Supreme Court partially allows appeal against traffic accident verdict regarding liability allocation and evidence assessment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's judgment in a traffic accident case involving multiple parties. The court found the lower court's reasoning insufficient regarding the driver's maneuver and evidence evaluation for two defendants, while dismissing other grounds as inadmissible or irrelevant. Consequently, the case was remanded to a new panel of the Court of Appeal for further trial on the specific issues raised.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(19), 482, 914, 926, 927, 580(3), 176, 183 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may remand a case for retrial when the lower court's reasoning on liability allocation or evidence assessment is flawed, even if other appeal grounds are inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 785 / 2010 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 785/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Δημητρούλα Υφαντή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "INTERASCO ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ A.E.Γ.A.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της αρχικά αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "UNIVERSA ALLGEMEINE VERSICHERUNG AG", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Γαλάνη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ" που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, που υπεισήλθε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της αρχικά αναιρεσίβλητης ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΕΝΩΣΗ (GENERAL UNION) ΑΕΕΓΑ", της οποίας η άδεια λειτουργίας ανακλήθηκε, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Παπακωνσταντίνου και κατέθεσε προτάσεις, 2) Ψ2, κατοίκου ..., 3) Ψ3, κατοίκου ..., 4) Ψ4, κατοίκου ..., προσωρινά διαμένουσας στην Αθήνα οι οποίοι δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/10/2003 αγωγή του υπό στοιχείο 2 των ως άνω ήδη αναιρεσιβλήτων, την από 27/2/2004 αγωγή της υπό στοιχείο 3 των ως άνω ήδη αναιρεσιβλήτων και την από 6/10/2003 αγωγή προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3572/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6888/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17/9/2007 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δημητρούλα Υφαντή ανέγνωσε την από 1/10/2008 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Αθανασίου Πολυζωγόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε α) την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως κατά το μέρος που αφορά τους αναιρεσιβλήτους Ψ3 και Ψ4 και β) ως προς τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους την παραδοχή του λόγου αναιρέσεως από το εδάφιο 19 του άρθρου 559 ΚπολΔ και την απόρριψη των άλλων λόγων.
Ο πληρεξούσιος του παραστάντος αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από την παρισταμένη αναιρεσείουσα υπ' αριθ. .../30-6-2009, .../27-8-2009 και .../1-7-2009 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιώς ..., σε συνδυασμό με τα συνημμένα στην δεύτερη από αυτές από 8-9-2009 φύλλα των ημερήσιων εφημερίδων που εκδίδονται στην Αθήνα "Ελεύθερος" και "Ελεύθερη ώρα", όπου δημοσιεύθηκε περίληψη του κοινοποιηθέντος δικογράφου προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για τον αγνώστου διαμονής τρίτο αναιρεσίβλητο, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς εμφάνιση κατά τη δικάσιμο της 10-10-2008 κατά την οποία η συζήτηση της υποθέσεως αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, με συγκοινοποιούμενη και βεβαίωση αναβολή της γραμματείας του δικαστηρίου τούτου για την ίδια μετ' αναβολή δικάσιμο επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα σε καθένα των δευτέρου, τρίτου και τετάρτου των αναιρεσιβλήτων Ψ2, Ψ3 και Ψ4.
Όπως όμως προκύπτει από τα ταυτάριθμα πρακτικά, οι ίδιοι πιο πάνω τρεις αναιρεσίβλητοι, δεν εμφανίσθηκαν, ούτε κατέθεσαν έγγραφες δηλώσεις κατά το άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. κατά την παραπάνω συνεδρίαση, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε απ' τη σειρά του πινακίου. Επομένως πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία των ίδιων αναιρεσιβλήτων (άρθρ. 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).
I. Όπως προκύπτει από τα άρθρα 68, 556 και 558 ΚΠολΔ, επί απλής ομοδικίας, η αίτηση αναιρέσεως απευθύνεται κατά του αντιδίκου του αναιρεσείοντος, που νίκησε, όχι δε κατά του ομοδίκου του αναιρεσείοντος, όπως είναι και ο από αδικοπραξία μαζί με αυτόν εναχθείς, ως ενεχόμενος εις ολόκληρον. Εξαίρεση από τον κανόνα αυτό δικαιολογείται στις περιπτώσεις που η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση περιέχει διάταξη ευνοϊκή για τον απλό ομόδικο και συγχρόνως βλαπτική για τον αναιρεσείοντα (Ολ.ΑΠ 1241/1979, 15-16/1996).
