Supreme Court dismisses appeals against final judgment for vague grounds and failure to consider evidence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed two concurrent appeals filed by companies against a final judgment of the Athens Court of Appeal. The appellants argued that the lower court ignored specific documentary evidence and failed to address new claims raised after the hearing. The court rejected these arguments, finding the grounds for appeal vague and noting that the lower court had already considered the cited evidence and arguments in its decision.
Legislator headnote
AI generatedArticles 246 and 573(1) of the Code of Civil Procedure; Appeals must be based on specific grounds and cannot rely on vague assertions or arguments previously rejected by the appellate court.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 785 / 2019 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 785/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα και Χρήστο Τζανερρίκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Απριλίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Α. Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "... Α.Ε." ("... S.A."), που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σωτήριο Καλαμίτση και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Π. Μ. του Λ., κατοίκου ..., 3) Φ. Κ. του Μ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Αλεπάκο και κατέθεσαν προτάσεις.
Β. Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Κλεάνθη Ρούσσο και Κωνσταντίνο Αλεπάκο και κατέθεσε προτάσεις, Της αναιρεσιβλήτου: Εταιρείας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "... Α.Ε." ("... S.A."), πρώην με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "... S.A." που εδρεύει στο Αιγάλεω Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σωτήριο Καλαμίτση και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/5/2013 αγωγή της υπό στοιχείο Α ήδη αναιρεσείουσας και υπό στοιχείο Β ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3015/2015 όπως αυτή διορθώθηκε με την 574/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 391/2017 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η υπό στοιχείο Α αναιρεσείουσα με την από 6/4/2017 αίτησή της και η υπό στοιχείο Β αναιρείουσα με την από 15/3/2017 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της υπό στοιχείο Α αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της από 6/4/2017 αιτήσεως και την απόρριψη της από 15/3/2017 αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της υπό στοιχείο Β αναιρεσείουσας την παραδοχή της από 15/3/2017 αιτήσεως και την απόρριψη της από 6/4/2017 αιτήσεως και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Φέρονται προς συζήτηση ενώπιον του Αρείου Πάγου οι από: 06-04-2017 και 15-03-2017 αιτήσεις αναίρεσης, των εταιρειών "..." και "... ΑΕ", αντίστοιχα, οι οποίες πρέπει να συνεκδικαστούν, αφού στρέφονται κατά της ίδιας, υπ' αριθμό 391/2017, τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων της (άρθρα 246 και 573 παρ.1 ΚΠολΔ).
Α. Επί της από 06-04-2017 αίτησης αναίρεσης, της εταιρείας "...":
Ι. Κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ2267/2013).
Δεν έχει εφαρμογή, όμως, ο πιο πάνω λόγος, όταν υφίστανται ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί απ' αυτές, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται σαφώς (Ολ. ΑΠ 1/1999, ΑΠ 1952/2014, ΑΠ 1702/2014, ΑΠ 229/2009, ΑΠ 1300/2008).
Άλλωστε, μόνο τι αποδείχτηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται με πληρότητα και σαφήνεια και όχι γιατί αποδείχτηκε, πώς αποδείχτηκε, και με βάση ποιό συγκεκριμένο τρόπο, ήχθη το Εφετείο, στο αποδεικτικό του πόρισμα (ΑΠ 1952/2014, ΑΠ 1702/2014, ΑΠ 1852/2007, ΑΠ 2068/2007). Περαιτέρω, από την διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, που ορίζει, ότι όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 του ιδίου Κώδικα, προκύπτει, ότι προϋποθέσεις της υποχρέωσης προς αποζημίωση είναι 1.
Ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη παράλειψη), 2. Παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, 3. Υπαιτιότητα και 4. Πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος, μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς (νομίμου λόγου ευθύνης) και αποτελέσματος (ζημίας). Το παράνομο της συμπεριφοράς συνδέεται με αντίθεση προς διάταξη που απαγορεύει τη συγκεκριμένη πράξη, είναι δε αδιάφορο σε ποιο τμήμα του δικαίου βρίσκεται η διάταξη που απαγορεύει την ένδικη συμπεριφορά.
Από την ίδια διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ., σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 147-149 ΑΚ και 386 ΠΚ προκύπτει ότι, γενεσιουργό λόγο υποχρέωσης σε αποζημίωση αποτελεί και η απατηλή συμπεριφορά σε βάρος του ζημιωθέντος, η οποία υπάρχει όταν κάποιος από δόλο, προκαλεί, ενισχύει ή διατηρεί με κάθε μέσο ή τέχνασμα σε άλλον, τη σφαλερή αντίληψη πραγματικών γεγονότων, ένεκα της οποίας αυτός προβαίνει σε δήλωση βούλησης ή επιχείρηση πράξης από την οποία υφίσταται ζημία, εφόσον το χρησιμοποιηθέν απατηλό μέσο υπήρξε αποφασιστικό για τη γενομένη δήλωση βούλησης ή την επιχειρηθείσα πράξη, ενώ δεν αποκλείεται η τυχόν χρησιμοποιηθείσα για την απάτη ψευδής παράσταση να αναφέρεται σε μελλοντικό γεγονός ή να συνδέεται με απόκρυψη κρίσιμων γεγονότων, την ύπαρξη των οποίων αγνοούσε ο ζημιωθείς και γνώριζε αυτός που τον εξαπάτησε (ΑΠ 1269/2017, ΑΠ 745/2017, ΑΠ 895/2011).
Εξάλλου, απάτη κατά την έννοια του άρθρ. 147 ΑΚ αποτελεί κάθε συμπεριφορά από πρόθεση που τείνει να παράγει, ενισχύσει ή διατηρήσει πεπλανημένη αντίληψη ή εντύπωση με σκοπό να οδηγηθεί κάποιος σε δήλωση βούλησης, συνίσταται δε η απατηλή συμπεριφορά είτε σε παράσταση ανύπαρκτων γεγονότων ως υπαρκτών, κατά παράβαση του καθήκοντος αλήθειας, είτε στην απόκρυψη ή αποσιώπηση η ατελή ανακοίνωση υπαρκτών γεγονότων, των οποίων η αποκάλυψη σ' αυτόν που τα αγνοούσε επιβαλλόταν από το καθήκον διαφώτισής του με βάση την καλή πίστη ή την υπάρχουσα ιδιαίτερη σχέση μεταξύ αυτού και εκείνου προς τον οποίο απηύθυνε τη δήλωσή του (ΑΠ 1269/2017, ΑΠ 282/2010).
Σε κάθε δε περίπτωση, αρκεί η πλάνη να υφίσταται κατά τον χρόνο που δηλώνεται η βούληση (ΑΠ 1269/2017, ΑΠ 373/2008).
Στην ερευνώμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το μέρος της, που αφορά την αδικοπρακτική βάση της αγωγής της αναιρεσείουσας, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "...Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι η ως άνω απόφαση του "....", περί ανάκλησης της υπ' αριθµ. 193471/31-12-2008 απόφασης του Υπουργού ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε., δηµοσιεύθηκε στην ιστοσελίδα του "..." και ως εκ τούτου το γεγονός αυτό έγινε ευρέως γνωστό και έλαβε µεγάλες διαστάσεις στους επαγγελµατίες που δραστηριοποιούνται στη σχετική αγορά, οι οποίοι προφανώς και επισκέπτονται την ιστοσελίδα του "....", προκειµένου να ενηµερωθούν για τις όποιες εξελίξεις στον συγκεκριµένο κλάδο, αλλά και στην ιστοσελίδα των εφηµερίδων "..." και " ... ", στις 10-04-2012.
Εποµένως, το παρόν Δικαστήριο οδηγείται στην κρίση ότι, αν και η ενάγουσα έλαβε γνώση της ως άνω απόφασης του "....", αποφάσισε να συνεχίσει τη συνεργασία της µε την πρώτη τωv εναγοµένων, όπως όµοια έκρινε, ως προς το ζήτηµα αυτό και το πρωτοβάθµιο δικαστήριο. Ειδικότερα, από κανένα βάσιµο και ασφαλές αποδεικτικό στοιχείο της δικογραφίας δεν προέκυψε και µάλιστα κατά τρόπο σαφή και αναµφίβολο ότι ο δεύτερος των εναγοµένων, υπό την ιδιότητα του προστηθέντος υπαλλήλου της πρώτης των εναγοµένων εταιρείας και η τρίτη των εναγοµένων, υπό την ιδιότητα της νοµίµου εκπροσώπου και διευθύνουσας συµβούλου αυτής, ως προς τους οποίους η αγωγή, ως προς την βάση της, που στηρίζεται σε εξωσυµβατική εξ' αδικοπραξίας ευθύνη αυτών, απορρίφθηκε από το πρωτοβάθµιο δικαστήριο ως αβάσιµη κατ' ουσίαν, απέκρυψαν δολίως µε σκοπό να προκαλέσουν ζηµία στην ενάγουσα, το γεγονός της ανάκλησης της άδειας της εναγοµένης εταιρείας από τον "....", επιδιώκοντας µε τον τρόπο αυτόν να προβούν στην σύναψη της επίµαχης σύµβασης, επιδεικνύοντας έτσι συµπεριφορά αντίθετη προς την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, ώστε να θεµελιωθεί αξίωση αποζηµίωσης, κατ' άρθρα 914 και 919 του Α.Κ.
Έτσι, πέραν από την ενδοσυµβατική ευθύνη της πρώτης των εναγοµένων, για την οποία θα γίνει λόγος στη συνέχεια, δεν αποδείχθηκε παράνοµη και υπαίτια (αδικοπρακτική) πράξη ή παράλειψη των οργάνων αυτής, που να δηµιουργεί και υποχρέωση από αδικοπρακτική ευθύνη, η οποία, εκτός από την καταψήφιση της αµοιβής της ενάγουσας, δικαιολογεί επιπλέον τα αιτήµατα περί επιδικάσεως εύλογης χρηµατικής ικανοποιήσεως, λόγω ηθικής βλάβης αυτής και περί απαγγελίας προσωπικής κρατήσεως εις βάρος των εναγοµένων φυσικών προσώπων.
