Supreme Court allows appeal against lower court's dismissal of bank's claim due to procedural errors.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal filed by Eurobank against the Athens Court of Appeal's decision dismissing the bank's claim. The bank argued the lower court erred by examining the existence of the debt without first verifying the procedural prerequisite of transferring the claim's validity to the appellate level. The court agreed, finding that the appellate court failed to limit its review to the abuse of rights argument as required by law. Consequently, the appeal was accepted, the lower judgment was annulled, and the case was remanded for retrial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 534, 559, 580 of the Code of Civil Procedure; The appellate court must strictly limit its review to the specific grounds of appeal and cannot examine the substantive existence of a claim if procedural prerequisites for such examination have not been met.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 785 / 2015 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 785/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού και Χαράλαμπο Μαχαίρα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", πρώην "ΤΡΑΠΕΖΑ EFG EUROBANK ERGASIAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" όπως μετονομάσθηκε η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EFG EUROBANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΡΗΤΗΣ Α.Ε." λόγω συγχώνευσης των δύο εταιρειών με απορρόφηση της δεύτερης από την πρώτη, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φλώρα Τριανταφύλλου και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Ανάπτυξης και τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, ως ειδικού διαδόχου της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΑΝΑΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ Α.Ε." το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Αλέξανδρο Σταυράκη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/5/2000 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2797/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1191/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17/1/2014 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Μαχαίρας ανέγνωσε την από 10/10/2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αναίρεσης ως προς όλους τους λόγους της.
Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ασκήθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών η από 15-05-2000 αγωγή της αναιρεσείουσας, ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ergasias Ανώνυμη Εταιρεία" κατά της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΑΝΑΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ Α.Ε." στην οποία υπεισήλθε ως ειδικός διάδοχος το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, μετά το πέρας της εκκαθάρισής της (άρθρο 15 παρ.2 Ν. 2741/1999). Η αναιρεσείουσα ιστορούσε ότι η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΡΗΤΗΣ" της οποίας αύτη κατέστη καθολική διάδοχος λόγω συγχώνευσης των δύο εταιρειών με απορρόφηση της δεύτερης από την πρώτη (αναιρεσείουσα) την 4-10-1999, είχε χορηγήσει πίστωση αλληλόχρεου λογαριασμού με την με αρ. 691/23-5-1988 σύμβαση, στην ανώνυμη εταιρεία "ΕΛΙΝΤΑ Α.Β.Ε." μέχρι του ποσού των 450.000.000 δραχμών και με εγγύηση (υπ' αρ. 5787/1/24-5-1988 εγγυητική επιστολή) της εναγόμενης ανώνυμης εταιρείας "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΟΟΑΕ μέχρι 450 εκ. δρχ. Λόγω όμως μη έγκαιρων καταβολών ο λογαριασμός κλείσθηκε με υπόλοιπο 203,889,846 δρχ. Ζητήθηκε δε από την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΑΝΑΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ Α.Ε." η κατάπτωση της εγγυήσεως για 195,863,365 δρχ. όσο δηλ. το υπόλοιπο στις 18-8-1989 που κλείσθηκε ο λογαριασμός και επιδόθηκε στις 22-8-1989. Το ποσό αυτό πλέον τόκων και εξόδων ζητήθηκε με την ένδικη αγωγή.
Εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία αντιμωλία των διαδίκων, η υπ' αρ. 2797/2010 οριστική απόφαση που απέρριψε την αγωγή της αναιρεσείουσας επί της ουσίας. Η αναιρεσείουσα άσκησε την από 14-04-2011 έφεση η οποία έγινε δικάσθηκε αντιμωλία των διαδίκων και έγινε εν μέρει δεκτή με την υπ' αρ. 1191/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και η οποία εξαφάνισε την ανωτέρω υπ' αρ. 2797/2010 ως προς την διάταξη των δικαστικών εξόδων και καταδίκασε την ενάγουσα (ήδη αναιρεσείουσα) στα έξοδα του 1ου βαθμού τα οποία όρισε σε 293,47 ευρώ και συμψήφισε τα έξοδα 2ου βαθμού μεταξύ των διαδίκων. Ακολούθως, ασκήθηκε από την αναιρεσείουσα, η από 17-1-2014 αίτηση αναίρεσης της υπ' αρ. 1191/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ).