Τέτοιου, όμως, είδους διάταξη επί περισσοτέρων από αδικοπραξία εναχθέντων, ως ενεχομένων εις ολόκληρον, δεν είναι εκείνη με την οποία απορρίπτεται η αγωγή ως προς ένα ή ορισμένους από αυτούς, ενώ ως προς άλλους γίνεται δεκτή, αφού το δεδικασμένο, που παράγεται από τέτοια διάταξη δεν ισχύει στις μεταξύ των ομοδίκων σχέσεις και συνεπώς δεν εμποδίζει τον ηττηθέντα ή τους ηττηθέντες έναντι του ενάγοντος σε παθητική ομοδικία διαδίκους να εναχθούν κατά των νικησάντων ομοδίκων τους, όπως προβλέπεται από το άρθρο 927 ΑΚ (ΑΠ 600/2003, ΑΠ 107/1997).
Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, στρεφόμενη κατά του τρίτου αναιρεσιβλήτου Ψ3, ο οποίος, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν υπήρξε αντίδικος της αναιρεσείουσας, αλλά απλός ομόδικός της, εις ολόκληρον μαζί με αυτήν, από αδικοπραξία (αυτοκινητικό ατύχημα) ενεχόμενος και εναχθείς και ως προς τον οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε η αγωγή αποζημίωσης της τέταρτης αναιρεσίβλητης Ψ4, ενώ αυτή έγινε εν μέρει δεκτή ως προς την αναιρεσείουσα, είναι σύμφωνα με το άρθρο 577 παρ. 2 ΚΠολΔ απορριπτέα ως απαράδεκτη.
ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υποχρέου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Αντίθετα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (αρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση του αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 75/75 Δ/νη 46. 732, ΑΠ 468/2003 Δ/νη 45.717).
Επίσης, και μόνη η τήρηση των ελαχίστων υποχρεώσεων που επιβάλλει ο ΚΟΚ στους οδηγούς των οχημάτων κατά την οδήγησή τους, δεν αίρει την υποχρέωσή τους να συμπεριφέρονται και πέραν των ορίων τούτων, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν για την αποτροπή ζημιογόνου γεγονότος ή την μείωση των επιζήμιων συνεπειών.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ επιτρέπεται αναίρεση για έλλειψη νόμιμης βάσης όταν δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό της απόφασης τα περιστατικά εκείνα που είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή για τη συνδρομή τους που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ανεπαρκείς ή αντιφατικές όχι ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, αλλά στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ολ.
ΑΠ 26/2004).
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχτηκε, ανελέγκτως, ότι το πιο κάτω αναφερόμενο ατύχημα έγινε υπό τις ακόλουθες συνθήκες: "... Την 26-12-2003 και ώρα 21.15' ο Ψ3, Αλβανός υπήκοος, ελληνικής καταγωγής, οδηγούσε το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΔΧ λεωφορείο (πούλμαν), που εκτελούσε το δρομολόγιο ...-...
και εκινείτο στη δεξιά λωρίδα με κατεύθυνση προς ... . Το όχημα αυτό ανήκει στην κυριότητα του Ψ2 και ήταν ασφαλισμένο, για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη, στην ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία ΓΕΝΙΚΗ ΕΝΩΣΗ ΑΕΕΓΑ. Το λεωφορείο μετέφερε 42 επιβάτες, εκ των οποίων 38 είχαν επιβιβαστεί από τον σταθμό ... και 4 από ... .
Το λεωφορείο πλησίαζε στην 39,650 χιλιομετρική θέση. Στο σημείο αυτό η ΝΕΟ είναι διπλής κατευθύνσεως, με τρεις λωρίδες ανά κατεύθυνση, που διαχωρίζονται με υπερυψωμένο τσιμεντένιο στηθαίο ασφαλείας στο μέσον του οδοστρώματος. Στο ρεύμα προς ..., εκτός από τις 3 κύριες λωρίδες, υπάρχει και μία άκρα δεξιά βοηθητική λωρίδα, που οδηγεί στην είσοδο του Σταθμού Εξυπηρέτησης Αυτοκινήτων (ΣΕΑ), όπου βρίσκεται και το εστιατόριο ... .
