Supreme Court dismisses appeal against appellate court decision due to inadmissibility of lack of reasoning argument.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against the First Instance Court's decision regarding property ownership. The appellant argued the lower court lacked reasoning for rejecting the claimant's evidence, but the Court ruled this was an inadmissible attack on the substantive fact-finding. Consequently, the appeal was rejected, and the State was ordered to pay the claimant's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArt. 561 para. 1 C.Pol.D.; The argument that a lower court decision lacks reasoning is inadmissible when it merely attacks the substantive evaluation of evidence without alleging a violation of substantive law.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 785 / 2023 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 785/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ελένη Ευσταθίου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Π. χήρας Α. Σ., το γένος Δ. Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σταμάτιο Πεπόνα, και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-3-2014 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3534/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 568/2017 μη οριστική, 415/2020 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 21-9-2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 21-9-2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 415/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία και αφού προηγουμένως είχε εκδοθεί η 568/2017 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, με την οποία διατάχθηκε η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης προκειμένου να διαπιστωθεί αν το επίδικο ακίνητο περιλαμβάνεται στους τίτλους ιδιοκτησίας της αναιρεσίβλητης, καθώς και σ' αυτούς των δικαιοπαρόχων της.
Με την ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτή η από 23-11-2015 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 3534/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, κράτησε και δίκασε την αγωγή της αναιρεσίβλητης, την οποία έκανε δεκτή μόνο ως προς τη βάση της τη στηριζόμενη στον παράγωγο τρόπο κτήσης κυριότητας της τελευταίας επί του επιδίκου ακινήτου.
Με την ως άνω δε 3534/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς είχε γίνει δεκτή η από 26-3-2014 αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης και ως προς τις δύο βάσεις της, τις στηριζόμενες σε πρωτότυπο και παράγωγο τρόπο κτήσης κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου. Με την αγωγή αυτή, η ενάγουσα είχε ζητήσει να αναγνωρισθεί η κυριότητά της σε ένα αγροτεμάχιο εμβαδού 247 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας ...
της πρώην Κοινότητας ... Σαλαμίνος και να διαταχθεί η διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Σαλαμίνος, ώστε στο σχετικό κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου να αναγραφεί η ίδια ως αποκλειστική κυρία, αντί του Ελληνικού Δημοσίου. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Είναι κατά συνέπεια παραδεκτή η αίτηση (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή, ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης, δημιουργούνται αμφιβολίες, για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΑΠ 1551/2021, ΑΠ 1304/2021).
Ο από την ανωτέρω διάταξη λόγος αναίρεσης είναι δυνατόν να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση γιατί παραβίασε εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάστηκε κανόνας δικαίου, να πλήττει την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε ο λόγος αναίρεσης θα απορριφθεί ως απαράδεκτος, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, διότι πλήττει την ανέλεγκτη, περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 536/2022, ΑΠ 1055/2018, ΑΠ 1225/2018).
Στην προκείμενη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι έγιναν δεκτά από το Εφετείο τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά την ανέλεγκτη περί τις αποδείξεις κρίση του: "Με το υπ' αρ. ... συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Σαλαμίνας Ευαγγελίας Πηλιχού - Ζαχαροπούλου, που έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σαλαμίνας στον τόμο ….
με αύξοντα αριθμό …., η ενάγουσα απέκτησε με αγορά από την Α. Ζ. του Α. την κυριότητα ενός ακινήτου - γεωτεμαχίου, που βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας ... ... Σαλαμίνας, εκτός σχεδίου πόλεως, εκτάσεως κατά τον τίτλο κτήσης 247 τ.μ., εμφαινόμενο με τον αριθμό 16 του 16ου οικοδομικού τετραγώνου στο από Ιουλίου 1966 ρυμοτομικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Δ.
