Supreme Court dismisses appeal against bankruptcy liquidation judgment for lack of legal interest and inadmissible objections.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by MAGIC FOOD against the Athens Court of Appeal's decision in a bankruptcy liquidation case. The appellant argued that the court erred in rejecting specific objections regarding the sale of business equipment and the calculation of damages. The court ruled that these objections were inadmissible because they sought to overturn the bankruptcy court's decision rather than defend the interests of the parties against the appeal, and the appellant failed to demonstrate a legal interest in overturning the final judgment.
Legislator headnote
AI generatedArticles 286, 287, 289, 290 of the Code of Civil Procedure; The court must dismiss an appeal if the appellant fails to demonstrate a legal interest in overturning a final judgment, particularly when the contested objections are procedurally inadmissible as they do not serve the defense of the parties against the appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 784 / 2025 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 784/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, - Εισηγητή Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Μιχαήλ Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Δεκεμβρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία MAGIC FOOD ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΕΙΔΩΝ ΔΙΑΤΡΟΦΗΣ, που εδρεύει στα Σπάτα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Ντινόπουλο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) υπό εκκαθάριση ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία Β. Μ. & ΣΙΑ ΕΕ, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Β. Μ. του Χ. Ο δεύτερος αναιρεσίβλητος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Στο σημείο αυτό τον λόγο έλαβε ο δικηγόρος Κωνσταντίνος Τσουκαλάς, ο οποίος δήλωσε στο ακροατήριο ότι ο δεύτερος αναιρεσίβλητος απεβίωσε, όπως προκύπτει και από τη με αριθμό ...-2022 Ληξιαρχική Πράξη Θανάτου του Δήμου Καισαριανής. Η πρώτη αναιρεσίβλητη παραστάθηκε με τον νέο εκκαθαριστή της Μ. Μ., ο οποίος διόρισε πληρεξούσιο δικηγόρο της ανωτέρω υπό εκκαθάριση εταιρείας τον Κ. Τ. Κοινοποιουμένη προς: Ξ. Μ., κάτοικο ..., ως συνδίκου της πτώχευσης της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΙΔΩΝ ΑΡΤΟΠΟΙΪΑΣ - ΖΑΧΑΡΟΠΛΑΣΤΙΚΗΣ - ΤΡΟΦΙΜΩΝ ΑΒΕΕ και τον διακριτικό τίτλο NUTRIART ΑΒΕΕ, που εδρεύει στις Αχαρνές Αττικής, εκπροσωπείται νόμιμα και δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-1-2010 αγωγή της ήδη πρώτης αναιρεσιβλήτου και του αρχικού διαδίκου Β. Μ., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4548/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 2934/2015 του Εφετείου Αθηνών. Κατά της τελευταίας απόφασης ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1180/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε εν μέρει την υπ' αριθ. 2934/2015 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό και παρέπεμψε την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η υπ' αριθ. 3511/2021 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2-11-2021 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ.α`, 287, 289 και 290 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται και όταν, μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος. Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής προς τον αντίδικο με επίδοση δικογράφου ή με τις προτάσεις ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός ακροατηρίου κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξης από εκείνον που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος και έχει ως συνέπεια ότι είναι άκυρη κάθε διαδικαστική πράξη, εκτός από την έκδοση της απόφασης, αν γίνει μετά τη διακοπή της δίκης και πριν από την επανάληψή της, εκτός αν την ενεργήσει ο διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή. Ως διάδικος, υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του). Η επανάληψη της δίκης που έχει διακοπεί μπορεί να γίνει εκούσια με ρητή ή σιωπηρή δήλωση του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή(ΟλΑΠ 1/2022, ΑΠ 266/2021).
Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 288 του ιδίου κώδικα, που ορίζει ότι στην περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας ο θάνατος ενός από τους ομοδίκους ή άλλο γεγονός του άρθρου 286 που επέρχεται στο πρόσωπο ενός ομοδίκου, έχει ως αποτέλεσμα τη διακοπή της δίκης ως προς όλους τους διαδίκους, συνάγεται ότι αντίθετα, επί απλής ομοδικίας, η δική συνεχίζεται κανονικά για τους λοιπούς ομοδίκους και διακόπτεται μόνο για τον απλό ομόδικο, στον οποίο αφορά ο λόγος διακοπής, σχέση δε αναγκαστικής ομοδικίας υπάρχει μόνο στις περιπτώσεις που αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 76 του ΚΠολΔ, μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβάνεται και εκείνη, κατά την οποίαν ενάγουν περισσότεροι ως δικαιούχοι αποζημιώσεως από την ίδια σύμβαση ή από την ίδια αδικοπραξία ή ενάγονται περισσότεροι ως υπόχρεοι αποζημιώσεως από την ίδια σύμβαση ή από την ίδια αδικοπραξία (ΑΠ 1181/2022, ΑΠ 1101/1993).
Στην προκείμενη περίπτωση, ο δικηγόρος Κωνσταντίνος Τσουκαλάς, ο οποίος ήταν ο πληρεξούσιος δικηγόρος του δευτέρου αναιρεσιβλήτου, αφού εκπροσώπησε αυτόν στο Εφετείο Αθηνών, κατά την συζήτηση της έφεσής του, μετά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, με προφορική δήλωσή του ενώπιον του δικαστηρίου τούτου κατά την συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, η οποία καταχωρήθηκε στα πρακτικά, ανέφερε ότι ο δεύτερος αναιρεσίβλητος απεβίωσε μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και προσκόμισε το υπ' αρ. ...-2022 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου του Δήμου Καισαριανής Αττικής, από το οποίο πράγματι αποδεικνύεται ότι ο δεύτερος αναιρεσίβλητος απεβίωσε στις 1-10-2022, δηλαδή μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και συνεπώς η δίκη, στη σχέση αυτού με την αναιρεσείουσα, διακόπτεται, αφού ο δεύτερος αναιρεσίβλητος συνδέεται με σχέση απλής ομοδικίας με την πρώτη αναιρεσίβλητη, γιατί αμφότεροι έχουν ασκήσει αγωγή και κατά της δικαιοπαρόχου της αναιρεσείουσας από την ίδια σύμβαση, επικαλούμενοι και τελεσθείσα αδικοπραξία εις βάρος τους και ο καθένας έχει διακριτό αίτημα, όπως θα αναφερθεί στην συνέχεια της απόφασης.
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 553 παρ. 1, 577, 309 εδ. 1, 321 και 495 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη κατά το χρόνο άσκησης του ένδικου αυτού μέσου, δηλαδή κατά τον χρόνο της κατάθεσης του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, είναι δε τελεσίδικη η απόφαση εκείνη, η οποία, απεκδύοντας το δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης.