Η ΝΕΟ στο παραπάνω σημείο είναι ευθεία, υπήρχε επαρκής τεχνικός φωτισμός, διότι ήταν νύχτα, η κυκλοφορία ήταν αραιή, αλλά έβρεχε συνεχώς. Πριν από την είσοδο στον ΣΕΑ υπάρχει πληροφοριακή πινακίδα εισόδου, για όσους επιθυμούν να εισέλθουν στο χώρο του ΣΕΑ ή των ... . Κατά πλάτος του οδοστρώματος υπάρχει διαγώνια διαγράμμιση, τύπου "ζέμπρα" και κράσπεδο, με μονό προστατευτικό σιδερένιο κιγκλίδωμα, που διαχωρίζει τις τρεις κύριες λωρίδες κυκλοφορίας με τη βοηθητική.
Η ταχύτητα του λεωφορείου ήταν 85 χλμ/ω, με ανώτατο όριο 90χλμ/ω, όπως προκύπτει από την έκθεση αυτοψίας, που στηρίχθηκε στην έκθεση κατάσχεσης του ταχογράφου του λεωφορείου. Την ίδια χρονική στιγμή ο ΑΑ, κάτοικος ..., οδηγούσε το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητό του, ιδιοκτησίας του, που ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία UNIVERSAL (ήδη αναιρεσείουσα).
Στη θέση του συνοδηγού καθόταν ο υιός του, ΒΒ και στο πίσω κάθισμα η κόρη του ΓΓ. Από την προανάκριση που διενεργήθηκε, δεν έχει διαπιστωθεί, εάν οι παραπάνω χρησιμοποιούσαν ζώνη ασφαλείας. Τo IXE αυτοκίνητο εκινείτο στη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας με κατεύθυνση προς ..., με ταχύτητα περίπου 80 χλμ/ω. Ο οδηγός του, όταν πλησίασε στην ως άνω χιλιομετρική θέση και προκειμένου να εισέλθει στον χώρο του ΣΕΑ, επιτάχυνε για να προσπεράσει το λεωφορείο, το οποίο εκινείτο στην δεξιά λωρίδα και έμπροσθεν του αυτοκινήτου.
Όταν προσπέρασε το λεωφορείο, εισήλθε στην μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας και, αμέσως μετά επιβράδυνε την ταχύτητα του, για να εισέλθει στην άκρα δεξιά βοηθητική λωρίδα κυκλοφορίας και αμέσως μετά, επιβράδυνε την ταχύτητά του για να εισέλθει μέσω βοηθητικής λωρίδος που οδηγούσε στο χώρο του, ΣΕΑ, χωρίς να υπολογίσει σωστά την ταχύτητα του λεωφορείου, με αποτέλεσμα να παρεμβληθεί στην πορεία του κατά την αλλαγή της λωρίδας.
Ο οδηγός αιφνιδιάστηκε βλέποντας το ΙΧΕ αυτοκίνητο να παρεμβάλλεται στην πορεία του, σε μικρή απόσταση και συγχρόνως να επιβραδύνει την ταχύτητά του. Αμέσως, τροχοπέδησε και ενήργησε δεξιό αποφευκτικό ελιγμό, με συνέπεια να κινηθεί και αυτός προς το χώρο του ΣΕΑ, μέσω της βοηθητικής λωρίδας. Όμως, λόγω του όγκου και του βάρους του οχήματός του, σε συνδυασμό με την ολισθηρότητα του οδοστρώματος, τούτο εκτράπηκε της πορείας του και με τον οπίσθιο αριστερό τροχό, προσέκρουσε στο τσιμεντένιο κράσπεδο που διαχωρίζει τη βοηθητική λωρίδα από τις τρεις κύριες λωρίδες κυκλοφορίας, του ρεύματος προς ..., το οποίο έσπασε και συγχρόνως, εκρίζωσε την πληροφοριακή πινακίδα.
Στην συνέχεια. το λεωφορείο, με το εμπρόσθιο και πλάγιο αριστερό μέρος του, προσέκρουσε στο οπίσθιο μέρος του ΙΧΕ αυτοκινήτου, ανέβηκε στον ουρανό και το καταπλάκωσε. Κατόπιν ακινητοποιήθηκε αναποδογυρίζοντας, δηλαδή έπεσε στο οδόστρωμα με την οροφή. Το ΙΧΕ ουσιαστικά συνεθλίβη, διότι ο ουρανός του είχε πλησιάσει το πάτωμα.