Μ., που προσαρτάται στο υπ' αρ. ... συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Σαλαμίνας Α. Α., καθώς και στο από Οκτωβρίου 1979 τοπογραφικό διάγραμμα της πολιτικού μηχανικού Π. Π. με τα αλφαβητικά περιμετρικά στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Α και συνορευόμενο ανατολικά επί πλευράς Γ-Δ μέτρων 14,90 με το υπ' αρ. 8 αγροτεμάχιο του ίδιου ως άνω σχεδιαγράμματος και τετραγώνου, δυτικά επί πλευράς Α-Β προσώπου μέτρων 17,30 με αγροτική οδό πλάτους 5 μέτρων, αρκτικά επί πλευράς Δ-Α μέτρων 15,60 με το υπ' αρ. 15 αγροτεμάχιο του ίδιου ως άνω σχεδιαγράμματος και τετραγώνου και μεσημβρινά επί πλευράς Β-Γ προσώπου μέτρων 15,60 με αγροτική οδό εμφαινόμενη στο ως άνω σχεδιάγραμμα.
Στους κατωτέρω αναφερόμενους απώτερους δικαιοπαρόχους της ενάγουσας Β. Β. του Ε., Κ. Β. του Ε. και Ξ. χήρα Ε. Β., είχε περιέλθει το επίδικο ακίνητο κατά πλήρη κυριότητα από μείζονα έκταση 40 στρεμμάτων, ιδιοκτησίας τους και ειδικότερα στον πρώτο από αυτούς κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, στο δεύτερο από αυτούς κατά ψιλή κυριότητα κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου και στην τρίτη από αυτούς κατ' επικαρπία κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου από κληρονομία του αποβιώσαντος την 29-8-1963 Ε.
Β. του Β. δυνάμει της υπ' αρ. ... δημόσιας διαθήκης του, που δημοσιεύθηκε νόμιμα με το υπ' αρ. 204/1963 πρακτικό του Ειρηνοδικείου Σαλαμίνας, την κληρονομία του οποίου αποδέχθηκαν με την υπ' αρ. ... δήλωση αποδοχής κληρονομίας του Συμβολαιογράφου Σαλαμίνας Αλέξανδρου Αλεξανδροπούλου, νόμιμα μεταγεγραμμένης στα βιβλία μεταγραφών Σαλαμίνας, στον τόμο … με αύξοντα αριθμό ….
Στον Ε. Β. το ως άνω ακίνητο είχε περιέλθει σε μείζονα έκταση με αγορά από το Β. Β. του Ι. δυνάμει του υπ' αρ. ... συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Σαλαμίνας Κυριάκου Μπόγρη, που έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σαλαμίνας στον τόμο … με αύξοντα αριθμό …. Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι η ως άνω μείζονα έκταση των 40 στρεμμάτων παραχωρήθηκε από το Ελληνικό Δημόσιο στον Α.
Π. αρχικά με δήλωσή του προς τον Οικονομικό Έφορο Μεγαρίδος, σύμφωνα με το Ν. ΓΨΛΔ του έτους 1910, η οποία (παραχώρηση) ολοκληρώθηκε με την έκδοση του υπ' αρ. ... παραχωρητηρίου εθνικών γαιών του Ελληνικού Δημοσίου. Στη συνέχεια, ο Α. Π. μεταβίβασε την κυριότητα της μείζονος αυτής έκτασης (40 στρεμμάτων) στο Β. Ι.
Β. με το υπ' αρ. ... αγοραπωλητήριο συμβόλαιο γαιών του Συμβολαιογράφου Σαλαμίνας Κυριάκου Μπόγρη, νόμιμα μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σαλαμίνας. Από την έκδοση του ως άνω υπ' αρ. ... παραχωρητηρίου εθνικών γαιών του Ελληνικού Δημοσίου οι ως άνω δικαιοπάροχοι της ενάγουσας (άμεσοι, απώτεροι και απώτατοι) νέμονταν την κατά τα ανωτέρω μείζονα έκταση, τμήμα της οποίας αποτελεί το επίδικο, διάνοια κυρίων και με καλή πίστη, ήτοι με πεποίθηση ότι δεν προσβάλλουν εμπράγματα δικαιώματα τρίτων επ' αυτής, αλλά και ανεξάρτητα από την καλή πίστη μετά την 23-2-1946, ασκώντας επί του επιδίκου ακινήτου όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του πράξεις νομής (επιτήρηση και καλλιέργεια σιτηρών και λαχανικών), συνεχώς και αδιαλείπτως, ήτοι για μία τριακονταετία και πλέον έως την 23-2-1946, αλλά και μετά από το ως άνω χρονικό σημείο, χωρίς ουδέποτε να ενοχληθούν από οποιονδήποτε.
