Supreme Court dismisses appeal regarding forest ownership, ruling no title was presented within the statutory one-year deadline.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appeal against the First Instance Court's dismissal of the plaintiffs' ownership claim. The plaintiffs argued for ownership of a forested parcel, but the court found they failed to submit valid title documents within the one-year deadline mandated by the 1836 Forest Law. Consequently, the property was deemed state-owned, and the court upheld the lower court's decision as legally sound.
Legislator headnote
AI generatedArt. 1 of the 1836 Forest Law; Art. 1 and 2 of the 1836 Forest Law: Owners of forests must present title documents within one year of publication; failure to do so renders the forest state-owned and inalienable.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 785 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 785 /2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Κωνσταντίνο Τσόλα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Φεβρουαρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Κ. Γ. Δ., κατοίκου ..., 2. Α. θυγ. Γ. Δ., 3. Β. θυγ. Γ. Δ. και 4. Α. θυγ. Γ. Δ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Γκούβα.
Του αναιρεσίβλητου: Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που εδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Χριστίνα Διβάνη, Πάρεδρο Ν.Σ.Κ., με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-9-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και της αρχικής ενάγουσας Σοφίας Διαμαντή, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αγρινίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 171/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 78/2008 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 29-7-2009 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνος Τσόλας ανέγνωσε την από 27-1-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, η διάταξη του άρθρου 1 του από 17 (29) Νοεμβρίου/1 Δεκεμβρίου 1836 Β.Δ. "περί ιδιωτικών δασών", που έχει ισχύ νόμου, ορίζει ότι "εντός ενός έτους από της δημοσιεύσεως του παρόντος οφείλουν οι ιδιοκτήτες των υπό τα άρθρα 1 και 2 δασών να παρουσιάσουν εις την επί των Οικονομικών Γραμματείαν ... τους νομίμους τίτλους της ιδιοκτησίας των.
Η Γραμματεία θέλει εξετάσει αυτούς, θέλει τους αναγνωρίσει ή απορρίψει και εις την πρώτην περίπτωσιν θέλει δώσει επισήμως την κατοχήν εις τους ιδιοκτήτες, εις δε την δευτέραν αποπέμψει τας ελλείπουσας νομίμων αποδείξεων αξιώσεις αυτών ενώπιον των αρμοδίων δικαστηρίων. Εις την περίπτωσιν αυτήν όμως μέχρι της τελειωτικής δικαστικής αποφάσεως περί της ιδιοκτησίας μένει η διακατοχή του διαφιλονικουμένου δάσους αναφαίρετος εις ον ευρίσκεται.
Παρελθούσης της ανωτέρω προθεσμίας θεωρούνται όλα τα δάση, περί των οποίων δεν παρουσιαστούν οι ως άνω απαιτούμενοι τίτλοι, ως αδιαφιλονίκητα εθνικά και θέλουν διατίθενται ως τοιαύτα". Οι διατάξεις των άρθρων 1 και 2 του ιδίου διατάγματος αναφέρουν ως ιδιωτικά δάση: α) Εκείνα για τα οποία "δι' εγγράφων εκδιδομένων κατά τους νομίμους τύπους από τας αρμοδίας Τουρκικάς Αρχάς αποδειχθούν ότι πριν από την έναρξη του απελευθερωτικού αγώνα ανήκαν σε ιδιώτες", β) εκείνα τα οποία κείνται "εις ιδιωτικά χωρίς-τζεκλίκια, εντός των ακριβώς υποδειχθέντων ορίων ...
και σχηματίζουν αναγκαίον και φυσικόν συστατικόν μέρος αυτών" και γ) εκείνα "περί της ιδιοκτησίας των οποίων εγείρουν αξιώσεις Δήμοι ή Μοναστήρια στηριζόμενας εις νομικά έγγραφα ...". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι τα δάση: α) Είναι ιδιωτικά, αν μετά την τήρηση της διαδικασίας του άρθρου 3 του άνω διατάγματος αναγνωρίστηκαν ως τέτοια από το Υπουργείο Οικονομικών ή, σε αρνητική περίπτωση, από τα δικαστήρια, β) είναι δημόσια (αδιαφιλονίκητα εθνικά), αν δεν υποβλήθηκαν αρμοδίως και εμπροθέσμως οι απαιτούμενοι τίτλοι προς αναγνώρισή τους ως ιδιωτικών, ανεξάρτητα αν υπήρχαν ή όχι οι εν λόγω τίτλοι, και γ) προσωρινώς διακατεχόμενα από ιδιώτες, δήμους-κοινότητες ή μοναστήρια, αν υποβλήθηκαν από αυτούς αρμοδίως και εμπροθέσμως οι εν λόγω τίτλοι, αλλά είτε δεν κρίθηκαν από το ως άνω Υπουργείο ακόμη, είτε κρίθηκαν μη νόμιμοι, άκυροι κ.λ.π.