Συνεπώς, η ερήμην οριστική απόφαση του Εφετείου, δηλαδή η απόφαση που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του (Ολ ΑΠ 15/2001, ΑΠ 1461/2023, ΑΠ 486/2022), υπόκειται σε αναίρεση μόνο αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας, είτε επειδή παρήλθε η κατ` άρθρο 503 παρ.1 ΚΠολΔ δεκαπενθήμερη προθεσμία από την επίδοση της ερήμην απόφασης προς άσκηση αυτής, είτε επειδή ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής διάδικος, που δικάσθηκε ερήμην, παραιτήθηκε νομίμως από το ασκηθέν ένδικο μέσον ή από το δικαίωμα προς άσκηση αυτού, διότι έκτοτε αυτή καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 553 παρ.1 ΚΠολΔ (ΑΠ 1461/2023, ΑΠ 486/2022).
Η ύπαρξη ερήμην απόφασης ενεργοποιεί αυτόματα τη δυνατότητα άσκησης κατ` αυτής ανακοπής ερημοδικίας από τον ερημοδικασθέντα (άρθρ. 502 ΚΠολΔ), με συνέπεια όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας να αποκλείεται η άσκηση κατ` αυτής αίτησης αναίρεσης, αφού σε σχέση με την αναίρεση δεν υπάρχει διάταξη όμοια με τη διάταξη του άρθρου 513 παρ.1 εδ.
β` περ. β' ΚΠολΔ, που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους(ΑΠ 1461/2023, ΑΠ 486/2022). Η απόδειξη της τελεσιδικίας της προσβαλλόμενης με αναίρεση απόφασης γίνεται με την προσκόμιση των σχετικών εκθέσεων επίδοσης ή με την βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή στο δικόγραφο που επιδόθηκε, σε συνδυασμό με βεβαίωση της γραμματείας του δικαστηρίου ότι δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο (ΟλΑΠ 17/2013, ΑΠ 486/2022, ΑΠ 1104/2020).
Αν δεν συνομολογείται ή δεν αποδεικνύεται η τελεσιδικία της προσβαλλόμενης με αναίρεση απόφασης με την προσκόμιση των ως άνω εγγράφων, η αναίρεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη κατ` αυτεπάγγελτη έρευνα του δικαστηρίου (ΑΠ 1461/2023, ΑΠ 486/2022). Τέλος, από το συνδυασμό της διάταξης του άρθρου 553 παρ. 1β' ΚΠολΔ με αυτές των άρθρων 74, 75 παρ. 1 και 2 και 76 παρ.1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, η οριστική απόφαση που εκδίδεται, καθίσταται τελεσίδικη αυτοτελώς έναντι εκάστου ομοδίκου και συνεπώς υπόκειται σε αναίρεση, ως προς εκείνον από τους ομοδίκους που έγινε τελεσίδικη, έστω και αν δεν έγινε τελεσίδικη, ως προς όλους τους ομοδίκους.
Αντίθετα, σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, η οριστική απόφαση προσβάλλεται παραδεκτά με αναίρεση μόνο όταν καταστεί τελεσίδικη, ως προς όλους τους ομοδίκους (ΟλΑΠ 18/2001, ΑΠ 1461/2023, ΑΠ 792/2022, ΑΠ 486/2022, ΑΠ 1052/2018)).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθ. 3511/2021 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε ερήμην της αρχικής δεύτερης εναγόμενης- δεύτερης εφεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Υιοί Χ. Κ. Α.Β.Ε.Ε.", που στην συνέχεια μετονομάστηκε σε "Ανώνυμος Βιομηχανική και Εμπορική Εταιρεία Ειδών Αρτοποϊίας-Ζαχαροπλαστικής- Τροφίμων Α.Β.Ε.Ε.Ε.", και τέθηκε σε κατάσταση πτώχευσης, εκπροσωπείται δε από την δικηγόρο-σύνδικο της πτώχευσης Ξ. Μ. και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων. Η αίτηση αναίρεσης, που ασκείται κατά της πρώτης αναιρεσίβλητης-πρώτης ενάγουσας- πρώτης εκκαλούσας από την καθολικό διάδοχο της αρχικής πρώτης εναγομένης ανώνυμης εταιρείας- πρώτης εφεσίβλητης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, αφού στην σχέση της αναιρεσείουσας και της πρώτης αναιρεσίβλητης η προσβαλλόμενη απόφαση έχει καταστεί τελεσίδικη, γιατί η αναιρεσείουσα- πρώτη εφεσίβλητη και η ερήμην δικασθείσα στο Εφετείο δεύτερη εναγόμενη-δεύτερη εφεσίβλητη συνδέονται με δεσμό απλής ομοδικίας, όπως προαναφέρθηκε, αφού είναι εναγόμενες από την ίδια σύμβαση και από την ίδια αδικοπραξία, όπως θα αναφερθεί στην συνέχεια της απόφασης.
Συνεπώς η αίτηση αναίρεσης ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη είναι παραδεκτή(άρθρα 552, 553. 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να εξετασθεί για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ).
Ως σύμβαση δικαιόχρησης (γνωστή ευρύτερα ως franchising), νοείται η σύμβαση διαρκούς συνεργασίας μεταξύ δύο ανεξάρτητων επιχειρήσεων, που, από άποψη οικονομικής λειτουργίας, συνιστά μία μέθοδο προώθησης προϊόντων ή υπηρεσιών (marketing), βάσει της οποίας η μία επιχείρηση (δικαιοπάροχος ή δότρια) παραχωρεί στην άλλη (δικαιοδόχο ή λήπτρια), για ορισμένο ή αόριστο χρονικό διάστημα, έναντι άμεσου ή έμμεσου οικονομικού ανταλλάγματος, το δικαίωμα εκμετάλλευσης του λεγομένου "συνόλου" ή "πακέτου" δικαιόχρησης, με σκοπό την πώληση συγκεκριμένου τύπου προϊόντων ή υπηρεσιών σε τελικούς χρήστες.
Ως "πακέτο" δικαιόχρησης νοείται ένα σύνολο δικαιωμάτων βιομηχανικής ή πνευματικής ιδιοκτησίας, τα οποία αφορούν εμπορικά σήματα ή επωνυμίες, διακριτικά γνωρίσματα καταστημάτων, πρότυπα χρήσεως, σχέδια, ευρεσιτεχνίες, υποδείγματα και τεχνογνωσία ή και άλλα συμβατικά δικαιώματα, όπως δικαιώματα προμήθειας προϊόντων από συγκεκριμένους παραγωγούς, δικαιώματα χρήσεως και εκμεταλλεύσεως καταστημάτων, εξοπλισμού κ.λπ. (ΑΠ 644/2024, ΑΠ 167/2024, ΑΠ 483/2021, ΑΠ 1180/2019, ΑΠ 123/2017, ΑΠ 1043/2015).