Αποδείχθηκε, επίσης, ότι και η άμεση δικαιοπάροχος της ενάγουσας Α. Ζ. κατέστη κυρία του επιδίκου ακινήτου με παράγωγο τρόπο δυνάμει του υπ' αρ. ... αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Σαλαμίνας Α. Α., νόμιμα μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σαλαμίνας στον τόμο … με αύξοντα αριθμό ….., με αγορά από τους Β.
Β. του Ε., Κ. Β. του Ε. και Ξ. χήρα Ε. Β., καθόσον επίσης, ότι νέμονταν αυτό με διάνοια κυρίας, ασκώντας επ' αυτού όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του ακινήτου ίδιες ως άνω πράξεις νομής (επιτήρηση, καλλιέργεια σιτηρών και λαχανικών) από το έτος 1966 μέχρι και το έτος 1981, που το μεταβίβασε στην ενάγουσα, χωρίς ουδέποτε να ενοχληθεί από οποιονδήποτε.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα κατέστη κυρία με παράγωγο τρόπο δυνάμει του ως άνω υπ' αρ. ... αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Σαλαμίνας Ευαγγελίας Πηλιχού - Ζαχαροπούλου, νόμιμα μεταγεγραμμένου, καθώς επίσης ότι νέμεται αυτό με διάνοια κυρίας, από την 13-2-1981 και μέχρι την άσκηση της αγωγής (3-4-2014) συνεχώς και αδιαλείπτως, χωρίς ποτέ να ενοχληθεί από κανένα και ειδικότερα από το εναγόμενο, ασκώντας επ' αυτού όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του ακινήτου πράξεις νομής, ήτοι το επιβλέπει, το καλλιεργεί και το δηλώνει στο έντυπο Ε9.
Αντιθέτως, δεν αποδείχθηκε ότι το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, μετά την έκδοση του ως άνω παραχωρητηρίου εθνικών γαιών, άσκησε πράξεις νομής επ' αυτού, ότι νεμήθηκε αυτό δια των οργάνων του. Περαιτέρω, με την ένδικη αγωγή, η ενάγουσα στηρίζει το επίδικο δικαίωμα (κυριότητα επί του επιδίκου) σε περισσότερες νομικές βάσεις, καθότι υπάρχει μόνο μία δικονομική αξίωση, ήτοι ένα αντικείμενο δίκης, που θεμελιώνεται σε περισσότερες νομικές βάσεις, πλην όμως, σε περίπτωση που νικήσει η ενάγουσα, άπαξ θα επιδικαστεί σ' αυτήν (ενάγουσα) η επίδικη αξίωση, το δε διατακτικό της αποφάσεως θα στηριχθεί αυτοτελώς επί της μιας και μόνο των ως άνω επάλληλων αιτιολογιών.
Σε κάθε περίπτωση, όμως, ως προς τη βάση της τακτικής χρησικτησίας και δεδομένου ότι η αγωγή δεν περιείχε και βάση περί κτήσεως της κυριότητας με τακτική χρησικτησία, ενόψει και ότι η έννοια της καλής πίστης κατά τη διάταξη του άρθρου 1042 του ΑΚ είναι διάφορη της έννοιας αυτής κατά τις διατάξεις του προϊσχύσαντος βυζαντινορωμαϊκού δικαίου για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, η ενάγουσα με το δικόγραφο των προτάσεών της ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ισχυρίστηκε ότι έχει καταστεί κυρία του επιδίκου ακινήτου αφενός με παράγωγο τρόπο και επικουρικά με τα προσόντα της τακτικής, άλλως και της έκτακτης χρησικτησίας.
Με την ένδικη έφεση το εκκαλούν ζητεί την απόρριψη της αγωγής, αναφερόμενο στον παράγωγο τρόπο, στην τακτική και έκτακτη χρησικτησία κατά τις οποίες έγινε δεκτή η αγωγή. Η ως άνω, όμως, συμπλήρωση αυτής (αγωγής) ως προς την τακτική χρησικτησία, συνιστά απαράδεκτη μεταβολή της βάσης της αγωγής (άρθρα 106 και 224 του ΚΠολΔ), που λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, η οποία (αγωγή) θεμελιώνεται στην κτήση της κυριότητας του επιδίκου από την εφεσίβλητη με παράγωγο τρόπο και με έκτακτη χρησικτησία και συνεπώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένα το νόμο εφάρμοσε ως προς την ως άνω βάση και το σχετικό σκέλος του λόγου εφέσεως πρέπει να γίνει δεκτό.
