Legislator Case Law & Legislation
785/2016 AI generated

Supreme Court allows appeal on interest claim due to failure to prove tax compliance certificate before payment.

Case Number 785/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against a final judgment where a contractor was ordered to pay a consultant. The lower court incorrectly awarded interest on the unpaid balance despite the consultant failing to submit a required tax compliance certificate before receiving payment. The Court ruled that without this certificate, the debt was not yet due, making the interest claim inadmissible under civil code provisions.

Legislator headnote

AI generated

Articles 346 and 374 of the Civil Code; Interest on overdue payments is not due if the debtor validly raises a defense of non-performance of the contract due to the creditor's failure to fulfill pre-payment obligations such as providing a tax compliance certificate.

Keywords

AI generated
interest on overdue payments tax compliance certificate non-performance defense contractual obligations civil code provisions overdue debt pre-payment conditions

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 346 of the Civil Code
Article 374 of the Civil Code
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 495(4) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 785 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 785/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αντώνιο Ζευγώλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δήμητρας Παπαντωνοπούλου και του αρχαιοτέρου Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνου Τσόλα, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό, Αβροκόμη Θούα και Γεώργιο Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Σεπτεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "... Α.Ε.", η οποία εδρεύει στα … και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεράσιμο Απέργη.

Της αναιρεσίβλητης: εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "... ΕΠΕ" και το διακριτικό τίτλο "... ΕΠΕ", η οποία εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Μητράκο με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-5-2012 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Εφετείο Ανατολικής Κρήτης.

Εκδόθηκε η απόφαση 3/2014 του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητά η αναιρεσείουσα με την από 25-5-2015 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Αποστολάκης ανέγνωσε την από 9-9-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε α) να απορριφθεί ο πρώτος λόγος αναιρέσεως και β) να γίνει δεκτός ο δεύτερος.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.- Με την υπό κρίση αναίρεση προσβάλλεται η υπ’ αριθ. 3/2014 τελεσίδικη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, η οποία εκδόθηκε επί της αγωγής της αναιρεσίβλητης μελετητικής εταιρίας κατά του αναιρεσείοντος (οργανισμού κοινής ωφέλειας). Με την αγωγή αυτή η αναιρεσίβλητη ζητούσε να υποχρεωθεί ο αναιρεσείων να της καταβάλλει το υπόλοιπο εργολαβικής αμοιβής που δικαιούνταν από την εκτέλεση και παράδοση ενός μελετητικού έργου, διεπόμενου από τη νομοθεσία περί δημοσίων έργων (ν. 3669/2008 που κωδικοποίησε τις διατάξεις του ν. 1418/1984).

Με την ανωτέρω απόφαση η αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή και υποχρεώθηκε ο αναιρεσείων να πληρώσει στην αναιρεσίβλητη 129.915 ευρώ (104.915,63 ευρώ ως υπόλοιπο αμοιβής και 24.130,59 για τον αναλογούντα φ.π.α.) με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής για το μέρος εκείνο της απαιτήσεως που αντιστοιχεί στο υπόλοιπο της αμοιβής. 2.- Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτοί δεν εφαρμόστηκαν, μολονότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, ή αν εφαρμόστηκαν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ’ αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως.

Προς εξεύρεση της παραβιάσεως ελέγχεται ο δικανικός συλλογισμός που διατυπώνεται, έστω και ατελώς, και συγκροτείται από τη μείζονα πρόταση (νομική διάταξη), την ελάσσονα πρόταση (πραγματικές παραδοχές) και το συμπέρασμα. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο.

Ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ, αν το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της. Η αντικατάσταση του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης απόφασης από το αναιρετικό δικαστήριο συνίσταται στην, με την απόφασή του, υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση σε άλλο κανόνα δικαίου, εφόσον η υπαγωγή αυτή απολήγει σε πόρισμα με περιεχόμενο όμοιο προς το διατακτικό της απόφασης.

Ως αιτιολογικό νοείται η νομική αιτία, δηλαδή η διάταξη νόμου, που αποτελεί τη μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού (ΑΠολομ 30/1998). Σημειώνεται ότι, σύμφωνα με το άρθρο 77 παρ. 6 του ν. 3669/2008 που κωδικοποίησε τις διατάξεις του ν. 1418/1984, αίτηση αναίρεσης κατά των αποφάσεων του πολιτικού εφετείου επιτρέπεται μόνο για τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 559 αριθμός 1 έως 7, 9,16, 17,19 και 20 ΚΠολΔ.

Περαιτέρω, στο άρθρο 36 § 1 ν. 849/1978 ορίζεται ότι "Δια την εκπόνησιν προγραμμάτων αναπτύξεως, τοπικών, νομαρχιακών και περιφερειακών, την μελέτην, την εκτέλεσιν, την λειτουργίαν και την εκμετάλλευσιν έργων κοινωφελών και δημοσίου εν γένει ενδιαφέροντος ως και την χρηματοδότησίν των δύναται δια Προεδρικών Διαταγμάτων, εκδιδομένων προτάσει των Υπουργών Συντονισμού, Οικονομικών και Δημοσίων Έργων να συνιστώνται ανά ένα έκαστον ή πλείονας Νομούς της Χώρας, Δημόσιοι Οργανισμοί υπό την μορφήν Ανωνύμων Εταιρειών, τελούντες υπό την εποπτείαν των Υπουργών Συντονισμού, Οικονομικών και Δημοσίων Έργων.

