Supreme Court dismisses appeal as inadmissible for procedural errors and factual evaluation issues.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against multiple lower court decisions regarding a property dispute. The appellant argued that the Court of First Instance and Court of Appeal erred in fact-finding and procedural handling of evidence. The court rejected these claims because the appeal targeted pre-trial and final judgments already superseded by subsequent appellate rulings, and because the substantive appeal challenged the trial court's evaluation of evidence, which is not subject to Supreme Court review.
Legislator headnote
AI generatedArticle 553(1) of the Code of Civil Procedure; Article 561(1) of the Code of Civil Procedure: An appeal against a final judgment of the second instance is inadmissible if it targets prior procedural or substantive decisions already superseded by the second instance judgment, and challenges to the trial court's evaluation of evidence are inadmissible as such evaluations are not subject to Supreme Court review.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 785 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 785/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Φώσκολο, Αντιπρόεδρο, Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Χαράλαμπο Παπαηλιού και Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ1, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελένη Τσουκλείδου.
Των αναιρεσίβλητων: 1. ψ1, 2. ψ2, 3. ψ3, 4. ψ4, 5. ψ5, 6. ψ6, 7. ψ7, 8. ψ8, 9. ψ9 και 10. ψ10, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Παντουβάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ. Πολ. Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-12-1983 αγωγή των αρχικών διαδίκων 1. Χα, 2. Χβ, 3. Χγ και των 1ου, 2ου, 3ης, 4ης, 5ης, 6ης ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11711/1984 προδικαστική, 1257/1997 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 200/1999 του Εφετείου Αθηνών. Κατά της ανωτέρω εφετειακής απόφασης ασκήθηκε αίτηση αναίρεσης και εκδόθηκε η 1196/2000 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών. Το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την 6397/2001 προδικαστική, και την 6712/2006 οριστική απόφαση. Την αναίρεση των 6712/2006, 6397/2001 αποφάσεων του Εφετείου Αθηνών καθώς και των 11711/1984, 1257/1997 αποφάσεων του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5-2-2007 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Θεοχαρίδης ανέγνωσε την από 31-12-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση για αναίρεση α) της 6712/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών β) της 6397/2001 προδικαστικής απόφασης του ίδιου Εφετείου και γ) των υπ' αριθμ. 11711/1984 προδικαστικής και 1257/1997 οριστικής αποφάσεων του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
- ΕΠΕΙΔΗ, από τη διάταξη της παρ.1 του άρθρου 553 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι σε περίπτωση που η υπόθεση διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η επί της ουσίας οριστική απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη ( Ολ. ΑΠ16/1990).
Συνεπώς η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη κατά το μέρος που στρέφεται κατά των υπ' αριθμ. 11711/1984 (προδικαστικής) και 1257/1997 (οριστικής) αποφάσεων του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αφού, μετά την έκδοση επί της εφέσεως που άσκησε κατ' αυτών η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα της υπ' αριθμ. 6937/2001 προδικαστικής απόφασης του Εφετείου Αθηνών και στη συνέχεια της υπ' αριθμ.6712/2006 οριστικής απόφασης του ίδιου Εφετείου, με την οποία έγινε δεκτή, ως ουσιαστικά βάσιμη, η ένδικη αγωγή των αναιρεσιβλήτων, προσβλητές με το ένδικο μέσο της αναίρεσης είναι μόνον οι δύο τελευταίες αποφάσεις του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, στις οποίες και ενσωματώθηκαν οι πρωτόδικες. -ΕΠΕΙΔΗ, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 26, 74, 79, 180, 189,193,203,207 και 208 του Αγροτικού Κώδικα (ήδη καταργήθηκαν με το άρθρο 16 του ν.