Περαιτέρω, το εναγόμενο, με προφορική δήλωση της Δικαστικής Αντιπροσώπου του Ν.Σ.Κ. στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου αυτού (πρωτοβάθμιου) και με τις προτάσεις που κατέθεσε στο ακροατήριο αυτού (πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου), αρνήθηκε (αλλά και με την ένδικη έφεση αρνείται την αγωγή) και ειδικώς την ύπαρξη δικαιώματος κυριότητας επί του επιδίκου τόσο της ενάγουσας όσο και όλων των δικαιοπαρόχων της και προέβαλε (και προβάλλει στο Δικαστήριο τούτο) τον ισχυρισμό ότι το επίδικο ανήκει στην κυριότητά του, δεδομένου ότι, όπως επικαλείται με τις προτάσεις που κατέθεσε στο ακροατήριο αυτού (πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου) και επαναλαμβάνει, μεταξύ άλλων, με την ένδικη έφεση, εμπίπτει εντός του καταγεγραμμένου δημοσίου κτήματος με ΑΒΚ …, συνολικής εκτάσεως 1.000.000 τ.μ.
και ότι περιήλθε σε αυτό ως εξής: α) δυνάμει της συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως και των σχετικών πρωτοκόλλων, "δικαιώματι πολέμου" και ειδικότερα i) ως διάδοχο του Τουρκικού Δημοσίου και των υπηκόων του, στο οποίο ανήκε προ και μέχρι την επανάσταση του 1821, ii) επικουρικά, δυνάμει των πρωτοκόλλων της Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως, ως ανήκον πριν την επανάσταση του 1821 σε Οθωμανούς υπηκόους, οι οποίοι κατά το χρόνο υπογραφής των πρωτοκόλλων το είχαν εγκαταλείψει και δεν δεσποζόταν πλέον από αυτούς, όπως ειδικότερα αναφέρεται σ' αυτόν (ισχυρισμό), β) άλλως, δεδομένου ότι αποτελούσε από του έτους 1820 δάσος, γ) άλλως, με τακτική, άλλως με έκτακτη χρησικτησία, από την επανάσταση του 1821 και μετέπειτα, καθόσον από τότε επιλήφθηκε της νομής του βάσει των ως άνω νόμων και εξακολούθησε έκτοτε να την ασκεί ενεργώντας επ' αυτού τις αναφερόμενες σ' αυτόν (ισχυρισμό) πράξεις νομής που προσιδιάζουν στη φύση του επιδίκου, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη και δ) άλλως, ως αδέσποτο, εφόσον πριν τη σύσταση του Ελληνικού κράτους και μετά από αυτή δεν εξουσιάστηκε από οποιονδήποτε, όπως ειδικότερα αναφέρεται σ' αυτόν (ισχυρισμό).
Οι ως άνω ισχυρισμοί του, πλην του κατωτέρω αναφερομένου, οι οποίοι είναι νόμιμοι, καθώς θεμελιώνονται στις διατάξεις που αναφέρονται στην προηγηθείσα νομική σκέψη, αποτελούν ενστάσεις, ως γεγονότα διακωλυτικά της γέννησης του δικαιώματος κυριότητας της ενάγουσας και όχι αιτιολογημένη άρνηση της ιστορικής βάσης αναγνωριστικής αγωγής για ακίνητο, αφού, με την επίκληση και απόδειξη των πραγματικών γεγονότων που θεμελιώνουν τους αντίστοιχους ως άνω ισχυρισμούς του Ελληνικού Δημοσίου, δημιουργείται κυριότητα αυτού επί του επιδίκου ακινήτου, δια της οποίας καθίσταται αλυσιτελής πλέον ο ισχυρισμός της ενάγουσας περί κτήσης κυριότητας επ' αυτού με παράγωγο τρόπο ή πρωτότυπο τρόπο έκτακτης χρησικτησίας βάσει πράξεων νομής προγενέστερων της 11ης Σεπτεμβρίου 1915...