Επί των ανωτέρω Οργανισμών εφαρμόζονται αι περί Ανωνύμων Εταιρειών κείμεναι διατάξεις, εκτός αν άλλως ήθελεν ορισθή υπό των εις εκτέλεσιν του παρόντος εκδοθησομένων Προεδρικών Διαταγμάτων και Κανονισμών". Κατ’ εξουσιοδότηση του προαναφερθέντος νόμου, εκδόθηκε το ΠΔ 125/1991 "Περί συστάσεως Οργανισμού Αναπτύξεως Ανατολικής Κρήτης", στο άρθρο 1 οποίου ορίζεται ότι: "1.

Συνιστάται Νομικόν πρόσωπον ιδιωτικού Δίκαιου υπό την επωνυμίαν "..." και εν συντομογραφία (....). 2. Ο ... λειτουργεί χάριν τού δημοσίου συμφέροντος, διεπόμενος από τους κανόνας της Ιδιωτικής οικονομίας, υποκείμενος εις τας περί Ανωνύμων Εταιρειών διατάξεις, πλην αν άλλως ορίζεται εν τω παρόντι, και απολαμβάνων διοικητικής και οικονομικής αυτοτελείας, τελεί δε υπό την εποπτείαν και τον έλεγχον του κράτους, ασκουμένην υπό των Υπουργών Συντονισμού, Οικονομικών και Δημοσίων Έργων, οι οποίοι παρέχουν εις τον Οργανισμόν την πλήρη συμπαράστασιν και εγγύησιν αυτών διά την επιτυχίαν του σκοπού του".

Ήδη καθολικός διάδοχος του ... κατέστη ο αναιρεσείων "... ΑΕ" δυνάμει του άρθρου 3 ν. 4138/2013. Επίσης, στο άρθρο 26 § 1 εδ. α’ ν. 1882/1990, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το άρθρο 25 ν. 2648/1998, ορίζεται ότι "με αποφάσεις του Υπουργού των Οικονομικών, που δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, επιτρέπεται να επιβάλλονται κατά οφειλετών, που δεν έχουν εκπληρώσει τις από οποιαδήποτε αιτία οφειλές τους προς το Δημόσιο, περιορισμοί και απαγορεύσεις, που ανάγονται στις κάθε φύσεως συναλλαγές, πράξεις ή ενέργειες αυτών είτε με τους ιδιώτες, είτε με το Δημόσιο, δήμους κοινότητες, νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, ιδρύματα κάθε κατηγορίας, οργανισμούς, τράπεζες, επιχειρήσεις δημόσιας ή κοινής ωφέλειας και γενικά τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται από την ισχύουσα νομοθεσία".

Κατ’ εξουσιοδότηση της προαναφερόμενης διάταξης εκδόθηκε αρχικά η υπ’ αριθ..../9-8-1990 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, η οποία καταργήθηκε και ακολούθως η υπ’ αριθ. .../1999 απόφαση του ίδιου Υπουργού, στο άρθρο 1 της οποίας αναφέρεται ότι "Καθίσταται υποχρεωτική η προσκόμιση αποδεικτικού ενημερότητας στις εξής περιπτώσεις: 1.

Για την είσπραξη χρημάτων ή την εξόφληση τίτλων πληρωμής από Δημόσιους Υπόλογους, ΔΟΥ, Τελωνεία, Δήμους, Κοινότητες, ΝΠΔΔ, Δημόσιες, Δημοτικές και Κοινοτικές επιχειρήσεις, επιχειρήσεις Δημόσιας ή Κοινής Ωφέλειας και γενικά επιχειρήσεις ή οργανισμούς του ευρύτερου Δημόσιου Τομέα, όπως αυτός καθορίζεται από την ισχύουσα κάθε φορά νομοθεσία, καθώς και απ’ αυτούς που ενεργούν πληρωμές με εντολή ή εξουσιοδότηση των παραπάνω, εφόσον το ακαθάριστο ποσό του τίτλου πληρωμής υπερβαίνει τις 300.000 δρχ.

Στις περιπτώσεις αυτές, το αποδεικτικό ενημερότητας προσκομίζεται από τον εισπράττοντα, με την επιφύλαξη των αναφερομένων στην παρ. 12 του ιδίου άρθρου της παρούσας". Τέλος, στο άρθρο 2 ορίζεται ότι "Το αποδεικτικό ενημερότητας για τα χρέη προς το Δημόσιο προσκομίζεται, με βάση τα αναφερόμενα στο προηγούμενο άρθρο: 1.

Στην περ. 1, στους διενεργούντες την πληρωμή ή την εξόφληση του τίτλου, κατά την πληρωμή ή την εξόφληση αυτού..." Από το συνδυασμό των ανωτέρω συνάγεται ότι, επί συμβάσεως έργου που συνάπτεται κατά τη νομοθεσία περί δημοσίων έργων (ν. 3669/2008 που κωδικοποίησε τις διατάξεις του ν. 1418/1984) με επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας, όπως είναι κατά τα προαναφερόμενα ο αναιρεσείων "...

ΑΕ", ο εργολάβος, ανάδοχος του έργου, εκτός από την υποχρέωση της κύριας παροχής (κατασκευή και παράδοση του έργου) έχει εκ του νόμου (αλλά και εκ της συμβάσεως αν περιλήφθηκε σ’ αυτήν ταυτόσημος όρος) και την παρεπόμενη υποχρέωση να παραδώσει στον εργολάβο, κύριο του έργου, πιστοποιητικό φορολογικής ενημερότητας, εφόσον το ποσό τη απαιτήσεώς του υπερβαίνει το όριο που ο νόμος ορίζει κάθε φορά.