Εποµένως, το πρωτοβάθµιο δικαστήριο, το οποίο µε την εκκαλουµένη απόφαση, έστω και µε εν μέρει διαφορετική αιτιολογία, η οποία αντικαθίσταται ανάλογα µε την αντίστοιχη αιτιολογία της παρούσας απόφασης (άρθρο 534 του ΚΠολΔ) κατέληξε στην ίδια κρίση και απέρριψε, για τους παραπάνω λόγους, τη βάση της αγωγής που επιχειρήθηκε να στηριχθεί στις περί αδικοπραξιών διατάξεις (άρθρο 914 επ., 919 του Α.Κ.), λόγω αντίθεσης της συµπεριφοράς των δευτέρου και τρίτης των εναγοµένων, προς την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, ως ουσιαστικά αβάσιµη, δεν έσφαλε, αλλά ορθώς το νόµο ερµήνευσε και εφάρµοσε και τις αποδείξεις επιµελώς εκτίµησε και, κατά συνέπεια, όσα αντίθετα υποστηρίζονται από την ενάγουσα - εκκαλούσα µε τον πρώτο λόγο της ενδίκου εφέσεως της, κρίνονται ουσιαστικά αβάσιµα και απορριπτέα...".
Η αναιρεσείουσα, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσής της, από τον αριθμό 19 άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλει, ότι, το Εφετείο στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αιτιολογώντας ανεπαρκώς την κρίση του περί μη αποδείξεως της συνδρομής των προϋποθέσεων για την κατάφαση της εις βάρος της αδικοπραξίας των αναιρεσιβλήτων, με το να συναγάγει θετική γνώση των νομίμων εκπροσώπων της (αναιρεσείουσας), αναφορικά με το κρίσιμο γεγονός της ανακλήσεως της αδείας της, μόνο, από την ανάρτηση της σχετικής Απόφασης στην ιστοσελίδα του "... (...)", αλλά και από τις σχετικές αναρτήσεις στις ιστοσελίδες των εφημερίδων "..." και "...".
Σύμφωνα, όμως, με τις προπαρατεθείσες παραδοχές της, η πληττόμενη απόφαση, έχει επαρκή, σαφή και μηδόλως αντιφατική αιτιολογία, η οποία στηρίζει πλήρως το απορριπτικό της αδικοπρακτικής βάσης της ένδικης αγωγής διατακτικό της και δεν παραβίασε, εκ πλαγίου, τις προαναφερθείσες διατάξεις, κρίνοντας αυτές μη εφαρμοστέες, στην προκειμένη περίπτωση.
Ειδικότερα, από την παραδοχή της αναιρεσιβαλλομένης ότι: "...αν και η ενάγουσα έλαβε γνώση της ως άνω απόφασης του "...", αποφάσισε να συνεχίσει τη συνεργασία με την πρώτη των εναγομένων...", (ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη), προκύπτει ότι το Εφετείο, με σαφήνεια, δέχθηκε την έλλειψη καταφάσεως της συνδρομής του, ουσιώδους, για την εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και, εντεύθεν, την παραδοχή της αδικοπρακτικής βάσης της ένδικης αγωγής, στοιχείου της παραπλάνησης της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, από τους εναγομένους και ήδη αναιρεσίβλητους, δια της αποκρύψεως του γεγονότος της ανακλήσεως της επίμαχης Υπουργικής Αποφάσεως, κατά τη σύναψη της ένδικης σύμβασης, αφού με επάρκεια, πληρότητα και σαφήνεια, δέχθηκε ότι τούτο δεν αποδείχθηκε.
Άλλωστε, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες νομικές παραδοχές, μόνο το τι αποδείχτηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται με πληρότητα και σαφήνεια και όχι γιατί αποδείχτηκε, πώς αποδείχτηκε, και με βάση ποιό συγκεκριμένο τρόπο, ήχθη το Εφετείο, στο αποδεικτικό του πόρισμα. Άρα, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ), με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, ανεξαρτήτως του ότι είναι απαράδεκτος, αφού υπό την επίφαση της επικαλουμένης αναιρετικής πλημμέλειας η αναιρεσείουσα, με τα όσα, ως άνω, υποστηρίζει, πλήττει την εκτίμηση των αποδείξεων, από το Εφετείο, προβάλλεται αβασίμως.
ΙΙ. Περαιτέρω, από τα άρθρα 68 και 556 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, για το παραδεκτό λόγου αναίρεσης, πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλόμενη απόφαση λόγω του σφάλματος, που επικαλείται. Όταν λοιπόν το διατακτικό της απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες από μία επάλληλες, κύριες και επικουρικές αιτιολογίες και με την αναίρεση δεν πλήττονται όλες ή δεν πλήττεται αποτελεσματικά η μία απ' αυτές, οι λόγοι αναίρεσης, που προσβάλουν τις λοιπές, απορρίπτονται ως αλυσιτελείς, διότι το διατακτικό στηρίζεται όχι σε όλες συγχρόνως τις αιτιολογίες, αλλά μόνο στη μία και μάλιστα πρωτίστως στην κύρια και επικουρικά στις λοιπές (ΟλΑΠ 25/2003, 25/1994, ΑΠ 346/2018).
Στην υπόψη περίπτωση, όπως προκύπτει, από τις προπαρατεθείσες παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, το Εφετείο θεμελίωσε την κρίση του, ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα δεν εξαπατήθηκε, προκειμένου να προβεί στη σύναψη της ένδικης σύμβασης, με βάση την οποία (κρίση) απέρριψε, ως ουσιαστικά αβάσιμη, την αδικοπρακτική βάση της ένδικης αγωγής, σε δύο αιτιολογίες, που η κάθε μία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της απόφασης. Ήτοι, στο ότι:
α) "...αν και η ενάγουσα έλαβε γνώση της ως άνω απόφασης του "....", αποφάσισε να συνεχίσει τη συνεργασία της µε την πρώτη τωv εναγοµένων...". Και,
β) "...από κανένα βάσιµο και ασφαλές αποδεικτικό στοιχείο της δικογραφίας δεν προέκυψε και µάλιστα κατά τρόπο σαφή και αναµφίβολο ότι ο δεύτερος των εναγοµένων, υπό την ιδιότητα του προστηθέντος υπαλλήλου της πρώτης των εναγοµένων εταιρείας και η τρίτη των εναγοµένων, υπό την ιδιότητα της νοµίµου εκπροσώπου και διευθύνουσας συµβούλου αυτής, ως προς τους οποίους η ένδικη αγωγή κατά την αδικοπρακτική της βάση, απορρίφθηκε από το πρωτοβάθµιο δικαστήριο ως ουσιαστικά αβάσιµη, απέκρυψαν δολίως µε σκοπό να προκαλέσουν ζηµία στην ενάγουσα, το γεγονός της ανάκλησης της άδειας της εναγοµένης εταιρείας από τον "....", επιδιώκοντας µε τον τρόπο αυτόν να προβούν στην σύναψη της επίµαχης σύµβασης, επιδεικνύοντας έτσι συµπεριφορά αντίθετη προς την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, ώστε να θεµελιωθεί αξίωση αποζηµίωσης, κατ' άρθρα 914 και 919 του Α.Κ...".
Επομένως, ο δεύτερος αναιρετικός λόγος, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που αποδίδει στο Εφετείο ευθεία παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 914, 919, 149, 288 και 330 του ΑΚ, γιατί αξίωσε για την εφαρμογή τους, περισσότερα απ' όσα απαιτούνται προς τούτο και δη άμεσο δόλο των εναγομένων ήδη αναιρεσιβλήτων στην επαγωγή της αναφερομένης στην ένδικη αγωγή ζημίας της, παρά το ότι αρκούσε γι' αυτό και ενδεχόμενος δόλος, ανεξαρτήτως της βασιμότητας του προβαλλόμενου σφάλματος, κρίνεται αλυσιτελής και ελλείψει εννόμου συμφέροντος της αναιρεσείουσας να τον προβάλει, αφού η πρώτη αιτιολογία, στην οποία, επίσης, το Εφετείο στήριξε το διατακτικό του και ειδικότερα ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη τελούσα σε γνώση (δια των νομίμων εκπροσώπων της) του γεγονότος της ανακλήσεως της αδείας της ήδη αναιρεσίβλητης προχώρησε, χωρίς, ως εκ τούτου, να έχει εξαπατηθεί, στη σύναψη της ένδικης σύμβασης, δεν επλήγη αποτελεσματικά, λόγω της απορρίψεως, ως αβασίμου, του βάλλοντος κατ' αυτής πρώτου αναιρετικού λόγου.
ΙΙI. Από την διάταξη του άρθρου 425 ΑΚ κατά την οποία: "τα έξοδα της εξοφλητικής απόδειξης φέρει ο οφειλέτης αν δεν προκύπτει κάτι άλλο από τη σχέση", προκύπτει ότι τα έξοδα που βεβαιώνουν την εξόφληση (μερική ή ολική) της απαίτησης, με την έκδοση εξοφλητικής απόδειξης ή τιμολογίου από τον δανειστή, που ικανοποιείται από την εξόφληση - τέτοια δε είναι και τα τέλη χαρτοσήμου ή ο φόρος προστιθέμενης αξίας - εμπίπτουν στην έννοια των εξόδων του άρθρου 425 ΑΚ, και βαρύνουν τον οφειλέτη, στην περίπτωση δε που ο δανειστής έχει προκαταβάλει τα έξοδα αυτά, μπορεί να στραφεί κατά του οφειλέτη και να τα ζητήσει κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού (άρθρα 904 επ.
ΑΚ), εφόσον βεβαίως δεν υπάρχει μεταξύ τους διαφορετική συμφωνία, την οποία οφείλει να επικαλεσθεί και αποδείξει ο οφειλέτης, ή δεν υφίσταται ειδική διάταξη που υπερισχύει της γενικής τοιαύτης του άρθρου 425 ΑΚ, με την οποία ορίζεται διαφορετικά. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 παρ.1, 8 παρ. 1, 14 παρ.1, 16 παρ. 1, 36 και 38 του Ν. 2859/2000 "Κύρωση Κώδικα Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Φόρος", οι οποίες ως ειδικές, υπερισχύουν αυτών του ενδοτικού δικαίου, όπως είναι και η διάταξη του άρθρου 425 ΑΚ, σαφώς προκύπτει, ότι στην περίπτωση σύμβασης έργου, κατά την οποία ο εργολάβος παρέχει τις υπηρεσίες του στον εργοδότη για την εκτέλεση του έργου έναντι αμοιβής, για την οποία είναι υπόχρεος στην έκδοση τιμολογίων και την απόδοση του αναλογούντος σ' αυτά Φ.Π.Α., ο οποίος επιρρίπτεται στον εργοδότη, ως λήπτη των παρεχόμενων σ' αυτόν υπηρεσιών και υπόχρεο συνεπεία τούτου στην καταβολή του, εφόσον ο εργολάβος προβεί στην έκδοση των σχετικών τιμολογίων, που τον υποχρεώνουν στην απόδοση του αναλογούντος σ' αυτά Φ.Π.Α.
