτήμα για λογαριασμό της ενάγουσας στη Ν..

Γ) Διότι δεν κρίνεται πειστικό το σημείο της κατάθεσης του προαναφερόμενου μάρτυρα - αδελφού της ενάγουσας, ότι ο πατέρας τους, τον Μάιο του 1974, μέτρησε 170.000 ευρώ και τα έδωσε στην Σ. Τ., πωλήτρια του ως άνω αγρού στη θέση "Τ.", προκειμένου να αποκτήσει η ενάγουσα - κόρη του το εν λόγω ακίνητο, καθότι ο πατέρας της ενάγουσας, σύμφωνα με την κατάθεση του ίδιου μάρτυρα, κατά τον καιρό εκείνο (δικτατορία των συνταγματορχών) είχε εκδιωχθεί από τη μόνιμη εργασία του στην Χωροφυλακή, όπου υπηρετούσε ως αξιωματικός, λόγω των δημοκρατικών του φρονημάτων και επομένως δεν είχε εν τοις πράγμασι την οικονομική δυνατότητα να προβαίνει σε αγορές ακινήτων για την κόρη του, ενόψει μάλιστα του ότι ήδη την "είχε παντρέψει", κατά τη ήθη και τα έθιμα της εποχής, τρία έτη νωρίτερα, χωρίς να απαιτηθεί προίκα από τον γαμπρό - κληρονομούμενο, ο οποίος ήταν ευκατάστατος και την παντρεύτηκε μετά από γνωριμία μόλις τριών μηνών (βλ.

κατάθεση του ιδίου μάρτυρα). Δ) Διότι δεν κρίνεται εύλογο και σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας ότι ο πατέρας της ενάγουσας της έδωσε και άλλα χρήματα, πέντε έτη μετά το γάμο της (1976), είτε ως συμπλήρωμα προίκας είτε για οιονδήποτε άλλο λόγο, προκειμένου να αγοράσει αυτή (ενάγουσα) ένα ακίνητο στην Αθήνα που ανήκε στην κυριότητα της αδελφής του κληρονομουμένου, Α.

Μ., το οποίο πράγματι αγοράστηκε επ' ονόματι της ενάγουσας, κατ' επιλογή, όμως, και με χρήματα του συζύγου της - κληρονομουμένου. Περαιτέρω, ο έτερος ισχυρισμός της ενάγουσας ότι εάν ήθελε κριθεί ότι αρκέστηκε στην καταληφθείσα με τη διαθήκη επικαρπία του ως άνω διαμέρισματος α' ορόφου, αρκέστηκε υπό τον όρο τήρησης από τα τέκνα της μίας συμφωνίας, που περιλαμβάνεται στο από 30-10-2000 ιδιωτικό συμφωνητικό, το οποίο προσκομίζει και επικαλείται η ενάγουσα, σύμφωνα με την οποία θα έπρεπε, κατά τους ισχυρισμούς της, να εισπράττει αυτή, εφ' όρου ζωής της, τα μισθώματα τριών διαμερισμάτων και ενός καταστήματος της ευρισκόμενης επί της οδού Κ. ..

οικοδομής, κρίνεται επίσης ουσιαστικά αβάσιμος και αναπόδεικτος για τους ακόλουθους λόγους: Α) Διότι από το κείμενο του από 30-10-2000 ιδιωτικού συμφωνητικού προκύπτει ότι αυτός που αναλαμβάνει διάφορες υποχρεώσεις με αυτό είναι ο σύζυγος της ενάγουσας και όχι ο πρώτος εναγόμενος ή τα άλλα δύο τέκνα του συζύγου της ενάγουσας.

Β) Διότι παρά την αναφορά στο δικόγραφο των προτάσεων της ενάγουσας ότι συμφώνησε ο σύζυγος της ενάγουσας Γ. Μ. να εισπράττει αυτή, εφ' όρου ζωής της τα μισθώματα τριών διαμερισμάτων και ενός καταστήματος της ευρισκόμενης επί της οδού Κ. .. οικοδομής, από το κείμενο του συμφωνητικού δεν προκύπτει τέτοια πρόβλεψη, καθότι ο Γ.