Οι ως άνω δε ισχυρισμοί προβλήθηκαν νομίμως και παραδεκτώς, και κατ' άρθρο 238 παρ. 1, 2 του ΚΠολΔ, όπως προστέθηκε με το άρθρο 24 Ν. 3994/2011 (ΦΕΚ Α' 165/25-7-2011), ενώ και με προφορική δήλωση της Δικαστικής Αντιπροσώπου του Ν.Σ.Κ. στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου αυτού (πρωτοβάθμιου), ρητά προβλήθηκε η ένσταση ιδίως κυριότητας του εναγομένου επί του επιδίκου, καθώς επίσης, όπως προκύπτει από τα ως άνω πρακτικά, η Δικαστική Αντιπρόσωπος του Ν.Σ.Κ.
αναφέρθηκε στις γραπτές προτάσεις που κατέθεσε, όπου αναλυτικά αναφέρονται οι ως άνω ισχυρισμοί του εναγομένου. Από τους ως άνω ισχυρισμούς, ο επικουρικά προβληθείς ισχυρισμός περί κτήσης της κυριότητας του επιδίκου λόγω εγκατάλειψής του από τους Οθωμανούς ιδιώτες [υπό στοιχείο α) ii)], είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, αφού δεν εξειδικεύονται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν τον ισχυρισμό αυτό, όπως π.χ.
ποιος ήταν ο άλλοτε Οθωμανός κύριος του επιδίκου. Επίσης, από τους λοιπούς απορριπτέοι ως απαράδεκτοι λόγω αοριστίας είναι και οι επικουρικά προβληθέντες ισχυρισμοί 1) περί κτήσης της κυριότητας του επιδίκου ως δάσους (υπό στοιχείο β), διότι το εναγόμενο αρκείται σε απλή επανάληψη του πραγματικού των διατάξεων του νόμου χωρίς οποιοδήποτε περαιτέρω προσδιορισμό, 2) περί κτήσης της κυριότητας του επιδίκου με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας (υπό στοιχείο γ, κατά το α' σκέλος), καθόσον δεν γίνεται επίκληση συγκεκριμένου νόμιμου τίτλου για τη θεμελίωσή της, 3) περί κτήσης της κυριότητας του επιδίκου ως αδέσποτου (υπό στοιχείο δ), διότι το εναγόμενο αρκείται σε απλή επανάληψη του πραγματικού της νομικής διάταξης, χωρίς να επικαλείται ότι χώρησε εγκατάλειψη της νομής του επιδίκου από τον μέχρι τότε κύριο και ότι αυτή έγινε με πρόθεση παραίτησης από το δικαίωμα της κυριότητας και χωρίς να προσδιορίζει ποιο πρόσωπο προέβη στην κατά τα άνω εγκατάλειψη.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφαση απέρριψε και τους ως άνω ισχυρισμούς του εναγομένου περί ιδίας κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου ως απαραδέκτους, αλλά για άλλο λόγο και συγκεκριμένα με την αιτιολογία ότι δεν προτάθηκαν με δήλωσή του (εναγομένου) στο ακροατήριό του, καταχωρηθείσα στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, παρά μόνο προτάθηκαν με τις προτάσεις του.
Συνεπώς, ως προς τους ισχυρισμούς αυτούς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του ορθά κατ' αποτέλεσμα ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και δεν έσφαλε.
Συνεπώς, αφού αντικατασταθεί η αιτιολογία της εκκαλουμένης με αυτή της παρούσας απόφασης (άρθρο 534 του ΚΠολΔ), το πρώτο σκέλος του σχετικού λόγου της ένδικης έφεσης, με το οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμο, διότι όταν ο ισχυρισμός (ένσταση) απορριφθεί ως απαράδεκτος και το Εφετείο δεχθεί άλλο, επίσης, λόγο απορριπτικό του ισχυρισμού (ενστάσεως) ως απαράδεκτου, η έφεση απορρίπτεται, δεδομένου ότι η απόρριψη του ισχυρισμού (ένστασης) με εναλλαγή του ενός απαραδέκτου με άλλο δεν καταλήγει σε διαφορετικό κατ' αποτέλεσμα διατακτικό, δηλαδή δεν διαφοροποιεί το δεδικασμένο.