δ. 1189/1972 τα άρθρα 189 και 193 και το άρθρο 208 με το άρθρο 155 του α. ν. 431/1968), προκύπτει ότι μέχρι την ισχύ του α. ν. 431/1968 (23-5-1968) ο κατά τον αγροτικό νόμο αποκαθιστάμενος κληρούχος, από την παραχώρηση σ` αυτόν συγκεκριμένου κλήρου, λογίζεται ως καλής πίστεως νομέας του κλήρου έστω και αν δεν τον κατέχει και ότι κλήρος αυτός δεν είναι δεκτικός νομής από άλλον ούτε επομένως και κυριότητας με χρησικτησία, αφού γι` αυτήν απαιτείται νομή, την οποία δε μπορεί να έχει άλλος εκτός από τον κληρούχο.
Την ίδια πλασματική νομή στον κλήρο του κληρούχου έχουν κατ` επέκταση και οι κληρονόμοι του και έτσι ούτε άλλος κληρονόμος δύναται ν` αποκτήσει κυριότητα με χρησικτησία, εκτός αν μετά την κτήση από τον κληρονόμο της κυριότητας του μεριδίου του στον κλήρο έλαβε χώρα νόμιμη μεταβίβαση αυτού προς άλλο συγκληρονόμο, σύμφωνα με το άρθρο 228 του Αγροτικού Κώδικα, στην έννοια της οποίας περιλαμβάνεται και η με παράδοση, κατά τον προϊσχύσαν Β.
Ρ. Δ. και κατά τον Αστικό Κώδικα κατά το άρθρο 976, με τη βούληση του κληρονόμου κτήση της νομής του μεριδίου του από άλλο συγκληρονόμο και με βάση αυτή της κυριότητας αυτού με χρησικτησία αν συντρέχουν και οι λοιπές νόμιμες προϋποθέσεις. Μετά την ισχύ του α. ν. 431/1968 κατά την παρ.1 του οποίου "από της ενάρξεως της ισχύος τούτου επιτρέπεται εις τους κατά την εποικιστικήν εν γένει νομοθεσίαν κληρούχους η δια δικαιοπραξιών εν ζωή εκποίησις, ή οπωσδήποτε διάθεσις των πάσης φύσεως κλήρων των, υπό τον περιορισμόν μόνον της μη κατατμήσεως των τεμαχίων της οριστικής διανομής", ο κληρούχος δεν λογίζεται κατά πλάσμα του νόμου νομέας του κλήρου, αν δεν κατέχει πραγματικά αυτόν και είναι δυνατή η χωρίς τη θέλησή του κτήση της νομής από τρίτο ολόκληρου του κληροτεμαχίου, η οποία μπορεί, εάν συντρέχουν και οι λοιπές νόμιμες προϋποθέσεις, να οδηγήσει στη με τακτική ή με έκτακτη χρησικτησία κτήση της κυριότητας αυτού, εφόσον συμπληρωθεί ο απαιτούμενος από το νόμο, για καθεμιά από αυτές, χρόνος.
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 189 παρ.1 και 2 του Αγροτικού Κώδικα, όπως το άρθρο αυτό ίσχυε πριν από την κατάργησή του με το άρθρο 16 του ν. δ 1189/1972, την κυριότητα των ατομικών αγροτικών κλήρων , την αποκτούσε ο κληρούχος μόνο με την κύρωση της οριστικής διανομής, την έκδοση παραχωρητηρίου και μεταγραφή τούτου και υπό το κράτος ισχύος του α.