Με τη σύμβαση δικαιόχρησης εντάσσεται ο λήπτης αυτής σε ένα ενιαίο σύστημα διανομής, το οποίο χαρακτηρίζεται από υψηλό βαθμό ομοιομορφίας προς τα έξω των επιχειρήσεων (καταστημάτων), οι οποίες είναι ενταγμένες στο ίδιο σύστημα δικαιόχρησης. Η σύμβαση δικαιόχρησης περιλαμβάνει για τον δικαιοπάροχο ή δότη τις παρακάτω υποχρεώσεις:
α) την παραχώρηση στο λήπτη του δικαιώματος χρήσης και εκμετάλλευσης του "πακέτου", του οποίου το περιεχόμενο προσδιορίζεται επαρκώς στο κύριο μέρος της σύμβασης-πλαίσιο, β) την ένταξη του λήπτη στο σύστημα, με την παροχή σε αυτόν της απαιτούμενης τεχνικής και οργανωτικής υποδομής και της ανάλογης εκπαίδευσής του, που μπορεί να επαναλαμβάνεται περιοδικά, γ) τον εφοδιασμό αυτού με πρώτες ύλες, έτοιμα ή ημιέτοιμα προϊόντα, ιδίως όταν αυτά παράγονται από τον δότη, δ) τη συνεχή υποστήριξη του λήπτη, καθ` όλη τη διάρκεια λειτουργίας της σύμβασης, σε οργανωτικά, τεχνικά, χρηματοδοτικά ή άλλα θέματα, την ανάληψη της υποχρέωσης διαφήμισης των προϊόντων του συστήματος και της συντήρησης των μηχανημάτων και του εξοπλισμού του καταστήματος του λήπτη.
Όλες αυτές οι υποχρεώσεις, παρά την αυτοτέλεια τους, αποτελούν επί μέρους εκδηλώσεις της γενικής υποχρέωσης του δικαιοπαρόχου ή δότη να μεριμνά για την οργανωτική και τεχνολογική ένταξη του λήπτη στο σύστημα, έτσι ώστε, η λειτουργία του καταστήματος του τελευταίου, να ανταποκρίνεται διαρκώς στα νέα δεδομένα της αγοράς και να έχει ανταγωνιστικό πλεονέκτημα κατά τη λειτουργία της επιχείρησης του.
Εξάλλου, στο πλαίσιο της παραπάνω σύμβασης, ο δικαιοδόχος ή λήπτης, ο οποίος πωλεί τα προϊόντα του συστήματος στο δικό του όνομα, για δικό του λογαριασμό και με ίδιο επιχειρηματικό κίνδυνο, έχει συνήθως τις παρακάτω υποχρεώσεις: α) την καταβολή εφάπαξ ποσού για την εκ μέρους του δότη παραχώρηση της χρήσης και εκμετάλλευσης της τεχνογνωσίας και των δικαιωμάτων βιομηχανικής ιδιοκτησίας, β) την περιοδική καταβολή στον δότη ορισμένου ποσοστού από τις εισπράξεις των πωλήσεων καθ` όλη τη διάρκεια της σύμβασης, όπου δεν αποκλείεται να ορισθεί και ένα ελάχιστο όριο, ανεξαρτήτως εισπράξεων, γ) την ενεργό προώθηση των πωλήσεων με την καλύτερη δυνατή αξιοποίηση της προσωπικής εργασίας και των άλλων μέσων, που έχει στη διάθεσή του ο λήπτης, δ) τη συνεισφορά του στην κοινή διαφήμιση του συστήματος και των προϊόντων που αφορά, ε) τη συμμόρφωσή του στις οργανωτικές αρχές του συστήματος και ιδίως το σεβασμό του στην αρχή της ομοιομορφίας, σύμφωνα με την οποία η σύνθεση, παρασκευή, τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα και γενικά η εικόνα (image) τόσο του καταστήματος όσο και των προϊόντων του συστήματος είναι ενιαία, ανεξάρτητα από τον τόπο ή την αγορά, στην οποία γίνεται η διάθεσή τους, στ) την υποχρέωση του λήπτη να τηρεί το απόρρητο, ως προς το εγχειρίδιο λειτουργίας του συστήματος που του παραχωρήθηκε από τον δότη και ζ) την υποχρέωση του λήπτη να μην διαθέτει ανταγωνιστικά προϊόντα καθ` όλη τη διάρκεια της σύμβασης και να προμηθεύεται από τον δότη, ή από πρόσωπο που θα υποδείξει ο ίδιος, τα συμβατικά προϊόντα.
Όπως συνάγεται από την φύση της σύμβασης δικαιόχρησης, ως σχέσης διαρκούς συνεργασίας, η σύμβαση αυτή αποτελεί σύμβαση-πλαίσιο, μικτού χαρακτήρα, με την οποία ρυθμίζονται οι κύριες υποχρεώσεις των μερών στο πλαίσιο της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθρο 361 του ΑΚ) και η οποία δεν ρυθμίζεται ειδικά από το νόμο στο επίπεδο του εσωτερικού δικαίου, περιέχει δε στοιχεία περισσότερων συμβάσεων, όπως μίσθωσης προσοδοφόρου αντικειμένου (άρθρα 638 επ.
ΑΚ), παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών (άρθρα 648 επ. ΑΚ) και εντολής (άρθρα 713 επ. ΑΚ). Η εκπλήρωση των διαφόρων εκατέρωθεν υποχρεώσεων, που προβλέπονται στη σύμβαση δικαιόχρησης, προϋποθέτει, πολλές φορές, τη σύναψη ειδικότερων εκτελεστικών συμβάσεων, όπως πώλησης του αναγκαιούντος εξοπλισμού για τη λειτουργία του συγκεκριμένου καταστήματος, πώλησης και προμήθειας των συμβατικών εμπορευμάτων και των πρώτων υλών κ.λπ.
Η μη ομαλή εξέλιξη της σύμβασης αυτής ως διαρκούς ενοχής, δημιουργεί πεδίο εφαρμογής των γενικών διατάξεων για την αδυναμία ή την υπερημερία της παροχής του οφειλέτη (άρθρα 382, 383 επ. ΑΚ), αν υπάρχει αθέτηση κύριας συμβατικής υποχρέωσης (ΑΠ644/2024, ΑΠ 167/2024, ΑΠ 483/2021, ΑΠ 1180/2019, ΑΠ 123/2017, ΑΠ 1043/2015). Με κριτήριο τον τρόπο ενσωμάτωσης του δικαιοδόχου στο σύστημα και το βαθμό εξάρτησής του από τον δικαιοπάροχο, διακρίνονται δύο τύποι συμβάσεων δικαιόχρησης, το franchising υπαγωγής και το franchising ισοτιμίας, όσο δε πιο έντονη και στενή είναι η ενσωμάτωση του λήπτη στο σύστημα, τόσο μεγαλύτερη βαρύτητα αποκτά και το έννομο συμφέρον του δότη για την παροχή οδηγιών και την άσκηση ελέγχου.