Εάν ο εργολάβος (μετά την εκτέλεση και παράδοση του έργου) ζητεί την αμοιβή του, χωρίς συγχρόνως να εκπληρώνει την ανωτέρω υποχρέωσή του, ο οφειλέτης εργοδότης έχει κατ’ αυτού την εκ του άρθρου 374 ΑΚ (γνήσια και αναβλητική) ένσταση του μη εκπληρωθέντος συναλλάγματος με την ειδικότερη μορφή της μη προσήκουσας (μερικής) εκπληρώσεως του συναλλάγματος, δεδομένου ότι η ένσταση αυτή προβάλλεται αν ο ενάγων δεν εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του στο σύνολό τους, δηλαδή τόσο την κύρια όσο και τις τυχόν παρεπόμενες υποχρεώσεις του που ειδικά προβλέπονται (όπως η προαναφερόμενη της προσκομιδής πιστοποιητικού φορολογικής ενημερότητας) ή προκύπτουν από τη διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ.

Αρκεί βέβαια η ανεκτέλεστη παρεπόμενη υποχρέωση να μη κρίνεται στη συγκεκριμένη ασήμαντη (άρθρο 376 ΑΚ). Η προβολή και παραδοχή της ενστάσεως αυτής έχει ως αποτέλεσμα, σύμφωνα με το άρθρο 378 ΑΚ, η καταδίκη του εργοδότη προς παροχή της αμοιβής να τελεί υπό τον όρο της ταυτόχρονης εκ μέρους του εργολάβου εκπληρώσεως της ανωτέρω παρεπόμενης παροχής που τον βαρύνει, δηλαδή υπό τον όρο της ταυτόχρονης παράδοσης του οφειλόμενου πιστοποιητικού φορολογικής ενημερότητας.

Σημειωτέον ότι δεν είναι δογματικά ορθό να θεωρηθεί η ανωτέρω ένσταση του οφειλέτη ως ένσταση επισχέσεως των άρθρων 325 επ. ΑΚ διότι ο οφειλέτης δεν αντιπροβάλλει κατά του δανειστή μία άλλη δική του ανταξίωση, συναφή προς αξίωση του δανειστή, αλλά μία, παρεπόμενη όπως προαναφέρθηκε, υποχρέωση αντιπαροχής που τελεί οργανικά (λειτουργικά) σε σχέση αμοιβαίας εξαρτήσεως με τη γένεση και την εξέλιξη της δικής του παροχής.

Η δε ένσταση του μη εκπληρωθέντος συναλλάγματος, αν γίνει δεκτή, δεν οδηγεί σε (πρόσκαιρη έστω) απόρριψη της αγωγής για το λόγο ότι η απαίτηση δεν είναι ληξιπρόθεσμη, όπως κατά κανόνα συνεπάγεται η παραδοχή των αναβλητικών ενστάσεων (λ.χ. περί παροχής νέας προθεσμίας), αλλά στην καταδίκη του εναγομένου να εκπληρώσει την προς τον ενάγοντα παροχή του ταυτόχρονα με την εκπλήρωση της αντιπαροχής, που τον βαρύνει, ακριβώς λόγω της ειδικής προβλέψεως του άρθρου 378 ΑΚ (αναλόγως και επί ενστάσεως επισχέσεως βλ.

άρθρο 329 ΑΚ). Αν η εν λόγω ένσταση δεν προταθεί, δεν λαμβάνεται υπόψη υπό του δικαστηρίου αυτεπαγγέλτως. Επομένως το δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να διαλάβει στην απόφασή του διάταξη περί υποχρεώσεως του εναγομένου να εκπληρώσει την προς τον ενάγοντα παροχή του ταυτόχρονα με την εκπλήρωση της αντιπαροχής που τον βαρύνει.

Εν προκειμένω, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "... Ε.Π.Ε." ασχολείται με την εκπόνηση μελετών για λογαριασμό διάφορων φορέων (ιδιωτικών και δημοσίων) και έργων, μεταξύ των οποίων και δημοσίων έργων. Με την με αριθμό .../8-11-1999 Κοινή Υπουργική απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας, ΥΠΕΧΩΔΕ και Μεταφορών Επικοινωνιών, ανατέθηκε στον εναγόμενο οργανισμό η εκπόνηση της αναγκαίας προμελέτης και η συγγραφή των Συμβατικών τευχών για το έργο "Κατασκευή λοξού διαδρόμου προσαπογειώσεων αεροσκαφών Κρατικού ...", καθώς και οι απαιτούμενες σχετικές εργασίες προκειμένου το έργο αυτό να δημοπρατηθεί από το ΥΠΕΧΩΔΕ, στα πλαίσια της οποίας και συνήφθη η από 15-11-1999 προγραμματική σύμβαση μεταξύ του εναγομένου οργανισμού και του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών, ως εποπτεύουσας αρχής της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας και την Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας.