στην αρμόδια Δ.Ο.Υ., εντός των χρονικών ορίων που τίθενται από τις σχετικές διατάξεις του ως άνω νόμου, χωρίς ωστόσο να έχει προεισπράξει τον φόρο αυτό από τον εργοδότη, δικαιούται να τον επιδιώξει απ' αυτόν, κατά τις ως άνω διατάξεις, και επικουρικώς, εκείνες του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Έτσι, καταβολή Φ.Π.Α.
εκ μέρους του εργοδότη νοείται μόνο για το ποσό της αμοιβής του εργολάβου για το οποίο εκδόθηκαν τιμολόγια παροχής υπηρεσιών, ή θεωρημένες αποδείξεις από την αρμόδια ΔΟΥ (ΑΠ 271/2016, ΑΠ 659/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, κρίνοντας επί του αιτήματος της ένδικης αγωγής, με το οποίο η αναιρεσείουσα ζητούσε την επιδίκαση σ' αυτήν του ποσού των 113.152,566 ευρώ, συνιστάμενο στον Φ.Π.Α., που αναλογούσε στην αμοιβή της, από την ένδικη σύμβαση έργου, ανερχομένης σε 491.967,678 ευρώ, αφού δέχθηκε ότι: "...στην προκειμένη περίπτωση δεν προέκυψε ότι είχαν εκδοθεί σχετικά τιμολόγια, ούτε άλλωστε επικαλέσθηκε στην αγωγή της η ενάγουσα την έκδοση τιμολογίων ώστε να είναι επιδιώξιμος ο φόρος προστιθεμένης αξίας εκ μέρους της.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επομένως, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του και με την ίδια, όπως και η παρούσα απόφαση, αιτιολογία έκρινε βάσιμη την αγωγή, μόνο για το ποσό των τετρακοσίων ενενήντα μίας χιλιάδων εννιακοσίων εξήντα επτά ευρώ και εξήντα οκτώ λεπτών (491.967,68), απορρίπτοντας το ως άνω χρηματικό ποσό που αντιστοιχεί στον αναλογούντα ΦΠΑ, ορθώς αφενός μεν το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε, αφετέρου δε τις αποδείξεις εκτίμησε...", απέρριψε ως αβάσιμο τον περί του αντιθέτου δεύτερο λόγο της έφεσης της αναιρεσείουσας.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 425 του ΑΚ, και 1, 2 παρ.1, 12 παρ.1, 13 παρ.1, 2 περ.δ', 15 παρ. 1, 28 παρ.1γ, και 31 του Ν. 1642/1986, τις οποίες δεν παραβίασε, αφού, κατά τα προεκτεθέντα, προϋπόθεση καταβολής Φ.Π.Α. εκ μέρους της αναιρεσίβλητης, εργοδότριας, για το ανωτέρω ποσό, που επιδιώκει να της επιδικασθεί η εργολάβος, ήδη αναιρεσείουσα, αποτελεί η έκδοση, από την τελευταία, των σχετικών τιμολογίων παροχής υπηρεσιών, ή θεωρημένων αποδείξεων από την αρμόδια ΔΟΥ, που όμως στη συγκεκριμένη περίπτωση, κατά τις προεκτεθείσες, αναιρετικώς ανέλεγκτες, παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, δεν αποδείχθηκε.
Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίον η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος.
ΙV. Συνακόλουθα, επειδή δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος, προς έρευνα, πρέπει ν' απορριφθεί, στο σύνολό της, η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρ. 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά παραδοχή του σχετικού, με τις προτάσεις της, υποβληθέντος αιτήματος (άρθρα 106, 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
Β. Επί της από 15-03-2017 αιτήσεως της ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία "... Α.Ε.":
Ι. Η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσεώς του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για την θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παραβίαση από τους αριθμούς 14 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όχι δε και από τον αριθμό 19 αυτού (ΑΠ 1676/2001). Για την θεμελίωση, όμως, αυτού του αναιρετικού λόγου πρέπει η αοριστία της αγωγής να έχει προταθεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο νομίμως και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, καθοριζομένου συγχρόνως του νόμιμου τρόπου προβολής του σχετικού ισχυρισμού στο πρωτοβάθμιο και της επαναφοράς του στο δευτεροβάθμιο, διότι ο ισχυρισμός περί αοριστίας δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2, με αναφορά, συγχρόνως, του ακριβούς περιεχομένου της αγωγής και των πραγματικών περιστατικών που ελλείπουν, εξαιτίας των οποίων δεν παρέχεται η δυνατότητα στον εναγόμενο να αμυνθεί και συνεπεία των οποίων η αγωγή είναι αόριστη (ΟλΑΠ 16/2000, ΟλΑΠ 1/1987, ΑΠ 1631/2009, ΑΠ 222/2009, ΑΠ 1552/2008, 373/2008, ΑΠ 2013/2007, ΑΠ 669/2007).
Με τον πρώτο λόγο της αίτησής της, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Εφετείο υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες, από τους αριθμούς 1, 8, 14 και 19 άρθρου 559 ΚΠολΔ, με το να κρίνει την ένδικη αγωγή της αναιρεσίβλητης, περί επιδικάσεως σ' αυτήν της επικαλουμένης εργολαβικής αμοιβής, ορισμένη αντί να την απορρίψει ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας της, συνισταμένης στην έλλειψη αναφοράς σ' αυτήν των εξής περιστατικών:
α) ότι η εναγομένη, ήδη αναιρεσείουσα, απέστειλε προς την ενάγουσα, ήδη αναιρεσείβλητη, οποιαδήποτε βεβαίωση και εντολή τιμολόγησης. Και,
β) ότι τα υπ' αυτής (ενάγουσας) εκδοθέντα τιμολόγια αντιστοιχούν στα - μηδέποτε - ζητηθέντα από την εναγομένη, αναιρεσείουσα, πιστοποιητικά πωλήσεως βιομηχανικών και εμπορικών αποβλήτων συσκευασίας.
Ο λόγος, όμως, αυτός, εκτιμώμενος ως, μόνο, από τους αριθμούς 8 και 14 του ίδιου άρθρου, κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος, προεχόντως, λόγω της αοριστίας του, αφού η αναιρεσείουσα, δεν εκθέτει στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός της αυτός προτάθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, καθοριζομένου, συγχρόνως, του νόμιμου τρόπου της προβολής του σ' αυτό, πέραν του ότι τα ως άνω περιστατικά, επί των οποίων επιχειρείται η θεμελίωσή του, συνάπτονται με (αιτιολογημένες) αρνήσεις της ήδη αναιρεσείουσας, εναγομένης, αμυνομένης κατά της βασιμότητας του ασκουμένου με την ένδικη αγωγή δικαιώματος της ήδη αναιρεσίβλητης ενάγουσας, προς απόληψη της εργολαβικής της αμοιβής.
ΙΙ. Ο λόγος αναίρεσης του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή λόγο έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί, που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου έφεσης ούτε οι αβάσιμοι ή οι απαράδεκτοι ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 109/12).
Δεν στοιχειοθετείται, όμως, αυτός ο λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997, ΑΠ 1187/2008), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996).
Εξάλλου, για να προχωρήσει το Εφετείο στην έρευνα της ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής, προϋποτίθεται κατ' ανάγκη ότι ερεύνησε και διαπίστωσε το ορισμένο και τη νομική βασιμότητα αυτής, αφού διαφορετικά, και στην περίπτωση που δεν υπήρχε σχετικός λόγος έφεσης, αλλά με αυτήν διατυπώνονταν παράπονα μόνο για το κατ' ουσίαν βάσιμο της αγωγής, ήταν υποχρεωμένο, αυτεπαγγέλτως, λόγω του, κατά το άρθρο 522 ΚΠολΔ, μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, να απορρίψει την αγωγή, αν την έκρινε αόριστη ή νομικά αβάσιμη.
Εάν, συνεπώς, το Εφετείο έκρινε ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή, απορρίπτοντας σχετικούς με την εκτίμηση των αποδείξεων, από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, λόγους της έφεσης του εναγομένου, εκ του πράγματος έλαβε υπόψη και απέρριψε και το λόγο έφεσης, με τον οποίο ο εναγόμενος παραπονέθηκε για μη νομική βασιμότητα της αγωγής, έστω και αν δεν διαλαμβάνεται σχετικά ιδιαίτερη σκέψη στην απόφαση του (ΑΠ 1830/2009, ΑΠ 609/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση, με το πρώτο σκέλος του δευτέρου αναιρετικού λόγου, από τον αριθ. 8 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα καταλογίζει στο Εφετείο ότι παρά το νόμο: α) δεν έλαβε υπόψη του τον δεύτερο λόγο της έφεσής της, με τον οποίο αυτή παραπονείτο ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένα δέχθηκε ως νόμιμη την ένδικη αγωγή, υποστηρίζοντας ότι, υπό τα εκτιθέμενα σ' αυτήν, η ένδικη σύμβαση δεν αποτελούσε οριστική σύμβαση έργου, αλλά σύμβαση πλαίσιο, προς κατάρτιση οριστικής σύμβασης.
Και, β) απέρριψε τον τέταρτο λόγο της έφεσής της "...στην πραγματικότητα τον παρέκαμψε...", με τον οποίον αυτή υποστήριζε ότι για την γένεση της, εναντίον της αξιώσεως της ήδη αναιρεσίβλητης, ενάγουσας, προς είσπραξη της εργολαβικής της αμοιβής, προϋποτίθετο η παραγγελία προς την τελευταία, εκ μέρους της, της προμήθειας παραστατικών πωλήσεως συγκεκριμένων ποσοτήτων ανακυκλώσιμων υλικών και η αποδοχή της από την πρώτη (ενάγουσα) δια της εκδόσεως και αποστολής προς αυτή (εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα) των αντιστοίχων τιμολογίων.
Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης, το Εφετείο: α) έλαβε υπόψη του και απέρριψε, ειδικώς αναφέροντας, τον τέταρτο λόγο έφεσης της αναιρεσείουσας, ως αβάσιμο (τούτο, άλλωστε, αναφέρεται και στο αναιρετήριο). Και, β) έλαβε υπόψη του και τον δεύτερο λόγο της έφεσης και τον απέρριψε, εκ του πράγματος, έστω και αν δεν διαλαμβάνει, σχετικά, ιδιαίτερη σκέψη στην προσβαλλομένη απόφασή του, αφού δεχόμενο την ουσιαστική βασιμότητα της ένδικης αγωγής, κατά λογική αναγκαιότητα, προηγουμένως, έκρινε τη νομική της βασιμότητα, κατά τις περί συμβάσεως έργου διατάξεις των άρθρων 681 επ. 694 ΑΚ, κρίνοντας μάλιστα, αντίθετα προς τα υποστηριζόμενα με τον, φερόμενο ως αγνοηθέντα, δεύτερο λόγο της έφεσής της, ότι η ένδικη σύμβαση δεν αποτελεί σύμβαση πλαίσιο προς κατάρτιση οριστικής συμβάσεως, αλλά οριστική σύμβαση έργου και απέρριψε, ως αβάσιμους, όλους τους λόγους όπως και την ένδικη έφεση, στο σύνολό της, ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Άρα, απέρριψε και τον υπόψη, δεύτερο, αναιρετικό λόγο της.
ΙΙΙ. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 681, 682 και 694 του ΑΚ, συνάγεται ότι με τη σύμβαση έργου ο ένας συμβαλλόμενος, αποκαλούμενος εργολάβος, αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει το έργο, και ο έτερος, αποκαλούμενος εργοδότης να καταβάλει τη συμφωνημένη αμοιβή. Έτσι, ουσιώδη στοιχεία της σύμβασης αυτής είναι το έργο που συμφωνήθηκε, καθώς και το είδος και ύψος της αμοιβής, η οποία καταβάλλεται από τον εργοδότη στον εργολάβο κατά την παράδοση του συμφωνηθέντος έργου. Μπορεί, όμως, να ορισθεί η αμοιβή, κατά την κατάρτιση της συμβάσεως, κατ' αποκοπή, κατά μονάδα, επί τη βάσει προϋπολογισμού, απολογιστικώς, χρονικώς, με ποσοστά ή και να καταλείπεται αυτή ακαθόριστη, ως προς το ποσό και τον τρόπο υπολογισμού της (σχετ.: ΟλΑΠ 2085/1986, ΑΠ 877/2013, ΑΠ 257/2009). Επομένως, για την καταβολή της αμοιβής του ο εργολάβος οφείλει να επικαλεστεί στο δικόγραφο της αγωγής του και να αποδείξει τη σύμβαση, το έργο, που συμφωνήθηκε, το είδος και το ύψος της αμοιβής και ότι εκτέλεσε προσηκόντως την υποχρέωση που τον βαρύνει, με την παράδοση του έργου (ΑΠ 257/2009).
Στην ένδικη περίπτωση, όπως προκύπτει από την, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης, κατά το αναιρετικώς ενδιαφέρον μέρος της, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "...Στην προκειμένη υπόθεση, από την επανεκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως Ε.
Ρ. και Χ. Θ. Γ., που εξετάστηκαν νομότυπα στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση απομαγνητοφωνημένα πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεώς του, αντίγραφο των οποίων επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν οι διάδικοι, εκτιμώμενες δε και σταθμιζόμενες ανάλογα με το λόγο της γνώσης και το βαθμό της αξιοπιστίας καθενός από τους εξετασθέντες, σε συνδυασμό με όλα τα νομίμως προσκομιζόμενα και επικαλούμενα υπό των διαδίκων έγγραφα, δημόσια και ιδιωτικά, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, τα οποία με τον ίδιο τρόπο επαναπροσκομίζονται από αυτούς και ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, που καθίστανται κοινά για την απόδειξη των ισχυρισμών και του άλλου διαδίκου (άρθρο 346 του ΚΠολΔ ) και τα οποία λαμβάνονται υπόψη, έστω και αν δεν μνημονεύονται ένα προς ένα ...
για κάποια από τα οποία γίνεται ιδιαίτερη σημείωση παρακάτω, χωρίς όμως να αγνοείται η σημασία και η σπουδαιότητα των υπολοίπων και χωρίς να παραλείπεται κανένα, κατά την επανεκτίμηση της ουσίας της διαφοράς...και τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για να χρησιμεύσουν για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων...ορισμένα από τα οποία προσκομίζονται µετ' επικλήσεως από την εκκαλούσα - ενάγουσα, το πρώτον στον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, κατ' άρθρο 529 του ΚΠολΔ, χωρίς όμως να συντρέχει πρόθεση στρεψοδικίας ή βαρεία αμέλεια αυτής..., μεταξύ των οποίων (αποδεικτικών μέσων) περιλαμβάνονται και ξενόγλωσσα έγγραφα, τα οποία λαμβάνονται υπόψη, καθόσον συνοδεύονται από επίσημη μετάφραση στην ελληνική γλώσσα και αποτελούν νόμιμα αποδεικτικά μέσα ( άρθρο 454 του ΚΠολΔ ), καθώς και η προσκομιζόμενη και επικαλούμενη υπ' αριθμ.
…15/23-04-2015 ένορκη βεβαίωση της μάρτυρος της ενάγουσας Α. Κ. Χ., ενώπιων της Συμβολαιογράφου Α. Σ. Π., η οποία παραδεκτώς λαμβάνεται υπόψη, αφού λήφθηκε μετά την τήρηση των νομίμων διατυπώσεων (άρθρο 270 παρ. 2 εδ. β' του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε κατά τον άνω χρόνο σύνταξης της βεβαίωσης), κατόπιν νομίμου και εμπροθέσμου κλητεύσεως των εναγομένων (βλ.
τις υπ' αριθμ. ...1Γ', ...2 Γ' και ...3ΓΊ20-04-2015 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιώς Σ. Ν. Χ., σε συνδυασμό με τις από 20-04-2015 Γνωστοποίηση για εξέταση μάρτυρος), αλλά και η προσκομιζόμενη μετ' επικλήσεως υπ' αριθμ. …32/27-09-2016 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρος Α. Λ. Μ., ενώπιον της Συμβολαιογράφου Ε.
Ι. Φ. η οποία παραδεκτώς λαμβάνεται υπόψη, αφού ελήφθη με την επιμέλεια της εναγομένης - εκκαλούσας, μετά την τήρηση των νομίμων διατυπώσεων (άρθρο 270 παρ. 2 του Κ.ΠολΔ), κατόπιν νομίμου και εμπροθέσμου κλητεύσεως της ενάγουσας - εφεσιβλήτου (βλ. την υπ' αριθμ. …35/22- 09-2016 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Π.
Ν. Γ., σε συνδυασμό με την από 22-09-2016 Κλήση - Γνωστοποίηση για εξέταση μάρτυρος), έστω και αν ελήφθη μετά την έκδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως και το πρώτον προσκομίζεται στην παρούσα κατ' έφεση δίκη, κατ' άρθρο 529 παρ. 2 του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με εκείνη του άρθρου 16 παρ. 5 του ν. 2915/2001 και ήδη ισχύει από την 01-01-2002 (άρθρο 15 του ν. 2943/2005), αφού από κανένα βάσιμο στοιχείο της δικογραφίας δεν συνάγεται ότι δεν ελήφθη αυτή στην πρωτόδικη δίκη, από πρόθεση στρεψοδικίας ή βαρειά αμέλεια της εναγομένης - εκκαλούσας....και, επομένως, νομίμως λαμβάνεται ήδη υπόψη, παρά τα αντίθετα υποστηριζόμενα από την ενάγουσα - εφεσίβλητο, με την προσθήκη των προτάσεών της που κατέθεσε στο Εφετείο, ενώ αναφορικά με τις υπ' αριθμ.
…28 και
..29/19-05-2015 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων Γ. Α. Τ. και Νικολάου Π. Μ., ενώπιον της Συμβολαιογράφου Θ. Σ. Α., οι οποίες δόθηκαν μετά από σχετική εμπρόθεσμη κλήτευση του πληρεξουσίου δικηγόρου των εναγομένων στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και τις οποίες δεν έλαβε υπόψη του, με το σκεπτικό ότι λήφθηκαν και προσκομίστηκαν απαραδέκτως από τους εναγομένους μετά τη συζήτηση της αγωγής, πέραν της προθεσμίας της προσθήκης - αντίκρουσης, κατά παράβαση του άρθρου 270 του ΚΠολΔ...., θα πρέπει να λεχθεί ότι η επίκληση και προσαγωγή τους ενώπιον του παρόντος δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου δεν οφείλεται, κατά την κρίση του, σε πρόθεση στρεψοδικίας ή σε βαρειά αμέλεια της ήδη εκκαλούσας και γι' αυτό πρέπει να γίνουν δεκτές από το παρόν Δικαστήριο, ως νέα αποδεικτικά μέσα, κατ' άρθρο 529 του ΚΠολΔ..., τις επιμέρους ομολογίες των διαδίκων, στα σημεία που ειδικά αναφέρονται στη συνέχεια (άρθρο 261 του ίδιου κώδικα), καθώς και από τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, που λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως (άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ) ,αποδεικνύονται, σε σχέση με τα αγόμενα, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, με τους λόγους των ενδίκων εφέσεων, θέματα, τα ακόλουθα κρίσιμα και ουσιώδη πραγματικά περιστατικά:
Δυνάμει της υπ' αριθμ. 193471/31-12-2008 απόφασης του Υπουργού Περιβάλλοντος Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων ( Β' 2711) η πρώτη των εναγομένων και ήδη εκκαλούσα - εφεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... Α.Ε." η οποία έχει συσταθεί με το υπ' αριθμ. …41/22-12-2008 συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Ε. Σ., έχει λάβει έγκριση για την οργάνωση και λειτουργία συστήματος συλλογικής ανταποδοτικής εναλλακτικής διαχείρισης και ανακύκλωσης συσκευασιών και αποβλήτων, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 2939/2001.
Σε υλοποίηση του ως άνω συστήματος, η εναγομένη μεριμνά για τη συλλογή χρησιμοποιημένων συσκευασιών ή και αποβλήτων μη επικίνδυνων συσκευασιών και την διοχέτευσή τους προς τις πλέον ενδεδειγμένες εναλλακτικές λύσεις διαχείρισης αποβλήτων, δηλαδή την αξιοποίηση, συμπεριλαμβανομένης της ανακύκλωσης των συλλεγόμενων συσκευασιών ή αποβλήτων συσκευασίας των συμμετεχόντων διαχειριστών, με την χρησιμοποίηση καθαρών τεχνολογιών.