Στο franchising υπαγωγής ο δικαιοπάροχος ή δότης διαδραματίζει κυρίαρχο ρόλο, όχι απλώς χαράζοντας κατευθυντήριες γραμμές αλλά καθορίζοντας ουσιαστικά την επιχειρηματική πολιτική και του δικαιοδόχου ή λήπτη. Το βασικό χαρακτηριστικό αυτού του τύπου franchising είναι η μονομερής υπαγωγή του δικαιοδόχου στην οργανωτική και επιχειρηματική καθοδήγηση του δικαιοπαρόχου, ο οποίος κατέχει τη δεσπόζουσα και κυριαρχική θέση στο πλαίσιο του συστήματος, που ο ίδιος επινόησε και ανέπτυξε, ενώ ο δικαιοδόχος αποτελεί απλό εκτελεστικό όργανο, που οφείλει να συμμορφώνεται στις οδηγίες του και να υπόκειται στον έλεγχό του.
Αντιθέτως, στο franchising ισοτιμίας δεν υπάρχει η κυριαρχική και δεσπόζουσα θέση του δότη αλλά μια συνεταιρική - συμμετοχική συνεργασία στη βάση της ισοτιμίας τόσο μεταξύ δότη και λήπτη όσο και των πλειόνων ληπτών μεταξύ τους, στη θέση δε των οδηγιών και εντολών του δότη προς τους λήπτες, που χαρακτηρίζουν το franchising υπαγωγής, υπεισέρχεται εδώ η συμμετοχή των ληπτών στη λήψη των αποφάσεων και εναρμόνιση των ενεργειών για την επίτευξη των στόχων του συστήματος.
Στη συνήθη μορφή της σύμβασης δικαιόχρησης, δηλαδή στο franchising υπαγωγής, ο λήπτης είναι σταθερά ενταγμένος στο σύστημα του δότη, αλλά δεν παύει να συμβάλλεται με τρίτους πάντα στο δικό του όνομα, για δικό του λογαριασμό και με δικό του κίνδυνο, δηλαδή, παρά την ένταξή του σε μια συγκεντρωτικά οργανωμένη ομάδα επιχειρήσεων, διατηρεί την ανεξαρτησία του αυτόνομου επιχειρηματία.
Το δικαίωμα του δότη για παροχή οδηγιών και άσκηση εποπτείας αποτελεί στοιχείο της κατά το άρθρο 713 ΑΚ εντολής. Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω, συνάπτοντας συμβάσεις franchising, ο δότης επεκτείνει την επιχειρηματική του δραστηριότητα, δημιουργώντας με τον τρόπο αυτό ένα δίκτυο, στο οποίο μετέχει και ο λήπτης, ο οποίος, κατά τη λειτουργία της σύμβασης, για την εκτέλεση των εξ αυτής συμβατικών υποχρεώσεων, παρέχει υπηρεσίες διεκπεραίωσης των υποθέσεων που εντάσσονται στον επιχειρησιακό κύκλο δράσης του δότη και προώθησης των επαγγελματικών και οικονομικών συμφερόντων αυτού.
Στο πλαίσιο αυτό, και ενόψει της δημιουργούμενης, στο franchising υπαγωγής, εξάρτησης (έστω και χαλαρής), ο δότης διατηρεί το δικαίωμα να δίνει γενικές ή ειδικές οδηγίες ως προς τον τρόπο οργάνωσης της επιχείρησης αλλά και ως προς τον τρόπο παροχής των υπηρεσιών από τον λήπτη, ασκώντας τακτικό έλεγχο, όσον αφορά την πιστή τήρηση των ανωτέρω οδηγιών και όρων της σύμβασης δικαιόχρησης από τα μέλη του δικτύου(ΑΠ 167/2024).
Εξάλλου ο προβλεπόμενος από το άρθρο 288 ΑΚ, υπέρ του οφειλέτη αλλά και του δανειστή, κανόνας αναγκαστικού δικαίου, σύμφωνα με τον οποίο "ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη", αφορά την εκπλήρωση κάθε υποχρεώσεως του οφειλέτη ή του δανειστή, που απορρέει από οποιαδήποτε έγκυρη ενοχική σχέση, εφόσον δεν προβλέπεται από το νόμο άλλη προστασία των προσώπων της, κατά την εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους ή προβλέπεται μεν, αλλά δεν συντρέχουν οι απαιτούμενες ειδικές προϋποθέσεις (ΑΠ 644/2024, ΑΠ 483/2021, ΑΠ 1180/2019, ΑΠ 1801/2011). Ειδικότερα, προκειμένου για τη σύμβαση δικαιόχρησης, η παραβίαση της γενικότερης αυτής, απορρέουσας από την αντικειμενική συναλλακτική καλή πίστη και τη φύση της εν λόγω συμβάσεως, υποχρεώσεως του δικαιοπαρόχου για ένταξη και διαρκή υποστήριξη του δικαιοδόχου, συνιστά πλημμελή εκ μέρους του εκπλήρωση κύριας παροχής του από τη σύμβαση(ΑΠ 644/2024, ΑΠ 1180/2019).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 200, 281, 288, 588, 572, 766 και 767 ΑΚ, συνάγεται γενική αρχή του δικαίου, κατά την οποία μια διαρκής ενοχική σχέση, ανεξάρτητα αν πρόκειται για σύμβαση ορισμένου ή αορίστου χρόνου, επιτρέπεται να καταγγελθεί για σπουδαίο λόγο σε κάθε περίπτωση, έστω και αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν παρέχεται αμέσως από το νόμο δικαίωμα καταγγελίας (ΑΠ 483/2021, ΑΠ 1665/2014, ΑΠ 1836/2007).
Συνεπώς, προκειμένου για σύμβαση δικαιόχρησης ορισμένου χρόνου, η λύση της επέρχεται είτε με την παρέλευση του συμφωνηθέντος χρόνου, είτε με την έκτακτη καταγγελία της από το συμβαλλόμενο, στο πρόσωπο του οποίου θεμελιώνεται δικαίωμα καταγγελίας για σπουδαίο λόγο. Σπουδαίο λόγο, που δικαιολογεί την έκτακτη καταγγελία συμβάσεως δικαιόχρησης ορισμένου χρόνου, αποτελεί κατ' αρχήν η υπαίτια παράβαση συμβατικών υποχρεώσεων από το ένα συμβαλλόμενο μέρος, αλλά και η παράβαση της ως άνω γενικότερης, απορρέουσας από την αντικειμενική συναλλακτική καλή πίστη και τη φύση της εν λόγω συμβάσεως, υποχρεώσεως του δικαιοπαρόχου για ένταξη του δικαιοδόχου στο σύστημα της δικαιόχρησης και διαρκή υποστήριξη του.