Προς το σκοπό τούτο και με βάση την άνω προγραμματική σύμβαση, ο εναγόμενος οργανισμός, ανέθεσε στην ενάγουσα εταιρεία, με την από 27-5-1999 έγγραφη σύμβαση, που συνήφθη μεταξύ του νομίμου εκπροσώπου του και Πρόεδρου του Δ.Σ. αυτού Β. Β.. και του νομίμου εκπροσώπου της αναδόχου εταιρείας (ενάγουσας) Ι. Σ., την εκπόνηση της Προμελέτης λιμενικού και γεωτεχνικού σχεδιασμού των θαλασσίων τμημάτων του Έργου "...".

Το αντικείμενο της ανατεθείσης στην ενάγουσα Προμελέτης σύμφωνα με το άρθρο 1 της άνω έγγραφης σύμβασης αφορούσε τις ακόλουθες εργασίες: α) Το σχεδιασμό της θεμελίωσης του σώματος του επιχώματος (υφάλου και εξάλλου) του νέου διαδρόμου στο θαλάσσιο τμήμα αυτού κατά τις Προδιαγραφές Προμελέτης του Π.Δ. 696/1974.

Ο σχεδιασμός θα συμπληρωνόταν μετά των απαιτούμενων στατικών και δυναμικών ελέγχων για τα στάδια της κατασκευής και λειτουργίας του έργου, διαστασιολόγηση των διατομών, καθορισμό των υλικών κατασκευής, εκτίμηση χρόνων ολοκλήρωσης καθιζήσεων και χωρικό και χρονικό προσδιορισμό των αναγκαίων ζωνών θωρακίσεως.

Στο πλαίσιο των παραπάνω θα γινόταν μελέτη εναλλακτικών λύσεων, εφόσον αυτό καθίστατο αναγκαίο από τη φύση του έργου, β) τη σύνταξη Τεχνικών Προδιαγραφών για τα λιμενικά έργα και τις εργασίες θεμελίωσης καθώς και τα προτεινόμενα κατά περίπτωση υλικά, γ) τη σύνταξη Τιμολογίου Μελέτης, περιλαμβανομένων των μη τυποποιημένων (ΠΑΤΕ, ΠΤΕΟ κ.λ.π.) περιγραφικών τιμολογίων λιμενικών εργασιών και θεμελιώσεως, δ) τη σύνταξη των τεχνικών όρων της Ε.Σ.Υ.

που θα περιελάμβαναν μεταξύ άλλων τις μεθόδους παρακολούθησης επιμέτρησης και πληρωμής των καθιζανόντων πρισμάτων, μεθόδους μετακυλιόμενης επιφόρτωσης, υποχρεώσεις κατασκευής δοκιμαστικού επιχώματος μετά των οργάνων παρακολούθησης του κ.α., ε) κάθε άλλη εργασία έστω και μη ρητά αναφερόμενη στη σύμβαση, η οποία όμως ήταν απαραίτητη για την αρτιότητα της Προμελέτης, σε βαθμό προωθημένης προμελέτης επαρκούς για την επιτυχή δημοπράτηση του έργου, ενώ η οδοστρωσία και η ασφαλτική στρώση επί του επιχώματος, όπως διευκρινίζεται στη σύμβαση, δεν εντάχθηκε στο αντικείμενο του Συμβούλου (ενάγουσας εταιρείας), ο οποίος όμως οφείλει να δώσει όλες εκείνες τις παραμέτρους που ήταν αναγκαίες για τη μελέτη και τον προσδιορισμό των υπέρ το επίχωμα στρώσεων.

Ως προς την αμοιβή της ενάγουσας συμφωνήθηκε ότι αυτή θα ανερχόταν στο συνολικό κατ’ αποκοπήν ποσό των 55.000.000 δραχμών και ήδη 161.408,75 ευρώ πλέον του αναλογούντος Φ.Π.Α., ο οποίος θα βάρυνε τον εναγόμενο Οργανισμό. Στην ανωτέρω συμφωνηθείσα κατ’ αποκοπήν αμοιβή περιλαμβανόταν η αποζημίωση της ενάγουσας Συμβούλου, οι κάθε μορφής δαπάνες για την εκπόνηση της Μελέτης, τα γενικά και επισφαλή έξοδα, οι φόροι, τα τέλη χαρτοσήμου και κάθε νόμιμη εισφορά που ισχύει την ημερομηνία ανάθεσης της Μελέτης και αποδοχής αυτής από την ενάγουσα, ενώ είχε συμπεριληφθεί σε αυτήν και η κατά με τις κείμενες διατάξεις έκπτωση υπέρ του Δημοσίου, μη περιλαμβανομένων σε αυτήν τυχόν κρατήσεων υπέρ τρίτων, τις οποίες βαρυνόταν ο εναγόμενος Οργανισμός.

Η καταβολή δε της αμοιβής αυτής συμφωνήθηκε (άρθρο 4.4. της άνω σύμβασης) να καταβληθεί ως ακολούθως: α) Προκαταβολή ίση με το 15% επί της συμβατικής αμοιβής με την υπογραφή της συμβάσεως, β) ποσοστό 20% επί της συμβατικής- αμοιβής με την υποβολή της Προκαταρτικής Έκθεσης, γ) ποσοστό 40% επί της συμβατικής αμοιβής με την υποβολή της Προμελέτης, δ) ποσοστό 15% επί της συμβατικής αμοιβής, με την υποβολή των Τεχνικών Προδιαγραφών του Τιμολογίου και της Τ.ΣΥ.