Μ., όσον αφορά στα μισθώματα των τριών διαμερισμάτων του α' ορόφου και του ισογείου καταστήματος, δεν αναφέρει ότι επιθυμεί να τα εισπράττει η ενάγουσα εφ' όρου ζωής της. Το μόνο που της παραχωρεί εφ' όρου ζωής της είναι το δικαίωμα οίκησης και χρήσης της ισόγειας κατοικίας, όπου διέμεναν τότε μαζί. Αν ήθηλε πράγματι ο Γ.

Μ. να εισπράττει η ενάγουσα τα μισθώματα από τις προαναφερόμενες 4 οριζόντιες ιδιοκτησίες, εφ' όρου ζωής της, θα το ανέγραφε ρητά στο συμφωνητικό και εάν είχε πράγματι τη συνδρομή Δικηγόρου κατά τη σύνταξη του συμφωνητικού θα γνώριζε ότι θα έπρεπε για να συμβεί αυτό είτε να της μεταβιβάσει εν ζωή την επικαρπία των ως άνω 4 ιδιοκτησιών (3 διαμερισμάτων α' ορόφου και ενός ισογείου καταστήματος), προκειμένου να έχει τη χρήση και ιδίως την κάρπωση (είσπραξη μισθωμάτων) αυτών είτε να τροποποιήσει, ακόμα και με ιδιόγραφη διαθήκη την προγενέστερη δημόσια διαθήκη του, μόνο ως προς αυτό το σημείο, ήτοι να αφήνει με την νεώτερη διαθήκη του την επικαρπία των 4 ιδιοκτησιών στην ενάγουσα, πράγματα που ούτε αναφέρονται στο συμφωνητικό ούτε αποτέλεσαν ουδέποτε τη βούληση του Γ.

Μ., ο οποίος εάν είχε τέτοια βούληση θα είχε προβεί στις ανάλογες ενέργειες. Γ) Διότι εάν υπήρχε η συμφωνία που επικαλείται η ενάγουσα μεταξύ αυτής και των τριών τέκνων του κληρονομουμένου, τότε θα έπρεπε όχι μόνο ο πρώτος εναγόμενος αλλά και ο Ι. Μ., στον οποίο ο κληρονομούμενος κατέλιπε ένα εκ των τριών διαμερισμάτων του α' ορόφου στην επί της οδού Κ. ..

οικοδομή, να καταβάλει στα πλαίσια της φερόμενης ως συναφθείσας συμφωνίας, τα μισθώματα από το δικό του διαμέρισμα στην ενάγουσα. Η ενάγουσα, όμως, παρότι ισχυρίζεται ότι τα πρώτα χρόνια μετά το θάνατο του συζύγου της τηρήθηκε η συμφωνία από τα τέκνα του κληρονομουμένου, ούτε επικαλείται ότι της κατέβαλε ο Ι.

Μ. μισθώαματα ούτε ότι ζήτησε ποτέ από αυτόν μισθώματα από το διαμέρισμα των 72,44 τ.μ. του α' ορόφου της οικοδομής επί της οδού Κ., που κατέλιπε ο κληρονομούμενος στον Ι. Μ.. Από τα προαναφερόμενα αποδείχθηκε ότι δεν υπήρξε κάποια συμφωνία μεταξύ της ενάγουσας και του Η. Μ., Σ. Μ. και Ι. Μ., εξαιτίας της οποίας αρκέστηκε αυτή (ενάγουσα) στην επικαρπία του διαμερίσματος που της κατέλιπε ο κληρονομούμενος σύζυγός της.

Όσα δε χρηματικά ποσά της κατέβαλε ο πρώτος εναγόμενος, τα κατέβαλε αχρεωστήτως, ενδεχομένως για λόγους ευπρέπειας και όχι επειδή είχε κάποια συμβατική υποχρέωση. Αντιθέτως, αποδείχθηκε ότι οι λόγοι για τους οποίους αρκέστηκε η ενάγουσα στην επικαρπία του διαμερίσματος που της κατέλιπε ο σύζυγός της ήταν:

α) ότι κατά το χρόνο του θανάτου του συζύγου της θεώρησε δίκαιο να λάβουν τα τρία τέκνα του συζύγου της (δύο από τα οποία ήταν και δικά της) τη μερίδα του λέοντος της κληρονομίας, β) ότι η ίδια είχε λάβει από το σύζυγό της, ως οικονομική της εξασφάλιση, χρήματα για την αγορά των ανωτέρω δύο ακινήτων (αγρός 22 στρεμμάτων στη Ν.