Επίσης, σπουδαίος λόγος, υπάρχει, και όταν, από τις περιστάσεις που συντρέχουν στη συγκεκριμένη περίπτωση, σε συσχέτιση με τη φύση, τους σκοπούς και τις λειτουργίες της συμβάσεως, καθιστούν κατά τα χρηστά συναλλακτικά ήθη και την καλή πίστη επαχθή και μη ανεκτή για το ένα ή και αμφότερα τα συμβαλλόμενα μέρη τη συνέχιση της συμβατικής δεσμεύσεως, πράγμα που συμβαίνει π.χ.
όταν έχει εκλείψει η αμοιβαία εμπιστοσύνη μεταξύ των μερών, που καθιστά αδύνατη την περαιτέρω συνέχιση της εμπορικής τους συνεργασίας(ΑΠ 644/2024, ΑΠ 483/2021, ΑΠ 1180/2019). Τα περιστατικά που συνιστούν σπουδαίο λόγο για την καταγγελία, αφορούν, συνήθως, στον αποδέκτη αυτής. Δεν αποκλείεται, όμως, να ευρίσκονται στη σφαίρα επιρροής του ίδιου του καταγγέλλοντος.
Κατά την ανωτέρω έννοια, η συνδρομή ή μη σπουδαίου λόγου αξιολογείται με κριτήρια αντικειμενικά, δηλαδή δεν απαιτείται κατ` αρχήν πταίσμα εκείνου προς τον οποίο απευθύνεται η καταγγελία. Αν, όμως, εκείνος που καταγγέλλει είναι ο ίδιος υπαίτιος, δεν επιτρέπεται να προβεί σε καταγγελία, διότι είναι, επίσης, γενική αρχή του δικαίου, συναγόμενη από τα αυτά άρθρα 200, 281 και 288 ΑΚ, ότι κανείς δεν μπορεί να αντλήσει ωφελήματα από δική του παράνομη ή ανήθικη συμπεριφορά, που οφείλεται σε υπαιτιότητά του (ΑΠ 483/2021, ΑΠ 1665/2014, ΑΠ 1836/2007).
Γενικότερα, είναι αδιάφορη η προέλευση των περιστατικών που συγκροτούν το σπουδαίο λόγο καταγγελίας, τα οποία μπορεί, έτσι, να ανήκουν στη σφαίρα εξουσίας οποιουδήποτε των μερών, ενώ μπορεί να είναι ακόμη και μεμονωμένα ή τυχαία ή να οφείλονται σε ανώτερη βία (ΑΠ 483/2021, ΑΠ 1665/2014, ΑΠ 688/2007). Για την αξιολόγηση του λόγου καταγγελίας ως σπουδαίου, συνεκτιμώνται όλες οι κρίσιμες συνθήκες και περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης (ΑΠ 483/2021, ΑΠ 29/2010), η δε σχετική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, συνιστά εξειδίκευση της αόριστης νομικής έννοιας του σπουδαίου λόγου και συνεπώς, η ορθή ή μη υπαγωγή σ` αυτήν των συγκεκριμένων περιστατικών, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά τη διάταξη του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 644/2024, ΑΠ 483/2021, ΑΠ 1030/2015, ΑΠ 1665/2014).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 914 ΑΚ, όποιος ζημίωσε άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει κατά τα οριζόμενα στα άρθρα 297 και 298 ΑΚ. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι προϋποθέσεις της αδικοπρακτικής ευθύνης προς καταβολή αποζημίωσης και επομένως στοιχεία της σχετικής αγωγής προκειμένου αυτή να είναι κατά το άρθρο 216 § 1 ΚΠολΔ ορισμένη, είναι: 1) η ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), 2) ο παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, 3) η υπαιτιότητα, 4) η ζημία και 5) ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς (νόμιμου λόγου ευθύνης) και αποτελέσματος (ζημίας). (ΑΠ 167/2024, ΑΠ 146/2024, ΑΠ 131/2022).
Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα, ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, και μπορεί η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική, ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης.
Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας, υποχρέωσης λήψης ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων.
Η παράλειψη ως όρος της αδικοπραξίας συντρέχει, όταν υπάρχει ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προφύλαξης του προσβληθέντος δικαιώματος ή συμφέροντος και αποτροπής του ζημιογόνου αποτελέσματος. Τέτοια νομική υποχρέωση μπορεί να προκύψει, είτε από δικαιοπραξία, είτε από ειδική διάταξη νόμου, είτε από την αρχή της καλής πίστης, όπως αυτή διαμορφώνεται κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, που απορρέει από τα άρθρα 281 και 288 ΑΚ (ΑΠ 167/2024, ΑΠ 149/2024, ΑΠ 2061/2022, ΑΠ 1185/2021, ΑΠ 342/2021).
Καλή πίστη, υπό την αντικειμενική έννοια που απαντάται στα άρθρα 200, 281 και 288 Α.Κ, είναι η συναλλακτική ευθύτητα, την οποία επιδεικνύει ο χρηστός και εχέφρων συναλλασσόμενος. Υπό την έννοια συνεπώς αυτή, η καλή πίστη συνιστά κριτήριο συμπεριφοράς και, άρα, κανόνα δικαίου (ΑΠ 167/2024, ΑΠ 1420/2022, ΑΠ 1116/2019).
Περαιτέρω, από την ίδια διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 147-149 ΑΚ και 386 ΠΚ, προκύπτει ότι γενεσιουργό λόγο υποχρέωσης σε αποζημίωση αποτελεί και η απατηλή συμπεριφορά σε βάρος του ζημιωθέντος, η οποία υπάρχει όταν κάποιος από δόλο, προκαλεί, ενισχύει ή διατηρεί με κάθε μέσο ή τέχνασμα σε άλλον, την εσφαλμένη αντίληψη πραγματικών γεγονότων, ένεκα της οποίας αυτός προβαίνει σε δήλωση βούλησης ή επιχείρηση πράξης από την οποία υφίσταται ζημία, εφόσον το χρησιμοποιηθέν απατηλό μέσο υπήρξε αποφασιστικό για τη γενομένη δήλωση βούλησης ή την επιχειρηθείσα πράξη, ενώ δεν αποκλείεται η τυχόν χρησιμοποιηθείσα για την απάτη ψευδής παράσταση να αναφέρεται σε μελλοντικό γεγονός ή να συνδέεται με απόκρυψη κρίσιμων γεγονότων, την ύπαρξη των οποίων αγνοούσε ο ζημιωθείς και γνώριζε αυτός που τον εξαπάτησε (ΑΠ 149/2024, ΑΠ 2061/2022, ΑΠ 342/2021, ΑΠ 914/2021).