Η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητος - εκκαλούσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο " ... Α.Ε." (... S.A."), όπως έχει ήδη μετονομασθεί, ασκεί επιχειρηματική και εμπορική δραστηριότητα στον τομέα της παροχής υπηρεσιών συλλογής και μεταφοράς περιλαμβανομένης της εμπορίας ή και ανακύκλωσης βιομηχανικών εμπορικών αποβλήτων συσκευασίας ("Β.Ε.Α.Σ."), από τους υπόχρεους διαχειριστές, ήτοι όσους παράγουν ή και διαθέτουν υλικά, από τα οποία κατασκευάζονται άμεσα συσκευασίες ή εισάγουν συσκευασίες ή όσους παράγουν και μετατρέπουν συσκευασίες προς εταιρείες, που διεξάγουν εργασίες ανακύκλωσης.
Από το έτος 2009 οι διάδικοι άρχισαν να συνεργάζονται, καταρτίζοντας συμβάσεις έργου ορισμένου χρόνου, διάρκειας ενός έτους. Στις 27-08-2012 καταρτίστηκε μεταξύ τους σύμβαση, η οποία επιγράφεται ως "Σύμβαση Συνεργασίας" με διάρκεια από 01-01-2012 έως 31-12-2012 και αντικείμενο την παροχή υπηρεσιών συλλογής και μεταφοράς, περιλαμβανομένης της εμπορίας των " Β.Ε.Α.Σ.", έναντι αμοιβής, η οποία συναρτάται προς τις συλλεγόμενες ποσότητες "Β.Ε.Α.Σ.", εκ μέρους αυτής (ενάγουσας), οι οποίες έχουν βεβαιωθεί από την πρώτη των εναγομένων, σύμφωνα με την διαδικασία που ορίζεται στο Παράρτημα 1 της σύμβασης, η οποία περιλαμβάνει τον Δειγματοληπτικό έλεγχο και τον έλεγχο των παραστατικών - αποδεικτικών ανακύκλωσης, βάσει των τιμών ανά ανακυκλούμενο τόνο υλικού, που ορίζονται στο Παράρτημα 2 της σύμβασης, ενώ οι ποσότητες αυτές θα προσμετρώνται στους ποσοτικούς στόχους της εναγομένης.
Eιδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 2.3 της σύμβασης και με τον τίτλο "Υποχρεώσεις ..." συμφωνήθηκε ρητά ότι η αμοιβή της ενάγουσας θα καταβάλλεται ανά τρίμηνο, μετά την υποβολή των παραστατικών αποδεικτικών ανακύκλωσης, ήτοι των αποδεικτικών πώλησης των υλικών προς τρίτους τον έλεγχό τους και την αποδοχή τους από την πρώτη των εναγομένων και την έκδοση του νομίμου παραστατικού, εκ μέρους της ενάγουσας (Τιμολόγιο Παροχής Υπηρεσιών).
Η υποβολή των παραστατικών αποδεικτικών ανακύκλωσης, θα λαμβάνει χώρα το αργότερο εντός δέκα πέντε (15) ημερών μετά τη λήξη κάθε μήνα. Εντός τριάντα (30) ημερών από το τέλος κάθε τριμήνου, η πρώτη εναγομένη θα προβαίνει στον έλεγχο καταλληλότητας αυτών, βάσει των απαιτήσεων διαδικασίας βεβαίωσης του Παραρτήματος 1 της παρούσας και στη γνωστοποίηση προς την εναγομένη περί αποδοχής τους ή μη.
Με την γνωστοποίηση περί αποδοχής των παραστατικών αυτών, η ενάγουσα θα προβαίνει στην έκδοση του σχετικού τιμολογίου, το οποίο θα εξοφλείται από την εναγομένη εντός 15 ημερών από την έκδοσή του. Πρόθεση των μερών είναι η καταβολή της αμοιβής, αναφορικά με τις πιστοποιούμενες ποσότητες εκάστου ημερολογιακού τριμήνου, να λαμβάνει χώρα το αργότερο μέχρι το τέλος του δεύτερου μήνα μετά τη λήξη του τριμήνου στο οποίο αφορά.
Σύμφωνα δε με το άρθρο 2.4 της σύμβασης, σε περίπτωση που τα υποβαλλόμενα παραστατικά / αποδεικτικά ανακύκλωσης απορριφθούν, είτε από την πρώτη εναγόμενη, κατόπιν αιτιολογημένης απόρριψής τους, ως μη πληρούντα τις απαιτήσεις καταλληλότητας, που εξειδικεύονται στη διαδικασία βεβαίωσης του Παραρτήματος 1, είτε από το αρμόδιο Γραφείο Εναλλακτικής Διαχείρισης Συσκευασιών και Άλλων Προϊόντων ("Γ.Ε.Δ.Σ.Α.Π.") του Υπουργείου Περιβάλλοντος Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής ("Υ.Π.Ε.Κ.Α."), είτε από τον …. ("....") ή άλλη αρμόδια αρχή για οποιοδήποτε λόγο, έστω και αν πληρούν τις απαιτήσεις της διαδικασίας βεβαίωσης του Παραρτήματος 1 αυτά επιστρέφονται στην ενάγουσα, χωρίς καμία απαίτηση εκ μέρους της και οι ποσότητες δεν συνυπολογίζονται στην οφειλόμενη αμοιβή.
Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 3.2 της σύμβασης, που επιγράφεται "Υποχρεώσεις Συνεργάτη", η ενάγουσα υποχρεούται να τηρεί και να εφαρμόζει τη διαδικασία βεβαίωσης των ποσοτήτων "Β.Ε.Α.Σ.", που υπόκεινται σε αμοιβή από την πρώτη εναγομένη, η οποία αναλύεται στο Παράρτημα 1 της σύμβασης. Ρητά δηλώνεται ότι υπό την επιφύλαξη των υπό 3.4 επιπλέον ελέγχων, ο έλεγχος εφαρμογής της διαδικασίας βεβαίωσης των ποσοτήτων "Β.Ε.ΑΣ", περιλαμβανομένου του ελέγχου των υποβαλλόμενων παραστατικών / αποδεικτικών ανακύκλωσης, θα γίνεται σύμφωνα με τα οριζόμενα στο Παράρτημα 1 της σύμβασης και θα διενεργείται αποκλειστικά από την πρώτη εναγομένη ή και εξουσιοδοτημένους συνεργάτες της.
Σύμφωνα δε με το άρθρο Π.Ι.3.1 του Παραρτήματος 1, που τιτλοφορείται "Διαδικασία Βεβαίωσης Ποσοτήτων Βιομηχανικών και Εμπορικών Αποβλήτων Συσκευασίας", ορίζεται, μεταξύ άλλων ότι, η διαδικασία βεβαίωσης ποσοτήτων "Β.Ε.Α.Σ.", περιλαμβάνει την καταγραφή των ποσοτήτων των εν λόγω αποβλήτων συσκευασίας, που δηλώνονται από τους συνεργάτες της ενάγουσας.
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο Π.Ι.3.2.1 του Παραρτήματος 1, και με τον υπότιτλο " Δειγματοληπτικός Έλεγχος", εξουσιοδοτημένοι από το σύστημα υπεύθυνοι για την βεβαίωση των ποσοτήτων (νομικά ή φυσικά πρόσωπα) θα ελέγχουν τις εισερχόμενες και εξερχόμενες ποσότητες των "Β.Ε.Α.Σ." από και προς τις εγκαταστάσεις της ενάγουσας και θα διεξάγουν δειγματοληπτικές μετρήσεις στα απόβλητα, όπου κρίνεται απαραίτητο.
Σε ότι αφορά τον συλλέκτη - μεταφορέα, ο δειγματοληπτικός έλεγχος γίνεται στην "έξοδο" της εγκατάστασης (αποθηκευτικός χώρος) αυτού, σε ότι δε αφορά στον ανακυκλωτή, ο δειγματοληπτικός έλεγχος γίνεται στην "είσοδο" της μονάδας ανακύκλωσης. Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο Π.1.3.3.1 του Παραρτήματος 1 και με τον υπότιτλο "Γενικά Στοιχεία Ελέγχου", στο πλαίσιο βεβαίωσης των ποσοτήτων " Β.Ε.Α.Σ." θα ελέγχονται τα παραστατικά των ποσοτήτων των "Β.Ε.Α.Σ. ", που διακινούνται από / προς τις εγκαταστάσεις της ενάγουσας...".
Περαιτέρω, το Εφετείο, αφού απέρριψε την αδικοπρακτική βάση της αγωγής της αναιρεσίβλητης, κρίση που δεν ενδιαφέρει, εν προκειμένω, δέχθηκε, κατ' ακριβή, πάλι, απόδοση, της αναιρεσιβαλλομένης, τα εξής: "...Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η θέληση των διαδίκων μερών, όπως αυτή αποτυπώθηκε εγγράφως στην από 27-08-2012 σύμβαση, ήταν να συνεχισθεί η συνεργασία τους, καθ' όλη τη διάρκεια του έτους 2012, ήτοι να ισχύσει η μεταξύ τους σύμβαση από 01-01-2012 έως 31-12-2012, παρά τους περί του αντιθέτου ισχυρισμούς της εναγομένης - εκκαλούσας διότι εάν ήθελαν η σύμβαση να ισχύσει από τις 27-08-2012 και εντεύθεν δεν θα όριζαν εγγράφως ότι η διάρκεια αυτής άρχεται από 01 Ιανουαρίου 2012 και λήγει στις 31-12-2012, αλλά θα όριζαν ότι η σύμβαση αρχίζει να ισχύει από την υπογραφή της, όπως έπραξαν και με την από 01-11-2009 σύμβασή τους.
Η ενάγουσα απέστειλε στην εναγομένη και αυτή παρέλαβε τα παραστατικά πώλησης των " Β.Ε.Α.Σ.", για το χρονικό διάστημα από 01-01-2012 έως 30-09-2012, όμως η τελευταία δεν προέβη στον έλεγχο ή στην αιτιολογημένη απόρριψη αυτών και τον Σεπτέμβριο του 2012 δήλωσε δια των νομίμων εκπροσώπων της ότι δεν προτίθεται να προβεί στην πληρωμή της αμοιβής της, με αποτέλεσμα να διακοπεί η συνεργασία τους κατά τον χρόνο εκείνο, ήτοι να διαρκέσει εν τοις πράγμασι έως 30-09-2012, παρόλο που αρχικά είχε συμφωνηθεί να διαρκέσει έως τις 31-12-2012.
Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι η πρώτη εναγομένη μπορούσε να προβεί στη διαδικασία της πιστοποίησης - ελέγχου των παραστατικών ανακλύκλωσης των "Β.Ε.Α.Σ.", που ήταν η κύρια συμβατική της υποχρέωση, υπό την έννοια ότι οι ποσότητες που πιστοποιούνται θεωρούνται ότι ανακυκλώθηκαν από και για λογαριασμό του συστήματός της και, συνεπώς, περιλαμβάνει αυτές στα αποτελέσματά της, που ανακοινώνει στον "..." και είτε να απορρίψει αυτά εάν δεν πληρούσαν τις απαιτήσεις καταλληλότητας, που εξειδικεύονται στη διαδικασία βεβαίωσης του Παραρτήματος 1 της σύμβασης, είτε να τα αποδεχθεί και να καταβάλει την αμοιβή που όφειλε στην ενάγουσα, με βάση τους όρους της μεταξύ των διαδίκων σύμβασης ενέργεια στην οποία δεν προέβη από δική της υπαιτιότητα, λαμβανομένου υπόψη ότι έως τις 17-09-2012, δηλαδή καθ' όλο το χρονικό διάστημα της συνεργασίας τους μπορούσε να εκτελεί τις ως άνω εργασίες, καθώς ίσχυε η προσωρινή διαταγή αναστολής της απόφασης του "...".
Πράγματι, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα αρνήθηκε ή εμπόδισε την εναγομένη να προβεί στον έλεγχο είτε των ποσοτήτων "Β.Ε.Α.Σ.", που εξέρχονταν από τις εγκαταστάσεις της, είτε των παραστατικών που εξέδιδε η τελευταία, κατά την όμοια και ορθή, ως προς το συγκεκριμένο ζήτημα, κρίση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.
Περαιτέρω, από τους επισυναπτόμενους στην αγωγή μηνιαίους συγκεντρωτικούς πίνακες, στους οποίους εμφαίνονται τα στοιχεία των νομίμως προσκομιζομένων μετ' επικλήσεως Παραστατικών, που εξέδωσε η ενάγουσα (Τιμολόγια Δελτία Αποστολής) και οι ποσότητες ανά υλικό "Β.Ε.Α.Σ.", αποδεικνύεται ότι αυτή συνέλλεξε τον μήνα Ιανουάριο του έτους 2012, 5.600,050 τόνους χαρτιού, 181,880 τόνους πλαστικού και 4,140 τόνους ξύλου, τον μήνα Φεβρουάριο του έτους 2012 ,4.967,194 τόνους χαρτιού και 168,800 τόνους πλαστικού και τον μήνα Μάρτιο του έτους 2012, 7.582,980 τόνους χαρτιού, 380,730 τόνους πλαστικού και 8,880 τόνους ξύλου.
Συνολικά δε για το πρώτο τρίμηνο του έτους 2012, η συλλεγείσα από αυτήν ποσότητα των" Β.Ε.Α.Σ.", ήταν 18.150,224 τόνοι χαρτιού, 731,410 τόνοι πλαστικού και 13,020 τόνοι ξύλου και, επομένως, η αμοιβή της, με βάση ης νέες τιμές που καθορίστηκαν από τον "...", για το χρονικό διάστημα από 01-01-2012 έως 30-06-2012, ανέρχεται στο ποσό των 127.051,568 ευρώ για την συλλεγείσα ποσότητα χαρτιού (ήτοι 18.150,224 τόνοι χαρτιού Χ 7 ευρώ ανά τόνο), των 58.512,80 ευρώ για την συλλεγείσα ποσότητα πλαστικού (ήτοι 731,410 τόνοι πλαστικού Χ 80 ευρώ ανά τόνο) και των 52,08 ευρώ για την συλλεγείσα ποσότητα ξύλου (ήτοι 13,020 τόνοι ξύλου Χ 4 ευρώ ανά τόνο) και συνολικά η αμοιβή της ανέρχεται στο ποσό των εκατόν ογδόντα πέντε χιλιάδων εξακοσίων δέκα έξι ευρώ και τετρακοσίων σαράντα οκτώ λεπτών (185.616,448) - (ήτοι 127.051,568 ευρώ συν 58.512 80 ευρώ συν 52,08 ευρώ).
Περαιτέρω, η ενάγουσα συνέλλεξε τον μήνα Απρίλιο του έτους 2012, 5.970,550 τόνους χαρτιού, 226,770 τόνους πλαστικού και 3,510 τόνους ξύλου, τον μήνα Μάιο του έτους 2012, 6.363,490 τόνους χαρτιού, 506,770 τόνους πλαστικού και 4,030 τόνους ξύλου και τον μήνα Ιούνιο του έτους 2012 , 4.951,480 τόνους χαρτιού, 460,260 τόνους πλαστικού και 7,980 τόνους ξύλου.
Συνολικά δε για το δεύτερο τρίμηνο του έτους 2012, η συλλεγείσα από αυτήν ποσότητα των " Β.Ε.Α.Σ.", ήταν 17.285,520 τόνοι χαρτιού, 1.193,800 τόνοι πλαστικού και 15,520 τόνοι ξύλου και, επομένως, η αμοιβή της, με βάση τις νέες τιμές που καθορίστηκαν από τον "...", για το ίδιο ως άνω χρονικό διάστημα, ανέρχεται στο ποσό των 120.998,64 ευρώ για την συλλεγείσα ποσότητα χαρτιού (ήτοι 17.285,520 τόνοι χαρτιού Χ 7 ευρώ ανά τόνο), 95.504 ευρώ για την συλλεγείσα ποσότητα πλαστικού (ήτοι 1.193,800 τόνοι πλαστικού Χ 80 ευρώ ανά τόνο) και 62,08 ευρώ για την συλλεγείσα ποσότητα ξύλου (ήτοι 15,520 τόνοι ξύλου Χ 4 ευρώ ανά τόνο) και συνολικά η αμοιβή της ανέρχεται στο ποσό των διακοσίων δέκα έξι χιλιάδων πεντακοσίων εξήντα τεσσάρων ευρώ και εβδομήντα δύο λεπτών (216.564,72) - (ήτοι 120.998,64 ευρώ συν 95.504 ευρώ συν 62,08 ευρώ).
Τέλος, η ενάγουσα συνέλλεξε τον μήνα Ιούλιο του έτους 2012, 5.386,960 τόνους χαρτιού, 412,930 τόνους πλαστικού, 0,510 τόνους σιδήρου και 3,230 τόνους ξύλου, τον μήνα Αύγουστο του έτους 2012, 2.642,470 τόνους χαρτιού και 595,820 τόνους πλαστικού και τον μήνα Σεπτέμβριο του 2012, 5.120,510 τόνους χαρτιού 992.430 τόνους πλαστικού και 4,370 τόνους ξύλου.
Συνολικά δε για το τρίτο τρίμηνο του έτους 2012, η συλλεγείσα από αυτήν ποσότητα "Β.Ε.Α.Σ.", ήταν 13.149,940 τόνοι χαρτιού, 2.001,180 τόνοι πλαστικού 0,51Ο τόνοι σιδήρου και 7,600 τόνοι ξύλου και, επομένως, η αμοιβή της με βάση τις νέες τιμές που καθορίστηκαν από τον " ....", για το χρονικό διάστημα από 01-07-2012 έως 31-12-2012, ανέρχεται στο ποσό των 19.724,91 ευρώ για την συλλεγείσα ποσότητα χαρτιού (ήτοι 13.149,940 τόνοι χαρτιού Χ 1,5 ευρώ ανά τόνο) των 70.041,30 ευρώ για την συλλεγείσα ποσότητα πλαστικού (ήτοι 2.001,180 τόνοι πλαστικού Χ 35 ευρώ ανά τόνο), των 5,10 ευρώ για την συλλεγείσα ποσότητα σιδήρου (ήτοι 0,510 τόνοι σιδήρου Χ 10 ευρώ ανά τόνο) και 15,20 ευρώ για την συλλεγείσα ποσότητα ξύλου (ήτοι 7,600 τόνοι ξύλου Χ 2 ευρώ ανά τόνο) και συνολικά η αμοιβή της ανέρχεται στο ποσό των ογδόντα εννέα χιλιάδων επτακοσίων ογδόντα έξι ευρώ και πενήντα ενός λεπτών (89.786,51) - (ήτοι 19.724,91 ευρώ συν 70.041,30 ευρώ συν 5,10 ευρώ, συν 15,20 ευρώ).
Κατά συνέπεια, το συνολικά οφειλόμενο ποσό στην ενάγουσα για όλο το χρονικό διάστημα της συνεργασίας των διαδίκων από 01-01-2012 έως 30-09-2012 ανέρχεται στο πρωτοδίκως επιδικασθέν χρηματικό ποσό των τετρακοσίων ενενήντα μίας χιλιάδων εννιακοσίων εξήντα επτά ευρώ και εξήντα οκτώ λεπτών (491.967,68 ) - (ήτοι 185.616,448 ευρώ συν 216.564,72 ευρώ συν 89.786,51 ευρώ).
Επισημαίνεται ότι η εναγομένη - εκκαλούσα δεν αμφισβήτησε ειδικώς στην πρωτόδικη δίκη, ούτε στην παρούσα δίκη αμφισβητεί τις ποσότητες των υλικών που η ενάγουσα συνέλλεξε και μεταπώλησε προς τρίτους για λογαριασμό της, κατά τη διάρκεια της συνεργασίας τους, ούτε αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα συνεργαζόταν με άλλη εταιρεία, για λογαριασμό της οποίας να συνέλλεξε τις ως άνω ποσότητες "Β.Ε.Α.Σ.".
Οι ισχυρισμοί της εκκαλούσας - εναγομένης, οι οποίοι φέρονται προς ουσιαστική κρίση, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ως αυτοτελείς λόγοι της κρινομένης εφέσεώς της, κρίνονται απορριπτέοι, ως αβάσιμοι κατ' ουσίαν. Ειδικότερα, με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν και σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις, που αναλυτικά διατυπώθηκαν στη μείζονα πρόταση στην αρχή της παρούσας απόφασης ο ισχυρισμός της εκκαλούσας, που αποτελεί και τον αντίστοιχο τρίτο λόγο της ενδίκου εφέσεώς της, ότι δηλαδή το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τους όρους της από 27-08-2012 σύμβασης συνεργασίας, επικαλούμενη ότι αυτή δεν είχε οριστικό χαρακτήρα και περιεχόμενο, δεν αποτελούσε δηλαδή την τελική σύμβαση, αλλά ήταν απλά σύμβαση - πλαίσιο, με την οποία προσδιοριζόταν η μέθοδος και η διαδικασία πιστοποίηση καταλληλότητας των προμηθευτέων ποσοτήτων "Β.Ε.Α.Σ." και ο τρόπος πληρωμής της ενάγουσας, μόνο εάν και εφόσον η ίδια (εκκαλούσα) είχε ανάγκη να παραγγείλει και πράγματι παρήγγειλε προς αυτήν την παροχή πιστοποιητικών πωλήσεως συγκεκριμένων ποσοτήτων τέτοιων υλικών, κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος κατ' ουσίαν.
