Legislator Case Law & Legislation
785/2011 AI generated

Supreme Court quashes lower court decision on statute of limitations for public servant salary claims.

Case Number 785/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against a second-instance judgment regarding a public servant's claim for foreign service allowances. The lower court incorrectly applied a two-year limitation period, failing to recognize that specific provisions for public officials' salary claims commence from the end of the fiscal year in which the claim arose. Consequently, the Court set aside the erroneous ruling and remanded the case for retrial by a different panel of judges.

Legislator headnote

AI generated

Art. 90 para. 3 and Art. 91 of Law 2362/1995; The statute of limitations for salary claims by public servants begins from the end of the fiscal year in which the claim arose, overriding general limitation rules.

Keywords

AI generated
public servant salary statute of limitations fiscal year commencement Law 2362/1995 remand for retrial special provisions administrative law

Cited Legislation

AI generated
Art. 131 para. 1 of Law 419/1976
Art. 131 para. 10 of Law 419/1976
Art. 131 para. 11 of Law 419/1976
Art. 90 para. 3 of Law 2362/1995
Art. 91 of Law 2362/1995
Ministerial Decision 2010481/1172/0022/10.5.1996

Cited Case Law

AI generated
AEΔ 32/2008
Ολ.Α.Π. 29/2006
α' και επομένως κατισχύει αυτής (ΑΕΔ 32/2008, Ολ.Α.Π. 29/2006).
2010481/1172/0022/10.5.1996
Εξάλλου κατά την 2010481/1172/0022/10.5.1996 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών (ΦΕΚ 387 Β/27.5.1996) η καταβολή του ένδικου επιδόματος γίνεται κάθε δίμηνο και στην αρχή αυτού.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 785 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 785/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Νοεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών. Παραστάθηκε η Γεωργία Παπαδάκη Πάρεδρος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Του αναιρεσίβλητου: Κ. Γ. του Γ., υπαλλήλου, πρώην Κλητήρα, με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου του Υπουργείου Εξωτερικών και ήδη μονίμου υπαλλήλου του κλάδου Διοικητικών Γραμματέων ΣΤ' τάξης, νυν υπηρετούντος στο Γενικό Προξενείο της Ελλάδας στη Μελβούρνη Αυστραλίας. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βασιλική Σκορδάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-12-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκε η 2141/2004 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και η 555/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητάει το αναιρεσείον με την από 21-1-2009 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Τρούσας ανέγνωσε την από 12-11-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου αναιρέσεως μόνο κατά το κεφάλαιο της προσαύξησης του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής για δαπάνες στεγάσεως και την απόρριψη αυτού κατά τα λοιπά, καθώς και την παραδοχή του δευτέρου λόγου αναιρέσεως.

Η δικαστική αντιπρόσωπος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της και καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το αρθ. 131 παρ.1 του ν. 419/1976 "Περί Οργανισμού του Υπουργείου Εξωτερικών" που ίσχυε μέχρι 24-3-1998, αφότου ισχύει ο ν. 2594/1998 "Κώδικας περί Οργανισμού του Υπουργείου Εξωτερικών", ως αποδοχές όλων των υπαλλήλων του Υπουργείου νοούνται ο βασικός μισθός με όλα τα επιδόματα και τις προσαυξήσεις που χορηγούν οι κείμενες διατάξεις.

Κατά την παρ. 10 του ίδιου παραπάνω άρθρου παρασχέθηκε στους υπαλλήλους που υπηρετούν στο εξωτερικό, για την αντιμετώπιση των διαφορών κόστους ζωής και των ειδικών συνθηκών διαβιώσεως σε κάθε χώρα, επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής (Ε.Υ.Α) σε συνάλλαγμα, ανάλογα με τον κλάδο, βαθμό, οικογενειακά βάρη και το κόστος ζωής του τόπου όπου υπηρετεί ο υπάλληλος και ειδικότερα για τους υπαλλήλους του διπλωματικού κλάδου και τους εμπειρογνώμονες του ΥΠΕΞ, ανάλογα με τις συνθήκες στεγάσεως που επικρατούν στη χώρα που υπηρετούν.