Κατά την έννοια του άρθρου 147 ΑΚ, απάτη αποτελεί κάθε συμπεριφορά από πρόθεση που τείνει να παράγει, ενισχύσει ή διατηρήσει πεπλανημένη αντίληψη ή εντύπωση με σκοπό να οδηγηθεί κάποιος σε δήλωση βούλησης, συνίσταται δε η απατηλή συμπεριφορά είτε σε παράσταση ανύπαρκτων γεγονότων ως υπαρκτών, κατά παράβαση του καθήκοντος αλήθειας, είτε στην απόκρυψη ή αποσιώπηση η ατελή ανακοίνωση υπαρκτών γεγονότων, των οποίων η αποκάλυψη σ` αυτόν που τα αγνοούσε επιβαλλόταν από το καθήκον διαφώτισής του με βάση την καλή πίστη ή την υπάρχουσα ιδιαίτερη σχέση μεταξύ αυτού και εκείνου προς τον οποίο απηύθυνε τη δήλωσή του.
Σε κάθε περίπτωση δεν ενδιαφέρει το είδος της πλάνης που δημιουργήθηκε από την απάτη, δηλαδή αν αυτή είναι ή δεν είναι συγγνωστή, ουσιώδης ή επουσιώδης, καθώς και αν αναφέρεται αποκλειστικά στα παραγωγικά αίτια της βούλησης, αρκεί η πλάνη να υφίσταται κατά το χρόνο που δηλώνεται η βούληση (ΑΠ 149/2024, ΑΠ 832/2022, ΑΠ 914/2021,ΑΠ 1269/2017). Στην έννοια της κατά το άρθρο 914 ΑΚ υπαιτιότητας περιλαμβάνεται ο δόλος και η αμέλεια του παρανόμως πράξαντος ή παραλείψαντος. Εφ` όσον δε γίνεται επίκληση υπαίτιας συμπεριφοράς, με το χαρακτηρισμό είτε του δόλου είτε της αμέλειας, στον ειδικότερο προσδιορισμό αυτής (της υπαιτιότητας) προβαίνει το δικαστήριο στη συγκεκριμένη περίπτωση από την εκτίμηση των αποδείξεων, χωρίς εντεύθεν να επέρχεται μεταβολή της βάσεως της αγωγής (ΑΠ 167/2024, ΑΠ 660/2022, ΑΠ 1206/2019).
Εξάλλου, κατά την έννοια της ίδιας ως άνω διατάξεως, ερμηνευόμενης ενόψει και του άρθρου 27 του Ποινικού Κώδικα, δόλος συντρέχει όχι μόνο όταν ο δράστης επιδιώκει την πρόκληση ζημίας σε άλλον, αλλά και όταν, χωρίς να την αποσκοπεί, προβλέπει και αποδέχεται την επέλευση της ζημίας αυτής, είτε ως αναγκαία, είτε ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράνομης συμπεριφοράς του.
Αμέλεια υπάρχει, κατά την έννοια του άρθρου 330 ΑΚ, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλαδή που πρέπει να καταβάλλεται κατά τη συναλλακτική καλή πίστη από το δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφές νομικό καθήκον, είτε όχι, αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνον, που επιβάλλεται από τις περιστάσεις(ΑΠ 167/2024, ΑΠ 1206/2019).
Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν ή πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα, επέφερε, δε, πράγματι τούτο στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΑΠ 167/2024, ΑΠ 10/2021, ΑΠ 895/2019). Το ζήτημα τούτο κρίνεται εκ των προτέρων και ποτέ εκ των υστέρων.
Δεν εξετάζονται οι ατομικές δυνατότητες και γνώσεις του συγκεκριμένου βλάψαντος, αλλά η δυνατότητα πρόγνωσης του μέσου συνετού ανθρώπου (ΑΠ 167/2024, ΑΠ 2061/2022). Η αθέτηση μιας συμβάσεως, καθ` αυτή, δεν συνιστά αδικοπραξία. Βέβαια, αποτελεί πράξη παράνομη, όμως οι έννομες συνέπειες της παραβάσεως ρυθμίζονται όχι από τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, αλλά από τις διατάξεις για τη μη εκπλήρωση της παροχής (αδυναμία παροχής, υπερημερία του οφειλέτη, πλημμελής εκπλήρωση της συμβάσεως κλπ).
Πλην όμως, μερικές φορές είναι δυνατό ένα και το αυτό βιοτικό γεγονός να συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις τόσο της αντισυμβατικής συμπεριφοράς, όσο και της αδικοπραξίας. Έτσι, η υπαίτια (από δόλο ή αμέλεια) και ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται μία σύμβαση και γεννάται ενδοσυμβατική ευθύνη του οφειλέτη, μπορεί, πέρα από την αξίωση που πηγάζει από τη σύμβαση, να θεμελιώσει ευθύνη και από αδικοπραξία, αν, και χωρίς τη συμβατική σχέση διαπραττόμενη, θα ήταν καθαυτή παράνομη, ως αντικείμενη στο γενικό καθήκον που επιβάλλει το άρθρο 914 ΑΚ, να μη ζημιώνει κάποιος υπαιτίως άλλον (ΟλΑΠ 967/1973, ΑΠ 167/2024, ΑΠ 149/2024, ΑΠ 1593/2022, ΑΠ 560/2022, ΑΠ 587/2020).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, και η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 6/2019).
Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 6/2006, ΟλΑΠ 26/2004).
Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 34/2021).
Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 34/2021, ΑΠ 619/2021, ΑΠ 15/2021).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 4 του ΚΠολΔ, που ορίζει ότι "οι αποφάσεις της Ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν", προκύπτει ότι οι αποφάσεις της Ολομέλειας και των Τμημάτων του Αρείου Πάγου είναι δεσμευτικές για όλα τα δικαστήρια, που επιλαμβάνονται της ίδιας υπόθεσης, δηλαδή, και για τον ίδιο τον Άρειο Πάγο, αν επανέλθει σ` αυτόν η υπόθεση ύστερα από νέα αναίρεση κατά της αποφάσεως του δικαστηρίου της παραπομπής (ΟλΑΠ 15/2011, ΑΠ 755/2022, ΑΠ 686/2022, ΑΠ 687/2021) και συνεπώς, όπως προβλέπει το άρθρο 562 παρ. 1 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος κάθε λόγος αναίρεσης, που προσβάλλει την απόφαση του δικαστηρίου της παραπομπής, κατά το μέρος που αυτό συμμορφώθηκε με την αναιρετική απόφαση(ΑΠ 816/2022, ΑΠ 472/2007, ΑΠ 1141/2003).