ν. 1722/1939 με κύρωση, κατά το άρθρο 1 παρ.1 και 2 αυτού, της οριστικής διανομής από τους νόμους 4857/1930 και 5416/1932 και όχι με χρησικτησία. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ.8 περ. β' του Κ. Πολ. Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης και όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ως πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά , τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός αναίρεσης θα πρέπει ο ισχυρισμός να είχε προταθεί από τον αναιρεσείοντα ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση κατά τρόπο ορισμένο και παραδεκτό, να είναι νόμιμος και να ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Συνεπώς δεν ιδρύεται ο από την ανωτέρω διάταξη λόγος αναίρεσης αν ο αγνοηθείς από το δικαστήριο ισχυρισμός ήταν απαράδεκτος ή νόμω αβάσιμος ή αόριστος. Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι έξι πρώτοι των αναιρεσιβλήτων και οι α) Χα, που αποβίωσε στις 9-12-1990 και στη θέση του οποίου υπεισήλθαν οι έβδομος και όγδοος αναιρεσίβλητοι, κληρονόμοι του β) Χβ, που αποβίωσε στις 14-8-1992 και στη θέση του οποίου υπεισήλθαν οι τρεις πρώτοι αναιρεσίβλητοι, κληρονόμοι του και γ) Χγ, που αποβίωσε στις 9-6-1996 και στη θέση του οποίου υπεισήλθαν οι ένατη και δέκατη αναιρεσίβλητες, κληρονόμοι του, άσκησαν από κοινού κατά της αναιρεσείουσας, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, την από 28-12-1983, με αριθμό εκθ.
καταθ. 384/1984, αγωγή, με την οποία, αφού ισχυρίσθηκαν ότι κατέστησαν συγκύριοι με παράγωγους τρόπους (κληρονομικές διαδοχές) και πρωτοτύπως, με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, ο καθένας κατά τα αναφερόμενα ποσοστά εξ αδιαιρέτου, των επιδίκων οκτώ ακινήτων, κειμένων απάντων στην κτηματική περιφέρεια ....
Αττικής, τα οποία είχαν παραχωρηθεί, τα πρώτα επτά (αγροί) ως τεμάχια γεωργικού κλήρου και το όγδοο ως οικόπεδο οικοπεδικού κλήρου, κατά την οριστική διανομή του αγροκτήματος 2/3 ....., που κυρώθηκε με το άρθρο 12 του ν.δ.2535/1953, στην απώτατη δικαιοπάροχο αυτών και της εναγομένης Χ1 και στα συναποκατασταθέντα με αυτήν, κατ' ισομοιρία, τέκνα της ....., ......, ...... (δικαιοπαρόχους των εναγόντων) και Χ (δικαιοπάροχο πατέρα της εναγομένης), επ' ονόματι των οποίων και εκδόθηκαν ακολούθως οι υπ' αριθμ.....
και ......, αντίστοιχα, τίτλοι κυριότητας (παραχωρητήρια) του Υπουργείου Γεωργίας, που μεταγράφηκαν νόμιμα, ζήτησαν να αναγνωρισθούν συγκύριοι των επιδίκων ακινήτων, ο καθένας κατά τα ανήκοντα σ' αυτόν ποσοστά εξ αδιαιρέτου, λόγω αμφισβήτησης του δικαιώματος συγκυριότητάς τους από την εναγομένη. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε αρχικά η υπ' αριθμ. 11711/1984 προδικαστική απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και στη συνέχεια, μετά τη διεξαγωγή των σχετικών αποδείξεων, η υπ' αριθμ. 1257/1997 οριστική απόφαση αυτού, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη.
Μετά την άσκηση κατά των παραπάνω αποφάσεων της από 26-9-1997 έφεσης της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας εκδόθηκε η υπ' αριθμ.1196/2000 απόφαση του Εφετείου Αθηνών που απέρριψε την έφεση, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Κατά της εν λόγω απόφασης του Εφετείου ασκήθηκε από την και τώρα αναιρεσείουσα εναγομένη η από 22-6-1999 αίτηση αναίρεσης και εκδόθηκε η 1196/2000 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε στο σύνολό της η απόφαση αυτή του Εφετείου για τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ.14 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης της παρά το νόμο κήρυξης απαραδέκτου από το δικαστήριο εκείνο της ένστασης της εναγομένης περί καταχρηστικής ασκήσεως του ενδίκου δικαιώματος των εναγόντων.