Όσον αφορά, όμως, τους λοιπούς ισχυρισμούς περί ιδίας κυριότητας, που είναι ένσταση και που προτάθηκαν παραδεκτώς, ο πρώτος από αυτούς κυρίως προβαλλόμενος περί κτήσης της κυριότητας του επιδίκου από το εναγόμενο δυνάμει της συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως και των σχετικών πρωτοκόλλων "δικαιώματι πολέμου" και ειδικότερα, α) i) ως διάδοχο του Τουρκικού Δημοσίου και των υπηκόων του, στο οποίο ανήκε προ και μέχρι την επανάσταση του 1821, είναι μη νόμιμος και συνεπώς απορριπτέος, καθόσον, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη νομική σκέψη της παρούσας, για τα ακίνητα της Αττικής δεν μπορεί να γίνει λόγος για περιέλευσή τους στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου με το δικαίωμα του πολέμου, αφού η Αττική δεν κατακτήθηκε με όπλα, αλλά παραχωρήθηκε στο Ελληνικό κράτος την 31-3-1833 με βάση την από 27-6/9-7-1832 Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως και κατόπιν σχετικών συμφωνιών μεταξύ των Ελληνικών και Τουρκικών Αρχών και ο δεύτερος περί κτήσης της κυριότητας του επιδίκου από το εναγόμενο με έκτακτη χρησικτησία (υπό στοιχείο γ', κατά το β' σκέλος) είναι νόμιμος, στηριζόμενος στις προαναφερόμενες διατάξεις, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη της παρούσας.
Πλην όμως, πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, καθόσον, όπως προαναφέρθηκε, δεν αποδείχθηκε ότι το εναγόμενο μετά την έκδοση του ως άνω παραχωρητηρίου εθνικών γαιών, άσκησε πράξεις νομής επί του επιδίκου. Σε κάθε περίπτωση κα ανεξάρτητα από την απόρριψη των λοιπών ισχυρισμών του εναγομένου ως απαραδέκτων, λόγω αοριστίας, οι ισχυρισμοί του αυτοί, ήτοι ότι το επίδικο δεν εμπεριέχεται στη μείζονα έκταση του παραχωρητηρίου και ότι ως τέτοιο περιήλθε στην κυριότητά του 1) δυνάμει της συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως και των σχετικών πρωτοκόλλων "δικαιώματι πολέμου" και ειδικότερα δυνάμει των πρωτοκόλλων και της Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως, ως ανήκον πριν την επανάσταση του 1821 σε Οθωμανούς υπηκόους, οι οποίοι κατά το χρόνο της υπογραφής των πρωτοκόλλων το είχαν εγκαταλείψει και δεν δεσποζόταν πλέον από αυτούς, όπως ειδικότερα αναφέρεται σ' αυτόν [υπό στοιχείο α) ii)], 2) ως δάσος (υπό στοιχείο β), 3) με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας (υπό στοιχείο γ, κατά το α' σκέλος) και 4) ως αδέσποτο (υπό στοιχείο δ), όπως και ο ισχυρισμός για κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, πρέπει να απορριφθούν ως κατ' ουσίαν αβάσιμοι.
Επίσης, δεν αποδείχθηκε ότι το επίδικο είναι δασική έκταση ή ότι υπήρξε βοσκότοπος ή λιβάδι, ούτε όμως, αποδείχθηκε ότι είχε θεμελιωθεί κυριότητα δικαιοπαρόχου της ενάγουσας λόγω άσκησης νομής επί του επιδίκου με καλή πίστη για μία τριακονταετία μέχρι την 11-9-1915. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι κατά τη διαδικασία της κτηματογράφησης της περιοχής της Σαλαμίνας Αττικής, το εν λόγω ακίνητο καταχωρίστηκε στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Σαλαμίνας ως δύο ξεχωριστά τμήματα, εκ των οποίων το ένα, εκτάσεως 45 τ.μ., έχει λάβει αριθμό ...
με αναγραφόμενο δικαιούχο κυριότητας την ίδια (ενάγουσα) και το έτερο, εκτάσεως 193 τ.μ. έχει λάβει αριθμό ... με αναγραφόμενο δικαιούχο κυριότητας το εναγόμενο. Η ως άνω πρώτη εγγραφή όσον αφορά το με ... τμήμα του προαναφερόμενου ακινήτου είναι εσφαλμένη και προσβάλλει το δικαίωμα κυριότητας της ενάγουσας επ' αυτού.