Ομοίως απορριπτέος κρίνεται και ο ισχυρισμός της που αναφέρεται στον τέταρτο λόγο της ερευνομένης εφέσεώς της, ότι δηλαδή για την γένεση της αξιώσεως της ενάγουσας προς είσπραξη της αμοιβής της ήταν επιβεβλημένη η σύναψη της τελικής συμφωνίας, η οποία καταρτιζόταν: α) δια της αποστολής από την ίδια προς την αντίδικό της, της προβλεπομένης από τη σύμβαση Βεβαιώσεως και της αντιστοίχου Εντολής Τιμολογήσεως της αμοιβής της, δηλαδή δια της παραγγελίας προς την ενάγουσα της προμήθειας των Παραστατικών Πωλήσεως Ανακυκλώσιμων Υλικών "Β.Ε.Α.Σ", για συγκεκριμένες ποσότητες υλικών, έναντι της κατά νόμο προσδιοριζόμενης αμοιβής της και β) δια της αποδοχής της παραγγελίας από την ενάγουσα και της αποστολής προς αυτήν του αντιστοίχου Τιμολογίου, το οποίο αντιστοιχούσε στα ζητηθέντα από αυτήν (εκκαλούσα) Πιστοποιητικά Πωλήσεως "Β.Ε.Α.Σ.", καθόσον τέτοιες προϋποθέσεις δεν προβλέπονται στην επίμαχη έγγραφη σύμβαση συνεργασίας, αλλά η ενάγουσα ήταν υποχρεωμένη να υποβάλει στην εναγομένη εταιρεία τα παραστατικά (τιμολόγια, δελτία αποστολής, κ.λ.π.), από τα οποία προέκυπτε ότι μεταπώλησε σε ανακυκλωτές, συγκεκριμένες ποσότητες "Β.Ε.Α.Σ.", προκειμένου η εναγομένη να τις συμπεριλάβει στα αποτελέσματά της και η τελευταία να πιστοποιήσει τις ποσότητες αυτές, αφού προηγουμένως ήλεγχε τα παραστατικά αυτά και τα έκρινε ως κατάλληλα, κατά τα κριτήρια της σύμβασης και να καταβάλει στη συνέχεια την αντίστοιχη αμοιβή της.
Μετά από τις παραδοχές αυτές, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του, προέβη στον ανωτέρω νομικό χαρακτηρισμό και, με την παραδοχή ότι η αναφερομένη στο δικόγραφο της αγωγής επίδικη έννομη σχέση, συνιστά σύμβαση έργου, έκρινε ομοίως και δέχθηκε την αγωγή ως νόμιμη και βάσιμη κατ' ουσίαν ως προς την παραπάνω βάση της (ευθύνη της εναγομένης λόγω μη εκπλήρωσης των όρων της σύμβασης έργου) και επεδίκασε στην ενάγουσα το ίδιο ως άνω χρηματικό ποσό, δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και την εφαρμογή του νόμου, αλλά ούτε και κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και, επομένως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα, όσα αντίθετα με τις συγκεκριμένες παραδοχές προβάλλονται από την εκκαλούσα - εναγομένη, με τους εξεταζόμενους τρίτο και τέταρτο λόγους της ενδίκου εφέσεώς της.
Επισημαίνεται ότι, οι ισχυρισμοί που προβάλλει και τα έγγραφα που επικαλείται η πρώτη των εναγομένων με τις πρωτόδικες προτάσεις της, τις οποίες ενσωματώνει στις επί της ενδίκου εφέσεώς της προτάσεις της παρούσας κατ' έφεση δίκης της υποθέσεως, από την έβδομη ( 7η ) σελίδα έως την τριακοστή πέμπτη (35η) σελίδα αυτών και από την τριακοστή εβδόμη (37η) έως την τεσσαρακοστή δεύτερη (42η) σελίδα αυτών, δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη, διότι η συρραφή και η ενσωμάτωση ολοκλήρου του κειμένου των προτάσεων, οι οποίες είχαν υποβληθεί στον πρώτο βαθμό, στις προτάσεις που υποβάλλονται στο Εφετείο, χωρίς ειδική μνεία στις τελευταίες των ισχυρισμών που επαναφέρονται, με σύντομη περίληψη και αναφορά στις σελίδες των πρώτων που τις περιέχουν, δεν είναι νόμιμη...όπως, επίσης, δεν είναι νόμιμη η κατ' έφεση επίκληση αποδεικτικού εγγράφου, όταν στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου περιέχεται γενική μόνον αναφορά σε όλα τα έγγραφα, τα οποία ο διάδικος είχε επικαλεσθεί και προσαγάγει πρωτοδίκως, χωρίς παραπομπή σε συγκεκριμένα μέρη των επανυποβαλλομένων πρωτοδίκων προτάσεων, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 του ΚΠολΔ , το οποίο, κατά το άρθρο 528 παρ. 1 του αυτού Κώδικα, εφαρμόζεται και στην κατ' έφεση δίκη....".
Εν τέλει δε το Εφετείο δέχθηκε ότι: "...Ενόψει των παραπάνω παραδοχών, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του και κατά το μέρος που αυτή πλήττεται με την κρινόμενη έφεση της εκκαλούσας - εναγομένης, αφού έκρινε ορισμένη και νόμιμη την ένδικη αγωγή, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων που προαναφέρθηκαν, δέχθηκε ότι η επίμαχη σύμβαση φέρει τον χαρακτήρα συμβάσεως έργου, απορρίπτοντας τους περί του αντιθέτου ισχυρισμούς της, που αποτελούν και αντιστοίχους λόγους της εφέσεώς της, για τις αμέσως προηγούμενες αιτίες και για τους ίδιους λόγους που αναφέρονται στο αιτιολογικό της παρούσας αποφάσεως και μετά ταύτα υποχρέωσε την πρώτη των εναγομένων να καταβάλει στην ενάγουσα, ως αμοιβή της, το χρηματικό ποσό των τετρακοσίων ενενήντα μίας χιλιάδων εννιακοσίων εξήντα επτά ευρώ και εξήντα οκτώ λεπτών (491.967,68), δεν έσφαλε....
και , επομένως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα, όσα αντίθετα υποστηρίζονται από την εκκαλούσα - εναγομένη, με τους σχετικούς λόγους της εφέσεώς της, με τους οποίους αποδίδει στην πρωτόδικη απόφαση τις, αναλυτικώς αναφερόμενες στο σκεπτικό της παρούσας, πλημμέλειες, όπως και η έφεσή της αυτή στο σύνολό της, ως ουσιαστικά αβάσιμη, δεδομένου ότι δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι προς έρευνα...".
Από τις παραπάνω, αναιρετικά ανέλεγκτες, παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, προκύπτει ότι το Εφετείο, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, δέχθηκε:
α) τη συνομολόγηση, μεταξύ των διαδίκων, της ένδικης συμβάσεως έργου, ετήσιας διάρκειας, με την οποία η ήδη αναιρεσίβλητη (ενάγουσα), ανέλαβε την υποχρέωση παροχής προς την ήδη αναιρεσείουσα (εναγομένη) υπηρεσιών συλλογής και μεταφοράς, περιλαμβανομένης της εμπορίας, βιομηχανικών και εμπορικών αποβλήτων συσκευασίας,
β) τη συμφωνηθείσα εργολαβική αμοιβή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, καθώς και τον τρόπο υπολογισμού της, ήτοι με βάση τις τιμές, ανά τόνο ανακυκλώσιμου υλικού, που εκάστοτε καθόριζε ο Ελληνικός Οργανισμός Ανακύκλωσης,
γ) την εκτέλεση του αναληφθέντος έργου, από την ενάγουσα, εργολάβο και την παράδοσή του, με την, κατά συμφωνηθέντα, έκδοση και αποστολή προς την εναγομένη (εργοδότη) και ήδη αναιρεσείουσα, ανά μήνα, των σχετικών παραστατικών (δελτίων αποστολής και τιμολογίων), στα οποία αναγραφόταν το συλλεγέν ανακυκλώσιμο υλικό και
δ) την, ανεπιφύλακτη παραλαβή του, από την τελευταία (εναγομένη), με τη μη αμφισβήτηση των αναγραφομένων σ' αυτά ποσοτήτων ανακυκλώσιμου υλικού. Τα περιστατικά δε αυτά δικαιολογούσαν την, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 681, 694 ΑΚ, καταψήφιση σε βάρος της ήδη αναιρεσείουσας, εναγομένης της οφειλόμενης, κατά τ' ανωτέρω, στην ήδη αναιρεσίβλητη, ενάγουσα, εργολαβικής αμοιβής, από αυτή την αιτία.
Επομένως, οι δεύτερος, κατά το δεύτερο σκέλος του και ο τρίτος αναιρετικοί λόγοι, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που κατ' εκτίμηση προβάλλονται επικουρικά, σε σχέση με το πρώτο σκέλος του δευτέρου λόγου, περί εσφαλμένης παραδοχής της νομικής βασιμότητας της ένδικης αγωγής και με τους οποίους η αναιρεσείουσα καταλογίζει στο Εφετείο ότι, διέλαβε στην απόφασή του ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες, κρίνονται απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Τα δε, περαιτέρω. διαλαμβανόμενα στο αναιρετήριο και δη ότι για την είσπραξη, από την ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, της εργολαβικής της αμοιβής, προϋποτίθετο η παραγγελία προς αυτήν, εκ μέρους της εναγομένης, ήδη αναιρεσείουσας, της προμήθειας παραστατικών πωλήσεως συγκεκριμένων ποσοτήτων ανακυκλώσιμων υλικών και η αποδοχή της (παραγγελίας) από την πρώτη (ενάγουσα) δια της εκδόσεως και αποστολής προς αυτή (εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα) των αντιστοίχων τιμολογίων και, ακόμη, ότι η αναιρεσείουσα δεν υποχρεούτο σε αμοιβή της ήδη αναιρεσίβλητης, ενάγουσας για όλα τα αποστελλόμενα σ' αυτήν τιμολόγια συλλεγέντος ανακυκλώσιμου υλικού, αναφέρονται ευθέως στην εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο και, επομένως, οι επικαλούμενες αιτιάσεις είναι απαράδεκτες, διότι υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεως αιτιάσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά εκτίμηση πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας.