Και τα δύο οχήματα ακινητοποιήθηκαν σε απόσταση 14 μέτρων από το σημείο, που αρχίζει το τσιμεντένιο κράσπεδο, που βρίσκεται στην είσοδο του ΣΕΑ. Αμφότερα τα οχήματα καταστράφηκαν ολοσχερώς, όπως βεβαιώνεται στην έκθεση αυτοψίας, ενώ τραυματίσθηκαν αρκετοί επιβάτες του λεωφορείου, μεταξύ των οποίων η εκκαλούσα - εφεσίβλητη, Ψ4.
Επίσης, τραυματίσθηκε σοβαρά ο οδηγός, του ΙΧΕ αυτοκινήτου, ήδη εφεσίβλητος και των τριών συνεκδικαζόμενων εφέσεων, ο οποίος και σήμερα πάσχει από αριστερή ημιπληγία και καταθλιπτική συνδρομή. Ενόψει των πραγματικών τούτων περιστατικών, το παραπάνω τροχαίο ατύχημα οφείλεται, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, στην αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου ΑΑ.
Πιο συγκεκριμένα, ο οδηγός του αυτοκινήτου δεν οδηγούσε με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, δεν ασκούσε τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους αναγκαίους χειρισμούς και, αν και είχε πρόθεση να εκτελέσει δεξιό ελιγμό, για να εισέλθει από τη μεσαία λωρίδα, στην οποία κινούνταν στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, στην οποία εκινείτο το λεωφορείο και, ακολούθως, στην άκρα δεξιά, βοηθητική λωρίδα, δεν βεβαιώθηκε πρώτα ότι μπορεί να πράξει τούτο, χωρίς να, παρακωλύσει την κίνηση του λεωφορείου, που κινούνταν αρχικά ομορρόπως, έμπροσθεν αυτού και μετά την προσπέραση όπισθεν αυτού, αλλά, αντίθετα, ανέπτυξε την ταχύτητά του, για να εισέλθει στον ΣΕΑ.
Δηλαδή παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 12 παρ. 1, 19 παρ. 1 και 21 παρ. 1 του Νόμου 2696/1999 (ΚΟΚ). Αντίθετα, καμία αμελής οδηγική συμπεριφορά δεν βαρύνει τον οδηγό του τουριστικού λεωφορείου, ο οποίος οδηγούσε κανονικά, στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας με ταχύτητα 85 χλμ/ω, δηλαδή κάτω από το επιτρεπόμενο όριο των 90 χλμ/ω.
Ο, ως άνω, οδηγός, παρά το γεγονός ότι αιφνιδιάστηκε από την ξαφνική παρεμβολή το ΙΧΕ αυτοκινήτου στην πορεία του, προέβη σε δεξιό αποφευκτικό ελιγμό, διότι αριστερά του, στην ΕΟ, είναι βέβαιο ότι εκινούνταν άλλα οχήματα και συγχρόνως τροχοπέδησε. Οι ελιγμοί αυτοί κρίνονται σωστοί, πλην ανεπιτυχείς, διότι λόγω της ολισθηρότητας του οδοστρώματος, εκτράπηκε από την πορεία του, με τα αποτελέσματα που έχουν ήδη αναφερθεί.
Η πιο πάνω κρίση του Δικαστηρίου τούτου, για αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου, στηρίζεται στις προανακριτικές καταθέσεις των μαρτύρων-επιβατών του λεωφορείου και ειδικότερα, στις καταθέσεις των ... και ..., τα ονόματα των οποίων αναφέρονται, ως αυτόπτες μάρτυρες, στην έκθεση της αυτοψίας.
Η 2η τούτων κατέθεσε, ότι είχε οπτική επαφή με το ατύχημα, διότι κάθονταν στην θέση, πίσω από τον οδηγό. Επίσης, στις καταθέσεις του ..., που καθόταν στην 31η θέση, αριστερά και του ..., συνοδηγού του λεωφορείου, οι οποίοι θεωρούνται, επίσης ως αυτόπτες μάρτυρες, υπό την έννοια, ότι η παρουσία και η ιδιότητά τους, ως επιβατών του λεωφορείου, δεν αμφισβητήθηκε.