Ακολούθως, με την από 11-7-2000 κλήση των αναιρεσιβλήτων ( εναγόντων), εισήχθη η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο της παραπομπής (Εφετείο Αθηνών), το οποίο με την υπ' αριθμ. 6297/2001 απόφασή του, κρίνοντας παραδεκτή και νόμιμη την από το άρθρο 281 ΑΚ ένσταση της αναιρεσείουσας εναγομένης, δέχθηκε την έφεσή της και, αφού εξαφάνισε την εκκληθείσα 1257/1997 απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, καθώς και τη συνεκκληθείσα 11711/1984 μη οριστική απόφαση αυτού, διέταξε αποδείξεις για τα συνιστώντα την ως άνω ένσταση της εναγομένης πραγματικά περιστατικά.
Μετά τη διεξαγωγή των αποδείξεων και την περαιτέρω συζήτηση της υπόθεσης εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 6712/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών (δικαστηρίου της παραπομπής), με την οποία αυτό, αφού απέρριψε ως αβάσιμη την παραπάνω ένσταση καταχρηστικής άσκησης του αγωγικού δικαιώματος, που είχε προβάλει η εναγομένη, δέχθηκε την ένδικη αγωγή, ως ουσιαστικά βάσιμη, και αναγνώρισε τους ενάγοντες (αναιρεσιβλήτους) συγκυρίους των επιδίκων ακινήτων, κατά τα αναφερόμενα για τον καθένα ποσοστά εξ αδιαιρέτου.
Εξάλλου, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των από 18-9-1984 εγγράφων προτάσεων της αναιρεσείουσας κατά την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αυτή, αποκρούοντας, ως εναγόμενη, την ένδικη αγωγή των αρχικά εναγόντων, πρόβαλε, εκτός από την ένσταση του άρθρου 281 του ΑΚ, και τις εξής ενστάσεις :
α) περί απαραδέκτου της ένδικης αγωγής, λόγω υπάρξεως δεδικασμένου που απέρρεε από την υπ' αριθμ. 3241/1982 τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί, λόγω αοριστίας του δικογράφου της, η από 22-4-1981 αγωγή περί διανομής των επιδίκων ακινήτων, την οποία είχαν ασκήσει κατά της αναιρεσείουσας οι ίδιοι αρχικά ενάγοντες και η οποία είχε την ίδια με την ένδικη αγωγή ιστορική και νομική αιτία και β) περί αποκλειστικής δικής της (αναιρεσείουσας) κυριότητας επί των επιδίκων ακινήτων, αποκτηθείσης με τακτική, άλλως με έκτακτη χρησικτησία και γ) περί παραγραφής της ένδικης αξίωσης των εναγόντων για διεκδίκηση των επιδίκων ακινήτων.
Ειδικότερα για τη θεμελίωση των δύο τελευταίων ενστάσεών της η αναιρεσείουσα επικαλέσθηκε ότι, μετά την κατά το έτος 1921 παραχώρηση του προαναφερόμενου κλήρου ( γεωργικού και οικοπεδικού) και τον κατά το έτος 1927 θάνατο της Χ1, συγκληρούχου κατά το 1/5 εξ αδιαιρέτου, οι υπόλοιποι ως άνω συγκληρούχοι (συναποκατασταθέντα τέκνα αυτής) προήλθαν σε άτυπη διανομή του όλου γεωργικού κλήρου, με βάση την οποία ο δικαιοπάροχος πατέρας της αναιρεσείουσας Χ έλαβε στην αποκλειστική νομή του τα επίδικα ακίνητα και νεμήθηκε έκτοτε αυτά με διάνοια κυρίου και καλή πίστη συνεχώς μέχρι το θάνατό του το έτος 1963, ότι μετά το θάνατο τούτου νέμονταν και κατείχαν αυτά με διάνοια κυρίου η αναιρεσείουσα και η μητέρα αυτής Χ1, ως μόνες εξ αδιαθέτου κληρονόμοι εκείνου, οι οποίες και αποδέχθηκαν την κληρονομία του, με συμβολαιογραφική πράξη που μεταγράφηκε νόμιμα, και ότι μετά το θάνατο της μητέρας της κατά το έτος 1972 νεμόταν αυτά αποκλειστικά η αναιρεσείουσα συνεχώς μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής ( έτος 1984).