Ακολούθως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε όμοια ως προς την κτήση κυριότητας με παράγωγο τρόπο του επιδίκου από την ενάγουσα, ήτοι ότι η ενάγουσα κατέστη κυρία του άνω ακινήτου και δεχόμενο την ένδικη αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη, αναγνώρισε την ενάγουσα αποκλειστική κυρία του επιδίκου ακινήτου και διέταξε τη διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής στα οικεία κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Σαλαμίνα, που αφορά στο προαναφερόμενο ακίνητο, ώστε να διαγραφεί από κύριο το εναγόμενο και να εγγραφεί η ενάγουσα ως αποκλειστική κυρία τούτου, δεν έσφαλε και ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και επίσης ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις, ώστε τα αντιθέτως υποστηριζόμενα με τους σχετικούς λόγους της ένδικης εφέσεως πρέπει να απορριφθούν ως κατ' ουσίαν αβάσιμα.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, όμως, που με την εκκαλουμένη απόφασή του δέχθηκε (και) τη βάση της αγωγής που στηρίζεται σε πρωτότυπο τρόπο κτήσης κυριότητας στο επίδικο ακίνητο από την ενάγουσα και τους δικαιοπαρόχους της με έκτακτη χρησικτησία, έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων κατά τα προκύψαντα από αυτές πραγματικά περιστατικά και συνεπώς το σχετικό σκέλος του λόγου της εφέσεως πρέπει να γίνει δεκτό ως και κατ' ουσίαν βάσιμο.
Επιπροσθέτως, η εκκαλουμένη απόφαση έκρινε δεκτή την αγωγή ως βάσιμη κατ' ουσίαν, αλλά απέρριψε και τους ως άνω λοιπούς ισχυρισμούς ιδίας κυριότητας, όπως προαναφέρθηκε, ως απαραδέκτους.
Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου ως προς τους λοιπούς ισχυρισμούς ιδίας κυριότητας. Η απόρριψη αυτών, του πρώτου ως μη νομίμου και του δεύτερου ως κατ' ουσίαν αβάσιμου, δεν μπορεί να γίνει με αντικατάσταση αιτιολογίας κατ' άρθρο 534 του ΚΠολΔ, και χωρίς να έχει ασκηθεί αντίθετη έφεση ή αντέφεση από την εφεσίβλητη, διότι τότε το παρόν Δικαστήριο θα υπερβεί τα όρια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως και θα λάβει υπόψη πράγματα μη προταθέντα.
Συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτό το δεύτερο σκέλος του σχετικού λόγου της ένδικης εφέσεως". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο εξαφάνισε, για το ενιαίο της εκτέλεσης, στο σύνολό της την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και αφού κράτησε και δίκασε την υπόθεση, απέρριψε την αγωγή κατά την επικουρική της βάση, τη στηριζόμενη στην τακτική και έκτακτη χρησικτησία και δέχθηκε αυτήν ως προς την κύρια βάση της, τη στηριζόμενη στον παράγωγο τρόπο κτήσης της κυριότητας της ενάγουσας επί του επιδίκου ακινήτου και διέταξε τη διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Σαλαμίνας, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της αγωγής της αναιρεσίβλητης.
Με τον μοναδικό λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, το αναιρεσείον μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσης. Ειδικότερα, διατείνεται ότι στα συμβόλαια των δικαιοπαρόχων της αναιρεσίβλητης, απώτερων και απώτατων, τα οποία δείχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση για τη θεμελίωση του αποδεικτικού της πορίσματος περί της κτήσης της κυριότητας της τελευταίας με παράγωγο τρόπο, το επίδικο ακίνητο εμφανίζεται ως ευρισκόμενο σε διάφορες τοποθεσίες, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει ταύτιση αυτού (επιδίκου) με το ακίνητο που περιγράφεται στα συμβόλαια αυτά.
Πιο συγκεκριμένα, διατείνεται το αναιρεσείον ότι, αντικρούοντας την έκθεση πραγματογνωμοσύνης με τις προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου, ισχυρίστηκε ότι: 1) στο με αριθμό ... παραχωρητήριο του Υπουργείου Οικονομικών, το (1) ακίνητο έχει έκταση 40 στρεμμάτων και βρίσκεται στη θέση "..." περιφέρειας κοινότητας ...