και συνεπεία τούτου εκκρεμεί η διαφορά στα δικαστήρια, ή δεν έγινε προσφυγή στα αρμόδια δικαστήρια ούτε από το Δημόσιο, ούτε από τους ενδιαφερομένους.. Εξάλλου, από τις διατάξεις των νόμων 8 και 1 παρ. 1 Κωδ. (7.39), 9 παρ. 1 Βασ. (50.14), οι οποίες, κατά τα άρθρα 51 (ή 64) ΕισΝΑΚ, έχουν εφαρμογή για τον πριν από την εισαγωγή του ΑΚ χρόνο, μπορούσε να αποκτηθεί κυριότητα σε ακίνητο με έκτακτη χρησικτησία, μετά από άσκηση σ' αυτό νομής με διάνοια κυρίου και καλή πίστη επί συνεχή τριακονταετία, εκείνος δε που χρησιδέσποζε, μπορούσε, κατά τις διατάξεις του Ν. 2 παρ. 2 Πανδ. (41.4) Ν. 6 Πανδ. (44.3), Ν. 76 παρ. 1 πανδ. (23.3), να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο όμοιας νομής του δικαιοπαρόχου του, εφόσον όμως είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος εκείνου.
Η ειδική δε διαδοχή επί ακινήτου συνιστάται μόνο με έγκυρη εν ζωή δικαιοπραξία, με την οποία, υποβαλλόμενη σε συμβολαιογραφικό τύπο κατά τον ισχύοντα προ της εισαγωγής του ΑΚ ν. της 26/10-6/11-1856 "περί μεταγραφής κ.λ.π." (αντίστοιχο το άρθρο 45 του ν. 4755/1931- Κώδικος περί τελών χαρτοσήμου), μεταβιβάζεται το δικαίωμα του προκτήτορα επί του ακινήτου στον ειδικό διάδοχο και η οποία -ειδική διαδοχή- αποτελεί κατά νόμο, δια τον ως άνω υπολογισμό του χρόνου χρησικτησίας, σύνδεσμο μεταξύ του ήδη νομέα και των προκτητόρων, του οποίου ελλείποντος, αποκλείεται ο συνυπολογισμός.
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προς εκείνες των άρθρ.18 και 21 του Ν. ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου", που εκδόθηκαν βάσει αυτού και του άρθρου 21 του ΝΔ της 22/16.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", συνάγεται ότι προκειμένου περί δημόσιων κτημάτων, στα οποία περιλαμβάνονται και τα δημόσια δάση, για την κτήση επ' αυτών κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία έπρεπε η τριακονταετής νομή με διάνοια κυρίου και καλή πίστη του νομέα να είχε συμπληρωθεί μέχρι και την 11-9-1915.
Άλλωστε, όπως προκύπτει από τις διατάξεις αφενός μεν του νόμου ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου", που εκδόθηκαν με βάση αυτόν και αφετέρου του άρθρου 21 του Ν.Δ. της 22/4-16/5/1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", ανεστάλη κάθε παραγραφή ή δικαστική προθεσμία σε αστικές διαφορές και απαγορεύθηκε εφεξής οποιαδήποτε παραγραφή των δικαιωμάτων του Δημοσίου στα κτήματά του, άρα και η χρησικτησία τρίτων πάνω σ' αυτά (ΟλΑΠ 875/1987).
Η απαγόρευση αυτή επανελήφθη και από τις διατάξεις των άρθρων 2 και 4 του Α.Ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", με τις οποίες ορίζεται ότι επί των δημοσίων δασών θεωρείται νομέας το Δημόσιο, έστω και αν ουδεμία ενήργησε επ' αυτών πράξη νομής και ότι τα επί ακινήτων κτημάτων δικαιώματα του Δημοσίου δεν υπόκεινται σε καμία παραγραφή.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ.1 εδ.α' ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αγρινίου, που δίκασε κατ' έφεση, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, τα ακόλουθα: Η επίδικη έκταση βρίσκεται στη θέση "Σπηλιά" της περιοχής "Λειβαδάκια" της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Αγρινίου και έχει εμβαδόν 40.166,16 τ.μ. και σύμφωνα με το από του μηνός Μαρτίου 1992 τοπογραφικό διάγραμμα της Τοπογράφου-Μηχανικού Π.