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρ. 106 ΚΠολΔ), αλλά και της αρχής της ακρόασης όλων των διαδίκων (άρθρ. 110§2 ΚΠολΔ), ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο και εκτιμώντας προφανώς εσφαλμένα τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ), έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 13/1995), νοούνται δε ως πράγματα οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1225/2004), δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 2/1989, ΑΠ 864/2003, ΑΠ 1072-3/2005).
Επομένως ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης και όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε επιδίκασε δικαίωμα, λαμβάνοντας υπόψη περιστατικά που προέκυψαν μόνον από τις αποδείξεις και συγκροτούν νέα βάση του δικαιώματος ή μεταβάλλουν ανεπίτρεπτα την υπάρχουσα βάση του (άρθρ. 224 ΚΠολΔ), είτε αρνήθηκε την επιδίκαση δικαιώματος με βάση περιστατικά καταλυτικά ή διακωλυτικά του δικαιώματος, που προέκυψαν επίσης από τις αποδείξεις και έγιναν δεκτά παρόλο που δεν έγινε νόμιμη επίκλησή τους, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση που το δικαστήριο δέχεται καταχρηστική άσκηση δικαιώματος με βάση περιστατικά διαφορετικά ή πρόσθετα όσων έγινε επίκληση με αγωγή, ένσταση ή λόγο ανακοπής.
Ειδικότερα κατά την έννοια του άρθρ. 281 ΑΚ, το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου ή του δικαιοπαρόχου του που προηγήθηκε της άσκησης του δικαιώματος, σε συνδυασμό με την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε στο μεσοδιάστημα, δημιούργησαν στον οφειλέτη την εύλογη πεποίθηση ότι τελικά δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα, μ' αποτέλεσμα η μεταγενέστερη άσκησή του να προκαλεί επαχθείς για τον οφειλέτη συνέπειες και να εμφανίζεται έτσι αδικαιολόγητη ως υπερβαίνουσα προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Μόνη όμως η αδράνεια του δικαιούχου ή του δικαιοπαρόχου του για μακρό χρόνο και πάντως μικρότερο απ' αυτόν της παραγραφής, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μετέπειτα άσκηση του δικαιώματος, ακόμη και όταν δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπλέον ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από τη συμπεριφορά των μερών και σε αιτιώδη μεταξύ τους συνάφεια ευρισκόμενες, με βάση τις οποίες και της αδράνειας του δικαιούχου η μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης, που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και περιστάσεις και διατηρήθηκε για μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που επιβάλλει η διάταξη του άρθρ. 281 ΑΚ.
Δεν είναι πάντως απαραίτητο η επιχειρούμενη από το δικαιούχο ανατροπή της διαμορφωμένης αυτής κατάστασης να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες στον οφειλέτη, αλλά αρκεί να έχει και απλώς δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντά του (ΟλΑΠ 8/2001, ΟλΑΠ 7/2002, ΟλΑΠ 33/2005, ΑΠ 613/2008, ΑΠ 701/2009). Γίνεται, δηλαδή, σε τελική ανάλυση στάθμιση των αντιτιθέμενων συμφερόντων των μερών και προκρίνονται εκείνα τα συμφέροντα που παρουσιάζουν τη μεγαλύτερη σπουδαιότητα για την κοινωνική τάξη και ευρυθμία.
Εξάλλου όταν ο ισχυρισμός καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος έγινε δεκτός με βάση περισσότερα αυτοτελή περιστατικά, τα οποία συνολικά μόνον εκτιμώμενα προσδίδουν καταχρηστικό χαρακτήρα στο ασκούμενο δικαίωμα, καθένα από αυτά αποτελεί πράγμα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1029/2006, ΑΠ 1703/2008), γι' αυτό και πρέπει να έχει γίνει παραδεκτή επίκλησή τους στο δικαστήριο της ουσίας, αλλιώς η λήψη υπόψη τέτοιων περιστατικών, που προκύπτουν μόνο από τις αποδείξεις, ιδρύει, κατά τα προεκτεθέντα, τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 8α του άρθρ. 559 ΚΠολΔ.
Περαιτέρω κατά το άρθρο 522 του ΚΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Η διάταξη αυτή ρυθμίζει ειδικώς, σε σχέση με την έφεση, την καθιερούμενη από το άρθρο 106 του ΚΠολΔ γενική αρχή της διάθεσης, σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο ενεργεί μόνον ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά.