και ε) Εξόφληση της συμβατικής αμοιβής (10%) με την έγκριση της ολοκληρωμένης μελέτης. Ορίστηκε επίσης ότι το σύνολο της αμοιβής, όπως και οι έναντι καταβολές αυτής καθ’ όλη την προβλεπόμενη διάρκεια της σύμβασης θα παρέμεναν σταθερές, μη υποκείμενες σε αναθεώρηση, ενώ πριν την εξόφληση κάθε λογαριασμού, η ενάγουσα είχε την υποχρέωση να προσκομίσει φορολογική ενημερότητα καθώς και βεβαίωση οφειλών του ΙΚΑ ή σε άλλους ασφαλιστικούς φορείς περί εξοφλήσεως των υποχρεώσεων της σε αυτούς.

Η κατάρτιση της ανωτέρω σύμβασης, το ύψος της κατ’ αποκοπήν αμοιβής και οι συμφωνηθείσες επιμέρους (τμηματικά) καταβολές έναντι της συνολικής αμοιβής, ομολογούνται ως μη αμφισβητούντες ειδικά από τον εναγόμενο Οργανισμό. Κατ’ εφαρμογή των όρων της άνω συμβάσεως η ενάγουσα ως ανάδοχος Σύμβουλος εταιρεία εκπόνησε την ανατεθείσα σε αυτήν προμελέτη, τόσο στην έδρα της στην Αθήνα όσο και επιτόπου του έργου με συλλογή στοιχείων και υπέβαλε εμπρόθεσμα κατά στάδια στον εναγόμενο Οργανισμό το σύνολο των κατά τα άνω επιμέρους αντικειμένων της Μελέτης, τα οποία αυτός παρελάμβανε ανεπιφύλακτα, χωρίς να τους αμφισβητήσει προσηκόντως και αρμοδίως, με αποτέλεσμα να λογίζονται πλέον ως αυτοδίκαια παραληφθέντα.

Η τελική υποβολή των αντικειμένων της αναληφθείσας Προμελέτης από την ενάγουσα ολοκληρώθηκε στις 4-2-2005 με το με αριθ. πρωτ. .../4-2-2005 έγγραφο της (αριθ. πρωτ. εναγομένου Οργανισμού ...7-2-2005) με το οποίο και υποβλήθηκαν στον εναγόμενο τα τελικά συμπληρωματικά στοιχεία για την άνω Προμελέτη, με αποτέλεσμα η ενάγουσα να έχει μέχρι τότε (4-2-2005) εκπληρώσει πλήρως τις υποχρεώσεις της έναντι του εναγομένου που ανέλαβε με την ρηθείσα από 27-5-1999 σύμβαση, ο δε τελευταίος να έχει παραλάβει ανεπιφύλακτα το ανατεθέν έργο.

Σημειώνεται εδώ ότι ο εναγόμενος Οργανισμός ουδόλως αμφισβητεί την εμπρόθεσμη παράδοση της ρηθείσης Προμελέτης, ούτε αρνείται την έγκριση του έργου. Μετά απ’ αυτό, η ενάγουσα συνέταξε και υπέβαλε στον εναγόμενο Οργανισμό την 29-6-2008 τον 6° τελικό Λογαριασμό /Πιστοποίηση της Μελέτης, με τον οποίο ζητούσε την πλήρη εξόφληση της εκ της συμβάσεως αμοιβής της, ο οποίος συνοδευόταν από αντίστοιχη 6η Εντολή Πληρωμής και Πινάκιο Αμοιβής, προς εξόφληση της κατ’ αποκοπή αμοιβής της εξ ευρώ 161.408,75 (55.000.000 δρχ.), μετά την αφαίρεση ποσού εκ 56.493,03 ευρώ (19.250.000 δρχ.), που της είχαν καταβληθεί με τους προηγούμενους πέντε λογαριασμούς- πιστοποιήσεις κατά τα διάφορα στάδια της προμελέτης, όπως είχε άλλωστε συμφωνηθεί με την ένδικη σύμβαση, δηλαδή υπόλοιπο αμοιβής προς καταβολή 35.750.000 δρχ.

ή 104.915,63 ευρώ πλέον Φ.Π.Α. 19% εκ 6.792.500 δρχ. ήτοι συνολικά 42.542.500 δρχ. ή 124.849,60 ευρώ. Ο λογαριασμός αυτός κατέστη οριστικός, ως αυτοδικαίως εγκριθείς, ως προς το ύψος της περιλαμβανομένης σε αυτόν αμοιβής της αναδόχου μελετητού για την εκπονηθείσα από αυτήν μελέτη, μετά την πάροδο του προβλεπόμενου κατά νόμο χρονικού διαστήματος του ενός μηνός, χωρίς να έχει πραγματοποιηθεί από τη διευθύνουσα υπηρεσία ο οποιοσδήποτε έλεγχος ή διόρθωση του και δεν αμφισβητήθηκε προσηκόντως ενώπιον του οικείου δικαστηρίου κατά τα προεκτεθέντα.