Τ. συνορεύει βόρεια με δημόσια έκταση, νότια με ιδιοκτησία Γ. Α., με αγροτικό δρόμο και με δημόσια έκταση, ανατολικά με συνεχόμενη ιδιοκτησία των εναγόντων και δυτικά με αγροτικό δρόμο. Σύμφωνα με την από 2-12-2004 έκθεση φωτοερμηνείας, η οποία έχει συνταχθεί από τον Δασολόγο και Τμηματάρχη Δασικών Χαρτογραφήσεων της Διεύθυνσης Δασών Αιτωλοακαρνανίας Π.
Ι., ο οποίος διενήργησε αυτοψία, η παραπάνω επίδικη έκταση στην νοτιοανατολική και βορειοανατολική πλευρά της συνορεύει με δασικό δρόμο, στην νότια πλευρά της με δημόσια δασική έκταση, στη δυτική και νοτιοδυτική πλευρά της με δασικό δρόμο και τέλος στη βόρεια πλευρά της με δημόσια δασική έκταση. Από την ανωτέρω έκθεση φωτοερμηνείας αποδεικνύεται ότι η επίδικη έκταση καλυπτόταν τόσο κατά το έτος 1945, όσο και κατά τα έτη 1960, 1986, αλλά και σήμερα (καλύπτεται) σε ποσοστό 90% από αυτοφυή δασική δενδρώδη και θαμνώδη βλάστηση (αείφυλλα, πλατύφυλλα, πρίνος, φιλίκι, σχοίνος και ερείκη), ενώ η μέση κλίση του εδάφους ανέρχεται σε 65% και ότι η ευρύτερη έκταση στην οποία περικλείεται και η επίδικη έχει κηρυχθεί αναδασωτέα με την 9.039/27.9.1990 απόφαση του Νομάρχη Αιτωλοακαρνανίας.
Ο ως άνω συντάκτης καταλήγει στο συμπέρασμα, ότι από όλα τα παραπάνω στοιχεία σε συνδυασμό με την στερεοσκοπική παρατήρηση των αεροφωτογραφιών η επίδικη έκταση, όπως αυτή απεικονίζεται στο ανωτέρω τοπογραφικό διάγραμμα, δεν είχε ποτέ γεωργική ή άλλη χρήση και ότι πρόκειται για δημόσια δασική έκταση.
Οι ενάγοντες προς απόδειξη του ισχυρισμού τους, ότι είναι συγκύριοι της ως άνω επίδικης έκτασης, προσκομίζουν και επικαλούνται: α) Την .../22.3.1993 πράξη αποδοχής κληρονομιάς του Συμβολαιογράφου Αγρινίου Νικολάου Τηλιγάδα, η οποία έχει έκτοτε νόμιμα μεταγραφεί, σύμφωνα με την οποία αποδέχθηκαν κατά τα προαναφερόμενα στην αγωγή τους ποσοστά εξ αδιαιρέτου την κληρονομιά του αποβιώσαντος στις 23.2.1986 συζύγου της πρώτης και πατέρα των λοιπών Γ.
Δ. επί της επίδικης έκτασης, β) την .../9.11.1963 πράξη αποδοχής κληρονομιάς του Συμβολαιογράφου Αγρινίου Βασιλείου Μαγκλάρα, η οποία έχει έκτοτε νόμιμα μεταγραφεί, σύμφωνα με την οποία ο παραπάνω Γ. Δ. αποδέχθηκε την κληρονομιά του αποβιώσαντος στις 24.10.1958 πατέρα του Β. Δ. σε ένα αγρό εμβαδού πενήντα (50) στρεμμάτων στη θέση "Λειβαδάκια", γ) το .../12.1.1920 συμβόλαιο του τότε Συμβολαιογράφου Αγρινίου Γ.
Χαλικιώτου, σύμφωνα με το οποίο ο Χ. Σ. μεταβίβασε λόγω πωλήσεως στους Β. και Δ. Δ. ένα αγρό "... όσης εκτάσεως και αν είναι.." στην θέση ".. Σπηλιά ή Καραγκούνα ..." και το οποίο ακίνητο περιήλθε στον ανωτέρω πωλητή δυνάμει του .../11.4.1918 συμβολαίου του τότε Συμβολαιογράφου Αγρινίου Αθ. Παπαγιάννη λόγω πωλήσεως από τον Ι.