και διαμέρισμα στην Αθήνα), τα οποία κατά το χρόνο του θανάτου της συζύγου της εξακολουθούσαν να βρίσκονται στην κυριότητά της και γ) ότι ήθελε να παραμείνει η οικογένειά της, για την οποία είχε "ματώσει επί 30 έτη" δεμένη και αγαπημένη, όπως η ίδια ομολογεί στην 20η σελίδα των προτάσεών της ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα από το θάνατο του συζύγου της, στις 8-11-2000, παρότι ο πρώτος εναγόμενος και τα άλλα δύο τέκνα του κληρονομουμένου εγκαταστάθηκαν στα κληρονομιαία ακίνητα, ουδέποτε προέβαλε αξίωση νόμιμης μοίρας ή εκδήλωσε αντίθετη βούληση, μέχρι την άσκηση της κρινόμενης αγωγής, στις 3-12-2009, δηλαδή επί εννέα και πλέον έτη.

Τα ανωτέρω υποδηλώνουν κατά την κρίση του Δικαστηρίου ότι η ενάγουσα - εφεσίβλητη, η οποία είχε πράγματι δικαίωμα νόμιμης μοίρας στην κληρονομία του συζύγου της, αφού η εγκατάστασή της στην επικαρπία του ακινήτου, που εκείνος κατέλειπε σ' αυτήν δεν εξαντλούσε το κληρονομικό της δικαίωμα ως μεριδούχου, παραιτήθηκε σιωπηρώς από το δικαίωμα αυτό έναντι του πρώτου εναγομένου - εκκαλούντος, με τον τρόπο και τους λόγους που προαναφέρθηκαν.

Επομένως, ο σχετικός πρώτος λόγος της έφεσης του εκκαλούντος πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος. Έσφαλε επομένως η εκκαλουμένη που δέχθηκε τα αντίθετα, ήτοι ότι δεν υφίσταται σιωπηρή παραίτηση της ενάγουσας από το δικαίωμα της νόμιμης μοίρας της στην κληρονομία του συζύγου της και απέρριψε το σχετικό ισχυρισμό του πρώτου εναγομένου ως ουσιαστικά αβάσιμο, για αυτό πρέπει κατά το βάσιμο περί τούτου πρώτο λόγο της έφεσης που ανάγεται σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων να εξαφανιστεί".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε την έφεση του αναιρεσιβλήτου και απέρριψε την αγωγή της αναιρεσείουσας. Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, και υπό την επίκληση της παράβασης του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, διατείνεται η αναιρεσείουσα ότι η προβληθείσα από τον αναιρεσίβλητο ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, όλως, εσφαλμένα έγινε δεκτή από το Εφετείο, ενώ έπρεπε να απορριφθεί ως μη νόμιμη, όπως απορρίφθηκε και από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, καθόσον τα επικαλούμενα περιστατικά, και αληθή υποτιθέμενα, δεν μπορούν να θεμελιώσουν τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, με αποτέλεσμα το Εφετείο να παραβιάσει τη διάταξη αυτή με εσφαλμένη εφαρμογή.

Από τα διαδικαστικά έγγραφα της υπόθεσης, τα οποία παραδεκτά επισκοπούνται για την έρευνα του αναιρετικού λόγου, προκύπτει ότι ο αναιρεσίβλητος επανέφερε με την από 10-11-2016 έφεσή του ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου την ένστασή του περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της αναιρεσείουσας, την οποία είχε προτείνει και πρωτοδίκως και η οποία είχε απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο.

Συγκεκριμένα, ισχυρίστηκε ο αναιρεσίβλητος με τον πρώτο λόγο της έφεσής του, μεταξύ των άλλων, ότι ήδη από το χρόνο του θανάτου του πατέρα του το έτος 2000, νέμεται και κατέχει τα καταληφθέντα με τη διαθήκη του ακίνητα, η δε εφεσίβλητη (ήδη αναιρεσείουσα) ήταν σε πλήρη γνώση του γεγονότος αυτού, χωρίς ουδέποτε να εκδηλώσει οιαδήποτε εναντίωση, καλλιεργώντας του την εύλογη πεποίθηση ότι αποδέχεται το περιεχόμενο της διαθήκης και την δι' αυτής κατανομή της κληρονομιαίας περιουσίας.