Ως "νομικό ζήτημα" θεωρείται το εννοιολογικό περιεχόμενο που προσέδωσε η αναιρετική απόφαση στον κανόνα δικαίου, στην παράβαση του οποίου θεμελιώθηκε η αναίρεση, μπορεί δε αυτός να ανάγεται είτε στο ουσιαστικό είτε στο δικονομικό δίκαιο, για τους κατ` ιδίαν λόγους αναίρεσης που θεσπίζει το άρθρο 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 755//2022, ΑΠ 387/2021, ΑΠ 846/2019,ΑΠ 534/2015).
Η κρίση, που εκφέρεται με την αναιρετική απόφαση ότι η αγωγή είναι νομικά βάσιμη, συνεπάγεται δέσμευση του δικαστηρίου της παραπομπής και ως προς το τελευταίο αυτό ζήτημα, το οποίο δεν υπόκειται σε επανεξέταση από το δικαστήριο αυτό (ΑΠ 816/2022, ΑΠ 1499/2014, ΑΠ 2017/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων, ως προς τα κρίσιμα για τον αναιρετικό έλεγχο στοιχεία της διαδρομής αυτής: Οι αναιρεσίβλητοι άσκησαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών την από 29-1-2010 αγωγή τους κατά: 1) της δικαιοπαρόχου της αναιρεσείουσας, ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Υιοί Χ.
Κ. Ανώνυμος Εταιρεία Συμμετοχών Παροχής Υπηρεσιών και Εμπορίας Τροφίμων", 2) της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Υιοί Χ. Κ. Α.Β.Ε.Ε.", που στην συνέχεια μετονομάστηκε σε "Ανώνυμος Βιομηχανική και Εμπορική Εταιρεία Ειδών Αρτοποϊίας-Ζαχαροπλαστικής- Τροφίμων Α.Β.Ε.Ε.Ε.", και τέθηκε σε κατάσταση πτώχευσης, εκπροσωπούμενη από την δικηγόρο-σύνδικο της πτώχευσης Ξ.
Μ. και 3) της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "EVEREST Ανώνυμος Εταιρεία Συμμετοχών και Επενδύσεων", ως προς την οποία παραιτήθηκαν πρωτοδίκως από το δικόγραφο αυτής, στην οποία εκθέτουν τα ακόλουθα: Ότι μεταξύ της πρώτης ενάγουσας(ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης), της οποίας ο δεύτερος ενάγων(ο ήδη αποθανών δεύτερος αναιρεσίβλητος) - μετά την είσοδό της στο στάδιο της εκκαθάρισης- τυγχάνει νόμιμος εκκαθαριστής, και της πρώτης εναγομένης ανώνυμης εταιρίας, το πλειοψηφικό πακέτο της οποίας ανήκε στη δεύτερη εναγομένη ανώνυμη εταιρία, καταρτίστηκε η από 26-4-2007 έγγραφη σύμβαση δικαιόχρησης, δυνάμει της οποίας η πρώτη εναγομένη ανέλαβε την υποχρέωση να παρέχει στην πρώτη ενάγουσα όλη τη γνώση και την τεχνογνωσία, που αφορά στη λειτουργία πρατηρίου ειδών αρτοποιίας και ζαχαροπλαστικής, εφοδιάζοντας αυτήν παράλληλα με όλα τα απαραίτητα προϊόντα της, η πρώτη ενάγουσα δε, έχοντας καταβάλει το ποσό των 17.850 ευρώ ως τέλος εισόδου, απέκτησε το δικαίωμα να χρησιμοποιεί το όνομα και το σήμα "Κ." στο κατάστημα, που η πρώτη εναγομένη ανέλαβε να βρει για λογαριασμό της στην Αθήνα.
Ότι το κατάστημα επί της οδού ..., που υποδείχθηκε από την πρώτη εναγομένη και στη συνέχεια εκμισθώθηκε από την πρώτη ενάγουσα, αποτελούσε ουσιαστικά συνένωση δύο ξεχωριστών ισογείων καταστημάτων μετά των υπογείων και παταριών τους, τα οποία όμως στερούνταν πολεοδομικής άδειας συνένωσης, παρότι από την πρώτη εναγομένη είχαν ενημερωθεί ότι το κατάστημα δεν είχε προβλήματα οι δε ενάγοντες υποβλήθηκαν στα αναφερόμενα στην αγωγή έξοδα, προκειμένου να προμηθευτούν τη σχετική άδεια, ώστε να ξεκινήσουν οι εργασίες διαμόρφωσης του καταστήματος.
Ότι μετά τις εργασίες αυτές το κατάστημα λειτούργησε εν τέλει τον Ιούλιο του 2007. Ότι ανάμεσα στις επιβληθείσες υποχρεώσεις της πρώτης ενάγουσας από τη σύμβαση δικαιόχρησης ήταν να πωλεί αυτή εντός του καταστήματος ψωμί, το οποίο προμηθευόταν ως προψημένο από τη δεύτερη εναγομένη και λάμβανε την τελική του μορφή εντός του καταστήματος με τη διαδικασία της "τελικής έψησης προψημένου ψωμιού (bake off)".
Ότι για τη δραστηριότητα αυτή έπρεπε, τουλάχιστον κατά το χρόνο που συνήφθη η μίσθωση, το κατάστημα να διαθέτει άδεια αρτοποιίας, ενώ η άδεια λειτουργίας του καταστήματος, την έκδοση της οποίας επιμελήθηκαν οι προστηθέντες υπάλληλοι της πρώτης εναγομένης, αφορούσε τη λειτουργία "Πρατηρίου γάλακτος και ειδών ζαχαροπλαστικής - Πρατηρίου άρτου", η οποία όμως κάλυπτε μόνο την πώληση συσκευασμένου άρτου, βουτημάτων, γλυκών, αναψυκτικών και γάλακτος και όχι τη διαδικασία της "τελικής έψησης προψημένου ψωμιού", επιπλέον δε δεν κάλυπτε ούτε την πώληση ασυσκεύαστου ψωμιού, το ψήσιμο και τη διάθεση σφολιατοειδών, την παρασκευή και πώληση σάντουιτς και ροφημάτων, τα οποία υποχρεωτικά από τη σύμβαση δικαιόχρησης η ενάγουσα έπρεπε να διαθέτει, αποτελούσαν δε το 55-65% του συνολικού τζίρου του καταστήματος.
Ότι επιπλέον, σύμφωνα με το Ν. 3526/2007, που θεσπίστηκε για την εναρμόνιση της ελληνικής νομοθεσίας σχετικά με τη διαδικασία της "τελικής έψησης προψημένου ψωμιού", απαιτείται για τα καταστήματα, που εφαρμόζουν αυτή τη διαδικασία, επιφάνεια τουλάχιστον 32 τ.μ. για τον αρτοκλίβανο, την οποία (επιφάνεια) δεν διέθετε το συγκεκριμένο κατάστημα, που επέλεξε η πρώτη εναγομένη για την ενάγουσα, με αποτέλεσμα η συγκεκριμένη δραστηριότητα να είναι απαγορευτική γι` αυτήν.