Κατά την παρ. 11, το παραπάνω επίδομα καθορίζεται κάθε φορά για τους υπαλλήλους που έχουν πρεσβευτικό βαθμό με Π.Υ.Σ. και για όλους τους άλλους υπαλλήλους της εξωτερικής υπηρεσίας καθορίζεται με την ίδια πράξη σε ποσοστό επί του επιδόματος των υπαλλήλων με πρεσβευτικό βαθμό. Κατά το άρθρο 132 του Ν. 419/76, οι προϊστάμενοι των διπλωματικών και των εμμίσθων προξενικών αρχών δικαιούνται δωρεάν οικήσεως σε βάρος του δημοσίου, ενώ σε εξαιρετικές περιπτώσεις είναι δυνατό να μισθώνεται σε βάρος του δημοσίου οίκημα για τη στέγαση των λοιπών υπαλλήλων της εξωτερικής υπηρεσίας, οπότε στην περίπτωση αυτή θα εκπίπτεται το 1/3 του καταβαλλομένου στους υπαλλήλους αυτούς επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής.

Με τη Φ 083-58/11.3.1988 ΚΥΑ των Υπουργών Προεδρίας, Εξωτερικών και Οικονομικών (ΦΕΚ 177Β'/31.3.1988) που εκδόθηκε σύμφωνα με το άρθρο 12 παρ.1 Ν. 1256/1982 και 3 παρ. 8 Ν.1288/1982 και κυρώθηκε με το άρθρο 25 παρ. 1 Ν. 1884/1990, καθορίστηκε το παραπάνω επίδομα για τους προϊσταμένους των διπλωματικών και εμμίσθων προξενικών αρχών, ως και τα ποσοστά επί του επιδόματος αυτού που λαμβάνουν όλοι οι εξομοιούμενη σε βαθμό υπάλληλοι άλλων κατηγοριών και ειδικοτήτων.

Με την παρ. Γ' της παραπάνω ΚΥΑ ορίστηκε ότι στους υπαλλήλους του διπλωματικού κλάδου, εφόσον δεν παρέχεται δωρεάν κατοικία, το ποσοστό του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής αυξάνεται κατά 10% κατά τις αναφερόμενες εκεί διακρίσεις. Με τις παρ. Ε και ΣΤ της παραπάνω ΚΥΑ ορίζεται ότι σ' όλους τους μονίμους υπαλλήλους όλων των κλάδων και κατηγοριών του Υπ.

Εξωτερικών το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής αυξάνεται κατά ποσοστό 6% στο επίδομα του πρέσβη για κάθε παιδί σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 11 του Ν. 1505/84. Το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής του επί συμβάσει εν γένει προσωπικού μπορεί να μειώνεται με απόφαση του Υπουρ. Εξωτερικών, εφόσον συντρέχουν ειδικά γι' αυτό λόγοι.

Ακολούθως, με τη ΣΤ1/Η/Φ083-13 ΑΣ 2900/5.4.1993 ΚΥΑ των Υπουρ. Προεδρίας και Εξωτερικών χορηγήθηκε από 1.7.1993 επίδομα στέγασης, που ανέρχεται σε προσαύξηση 10% του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής, στους μονίμους υπαλλήλους του Διοικητικού κλάδου Γεν. Καθηκόντων, κλάδου Τεχνικών Επικοινωνιών, κλάδου Διοικητικών γραμματέων και κλάδου βοηθητικού προσωπικού που αποσπώνται σε αρχή του εξωτερικού και εφόσον δεν μισθώνεται σε βάρος του Δημοσίου οίκημα σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 132 παρ.2 του Ν. 419/1976.

Με τη 2001800/185/0022/17.3.1993 ΚΥΑ των Υπουρ. Προεδρίας, Εξωτερικών και Οικονομικών τροποποιήθηκε η παραπάνω παρ. Γ' της Φ 083-58/1988 ΚΥΑ και ορίστηκε ότι σε όλους τους μόνιμους υπαλλήλους όλων των κλάδων και κατηγοριών του Υπουρ. Εξωτερικών το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής αυξάνεται από 1.1.1993 κατά ποσοστό 6% στο επίδομα του πρέσβη για κάθε παιδί ηλικίας μέχρι 6 ετών, κατά ποσοστό 8% για κάθε παιδί ηλικίας 7 έως 12 ετών και κατά ποσοστό 14% για κάθε παιδί ηλικίας 13 έως 18 ετών.