Ότι η αγωγή της εφεσίβλητης ασκήθηκε εναντίον του μετά την πάροδο εννέα ετών από το θάνατο του πατέρα του και συζύγου της, χρονικό διάστημα κατά το οποίο η εφεσίβλητη ουδεμία αντίρρηση ή αξίωση είχε εγείρει σχετικά με τα ακίνητα τα οποία κληρονόμησε από τον αποβιώσαντα πατέρα του, μερικά από τα οποία μάλιστα εκποίησε κατά τα έτη 2004, 2005, 2007 και 2009, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην έφεση, με αποτέλεσμα η συμπεριφορά της αυτή, σε συνάρτηση με τις δικές του ενέργειες, των οποίων η εφεσίβλητη είχε πλήρη γνώση, να του δημιουργήσει την απόλυτη πεποίθηση ότι η τελευταία δεν επρόκειτο να ασκήσει τα δικαιώματά της από τη νόμιμη μοίρα της, παραιτούμενη σιωπηρά από αυτά.

Το Εφετείο, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω εκτιθέμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του, εκτίμησε τον πιο πάνω ισχυρισμό του αναιρεσιβλήτου ως ένσταση σιωπηρής παραίτησης της αναιρεσείουσας από τη νόμιμη μοίρα της κληρονομιαίας περιουσίας του συζύγου της και όχι ως ένσταση περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της αναιρεσείουσας, όπως αυτή διατείνεται με τον εξεταζόμενο λόγο αναίρεσης, καθώς δέχθηκε ειδικότερα ότι "...

Τα ανωτέρω υποδηλώνουν κατά την κρίση του Δικαστηρίου ότι η ενάγουσα - εφεσίβλητη, η οποία είχε πράγματι δικαίωμα νόμιμης μοίρας στην κληρονομία του συζύγου της, αφού η εγκατάστασή της στην επικαρπία του ακινήτου, που εκείνος κατέλειπε σ' αυτήν, δεν εξαντλούσε το κληρονομικό της δικαίωμα ως μεριδούχου, παραιτήθηκε σιωπηρώς από το δικαίωμα αυτό έναντι του πρώτου εναγομένου - εκκαλούντος, με τον τρόπο και τους λόγους που προαναφέρθηκαν.

Επομένως, ο σχετικός πρώτος λόγος της έφεσης του εκκαλούντος πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος...". Επομένως, ο εξεταζόμενος δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση και συνεπώς ως αβάσιμος. Όπως ήδη εκτέθηκε ανωτέρω, το Εφετείο, δέχθηκε την έφεση του αναιρεσείοντος και αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, κράτησε και δίκασε την υπόθεση και με βάση τις πιο πάνω εκτιθέμενες παραδοχές της απόφασής του, απέρριψε, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, την ένδικη αγωγή της αναιρεσείουσας, με την οποία αυτή ζητούσε να αναγνωρισθεί το κληρονομικό της δικαίωμα κατά το ελλείπον ποσοστό της νόμιμης μοίρας της επί της αναφερομένης κληρονομίας, δεχόμενο την ανωτέρω ένσταση του αναιρεσιβλήτου περί παραίτησης της αναιρεσείουσας από το δικαίωμά της αυτό.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του, πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς το παραπάνω ουσιώδες ζήτημα της σιωπηρής παραίτησης της αναιρεσείουσας από το δικαίωμά της για τη συμπλήρωση της νόμιμης μοίρας της, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 1710 παρ. 2, 1825 έως 1827, 1829, 1846 έως 1851 και 1857 του ΑΚ, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε εκ πλαγίου.

Επομένως, ο περί του αντιθέτου, από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατά συνέπεια, και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η ένδικη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Τέλος, η αναιρεσείουσα πρέπει να καταδικαστεί, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, κατά το νόμιμο περί τούτου σχετικό του αίτημα (άρθρ. 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27-6-2020 αίτηση της Μ. χήρας Γ. Μ. για αναίρεση της 25/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας. Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Φεβρουαρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Μαΐου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