Άλλωστε, τούτο προκύπτει από την από 16-12-2002 κατάσταση επιβατών του λεωφορείου, που έχει θεωρηθεί από την Τροχαία Μεγάρων και από τις προανακριτικές καταθέσεις τους, οι οποίες συντάχθηκαν μεταξύ της 23:00 ώρας της ημέρας του ατυχήματος και της 00:30 ώρας της επόμενης ημέρας. Οι μάρτυρες αυτοί βεβαιώνουν, ότι αντιλήφθηκαν το ΙΧΕ αυτοκίνητο να προσπερνά από αριστερά το λεωφορείο και να εισέρχεται στη δεξιά λωρίδα, όπου εκινείτο το λεωφορείο, όπως επίσης τον αιφνιδιασμό του οδηγού του λεωφορείου, ο οποίος φώναξε και προσπάθησε με ελιγμό να αποφύγει τη σύγκρουση.
Ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος, οδηγός του ΙΧΕ αυτοκινήτου υποστηρίζει ότι οι ως άνω επιβάτες συνεννοήθηκαν μεταξύ τους, διότι ήθελαν να βοηθήσουν τον ομοεθνή τους, οδηγό. Ο ισχυρισμός του είναι αβάσιμος και αντικρούεται πειστικά από τις καταθέσεις των μαρτύρων αυτών και την έκθεση σύλληψης του οδηγού, ως κατηγορούμενου, διότι όλες συντάχθηκαν εντός του ΑΤ Μεγάρων, στο οποίο οδηγήθηκαν σε μικρό χρονικό διάστημα.
Ο χρόνος της 1,5 ώρας που μεσολάβησε δεν ήταν επαρκής, ώστε να προσυνεννοηθούν και να καταθέσουν τα ίδια γεγονότα, χωρίς αντιφάσεις μεταξύ τους. Επισημαίνεται στο σημείο αυτό, ότι ο ως άνω ενάγων και ήδη εφεσίβλητος, οδηγός του ΙΧΕ αυτοκινήτου, υποστηρίζει ότι εκινείτο και αυτός στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, έμπροσθεν του λεωφορείου και ότι το λεωφορείο, επειδή δεν τηρούσε την απόσταση ασφαλείας, επέπεσε, με το εμπρόσθιο μέρος του, στην οπίσθια πλευρά του αυτοκινήτου.
Ο ισχυρισμός αυτός δεν είναι βάσιμος. Από τις φωτογραφίες του λεωφορείου προκύπτει ότι, τούτο έχει ζημιές σε όλη την αριστερή πλευρά του, ενώ το εμπρόσθιο μέρος είναι σχεδόν ανέπαφο, αν εξαιρεθεί το εμπρόσθιο πλάγιο αριστερό σημείο. Η ζημία αυτή είναι ελαχίστη, αν συγκριθεί με την σφοδρότητα της σύγκρουσης.
Αλλά και από την από 3-1-2003 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του ..., που συντάχθηκε καθ' υπόδειξη της ασφαλιστικής εταιρείας του ως άνω ενάγοντα-εφεσιβλήτου, προκύπτει ότι η ζημία του αυτοκινήτου είναι πάρα πολύ μεγάλη στο εμπρόσθιο μέρος στην αριστερή πλευρά, στην οροφή κ.τ.λ., χωρίς να αναφέρει ειδικά, καταστροφή του εμπρόσθιου μέρους.
Εάν, σύμφωνα με τον ισχυρισμό του οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου, το λεωφορείο είχε έλθει σε επαφή, αρχικά, με το ΙΧΕ αυτοκίνητο, με το εμπρόσθιο μέρος του, το οποίο θα είχε δεχθεί τη μεγαλύτερη πίεση, τότε το λεωφορείο θα έπρεπε να έχει εκτεταμένες ζημιές σε όλη την εμπρόσθια επιφάνεια. Επίσης, ο ως άνω οδηγός του ΙΧΕ ισχυρίζεται, ότι η σύγκρουση έγινε εντός του χώρου του ΣΕΑ και, αφού τα οχήματα είχαν εισέλθει 30 μέτρα και ότι το λεωφορείο πραγματοποιούσε ελιγμούς, για να σταθμεύσει (μανούβρες).