Τα παραπάνω ποσοστά αυξήθηκαν σε 8, 12 και 16% αντιστοίχως από 1.1.2001 με την 083/ΕΥΑ/ΑΣ 11254/22.1.2001 ΚΥΑ. Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 135 παρ.4 και 5 του Ν. 2594/1998, δηλαδή του από 24.3.1998 ισχύοντος νέου Οργανισμού του Υπουρ. Εξωτερικών, προς αντιμετώπιση του αυξημένου κόστους ζωής στην αλλοδαπή και των ειδικών συνθηκών διαβίωσης σε κάθε χώρα παρέχεται σε συνάλλαγμα επίδομα υπηρεσίας στην αλλοδαπή αναλόγως του κλάδου και του βαθμού.

Το επίδομα αυτό προσαυξάνεται αναλόγως των ποσοστών που ορίζονται τα οικογενειακά βάρη και τη στέγαση. Το επίδομα αυτό καθορίζεται εκάστοτε για τους με πρεσβευτικό βαθμό υπαλλήλους του Υπουργείου Εξωτερικών με κοινή απόφαση των Υπουργών Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Εξωτερικών και Οικονομικών, για δε τους λοιπούς υπαλλήλους καθορίζεται με την ίδια ΚΥΑ σε ποσοστό επί αυτού, το οποίο έχει καθοριστεί για τους υπαλλήλους με πρεσβευτικό βαθμό.

Με το άρθρο 129 παρ.2 και 5 του παραπάνω Νόμου στις αρχές του εξωτερικού ορίζονται με ΠΔ θέσεις προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου. Στις θέσεις αυτές προσλαμβάνονται επιτοπίως μόνιμοι κάτοικοι της χώρας όπου εδρεύει η συγκεκριμένη αρχή. Με την ΚΥΑ των Υπουρ. Εξωτερικών και Οικονομικών για την πρόσληψή τους καθορίζεται και το ύψος της αντιμισθίας των ανωτέρω υπαλλήλων, λαμβάνοντας υπόψη τις τοπικές συνθήκες της αγοράς εργασίας.

Η πρόσληψη γίνεται με σύμβαση καταρτιζόμενη από τον προϊστάμενο της αρχής. Οι κατά την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού υπηρετούντες με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στην εξωτερική υπηρεσία διατηρούν το συμβατικό καθεστώς τους μέχρι την καθ' οιονδήποτε χρόνο λήξη του, οπότε οι οργανικές θέσεις τους μετατρέπονται σε θέσεις με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου και εξακολουθούν να αμείβονται όπως μέχρι την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού.

Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι τα προβλεπόμενα στις παραπάνω ΚΥΑ ποσοστά για δαπάνες στεγάσεως και οικογενειακά βάρη δεν αποτελούν ξεχωριστά επιδόματα, αλλά προσαυξήσεις του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής, το οποίο καταβάλλεται και στο με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου προσωπικό της εξωτερικής υπηρεσίας του Υπουργείου Εξωτερικών υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις που οι κείμενες διατάξεις προβλέπουν την καταβολή του.

Οι εκδιδόμενες κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 131 παρ.11 του Ν. 419/1976 ή του άρθρου 135 παρ.5 του Ν. 2594/1998 κοινές υπουργικές αποφάσεις που καθορίζουν ή αυξάνουν το επίδομα αυτό με βάση τα οριζόμενα στους εξουσιοδοτικούς αυτούς νόμους κριτήρια και τα διαγραφόμενα πλαίσια δεν είναι δυνατόν να διακρίνουν τους υπαλλήλους σε κατηγορίες που δεν προβλέπονται από τους εξουσιοδοτικούς νόμους, όπως είναι η διάκριση των υπαλλήλων σε μονίμους που συνδέονται με το Δημόσιο με σχέση δημοσίου δικαίου και σε συμβασιούχους υπηρετούντες με σχέση ιδιωτικού δικαίου, και να αυξάνουν το επίδομα μόνο στους πρώτους αποκλείοντας από την αύξηση τους δεύτερους.