Σ., στον τελευταίο δε περιήλθε ο ανωτέρω αγρός "δι' υπερτριαντακονταετούς συνεχούς διάνοια κυρίου κατοχής" και δ) το ανωτέρω .../11.4.1918 συμβόλαιο. Όμως από τα ανωτέρω συμβολαιογραφικά έγγραφα δεν αποδεικνύεται ότι το ανωτέρω περιγραφόμενο σε αυτά ακίνητο ταυτίζεται με την επίδικη έκταση, καθώς στα παραπάνω .../12.1.1920 και .../11.4.1918 συμβολαιογραφικά έγγραφα περιγράφεται στο μεν πρώτο συμβολαιογραφικό έγγραφο ένας αγρός ξηρικός όσης εκτάσεως και αν είναι, στο δε δεύτερο συμβολαιογραφικό έγγραφο ένας αγρός καλλιεργήσιμος και βοσκήσιμος και εν μέρει πετρώδης όσης εκτάσεως και αν είναι, δηλαδή δεν προσδιορίζεται καν το εμβαδόν του μεταβιβαζομένου ακινήτου, ενώ στο ως άνω .../9.11.1963 συμβολαιογραφικό έγγραφο περιγράφεται ένα ακίνητο, το οποίο φέρεται να έχει έκταση πενήντα (50) στρέμματα, δηλαδή έχοντας σημαντική απόκλιση δέκα (10) στρεμμάτων από την επίδικη έκταση της οποίας οι ενάγοντες ζητούν να αναγνωριστούν συγκύριοι, χωρίς οι τελευταίοι να δικαιολογούν την παραπάνω διαφορά.
Επίσης αποδείχθηκε ότι ο δεύτερος των εναγόντων σε χρόνο προγενέστερο από την άσκηση της ένδικης αγωγής προσδιόριζε την έκταση της επίδικης έκτασης σε είκοσι οκτώ (28) στρέμματα. Ειδικότερα, ο τελευταίος κατέθεσε ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αγρινίου την από 12.3.1991 και με αριθμό καταθέσεως 3/12.3.1991 αίτησή του, στην οποία αφού ανέφερε ότι είναι κύριος, νομέας και κάτοχος ενός αγροτικού ακινήτου εκτάσεως πέντε (5) στρεμμάτων, το οποίο αποτελεί τμήμα μείζονος ακινήτου είκοσι οκτώ (28) περίπου στρεμμάτων, και το οποίο περιήλθε στον ανωτέρω λόγω γονικής παροχής από τον πατέρα του Γ.
Δ., δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος .../22.2.1986 συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Αγρινίου Ι. Διαμαντή, και ότι στον ανωτέρω άμεσο δικαιοπάροχό του το ανωτέρω μείζον ακίνητο περιήλθε στις 12.1.1920 από τον Χ. Σ. δυνάμει του προαναφερομένου .../12.1.1920 συμβολαίου, ζητούσε να αναγνωρισθεί προσωρινός νομέας του ανωτέρω εδαφικού τμήματος, επειδή το εναγόμενο δια των αρμοδίων οργάνων του και συγκεκριμένα του Δασαρχείου Αγρινίου, προέβη στη διάνοιξη δρόμου και στην δεντροφύτευση.
Επί της ανωτέρω αιτήσεως εκδόθηκε η 8/1991 απόφαση του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αγρινίου, κατά της οποίας πρέπει να σημειωθεί ότι δεν ασκήθηκε κανένα ένδικο μέσο, η οποία δέχθηκε ότι πράγματι η ανωτέρω έκταση έχει χαρακτήρα δασικό και είναι "... ανεπίδεκτη οιαδήποτε καλλιέργειας, επί πλέον δε δεν πιθανολογήθηκε ότι κατά τα τελευταία χρόνια τουλάχιστον ο αιτών ή οι δικαιοπάροχοι του άσκησαν πράξεις διακατοχής στην έκταση αυτή δεν διαπιστώθηκε η ύπαρξη ελαιοδέντρων στην επίδικη έκταση, ούτε πιθανολογήθηκε ότι κατά τα τελευταία χρόνια υπήρχαν ελαιόδεντρα στην επίδικη έκταση ..." μάλιστα σύμφωνα με την παραπάνω απόφαση "...