Την παραπάνω άποψη αναφέρουν, επίσης, τα τέκνα του, επιβάτες, του ΙΧΕ αυτοκινήτου, στις προανακριτικές τους καταθέσεις, που συντάχθηκαν περίπου 3 μήνες μετά το ατύχημα και συγκεκριμένα, την 20-3-2003, όπως και τα δημοσιεύματα των τοπικών εφημερίδων TRAFFIC NEWS και ΚΟΙΝΩΝΙΑ. Οι καταθέσεις των τέκνων του, λόγω της συγγενικής σχέσης, δεν κρίνονται πειστικές, ενώ τα δημοσιεύματα του Τύπου αναφέρουν, ως πηγή πληροφοριών τους την Τροχαία Μεγάρων, που ουδέποτε καταχώρησε την ως άνω άποψη σε κανένα έγγραφο.
Εκτός τούτων όμως δεν αποδείχθηκε από κανένα άλλο στοιχείο, ότι το λεωφορείο είχε πρόθεση να εισέλθει στον χώρο του ΣΕΑ. Σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και, ενόψει της μεγάλης απόστασης, που είχε να διανύσει, η επόμενη στάση συνηθίζεται να είναι στον ... της ... . Όπως έχει ήδη εκτεθεί, το αυτοκίνητο είχε αποχωρήσει από τον σταθμό του ..., στην ..., που απέχει από το σημείο του ατυχήματος περίπου μία ώρα.
Συνεπώς, δεν υπήρχε λόγος για στάση αναψυχής μέσα σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα. Το κυριότερο όμως στοιχείο, που αντικρούει τον ως άνω ισχυρισμό του ενάγοντα εφεσίβλητου, οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου, είναι η κατάθεση του συνοδηγού του λεωφορείου, ..., που βεβαιώνει ότι κατά τη στιγμή του ατυχήματος καταμετρούσε τα εισιτήρια, σε εκτέλεση του καθιερωμένου ελέγχου.
Η κατάθεση αυτή επιβεβαιώνεσαι και από την κατάθεση της επιβάτιδος ..., που λόγω της θέσης της, πίσω από τον οδηγό, είχε οπτική επαφή με τις ενέργειες του συνοδηγού. Αβάσιμος είναι και ο ισχυρισμός, ότι το ατύχημα συνέβη σε απόσταση 30 μέτρων, εντός του ΣΕΑ, διότι ο ως άνω εφεσίβλητος, προσμετρά και την απόσταση της διαγώνιας διαγράμμισης, που ξεκινά πριν από την είσοδο του ΣΕΑ.
Από το σχεδιάγραμμα της Τροχαίας Μεγάρων προκύπτει ότι η απόσταση από το σπασμένο κράσπεδο, μέχρι το σημείο ακινητοποίησης των οχημάτων είναι 14 μέτρα. Το κράσπεδο είναι το πρώτο σημείο επαφής του αριστερού οπίσθιου τροχού του λεωφορείου, αμέσως μετά την εκτροπή από την πορεία του. Η επαφή με το ΙΧΕ αυτοκίνητο επακολούθησε.
Πρέπει να σημειωθεί ότι πράγματι η προανακριτική κατάθεση του οδηγού και η ανωμοτί κατάθεσή του ενώπιον του ακροατηρίου αντιφάσκουν, ως προς το ποίος τροχός έθραυσε το κράσπεδο, ο αριστερός ή ο δεξιός. Η αβεβαιότητα όμως του οδηγού για το γεγονός αυτό, στην προανάκριση δικαιολογείται από την σύγχυση και την αναστάτωσή του.
Στο ακροατήριο καταθέτει σωστά, ότι ο αριστερός οπίσθιος τροχός έθραυσε το κράσπεδο. Τέλος πρέπει να επισημανθεί, ότι δεν μπορεί να καταλογισθεί στον οδηγό του ΙΧΕ αυτοκινήτου, ως παράβαση του ΚΟΚ, η παράλειψη της χρήσης των δεικτών λειτουργίας του οχήματός του, κατά την αλλαγή της πορείας του, από την μεσαία, στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, όπως ισχυρίζεται η πλευρά του λεωφορείου.