Οι ισχυρισμοί, όμως, αυτοί της αναιρεσείουσας, τους οποίους και επανέφερε αυτή νομίμως στο Εφετείο με λόγους της έφεσής της, δεν είναι νόμιμοι. Ειδικότερα ο ισχυρισμός περί απαραδέκτου της αγωγής, λόγω υπάρξεως δεδικασμένου, δεν ήταν νόμιμος, διότι η απόφαση, με την οποία απορρίπτεται η αγωγή για τυπικό λόγο, όπως για αοριστία του δικογράφου της, όταν καταστεί τελεσίδικη δημιουργεί δεδικασμένο μόνο ως προς το δικονομικό αυτό ζήτημα της αοριστίας και όχι ως προς το ουσιαστικό δικαίωμα που είχε καταχθεί στη δίκη με την αγωγή και συνεπώς από την επικαλούμενη υπ' αριθμ. 3241/1982 τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί, λόγω αοριστίας του δικογράφου της, η από 22-4-1981 αγωγή περί διανομής των επιδίκων ακινήτων δεν δημιουργήθηκε μεταξύ των διαδίκων δεδικασμένο για το επίδικο ουσιαστικό δικαίωμα της κυριότητας των επιδίκων.
Περαιτέρω και οι ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας περί αποκλειστικής δικής της κυριότητας στα επίδικα ακίνητα και παραγραφής της αξίωσης των αρχικά εναγόντων να τα διεκδικήσουν κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή ιδανικά μερίδια, ήταν μη νόμιμοι, διότι, ενόψει του ότι η επικαλούμενη άτυπη διανομή του έτους 1927 φέρεται ότι έγινε μεταξύ των συναπακατασταθέντων μετά της χήρας μητέρας τους αρχικών συγκληρούχων και όχι μεταξύ των κληρονόμων τους και συνεπώς δεν έχει στην προκειμένη περίπτωση εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 228 παρ.1 του Αγροτικού Κώδικα, μέχρι μεν την έναρξη ισχύος του α.ν. 431/1968 νομείς καλής πίστεως των επιδίκων ακινήτων, που περιλαμβάνονταν στον παραχωρηθέντα κατά τα ανωτέρω γεωργικό κλήρο, θεωρούνταν, έστω και αν δεν κατείχαν αυτά, οι ρηθέντες συγκληρούχοι και τα επίδικα δεν ήταν δεκτικά αποκλειστικής νομής, άρα και κυριότητας με χρησικτησία, από τον συγκληρούχο δικαιοπάροχο της εναγομένης Χ, από δε την έναρξη ισχύος του αν.
ν. 431/1968 και μέχρι την έγερση της ένδικης αγωγής δεν συμπληρώνεται ο απαιτούμενος για την έκτακτη χρησικτησία ή την παραγραφή της αξίωσης των εναγόντων για διεκδίκηση αυτών χρόνος των είκοσι ετών. Ενόψει τούτων το Εφετείο, που με τις προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ως βάσιμη την ένδικη αγωγή των αναιρεσιβλήτων, χωρίς να λάβει υπόψη του τους προαναφερθέντες ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας εναγομένης, οι οποίοι δεν ήταν νόμιμοι και ως εκ τούτου δεν ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δεν υπέπεσε στις από το άρθρο 559 αριθ.1 και8 περ.
β' του ΚΠολΔ πλημμέλειες. Επομένως ο δεύτερος, μέρος δεύτερο, τρίτο και τέταρτο, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλονται κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ.1 και 8 περ. β' του ΚΠολΔ, για παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 26, 74,79 180 203,208, 216,228 του Αγροτ.