Παρά ταύτα όμως ο τελευταίος αν και οχλήθηκε τόσο προφορικά, όσο και εγγράφως από την ενάγουσα προς αποπληρωμή του ως άνω οφειλόμενου ποσού (τελευταία φορά με το από 31-1-2011 (αριθ. πρωτ. ...31-10-2011 έγγραφο της), δεν το έχει καταβάλει μέχρι σήμερα. Όλα τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά συνομολογούνται από τους διαδίκους, αφού η μεν ενάγουσα ρητά τα αναφέρει στην αγωγή της, ο δε εναγόμενος δεν τα αμφισβητεί ειδικά με τις προτάσεις του, συναγόμενης συνεπώς ομολογίας του περί αυτών κατά το άρθρο 261 του Κ.Πολ.Δ., ισχυριζόμενος μόνον ότι η ένδικη αξίωση της ενάγουσας δεν έχει καταστεί απαιτητή και ληξιπρόθεσμη, καθόσον ουδέποτε εξέδωσε και προσκόμισε σε αυτήν τα κατά νόμο απαιτούμενα δικαιολογητικά (βεβαιώσεις φορολογικής και ασφαλιστικής ενημερότητας, κ.λ.π.), με αποτέλεσμα να αίρεται η υπερημερία του ως προς την πληρωμή της ένδικης αξίωσης.

Ο ισχυρισμός όμως αυτός αλυσιτελώς προβάλλεται, αφού σύμφωνα με τα προεκτεθέντα ο άνω λογαριασμός (6ος), τον οποίο ουδόλως αμφισβήτησε προσηκόντως, έχει οριστικοποιηθεί κατά τα άνω ως αυτοδικαίως εγκριθείς και ο ίδιος όφειλε να τον πληρώσει εντός διμήνου από\ της (σιωπηρής) εγκρίσεως του, η δε υποχρέωση της ενάγουσας (συμβατική και νόμιμη) της προσκομιδής των ρηθέντων δημοσίων εγγράφων αφορά τη διαδικασία εξόφλησης του ρηθέντος λογαριασμού και όχι το ληξιπρόθεσμο και απαιτητό της ένδικης αξίωσης.

Συνακόλουθα των όσων αναφέρθηκαν, η αγωγή πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως κατ’ ουσίαν βάσιμη και να υποχρεωθεί το εναγόμενο Ν.Π.I.Δ., να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 104.915,63 ευρώ ως υπόλοιπο αμοιβής της για την εκπόνηση της άνω Προμελέτης καθώς και το αντίστοιχο ποσό του ΦΠΑ, ποσοστού ήδη από 1-7- 2010 23% και ύψους 24.130,59 ευρώ, και συνολικά το ποσό των 129.046,22 ευρώ, με το νόμιμο τόκο, από την επίδοση της αγωγής, μόνο για το ποσό των 104.915,63 ευρώ, ενώ το ποσό των 24.130,59 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στον αναλογούντα ΦΠΑ, πρέπει να καταβάλει ατόκως, δεδομένου ότι η ενάγουσα δεν αποδεικνύει (ούτε εξάλλου επικαλείται στην αγωγή της), ότι το ποσό αυτό έχει αποδοθεί, με την έκδοση των σχετικών τιμολογίων, και από πότε, στο Ελληνικό Δημόσιο, απορριπτόμενου ως ουσιαστικά αβάσιμου, του αιτήματος της αγωγής περί καταψήφισης του εναγόμενου στην καταβολή τόκων και για το ποσό αυτό (για τη μη τοκοφορία του ποσού του ΦΠΑ, όταν δεν αποδεικνύεται η προσήκουσα καταβολή του και ο χρόνος καταβολής του".

Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ο αναιρεσείων - εναγόμενος Οργανισμός προβάλλει παραδεκτά την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τον έλεγχο της ενστάσεώς του ότι η απαίτηση του αναιρεσίβλητου εργολάβου για το υπόλοιπο της εργολαβικής αμοιβής του δεν ήταν ληξιπρόθεσμη και απαιτητή, διότι τελούσε υπό την αναβλητική αίρεση της προσκομιδής προς αυτόν πιστοποιητικού φορολογικής και ασφαλιστικής ενημερότητας, η οποία δεν είχε πληρωθεί, προσέδωσε στον εφαρμοστέους ως άνω κανόνες δικαίου (άρθρα 36 § 1 ν. 849/1978, 1 ΠΔ 125/1991, 26 § 1 εδ.

α` ν. 1882/1990, 1 υπ’ αριθ. 2048300/6844 11/0016/9-8-1990 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών 1 και 2 υπ’ αριθ. 1013368/ 6976/0016/1999 απόφαση του ίδιου Υπουργού) έννοια διαφορετική από την αληθινή, με ψευδή ερμηνεία αυτών, δεχθέν ότι "... η υποχρέωση της ενάγουσας (συμβατική και νόμιμη) της προσκομιδής των ρηθέντων δημοσίων εγγράφων αφορά τη διαδικασία εξόφλησης του ρηθέντος λογαριασμού και όχι το ληξιπρόθεσμο και απαιτητό της ένδικης αξίωσης".

Με το αιτιολογικό αυτό απέρριψε την ανωτέρω ένσταση ως αλυσιτελή. Ωστόσο, το ανωτέρω αιτιολογικό απορρίψεως της ενστάσεως δεν είναι ορθό. Σύμφωνα και με τις προαναφερόμενες αιτιολογίες, η ορθή έννοια των ως άνω εφαρμοστέων διατάξεων είναι ότι, επί συμβάσεως έργου που συνάπτεται κατά τη νομοθεσία περί δημοσίων έργων με επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας, όπως είναι κατά τα προαναφερόμενα ο αναιρεσείων "...