κατά τη θεώρηση του επιδίκου ζητήθηκε από τον αιτούντα να προσδιορίσει την αμφισβητούμενη έκταση των 5 στρεμμάτων, πλην όμως η προσδιορισθείσα απ' αυτόν (αιτούντα) έκταση, με βάση ορισμένα σταθερά σημεία, κατελάμβανε δασική έκταση τουλάχιστον 30 στρεμμάτων ...". Σε αντίθετο συμπέρασμα δεν μπορεί να οδηγήσει το γεγονός ότι δυνάμει της Α. 3559/761 κοινής αποφάσεως των αρμοδίων υπουργών Εθνικής Αμύνης και Οικονομικών απαλλοτριώθηκε αναγκαστική για λόγους δημοσίας ωφέλειας και συγκεκριμένα για την κατασκευή αποθήκης, καυσίμων του Ν.Α.Τ.Ο.
έκταση 41 στρεμμάτων στην παραπάνω περιοχή, στην οποία συμπεριλαμβάνονταν και το υπ' αριθ. 13 αγροτικό ακίνητο εμβαδού 1.810 τ. μ., το οποίο ανήκε κατά κυριότητα στον Γ. Δ. δηλαδή στον σύζυγο της πρώτης και πατέρα των λοιπών εναγόντων, καθώς από κανένα στοιχείο δεν αποδεικνύεται ότι το παραπάνω απαλλοτριωθέν ακίνητο αποτελεί τμήμα της επίδικης έκτασης, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι ενάγοντες.
Ενώ από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε, ότι η ανωτέρω έκταση δεν ήταν δάσος κατά τον χρόνο ενάρξεως της ισχύος του από 17/29.11.1836 διατάγματος, ούτε ότι είχε αναγνωριστεί η κυριότητα ιδιώτη επ' αυτής, κατά την προβλεπόμενη από το εν λόγω διάταγμα διαδικασία. Όπως, επίσης δεν αποδείχθηκε ότι οι απώτατοι δικαιοπάροχοι των εναγόντων, είχαν ασκήσει επί του επιδίκου, πριν από τις 11.9.1915 και για χρονικό διάστημα τριάντα (30) ετών τουλάχιστον, πράξεις νομής.
Εξάλλου, σε κάθε περίπτωση, σύμφωνα με εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, δεν είναι δυνατή η χρησικτησία στα δημόσια κτήματα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και τα δάση, όπως εν προκειμένω, μετά τις 11.9.1915. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, αφού η επίδικη έκταση ήταν ανέκαθεν δάσος, δεν ζητήθηκε από ιδιώτη η αναγνώριση κυριότητας επ' αυτής με τη διαδικασία του διατάγματος της 17/29.11.1836 και δεν χρησιδεσπόστηκε επί 30ετία τουλάχιστον μέχρι το 1915 από τους απώτατους δικαιοπαρόχους των εναγόντων, δεν ήταν δυνατή η κτήση κυριότητας επί του επιδίκου από τους ενάγοντες.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αγρινίου, που δίκασε ως Εφετείο, απέρριψε την ένδικη αναγνωριστική κυριότητας αγωγή των αναιρεσειόντων ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Έτσι, που έκρινε το Πολυμελές Πρωτοδικείο, δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις προδιαληφθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις.
Συνεπώς, είναι αβάσιμος ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως από τον αριθ. 560 παρ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρερεσείοντες ισχυρίζονται τ' αντίθετα. Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος με το οποίο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση της παραβιάσεως, με την μη εφαρμογή τους, των διατάξεων των άρθρων 2 του ν. ΚΘ'/1864 "περί βοσκησίμων γαιών" και 12 του ν. ΔΝΖ'/1912, όπως τούτο διατυπώθηκε τελικά στο από 17.4/31-7-1936 β. δ/το "περί κωδικοποιήσεως εις ενιαίον κείμενον των δήμων και κοινοτήτων νομοθεσίας", είναι αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού δεν υπάρχει παραδοχή της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι το επίδικο ακίνητο ανήκε στην κατηγορία των "εθνικών βοσκήσιμων τόπων", οπότε δεν ανακύπτει θέμα εφαρμογής ή μη των εν λόγω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 29-7-2009 αίτηση των Κ. Δ. κλπ για αναίρεση της 78/2008 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου, που δίκασε ως Εφετείο.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Απριλίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Μαΐου 2012.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