Το αίτημα συνεπώς της έφεσης και οι λόγοι αυτής, που το στηρίζουν, οριοθετούν το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης. Το εφετείο, για να αποφασίσει, αν πρέπει ή όχι να εξαφανίσει την εκκαλούμενη απόφαση, είναι υποχρεωμένο να περιοριστεί στην έρευνα μόνον των παραπόνων που διατυπώνονται με τους λόγους της έφεσης ή τους πρόσθετους λόγους και των ισχυρισμών που, ως υπεράσπιση κατά των λόγων αυτών, προβάλλει, σύμφωνα με το άρθρο 527 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, ο εφεσίβλητος, καθώς και εκείνων των ζητημάτων, η έρευνα των οποίων προηγείται, ως αναγκαίο προαπαιτούμενο για να ληφθεί απόφαση σε σχέση με τα παράπονα που διατυπώνονται με τους λόγους έφεσης και τα οποία κατά νόμο εξετάζει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, όπως είναι το ορισμένο ή η νομική βασιμότητα της αγωγής ή της ένστασης, που αυτεπαγγέλτως τα εξετάζει το εφετείο στην περίπτωση που με την έφεση διατυπώνονται παράπονα μόνον για την κρίση ως προς την ουσιαστική βασιμότητα αυτών (Α.Π. 496/2010).
Επομένως, εάν το Εφετείο ενεργώντας καθ' υπέρβαση του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης ερευνά κεφάλαια της υπόθεσης που δεν έχουν προσβληθεί με την έφεση του εναγομένου, ιδρύεται ο άνω λόγος αναίρεσης (ΑΠ 367/2011). Στη συγκεκριμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι αυτή, εκτιμώντας το σύνολο των νομίμως επικληθέντων και προσκομισθέντων από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ως προς την ουσία της υπόθεσης και τα ακόλουθα: "...
Η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΡΗΤΗΣ ΑΕ", καθολική διάδοχος της οποίας είναι η ενάγουσα- εκκαλούσα (ΦΕΚ 8065/8-10-1999) δυνάμει της υπ' αριθμ. …/23-5-1998 συμβάσεως πιστώσεως δι' ανοικτού αλληλόχρεου λογαριασμού, χορήγησε στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΕΛΙΝΤΑ ΑΒΕ" πίστωση μέχρι του ποσού των 450.000.000 δρχ.
Η εταιρεία αυτή είχε ήδη από το έτος 1984 υπαχθεί, ως υπερχρεωμένη και προβληματική επιχείρηση στις διατάξεις του Ν. 1386/1983, υπό το καθεστώς της προσωρινής διοίκησης του Οργανισμού Οικονομικής Ανασυγκρότησης Επιχειρήσεων, στη δικονομική θέση του οποίου ως ειδικός διάδοχος υπεισήλθε το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο (άρθρο 15 Ν. 2741/1999).
Ο ως άνω οργανισμός , στα πλαίσια των διατάξεων του ανωτέρω Ν. 1386/1983, εξέδωσε την υπ' αριθμ. 5787/1/24-5-1988 Εγγυητική επιστολή προς την Τράπεζα Κρήτης, με την οποία εγγυήθηκε ανεπιφύλακτα υπέρ της πρωτοφειλέτριας εταιρίας την πληρωμή παντός καταλοίπου που ήθελε τυχόν προκόψει κατά το κλείσιμο του παραπάνω λογαριασμού μέχρι του ποσού των 450.000.000 δρχ, ήτοι για ίσο ποσό με την προαναφερόμενη ανοιχθείσα πίστωση.
Με την ίδια επιστολή παραιτήθηκε ρητά και ανεπιφύλακτα από την ένσταση του ευεργετήματος της διζήσεως, ενώ δήλωσε ότι τηρεί το παραπάνω ποσό στη διάθεση της παραπάνω τράπεζας και ότι αναλαμβάνει τη ρητή υποχρέωση να το καταβάλει "σε πρώτη ζήτηση". Όμως δεν υπήρξε συνεπής στις υποχρεώσεις που είχε αναλάβει η ως άνω συμβαλλομένη ανώνυμη εταιρεία "ΕΛΙΝΤΑ" έναντι της τράπεζας Κρήτης από την παραπάνω σύμβαση πιστώσεως δι' αλληλόχρεου λογαριασμού με αποτέλεσμα η τράπεζα να της επιδώσει στις 22/8/1989 επιστολή κλεισίματος λογαριασμού, με την οποία την καλούσε να της καταβάλει το κατά τη στιγμή εκείνη κατάλοιπο του λογαριασμού που ανερχόταν σε 203.889.846 δρχ.