Επομένως, οι αποφάσεις που στηρίζονται αποκλειστικά στην παραπάνω διάκριση και αυξάνουν το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής μόνο των μονίμων υπαλλήλων βρίσκονται έξω από τα όρια της νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως και κατά το μέρος που εξαιρούν από την αύξηση τους υπαλλήλους με σχέση ιδιωτικού δικαίου είναι ανίσχυρες.

Όμως η προαναφερθείσα ΣΤ1/η/Φ 083-13 ΑΣ 2900/5.4.1993 ΚΥΑ που αφορά την προσαύξηση του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής για αντιμετώπιση δαπανών στεγάσεως δεν αυξάνει το ποσοστό για όλους τους μονίμους υπαλλήλους που υπηρετούν στο εξωτερικό, για τους οποίους δεν μισθώνεται με έξοδα του Δημοσίου κατοικία, αλλά μόνο για τους μονίμους υπαλλήλους που αποσπώνται σε αρχή του εξωτερικού.

Επομένως, ανεξάρτητα από το αν η ρύθμιση αυτή καλύπτεται από τις διατάξεις για την απόσπαση ή είναι στο σύνολό της εκτός των ορίων της νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως του άρθρου 131 παρ. 11 του Ν. 419/1976 που δεν παρέχει δυνατότητα τροποποιήσεως της αντίθετης διάταξης του άρθρου 132 παρ. 2 του νόμου αυτού, θέμα ανίσχυρου της εν λόγω ρύθμισης δεν μπορεί να τεθεί για τους υπαλλήλους με σχέση ιδιωτικού δικαίου που δεν αποσπάσθηκαν σε αρχή του εξωτερικού, αλλά προσελήφθησαν επιτοπίως από τον προϊστάμενο της αρχής σύμφωνα με το άρθρο 68 του Ν. 419/1976.

Στην προκείμενη περίπτωση, από την αγωγή, την οποία παραδεκτά ο Άρειος Πάγος επισκοπεί, προκύπτει ότι o αναιρεσίβλητoς (ενάγων) ισχυρίστηκε ότι είχε προσληφθεί την 12-6-1995 ως κλητήρας από το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο και υπηρετεί έκτοτε στην Ελληνική Πρεσβεία του Καμερούν κατόπιν συμβάσεως εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, που είχε υπογραφεί μεταξύ αυτού και της προσωρινά διευθύνουσας την Πρεσβεία της Ελλάδος στο Γιαουντέ, η οποία ενεργούσε ως εκπρόσωπος του Ελληνικού Δημοσίου.

Ότι είναι έγγαμος και πατέρας ενός ανήλικου τέκνου, ότι το αναιρεσείον αρνείται να του καταβάλει τις προσαυξήσεις του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής για δαπάνη στέγασης και για οικογενειακά βάρη κατά το ένδικο χρονικό διάστημα από 1-1-1998 μέχρι 20-1-2003, κατά παράβαση των προαναφερθεισών διατάξεων και των Κ.Υ.Α.

που καθ' υπέρβαση της νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως όρισαν ότι οι προσαυξήσεις αυτές καταβάλλονται μόνο στους μόνιμους υπαλλήλους. Ζήτησε δε να υποχρεωθεί το αναιρεσείον να του καταβάλει από τις ανωτέρω αιτίες το συνολικό ποσό των 68.720 (28.695 + 40.025) δολαρίων Η.Π.Α. ή το ισόποσο αυτών σε ευρώ, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε ποσό κατέστη ληξιπρόθεσμο, διαφορετικά από την επίδοση της αγωγής.