ΑΕ", ο εργολάβος, εκτός από την υποχρέωση της κύριας παροχής (κατασκευή και παράδοση του έργου) έχει εκ του νόμου (αλλά και εκ της συμβάσεως αν περιλήφθηκε σ’ αυτήν ταυτόσημος όρος) και την παρεπόμενη υποχρέωση να παραδώσει στον εργολάβο, κύριο του έργου, πιστοποιητικό φορολογικής ενημερότητας, εφόσον το ποσό τη απαιτήσεώς του υπερβαίνει το όριο που ο νόμος ορίζει κάθε φορά.

Εάν ο εργολάβος (μετά την εκτέλεση και παράδοση του έργου) ζητεί την αμοιβή του, χωρίς συγχρόνως να εκπληρώνει την ανωτέρω υποχρέωσή του, ο οφειλέτης εργοδότης έχει κατ’ αυτού την εκ του άρθρου 374 ΑΚ αναβλητική ένσταση του μη εκπληρωθέντος συναλλάγματος με την ειδικότερη μορφή της μη προσήκουσας (μερικής) εκπληρώσεως του συναλλάγματος, με αποτέλεσμα η καταδίκη του εργοδότη προς παροχή της αμοιβής να γίνει υπό τον όρο της ταυτόχρονης εκ μέρους του εργολάβου παράδοσης του οφειλόμενου πιστοποιητικού φορολογικής ενημερότητας.

Έπρεπε, λοιπόν, η προσβαλλόμενη απόφαση να απορρίψει την προβληθείσα ένσταση ως μη νόμιμη διότι, με βάση τα επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά και την ορθή έννοια της εφαρμοστέας νομοθεσίας, η υποχρέωση του ενάγοντος εργολάβου να παραδώσει στον κύριο του έργου πιστοποιητικό φορολογικής ενημερότητας δεν συνιστούσε αναβλητική αίρεση από την πλήρωση της οποίας εξαρτήθηκε η απαίτηση για το εργολαβικό αντάλλαγμα ώστε προ της πληρώσεώς της το χρέος να μη είναι ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, αλλά παρεπόμενη νόμιμη (εν προκειμένω και συμβατική) υποχρέωση του ενάγοντος εργολάβου και γι’ αυτό επί μη εκπληρώσεως αυτής ο αναιρεσείων Οργανισμός (εναγόμενος) δικαιούταν να προβάλλει την ένσταση του μη εκπληρωθέντος συναλλάγματος με τις συνέπειες που αυτή κατά τα ανωτέρω παράγει.

Εάν ο αναιρεσείων είχε προτείνει την ένσταση αυτή, η οποία δεν λαμβάνεται υπόψη του δικαστηρίου αυτεπαγγέλτως, και ήθελε γίνει δεκτή ως βάσιμη, η παραδοχή της δεν θα οδηγούσε σε απόρριψη της αγωγής, όπως ζητούσε ο αναιρεσείων, αλλά στην καταδίκη του να εκπληρώσει την προς τον ενάγοντα παροχή του ταυτόχρονα με την εκπλήρωση της παρεπόμενης αντιπαροχής που και αυτόν (ενάγοντα) βάρυνε.

Εφόσον εν προκειμένω δεν προτάθηκε ένσταση με τέτοιο αίτημα, το δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να διαλάβει στην απόφασή του διάταξη περί καταδίκης του εργοδότη προς παροχή της αμοιβής υπό τον όρο της ταυτόχρονης εκ μέρους του εργολάβου παράδοσης του οφειλόμενου πιστοποιητικού φορολογικής ενημερότητας.

Εν τέλει, από τα προαναφερόμενα προκύπτει ότι το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης αναφορικά με την απόρριψη της ελεγχόμενης ενστάσεως κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό. Σύμφωνα λοιπόν και με τις προαναφερόμενες αιτιολογίες, ο πρώτος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ διότι ο αναιρεσείων δεν επικαλείται έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, προϋπόθεση αναγκαία για να αναιρεθεί η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της.

3.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 346 ΑΚ, ο οφειλέτης χρηματικής οφειλής και αν δεν είναι υπερήμερος, οφείλει νόμιμους τόκους, αφότου επιδόθηκε η αγωγή για το ληξιπρόθεσμο χρέος. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι επί χρηματικής οφειλής που αναφέρεται σε ληξιπρόθεσμο (απαιτητό) χρέος, ο οφειλέτης οφείλει νόμιμους τόκους από την προς αυτόν επίδοση της καταψηφιστικής αγωγής, ανεξάρτητα από την υπερημερία ή υπαιτιότητά του για την καθυστέρηση.

Ληξιπρόθεσμο ή απαιτητό είναι το χρέος όταν η πληρωμή του δεν εξαρτάται από αίρεση που δεν πληρώθηκε ή από προθεσμία που δεν έληξε, αλλά έχει επέλθει ο χρόνος εξόφλησής του και μπορεί να εξαναγκασθεί ο οφειλέτης σε εκπλήρωση της σχετικής υποχρέωσής του, χωρίς να δικαιούται να αντιτάξει οποιαδήποτε αναβλητική ένσταση.

Με τα δεδομένα αυτά, αξίωση νόμιμων τόκων από την επίδοση της καταψηφιστικής αγωγής υπάρχει, κατά την έννοια του άρθρου 346 ΑΚ, μόνον εφόσον κατά το χρόνο αυτό υπάρχει η οφειλή του εναγομένου και είναι ληξιπρόθεσμη (απαιτητή), χωρίς η καταβολή της να εξαρτάται από την πλήρωση όρου ή προϋποθέσεως που τίθεται είτε από νομοθετική διάταξη είτε και από τα συμφωνηθέντα μεταξύ των μερών (ΑΠολομ 41/2002).