Η Τράπεζα Κρήτης με την από 18/8/1989 επιστολή της που επιδόθηκε στις 22/8/2009 δήλωσε προς τον Οργανισμό Οικονομικής Ανασυγκρότησης Επιχειρήσεων την μερική κατάπτωση της εγγυητικής επιστολής για το ποσό των 195.863.365 δρχ, το οποίο αποτελούσε το κατά την 18/8/1989 χρεωστικό υπόλοιπο του ως άνω λογαριασμού και ζήτησε την καταβολή του πλέον τόκων και εξόδων προς αυτήν εντός τριών ημερών, χωρίς, όμως, το ποσό αυτό να έχει καταβληθεί.
Στη συνέχεια αποδείχθηκε ότι στις 23-12-1996 μεταξύ των εταιρειών "ΕΛΙΝΤΑ ΑΕ" και "Οργανισμού Ανασυγκρότησης Επιχειρήσεων Ο.Α.Ε. ΑΕ", η δεύτερη από τις οποίες ήταν πιστώτρια της πρώτης σε ποσοστό ανώτερο του 60% των απαιτήσεων, καταρτίστηκε συμφωνία ρύθμισης και περιορισμού των χρεών της τελευταίας στο ποσοστό του 25,359%.
Ακόμη συμφωνήθηκε ότι από τους όρους της συμφωνίας αυτής καταλαμβάνονται και οι απαιτήσεις όλων των πιστωτών της πρώτης που ανάγονται στο μέχρι της υπογραφής της συμφωνίας χρόνο και ότι η εξόφληση τους θα γίνει με δόσεις. Κατά την εκδίκαση ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου της από 10-1-1997 σχετικής αίτησης επικύρωσης της συμφωνίας αυτής, άσκησε κύρια παρέμβαση, μεταξύ των άλλων και η "Τράπεζα Κρήτης ΑΕ".
Εκδόθηκε δε στη συνέχεια η 6396/1997 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, με την οποία α) έγινε δεκτή η αίτηση και επικυρώθηκε η ως άνω συμφωνία και β) απορρίφθηκε η κύρια παρέμβαση, αφού έγινε δεκτό ότι από τη συμφωνία δεσμεύονται όλοι οι πιστωτές και απορρίφθηκαν οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί της. Με βάση, συνεπώς, την επικυρωθείσα με την απόφαση αυτού του Δικαστηρίου συμφωνία α) οι απαιτήσεις όλων των πιστωτών της εταιρείας "ΕΛΙΝΤΑ ΑΕ", στις οποίες συμπεριλαμβάνονται τόσον η κύρια απαίτηση της εταιρείας "Τράπεζα Κρήτης ΑΕ", ήδη ενάγουσας, από τη σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού, όσο και η παρεπόμενη από την εν λόγω εγγυητική επιστολή, περιορίστηκαν κατά το ως άνω συμφωνημένο ποσοστό δηλαδή στο 25,35% του συνόλου τους υπήχθησαν και αυτές στην εξόφληση με δόσεις, εφόσον είχαν γεννηθεί και ήταν απαιτητές, κατά τα προαναφερόμενα, πριν από την επικύρωση της συμφωνίας πιστωτών και της εταιρίας "ΕΛΙΝΤΑ ΑΕ" και β) η απαίτηση της ενάγουσας από την εγγυητική επιστολή αποσβέστηκε οριστικά κατά το πέραν του περιορισμού μέρος αυτής.