Από τις καταθέσεις των επιβατών και από τα έγγραφα, που συνέταξε η Τροχαία Μεγάρων, δεν αποδεικνύεται ότι το αυτοκίνητο δεν άναψε το δεξιό φλας και συνεπώς, ο σχετικός ισχυρισμός πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Εξάλλου, όπως έχει ήδη αναφερθεί στην αρχή της παρούσας, η εκκαλούμενη απόφαση δέχθηκε την άποψη της πλευράς του ΙΧΕ αυτοκινήτου και έκρινε ότι, αποκλειστικά υπαίτιος του εν λόγω ατυχήματος είναι ο οδηγός του λεωφορείου.
Καταλήγοντας όμως, στο συμπέρασμα αυτό έσφαλε, ως προς το ζήτημα της υπαιτιότητας ...". Με τις παραδοχές αυτές η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε τυπικά και ουσιαστικά: α) την από 6-12-2004 έφεση της εκκαλούσας - εναγομένης και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΕΝΩΣΗ ΑΕΕΓΑ" κατά του εφεσιβλήτου ΑΑ και της τέταρτης αναιρεσίβλητης β) την από 13-12-2004 έφεση του εκκαλούντος ενάγοντος και ήδη δευτέρου αναιρεσιβλήτου Ψ2 κατά της εφεσίβλητης εναγομένης και αναιρεσείουσας και της εκκαλούσας - εφεσίβλητης ενάγουσας και ήδη τέταρτης αναιρεσίβλητης Ψ4 και γ) την από 20-1-2005 έφεση της εκκαλούσας - εφεσίβλητης ενάγουσας και τέταρτης αναιρεσίβλητης Ψ4 κατά των εφεσιβλήτων (αναιρεσείουσας και λοιπών αναιρεσιβλήτων).
Στη συνέχεια, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, κράτησε και δίκασε την υπόθεση κατ' ουσίαν και: α) απέρριψε την από 6-10-2003 αγωγή του ΑΑ κατά της πρώτης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας, καθώς και την από 27-2-2004 αγωγή της τέταρτης αναιρεσίβλητης κατά το μέρος που απευθύνεται εναντίων των τριών πρώτων αναιρεσιβλήτων - εναγομένων β) δέχτηκε εν μέρει ως βάσιμες κατ' ουσίαν την από 1-10-2003 αγωγή του ενάγοντος και δευτέρου αναιρεσιβλήτου καθώς και την από 27-2-2004 αγωγή της ενάγουσας και τέταρτης αναιρεσίβλητης Ψ4 κατά του οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου ΑΑ και κατά της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρίας στην οποία ήταν ασφαλισμένο το ζημιογόνο αυτοκίνητό του, τους οποίους και υποχρέωσε να καταβάλουν εις ολόκληρον στους ως άνω ενάγοντες ως αποζημίωση τα αναφερόμενα σ' αυτή χρηματικά ποσά.
Έτσι, όμως, που έκρινε το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες για το ζήτημα της υπάρξεως ή μη συντρέχουσας αμέλειας του προστηθέντος στην οδήγηση του υπ' αριθ. ..., ΔΧΕ αυτοκινήτου (λεωφορείου) και τρίτου αναιρεσιβλήτου Ψ3 στην επέλευση του ατυχήματος, και ιδίως στην έκταση των συνεπειών του, έτσι ώστε καθίσταται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 300, 330 εδ.
β', 914 ΑΚ και 19 παρ. 1, 2 και 3 του ΚΟΚ. Και τούτο, γιατί παρέλειψε να εκθέσει αν ο εν λόγω προστηθείς οδηγός έλαβε ή όχι ή αν δεν μπορούσε να λάβει τα ενδεικνυόμενα μέτρα για να αποτρέψει το ατύχημα και κυρίως τη σφοδρότητα της συγκρούσεως, εξαιτίας της οποίας καταστράφηκαν τα συγκρουσθέντα οχήματα και τραυματίστηκαν, πλην άλλων, ο ΑΑ και η τέταρτη αναιρεσίβλητη.