Έτσι, επί αμφοτεροβαρών συμβάσεων, εφόσον ο οφειλέτης έχει την ένσταση της μη εκπληρώσεως του συναλλάγματος (άρθρο 374 ΑΚ), η απαίτηση του δανειστή είναι απαιτητή μόνο με την ταυτόχρονη δήλωσή του ότι είναι έτοιμος προς αντιπαροχή. Και ναι μεν η παραδοχή της ενστάσεως αυτής δεν έχει, όπως προαναφέρθηκε, ως αποτέλεσμα την απόρριψη της αγωγής για το λόγο ότι η απαίτηση δεν είναι ληξιπρόθεσμη λόγω, ακριβώς, της ειδικής προβλέψεως του άρθρου 378 ΑΚ, πλην όμως εμποδίζει την εφαρμογή του άρθρου 346 ΑΚ για την επιδίκαση τόκων επιδικίας αφού το χρέος δεν είναι ληξιπρόθεσμο και απαιτητό (ΑΠ 3/2015).

Εν προκειμένω, η προσβαλλόμενη απόφαση, αφού κατά τα προαναφερόμενα απέρριψε την ένσταση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, έκανε δεκτή την αγωγή εν μέρει και τον υποχρέωσε να πληρώσει στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη συνολικά ποσό 129.915 ευρώ (104.915,63 ευρώ ως υπόλοιπο αμοιβής και 24.130,59 ευρώ για τον αναλογούντα φ.π.α.).

Περαιτέρω, αν και η προσβαλλόμενη απόφαση στις παραδοχές της περιλαμβάνει ότι: α) ο αναιρεσείων είναι οργανισμός κοινής ωφέλειας, β) υπήρχε (συμβατική και νόμιμη) υποχρέωση της αναιρεσίβλητης να προσκομίσει πριν από τη πληρωμή της εργολαβικής αμοιβής πιστοποιητικό φορολογικής ενημερότητας και γ) ότι η αναιρεσίβλητη ουδέποτε προσκόμισε στον αναιρεσείοντα τέτοιο πιστοποιητικό για την είσπραξη του επίδικου 6ου λογαριασμού, εν τούτοις επιδίκασε νόμιμους τόκους (επιδικίας) κατά το άρθρο 346 ΑΚ για το μέρος εκείνο της απαιτήσεως που αντιστοιχεί στο υπόλοιπο της αμοιβής (104.915,63 ευρώ), απορρίπτοντας σιωπηρά τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί μη συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 346 ΑΚ.

Σύμφωνα όμως και με τις προαναφερόμενες αιτιολογίες, η προσβαλλόμενη εσφαλμένα εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 346 ΑΚ, αφού με βάση τις ανωτέρω παραδοχές της, το χρέος του αναιρεσείοντος, το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, αποτελεί κατά το π.δ. 383/1979 επιχείρηση κοινής ωφέλειας, δεν είχε καταστεί ληξιπρόθεσμο και απαιτητό (όρος αναγκαίος για την επιδίκαση τόκων επιδικίας κατά το άρθρο 346 ΑΚ) λόγω της μη προσκομιδής εκ μέρους της αναιρεσίβλητης των απαιτούμενων κατά νόμο δικαιολογητικών και ειδικότερα του πιστοποιητικού φορολογικής ενημερότητας, πράγμα που είχε ως έννομο αποτέλεσμα να δικαιούται ο αναιρεσείων να αντιτάξει κατ’ αυτής βασίμως την αναβλητική ένσταση της μη εκπληρώσεως του συναλλάγματος (άρθρο 374 ΑΚ).

Όπως δε προαναφέρθηκε, ο αναιρεσείων, αν και δεν πρόβαλε με πληρότητα την ανωτέρω ένσταση, ωστόσο επικαλέσθηκε ειδικά, ως λόγο που κώλυε το ληξιπρόθεσμο της οφειλής του, το γεγονός ότι η αναιρεσίβλητη δεν του είχε προσκομίσει πριν από τη πληρωμή της εργολαβικής αμοιβής πιστοποιητικό φορολογικής ενημερότητας.

Συνακόλουθα δεν έπρεπε να επιδικάσει στην ενάγουσα τόκους επιδικίας. Κατόπιν τούτου, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.

4.- Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνο κατά τη διάταξή της που αφορά το κεφάλαιο της επιδίκασης τόκων, να κρατηθεί η υπόθεση για εκδίκαση από το Δικαστήριο τούτο, εφόσον δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 65 παρ. 1 του ν. 4139/2013) και στη συνέχεια να απορριφθεί το ως άνω αγωγικό κεφάλαιο. Η αναιρεσίβλητη πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ). Επίσης, πρέπει, να διαταχθεί η απόδοση στον αναιρεσείοντα του καταβληθέντος, για την άσκηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ’ αριθ. 3/2014 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης μόνο ως προς τη διάταξή της που αφορά την επιδίκαση τόκων επιδικίας. ΚΡΑΤΕΙ την υπόθεση και δικάζοντας επί της αγωγής.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ το αίτημα περί καταβολής τόκων επιδικίας.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την απόδοση στον αναιρεσείοντα του καταβληθέντος, για την άσκηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, παραβόλου.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Δεκεμβρίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Δεκεμβρίου 2016.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