Δεν επικαλείται δε, άλλα ούτε και σε κάθε περίπτωση αποδείχθηκε αναβίωση της απαίτησης της κατά το μέρος που αποσβέστηκε είτε α) με την ύπαρξη στη συμφωνία διαλυτικής αίρεσης που πληρώθηκε είτε β) με ακύρωση της συμφωνίας ή εξαφάνιση της απόφασης που την επικύρωσε. Με βάση τα παραπάνω, αφού δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη απαίτησης της ενάγουσας, η αγωγή ήταν απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη, το δε πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση κατέληξε στο ίδιο αποτέλεσμα, με διαφορετική, όμως, αιτιολογία , η οποία πρέπει να αντικατασταθεί με αυτή της παρούσας [ΚΠολΔικ 534] δεν έσφαλε και οι περί του αντιθέτου δύο πρώτοι λόγοι της έφεσης είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι ...".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, χωρίς άσκηση έφεσης ή αντέφεσης εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, παραπονούμενου περί την ύπαρξη της απαίτησης, δηλαδή χωρίς να έχει μεταβιβασθεί στο εφετείο το κεφάλαιο της ουσιαστικής ύπαρξης ή ανυπαρξίας της επίδικης απαίτησης, όφειλε να μην εξετάσει την ύπαρξη ή ανυπαρξία ταύτη της απαίτησης και να περιορισθεί μόνο στο κεφάλαιο εκείνο της απόφασης του Πρωτοδικείου που αφορούσε την καταχρηστικότητα και όχι να κρίνει και επί της υπάρξεως της απαιτήσεως χωρίς σχετικό λόγο εφέσεως περί τούτου.
Εξάλλου στην προκειμένη περίπτωση δεν ετίθετο το ζήτημα παραδεκτής εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 534 ΚΠολΔ που να μη δημιουργεί τον αντίστοιχο αναιρετικό λόγο του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, εφόσον οι παραδοχές της προσβαλλόμενης που στηρίζουν το απορριπτικό διατακτικό της για την ανυπαρξία της ένδικης απαίτησης της αναιρεσείουσας, ως ex lege αποσβεσθείσας, οδηγούν σε διαφορετικό δεδικασμένο από εκείνο της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου για καταχρηστικότητα, που προϋποθέτει υπαρκτή αξίωση ασκούμενη καταχρηστικά.
Τέλος, το Εφετείο, όπως προέκυψε από την παραδεκτή επισκόπηση και πάλι της προσβαλλομένης, σύμφωνα με τις παραπάνω παραδοχές του, δεν δίκασε επί της προβληθείσας επικουρικώς και έχουσας έννομης επιρροής, ενστάσεως περί καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος (281 ΑΚ) της υποβληθείσας εκ μέρους της αναιρεσείουσας κατά του αναιρεσιβλήτου και αφορούσε την καταχρηστική επίκληση εκ μέρους του αναιρεσίβλητου του ex lege περιορισμού της επίδικης απαίτησης από την επίμαχη εγγυητική επιστολή, την οποίαν ουδόλως ερεύνησε καίτοι κατά τούτο το κεφάλαιο ο έλεγχος της καταχρηστικότητας είχε μεταβιβασθεί στο Εφετείο.
Επομένως, όσα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον πρώτο και τον τρίτο, λόγους της αναίρεσης, με τους οποίους προβάλλει τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο υπέπεσε στις ανωτέρω πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, είναι βάσιμα και οι λόγοι αυτοί πρέπει να γίνουν δεκτοί. Εν όψει δε αυτών παρέλκει η έρευνα του δεύτερου λόγου του αναιρετηρίου από τον αριθμό 1 του 559 ΚΠολΔ, που ασκήθηκε επικουρικά κατά ρητή πρόβλεψη του αναιρετηρίου και στην περίπτωση απορρίψεως του πρώτου λόγου της αίτησης, αίρεση όμως που δεν πληρώθηκε στην προκειμένη περίπτωση.
Συνακόλουθα, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης κατά το μέρος που ερευνήθηκε και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση και ακολούθως να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές κατά την παρ. 3 του άρθρ. 580 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή διορθωτικά ερμηνεύεται μετά την αντικατάστασή της με το άρθρ. 12§4 του ν. 4055/2012 [ΟλΑΠ -σε συμβούλιο- 4/2012]. Η δικαστική δαπάνη πρέπει να συμψηφισθεί μεταξύ των διαδίκων, λόγω της ιδιαίτερης δυσχέρειας ως προς την ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν (άρθρ. 179, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 1191/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών, που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από αυτούς που εξέδωσαν την παραπάνω απόφαση. Συμψηφίζει τη δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Δεκεμβρίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Ιουνίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