Σαλαμίνας, με τους αναφερόμενους συνορίτες και το (2) ακίνητο έχει έκταση 40 στρεμμάτων και περιγράφεται ως "ξερική γη στη θέση ..." της περιφέρειας Σαλαμίνας, με τους επίσης αναφερόμενους συνορίτες, 2) στο με αριθμό ... πωλητήριο συμβόλαιο, ο πωλητής Α. Π. φέρεται να πωλεί στον Β. Β., α) έκταση 40 στρεμμάτων ξερικής γης στη θέση "..." περιφέρειας Σαλαμίνας, με τους αναφερόμενους συνορίτες και β) έκταση 40 στρεμμάτων ξερικής γης στη θέση "..." της περιφέρειας Σαλαμίνας, με τους επίσης αναφερόμενους συνορίτες, 3) στο με αριθμό ...
πωλητήριο συμβόλαιο περιγράφονται τα εξής ακίνητα: α) δάσος έκτασης 500 στρεμμάτων στη θέση "..." της περιφέρειας της κοινότητας ... Σαλαμίνας, β) έκταση 40 στρεμμάτων στη θέση "..." περιφέρειας κοινότητας ... Σαλαμίνας και γ) ένα τεμάχιο καλλιεργήσιμης ξερικής γης στη θέση "..." περιφέρειας κοινότητας ... Σαλαμίνας, με τους αναφερόμενους συνορίτες, 4) στη με αριθμό ...
δημόσια διαθήκη, ο διαθέτης Ε. Β. περιγράφει το ακίνητο το οποίο αφήνει τους κληρονόμους του "αγρός όσης εκτάσεως και αν είναι στη θέση "...", με τους αναφερόμενους συνορίτες και 5) στο με αριθμό ... συμβόλαιο αποδοχής κληρονομίας, οι κληρονόμοι του Ε. Β. αποδέχθηκαν την κληρονομία του, αποτελούμενη από 400 στρέμματα στη θέση "...".
Ότι όλες οι ανωτέρω αναφερόμενες θέσεις των μεταβιβαζόμενων ακινήτων, από έρευνα σε χάρτες της ΓΥΣ και στην εφαρμογή του διαδικτύου google earth δεν βρέθηκαν στην περιοχή όπου βρίσκεται το επίδικο ακίνητο, με αποτέλεσμα να προκύπτει, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην έκθεση του τεχνικού του συμβούλου, ότι το ...
συμβόλαιο αποδοχής κληρονομίας και η ... δημόσια διαθήκη περιγράφουν ακίνητα τα οποία ουδεμία σχέση έχουν με το επίδικο ακίνητο, καθώς αναφέρονται σε διαφορετικές τοποθεσίες και συνορίτες σε σχέση με αυτό. Ότι ενόψει όλων αυτών, στο κρίσιμο ζήτημα της μη ταύτισης του παραχωρητηρίου και των τίτλων των απωτέρων δικαιοπαρόχων της αναιρεσίβλητης με το επίδικο ακίνητο, καθώς οι τοποθεσίες, τα σύνορα και η έκταση, όπως αυτά περιγράφονται στους επικαλούμενους τίτλους, παρουσιάζουν τεράστια απόκλιση, δεν παρατίθεται στην προσβαλλόμενη απόφαση καμία αιτιολογία, με αποτέλεσμα αυτή να στερείται νόμιμης βάσης.
Ο λόγος, όμως, αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ. Και τούτο διότι, ανεξάρτητα από την αοριστία του, αφού δεν παρατίθεται ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε εκ πλαγίου (ΑΠ 357/2018, ΑΠ 1022/2017), το αναιρεσείον, υπό το πρόσχημα της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του Εφετείου περί την εκτίμηση των αποδείξεων, ενώ είναι σαφές ότι πρόκειται για αρνητικό ισχυρισμό του (του αναιρεσείοντος) και όχι για ισχυρισμό που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ.
Κατά συνέπεια, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά το νόμιμο αίτημά της (άρθρ. 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), τα οποία ωστόσο θα καταλογισθούν μειωμένα κατά το άρθρο 22 παρ. 1 Ν. 3693/1957, σε συνδυασμό με την 134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21-9-2020 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 415/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Μαρτίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Μαΐου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