Με το περιεχόμενο αυτό και αίτημα η αγωγή είναι νόμιμη μόνο κατά το αιτούμενο κονδύλιο της προσαυξήσεως του εν λόγω επιδόματος για οικογενειακά βάρη (ένα ανήλικο τέκνο), ενώ αντίθετα η αγωγή δεν είναι νόμιμη κατά το κονδύλιο της προσαυξήσεως για αντιμετώπιση δαπανών στεγάσεως, αφού ο αναιρεσίβλητος δεν ισχυρίζεται ότι ανήκει στην κατηγορία των αποσπασθέντων στο εξωτερικό υπαλλήλων στους οποίους χορηγήθηκε η προσαύξηση του επιδόματος για την αιτία αυτή με την προαναφερθείσα Κ.Υ.Α.

Επομένως, το Εφετείο που δέχθηκε ως νόμιμη την αγωγή ως προς το κονδύλιο της προσαύξησης για οικογενειακά βάρη δεν παραβίασε τις παραπάνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου. Αντίθετα, το Εφετείο που δέχθηκε ως νόμιμη την αγωγή ως προς το κονδύλι της προσαύξησης του επιδόματος για δαπάνη στέγασης, παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και γι' αυτό και πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος κατά τούτο ο πρώτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ.

Κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 90 παρ.3 του ν. 2362/1995 "περί Δημοσίου Λογιστικού και ελέγχου δαπανών του Κράτους", η απαίτηση οποιουδήποτε των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από της γενέσεώς της", κατά δε την διάταξη του άρθρου 91 εδ.

α' του ίδιου νόμου, "επιφυλασσομένης κάθε άλλης ειδικής διατάξεως του παρόντος η παραγραφή οποιασδήποτε απαιτήσεως κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής". Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων σαφώς προκύπτει ότι με την πρώτη από αυτές ρυθμίζεται ειδικώς το θέμα του χρόνου της παραγραφής των αξιώσεων των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορούν σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζονται σε παρανομία των οργάνων του δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, και ορίζεται ως χρονικό σημείο ενάρξεως της παραγραφής αυτής η γένεση της κάθε αντίστοιχης αξιώσεως.

Η διάταξη αυτή, είναι ειδική σε σχέση με τη διάταξη του άρθρου 91 εδ. α' του ανωτέρου νόμου, με την οποία ρυθμίζεται γενικώς το θέμα της ενάρξεως του χρόνου παραγραφής οποιασδήποτε αξιώσεως κατά του δημοσίου από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής, όπως τούτο σαφώς συνάγεται από τη ρητή επιφύλαξη ως προς την ισχύ άλλων ειδικών διατάξεων, που υπάρχει στο άρθρο 91 εδ.

α' και επομένως κατισχύει αυτής (ΑΕΔ 32/2008, Ολ.Α.Π. 29/2006). Εξάλλου κατά την 2010481/1172/0022/10.5.1996 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών (ΦΕΚ 387 Β/27.5.1996) η καταβολή του ένδικου επιδόματος γίνεται κάθε δίμηνο και στην αρχή αυτού.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ότι οι αξιώσεις του αναιρεσίβλητου προς καταβολή του ως άνω επιδόματος για το διάστημα από 1-1-1998 μέχρι 31-12-2000 έχουν υποπέσει στην υπό του άρθρου 90 παρ.3 του ν. 2362/1995 καθιερουμένη διετή παραγραφή, η οποία σύμφωνα με το άρθρο 91 του ίδιου νόμου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε η απαίτηση και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή της και στη συνέχεια δέχθηκε εν μέρει την επιδοθείσα στις 15-12-2003 ένδικη αγωγή καθόσον αφορά το διάστημα από 1-1-2001 μέχρι 20-1-2003. Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, δεχόμενο ότι δεν είχε υποκύψει στην παραπάνω διετή παραγραφή η αξίωση της αναιρεσίβλητης για το διάστημα από 1-1-2001 έως 14-12-2001, παραβίασε τις αναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 90 παρ.3 και 91 του ν. 2362/1995 και της προαναφερθείσας Υπ. Αποφάσεως. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔικ, με τον οποίο προβάλλεται η παραπάνω πλημμέλεια, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος.

Συνεπώς, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί, κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό, την 555/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το μέρος που αναιρείται, στο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Φεβρουαρίου 2011. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Μαΐου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