ΙV. Όπως συνάγεται από τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό του πόρισμα, αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη αποδείξεως, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς πάντως να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά.
Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως (ΑΠ 1413/2010, ΑΠ 1204/2008, ΑΠ 695/2008, ΑΠ 2136/2007). Εξάλλου, κατά τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.
Μέσω του παρόντος λόγου διασφαλίζεται και η τήρηση των αρχών της εκατέρωθεν ακροάσεως (ΑΠ 217/2005). Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό δίκαιο (ΟλΑΠ 2/2001). Εξάλλου, κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ, για την επαναφορά ισχυρισμών, που υποβλήθηκαν σε προηγούμενη συζήτηση στο ίδιο ή ανώτερο δικαστήριο, αρκεί η επανυποβολή τους με σύντομη περίληψη και αναφορά στις σελίδες των προτάσεων της προηγούμενης συζήτησης, που τους περιέχουν και που προσκομίζονται, απαραιτήτως, σε επικυρωμένο αντίγραφο.
Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως, η επίκληση με τις προτάσεις που υποβάλλονται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η προσβαλλόμενη απόφαση, ισχυρισμών με γενική αναφορά στις πρωτόδικες προτάσεις, το κείμενο των οποίων ενσωματώνεται στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου, δεν αρκεί, ούτε είναι νόμιμη.
Δεν πρόκειται όμως για ενσωμάτωση, όταν στο κείμενο των προτάσεων της δευτεροβάθμιας δίκης περιέχονται, έστω και αυτούσιες, οι προτάσεις προηγούμενης συζητήσεως, καλυπτόμενες από την υπογραφή, στο τέλος του, ενιαίου πλέον κειμένου, του πληρεξουσίου δικηγόρου, διότι με τον τρόπο αυτό οι προηγούμενες προτάσεις και οι τελευταίες (δηλαδή ενώπιον του Εφετείου) κατέστησαν ενιαίες και παραδεκτώς επαναφέρονται στο Εφετείο οι διαλαμβανόμενοι σ' αυτές (πρωτόδικες), ισχυρισμοί και γίνεται επίκληση των αναφερομένων σ' αυτές, αποδεικτικών, εγγράφων (1658/2017, 923/2017, 98/2017, ΑΠ 224/2016, 1420/2015).
Τέλος, η επαναφορά των ισχυρισμών του εκκαλούντος στο εφετείο μπορεί να γίνει μόνο με λόγο έφεσης και όχι με τις προτάσεις του σ' αυτό (ΑΠ 898/2009).
Στην ένδικη περίπτωση, με τον τέταρτο και τελευταίο αναιρετικό λόγο η αναιρεσείουσα αποδίδει στο Εφετείο τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 8, 11 γ' και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υποστηρίζοντας ότι, εσφαλμένα έκρινε απαράδεκτους τους ισχυρισμούς και την επίκληση των αποδεικτικών εγγράφων, που περιείχοντο στις πρωτόδικες προτάσεις της, οι οποίες είχαν περιληφθεί, αυτούσιες, στο κείμενο των δευτεροβαθμίων (προτάσεών της) και αποτελούσαν με αυτές ενιαίο κείμενο, καλυπτόμενο από την υπογραφή του πληρεξουσίου της δικηγόρου, ως μη πληρούσα τις προϋποθέσεις του άρθρου 240 ΚΠολΔ και, συνακόλουθα, δεν έλαβε υπόψη του, τους διαλαμβανομένους σ' αυτές ισχυρισμούς της και τα εξής αποδεικτικά έγγραφα: 1) την υπ' αριθμ. 380/12-04-2012 απόφαση του Δ. Σ. του ... με την οποία ανακλήθηκε η άδειά της και αναρτήθηκε στην ΔΙΑΥΓΕΙΑ με αριθμό ΑΔΑ: ...Ψ8ΟΖ - ΠΜΓ,
2) την αίτηση αναστολής ανάκλησης,
3) την απόφαση παραπομπής,
4) την απόφαση Επιτροπής Αναστολών του Διοικητικού Εφετείου,
5) τη σύμβαση της από 27-08-2012,
6) δημοσιεύματα στην ιστοσελίδα του ..., αναρτημένα στην ΔΙΑΥΓΕΙΑ, στην ιστοσελίδα του ... της 10-04-2012 και της ... της 10-04-2012, τιμολόγια του 2011, από τα οποία φαίνεται ο τρόπος με τον οποίο μετρώνται οι ποσότητες, που δεν μετρήθηκαν ποτέ για το πρώτο οκτάμηνο του 2012,
8) τις υπ' αριθμ. …28/2014 και …29/19-05-2014 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της συμβολαιογράφου Θ. Α. και,
9) τη μήνυση - έγκληση κατά της Ε. Ρ..
Ο λόγος, όμως, αυτός, καθ' όλες τις αιτιάσεις του, κρίνεται απορριπτέος. Ειδικότερα: α) Κατά μεν την αιτίασή του από τους αριθμούς 8 και 14 άρθρου 559 ΚΠολΔ, ως απαράδεκτος, αφού, όπως προκύπτει, από την κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του κειμένου των, περιεχομένων στις δευτεροβάθμιες, πρωτοδίκων προτάσεων της αναιρεσείουσας, οι διαλαμβανόμενοι σ' αυτές ισχυρισμοί της και δη ότι δεν οφείλει στην ήδη αναιρεσίβλητη, ενάγουσα την επιδιωκόμενη αμοιβή της, γιατί δεν είχε συμβατική υποχρέωση να πιστοποιεί και εγκρίνει όλες τις ποσότητες ανακυκλώσιμου υλικού, που η τελευταία είχε συλλέξει, δεν συνιστούν "πράγματα", αλλά αιτιολογημένη άρνηση της ιστορικής βάσης της ένδικης, αγωγής.
Οι δε περιεχόμενοι στην προσθήκη και αντίκρουση των ίδιων, πρωτοδίκων, προτάσεων ισχυρισμοί της αναιρεσίβλητης, περί αοριστίας και καταχρηστικότητας της ένδικης αγωγής, κατά λέξη παρατιθέμενοι, έχοντες ως εξής: "...ότι η υπό κρίση αγωγή της αντιδίκου μας είναι όχι μόνο αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης και κρίσης, αλλά νόμω και ουσία αβάσιμη και αναληθής και όλως επικουρικά και καταχρηστική, γι' αυτό πρέπει να απορριφθεί...", απαραδέκτως προβλήθηκαν, διότι, εκτός του ότι αυτοί δεν προτάθηκαν νομίμως στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ως διαληφθέντες στη μετά τη συζήτηση της υποθέσεως προσθήκη - αντίκρουση, είναι εντελώς αόριστοι.
Σε κάθε δε περίπτωση, η αιτίαση αυτή κρίνεται αβάσιμη, διότι οι ίδιοι ισχυρισμοί είχαν προβληθεί στο Εφετείο με τους πρώτο, τρίτο και τέταρτο λόγους της έφεσης της αναιρεσείουσας, που κατά τα προεκτεθέντα ελήφθησαν, από αυτό, υπόψη και απορρίφθηκαν ως αβάσιμοι. β) Κατά δε την αιτίασή του από τους αριθμούς 11 γ' και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ως αβάσιμος διότι, τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, που φέρονται ως αγνοηθέντα, από το Εφετείο, ήτοι οι δύο ένορκες βεβαιώσεις και τα προαναφερθέντα έγγραφα η αναιρεσείουσα τα είχε επικαλεσθεί και με το, πέραν των πρωτοδίκων, κείμενο των δευτεροβαθμίων προτάσεών της και, όπως προκύπτει από τις προπαρατεθείσες παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεώς του, ελήφθησαν όλα υπόψη, αφού ειδικώς μνημονεύονται σ' αυτήν τόσο οι ένορκες βεβαιώσεις, όσο και τα λοιπά ως άνω αποδεικτικά έγγραφα, που φέρονται, με την υπό κρίση αίτηση, ως αγνοηθέντα, πλην της μήνυσης - έγκλησης κατά της Ε.
Ρ., η οποία, παρόλο, που δεν αναφέρεται, ειδικώς στην προσβαλλομένη απόφαση, από την διαλαμβανόμενη σ' αυτή γενική βεβαίωση ότι ελήφθησαν υπόψη: "...όλα τα νομίμως προσκομιζόμενα και επικαλούμενα υπό των διαδίκων έγγραφα, δημόσια και ιδιωτικά, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, τα οποία με τον ίδιο τρόπο επαναπροσκομίζονται από αυτούς και ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, που καθίστανται κοινά για την απόδειξη των ισχυρισμών και του άλλου διαδίκου και τα οποία λαμβάνονται υπόψη, έστω και αν δεν μνημονεύονται ένα προς ένα, για κάποια από τα οποία γίνεται ιδιαίτερη σημείωση παρακάτω, χωρίς να αγνοείται η σημασία και η σπουδαιότητα των υπολοίπων και χωρίς να παραλείπεται κανένα, κατά την επανεκτίμηση της ουσίας της διαφοράς και τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για να χρησιμεύσουν για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων...", σε συνδυασμό με το όλο αιτιολογικό της (προσβαλλομένης) προκύπτει, αναμφίβολα, ότι ελήφθη και αυτή υπόψη από το Εφετείο και συνεκτιμήθηκε μαζί με όλα τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος.
V. Επομένως, επειδή δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος, προς έρευνα, πρέπει ν' απορριφθεί, στο σύνολό της, η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρ. 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος, που υπέβαλε η τελευταία, με τις προτάσεις της (άρθρα 106, 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει τις από: 06-04-2017 και 15-03-2017 αιτήσεις αναίρεσης, των εταιρειών "..." και "... ΑΕ", αντίστοιχα, για αναίρεση της 391/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Απορρίπτει τις ως άνω αιτήσεις αναιρέσεως.
Διατάσσει την εισαγωγή των παραβόλων στο Δημόσιο Ταμείο.
Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσείουσας, εκάστης των αιτήσεων, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης αντιδίκου της, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Νοεμβρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Ιουλίου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