Ειδικότερα: α) ενώ βεβαιώνει ότι ήταν νύχτα, έβρεχε και ότι το οδόστρωμα ήταν ολισθηρό, δέχεται ότι η ταχύτητα των 85 χλμ/ω με την οποία οδηγούσε το λεωφορείο ήταν, υπό τις συνθήκες που επικρατούσαν, κανονική, παρότι αυτή προσήγγιζε την υπό κανονικές συνθήκες επιτρεπόμενη ανώτατη ταχύτητα των 90 χλμ/ω, β) δεν διευκρινίζει σε ποια απόσταση βρισκόταν το λεωφορείο τη στιγμή κατά την οποία ο οδηγός του ΙΧΕ αυτοκινήτου ΑΑ, κατέστησε με τους δείκτες αλλαγής κατεύθυνσης του αυτοκινήτου του (φλας), γνωστή την πρόθεσή του ότι θα επιχειρήσει ελιγμό προς τα δεξιά, προκειμένου να εισέλθει στο χώρο του Σ.Ε.Α., καταλαμβάνοντας αρχικά την δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας και ακολούθως την άκρα δεξιά βοηθητική λωρίδα που οδηγούσε στο Σ.Ε.Α.
γ) Αν και προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι ο ως άνω οδηγός εισήλθε με το ΙΧΕ αυτοκίνητό του στην άκρα δεξιά βοηθητική λωρίδα κυκλοφορίας πριν τη σύγκρουση, δοθέντος ότι τα οχήματα ακινητοποιήθηκαν μετά τη σύγκρουση στο χώρο του ΣΕΑ και όχι στο οδόστρωμα, δεν διευκρινίζεται γιατί ο ελιγμός που ενήργησε ο τρίτος αναιρεσίβλητος προς τα δεξιά ήταν ενδεδειγμένος, αφού μετά την τροχοπέδηση το λεωφορείο μπορούσε να συνεχίσει την πορεία του στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, όπου εκινείτο, πριν τον ως άνω ελιγμό.
Επομένως, και οι τρεις λόγοι αναιρέσεως κατά το σκέλος, που αποδίδονται με αυτούς αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, είναι βάσιμοι, κατά το μέρος που αφορούν τους δύο πρώτους αναιρεσιβλήτους (GENERAL UNION ΑΕΓΑ και Ψ2). Κατά τα λοιπά, οι λόγοι αναιρέσεως, είναι απορριπτέοι, κατά το μέρος που αφορούν τους, ως άνω, αναιρεσιβλήτους.
Ειδικότερα: α) ο πρώτος λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος που αποδίδονται αιτιάσεις από το εδάφιο 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος, διότι αναφέρονται στις αποδείξεις και τα περιστατικά που προκύπτει από αυτές, που δεν αποτελούν "πράγμα" κατά την έννοια του νόμου, β) ο δεύτερος λόγος, κατά το μέρος που αποδίδεται παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, είναι επίσης απαράδεκτος, διότι η επικαλούμενη πλημμέλεια αναφέρεται στην εκτίμηση των αποδείξεων και όχι στην ερμηνεία κανόνα δικαίου ή στην υπαγωγή σ' αυτόν των πραγματικών περιστατικών και γ) ο τρίτος λόγος αναιρέσεως κατά το σκέλος που αποδίδεται αιτίαση από το εδάφιο 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι και αυτός απαράδεκτος, διότι οι αντιφάσεις που επικαλείται η αναιρεσείουσα βρίσκονται στις αιτιολογίες και όχι στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.
Τέλος, οι λόγοι αναιρέσεως, κατά το μέρος που αφορούν την τραυματισθείσα επιβάτιδα του λεωφορείου τετάρτη αναιρεσίβλητη Ψ4 και με τους οποίους πλήττεται η κρίση του Εφετείου, αναφορικά με τη συντρέχουσα η μη αμέλεια του οδηγού του λεωφορείου Ψ3, που είχε προστηθεί στην οδήγηση αυτού από τον δεύτερο αναιρεσίβλητο, είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, ενόψει των διατάξεων των άρθρων 482, 914, 926 εδ.
α' και 927 ΑΚ, από τις οποίες προκύπτει, ότι στην περίπτωση ευθύνης περισσοτέρων εις ολόκληρον ο βαθμός του πταίσματος του καθενός από τους δράστες δεν ενδιαφέρει για τη θεμελίωσή της εις ολόκληρον ευθύνης τους, αλλά μόνο στη μεταξύ των συνυπαιτίων δίκη περί αναγωγής. Μετά τα παραπάνω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το προαναφερθέν μέρος της, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (άρθρ. 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.), όπως στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 6888/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το εις το σκεπτικό μέρος της.
Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, που ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαρτίου 2010. Και
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Μαίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