Κώδικα και του άρθρου 976 του ΑΚ και για παρά το νόμο μη λήψη υπόψη πραγμάτων που προτάθηκαν από την αναιρεσείουσα και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα των παραπάνω αναφερόμενων ισχυρισμών αυτής, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που η αναιρεσείουσα προβάλλει με αυτόν αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο απέρριψε με ανεπαρκή αιτιολογία τους πιο πάνω ισχυρισμούς της, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι, η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να λάβει υπόψη ισχυρισμούς των διαδίκων που δεν είναι ουσιώδεις δεν ιδρύει τον από τον αριθμό 19 του άνω άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης.
Τέλος ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που η αναιρεσείουσα προβάλλει με αυτόν αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθμ.9, 11,16, 18 του ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι δεν εκτίθενται σ' αυτόν περιστατικά που να θεμελιώνουν οποιονδήποτε από τους λόγους αυτούς.
ΕΠΕΙΔΗ, ο δεύτερος λόγος, μέρος πρώτο, αναίρεσης , με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ.8, 9,18 και 19 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο παρέλειψε να αποφανθεί στο υποβληθέν με την έφεσή της αίτημα για ανάκληση των αποφάσεων του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο με την προδικαστική απόφασή του είχε τάξει απόδειξη, αναφορικά με την ένστασή της περί καταχρηστικής άσκησης του ενδίκου δικαιώματος, και για περιστατικό που αυτή δεν είχε επικαλεσθεί για τη θεμελίωση της ένστασής της αυτής, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, διότι το επικαλούμενο σφάλμα αποδίδεται σε αποφάσεις του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, οι οποίες, μετά την παραδοχή της έφεσης της αναιρεσείουσας, εξαφανίσθηκαν με τις προσβαλλόμενες αποφάσεις του Εφετείου, ως προς τις οποίες η αίτηση αναίρεσης κηρύχθηκε απαράδεκτη.
ΕΠΕΙΔΗ, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν παραβιάσθηκαν κανόνες δικαίου, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή αν υπάρχει λόγος αναίρεσης κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 και 20 του ίδιου Κώδικα.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση των αναιρετικών λόγων από το άρθρο 559 αριθ. 8, 10, 11, 17, 19, 20 του ΚΠολΔ, προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 6712/2006 απόφασης τις αιτιάσεις, ότι το εκδόσαν αυτήν Εφετείο, που απέρριψε ως αβάσιμη την ένστασή της περί καταχρηστικής άσκησης του ενδίκου δικαιώματος των εναγόντων για αναγνώριση της συγκυριότητάς τους επί των επιδίκων ακινήτων, δέχθηκε παρά το νόμο πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στη έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που αυτή επικαλέσθηκε και προσκόμισε και διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού, κατά την αναιρεσείουσα, το Εφετείο " απέρριψε την ως άνω από το άρθρο 281 του ΑΚ ένστασή της με την αιτιολογία ότι δήθεν δεν αποδείχθηκαν τα θεμελιούντα αυτήν περιστατικά", ενώ, κατ' αυτήν, προέκυψαν από τις αποδείξεις τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο πραγματικά περιστατικά και βάσει αυτών έπρεπε να γίνει δεκτή η ανωτέρω ένστασή της, ως βάσιμη και πλήρως αποδεδειγμένη.
Οι αιτιάσεις, όμως, αυτές αναφέρονται αποκλειστικά στην εκτίμηση των αποδείξεων και πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας, η οποία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.
Συνεπώς ο ανωτέρω λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5-2-2007 αίτηση της Χ1 για αναίρεση των υπ' αριθμ. 6712/2006 και 6937/2001 αποφάσεων του Εφετείου Αθηνών και των υπ' αριθμ. 1257/1997 και 11711/1984 αποφάσεων του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Απριλίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 15 Απριλίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