Ότι η διαμόρφωση του χώρου του καταστήματος από την ανώνυμη κατασκευαστική εταιρία"Α.Γ.Τ. Ανώνυμη Τεχνική Εταιρία Α.Τ.Ε.", η οποία υποδείχθηκε στους ενάγοντες δεσμευτικά από την πρώτη εναγομένη, παρουσίαζε ελλείψεις και κακοτεχνίες, με αποτέλεσμα να μην είναι λειτουργικός ο χώρος, προσθέτως δε δεν συμβάδιζε με τις υγειονομικές διατάξεις, καθώς δεν υπήρχε ξεχωριστός χώρος για τη διάθεση φρέσκου άρτου και τη διάθεση αρτοπαρασκευασμάτων από κατεψυγμένη ζύμη.
Ότι η ως άνω αντισυμβατική συμπεριφορά εκ μέρους της πρώτης εναγομένης, τόσο κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων, όσο και μετά την κατάρτιση της συμβάσεως, είχε ως αποτέλεσμα οι ενάγοντες να βρίσκονται εκτεθειμένοι σε συνεχείς καταγγελίες και ελέγχους από τις υγειονομικές υπηρεσίες, τελικά δε, στις 14-10-2009, με απόφαση της Δημαρχιακής Επιτροπής του Δήμου Αθηναίων ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας του καταστήματος, το οποίο και σφραγίστηκε από την αρμόδια προς τούτο υπηρεσία του στις 24-11-2009.
Ότι εξαιτίας της ως άνω υπαίτιας και αντισυμβατικής συμπεριφοράς των εναγομένων, η πρώτη ενάγουσα με την από 8-12-2009 εξώδικη καταγγελία - δήλωση - γνωστοποίηση, η οποία κοινοποιήθηκε προς τις εναγόμενες στις 10 και 9-12-2009, αντίστοιχα, προχώρησε στην έκτακτη καταγγελία της επίδικης σύμβασης δικαιόχρησης για σπουδαίο λόγο οφειλόμενο σε αποκλειστική υπαιτιότητα της πρώτης εναγομένης.
Ότι πριν την κατάρτιση της σύμβασης δικαιόχρησης οι εναγόμενες εν γνώσει τους απέκρυψαν από αυτούς: α) την έλλειψη πολεοδομικής άδειας συνένωσης του μισθίου καταστήματος, β) τη έλλειψη της απαραίτητης κατά το νόμο επιφάνειας για τη λειτουργία τη διαδικασίας της "τελικής έψησης προψημένου ψωμιού" και γ) την -εξαιτίας της εκδόσεως ακατάλληλης άδειας λειτουργίας- αδυναμία πώλησης των ειδών, που με βάση τη μεταξύ τους σύμβαση η πρώτη ενάγουσα ήταν υποχρεωμένη να πωλεί στο κατάστημα, απόκρυψη η οποία συνιστά το αδίκημα της απάτης σε βάρος των εναγόντων, αφού εάν γνώριζαν τα παραπάνω δεν θα είχαν προχωρήσει στη σύναψη της επίδικης σύμβασης και δεν θα είχαν υποστεί τις ως άνω ζημίες.
Ότι εξαιτίας της κακόπιστης, καταχρηστικής και αντισυμβατικής συμπεριφοράς της πρώτης εναγομένης, η οποία αποτελεί και αδικοπραξία, οι ενάγοντες υπέστησαν θετική ζημία, που ειδικώς αναλύουν στην αγωγή τους, καθώς και ηθική βλάβη. Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησαν, μετά από περιορισμό του αιτήματός τους σε αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί η εις ολόκληρον υποχρέωση των δύο πρώτων εναγομένων να καταβάλουν νομιμοτόκως:
Α) στην πρώτη ενάγουσα: α) το χρηματικό ποσό των 216.812,62 ευρώ, το οποίο αποτελεί τη συνολική περιουσιακή ζημία που υπέστη, καθώς για τη λειτουργία της επίδικης συμβάσεως υποβλήθηκε σε κατασκευαστικά έξοδα (δαπάνες αγοράς επαγγελματικού εξοπλισμού), έξοδα για την έκδοση πολεοδομικής άδειας συνένωσης, καθώς και λοιπά έξοδα (ενοίκια δύο μηνών που κατέβαλε, για όσο χρονικό διάστημα καθυστέρησε η έναρξη λειτουργίας του καταστήματος), "αέρα" και μεσιτική αμοιβή, ήτοι 188.672,06 + 6.540,56 + 21.600 €), β) το χρηματικό ποσό των 300.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από τη μείωση της φήμης, του καλού ονόματος και της χρηματοπιστωτικής της ικανότητας λόγω των συνεχών ελέγχων των υγειονομικών υπηρεσιών και της συνακόλουθης ζημιογόνας πορείας του καταστήματος, που οδήγησαν στη σφράγιση αυτού από τις αρμόδιες αρχές, περίπου δυόμισι έτη από την έναρξη της λειτουργίας του, Β) στο δεύτερο ενάγοντα:
α) το ποσό των 64.737,60 ευρώ, που αντιστοιχεί σε αμοιβές - μισθούς και ασφαλιστικές εισφορές, που η πρώτη ενάγουσα θα κατέβαλε για την παροχή υπηρεσιών υπεύθυνου καταστήματος για το χρονικό διάστημα από τον Ιούλιο του 2007 έως τον Οκτώβριο του 2009, υπηρεσίες τις οποίες ο ίδιος παρείχε από ελευθεριότητα χωρίς να λάβει ουδεμία αμοιβή από τις εναγόμενες, β) το ποσό των 126.128,45 ευρώ και 21.851,75 ευρώ, που υποχρεώθηκε να καταβάλει ως νοσήλεια για την εισαγωγή του δύο φορές σε ιδιωτικό θεραπευτήριο, καθώς εξαιτίας των προβλημάτων της επιχείρησης και της κακής οικονομικής της πορείας, υπέστη την 27.4.2009 ισχυρό εγκεφαλικό επεισόδιο, εισήχθη δε σε νοσοκομείο, όπου και υπεβλήθη σε χειρουργικές επεμβάσεις, γ) το ποσό των 200.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης, που υπέστη εξαιτίας της συμπεριφοράς των εναγομένων, των συνεχιζόμενων παρανομιών, που προκαλούσαν τις συνεχείς επισκέψεις των αρχών, οι οποίες οδήγησαν στην οικονομική του αφαίμαξη και τη βλάβη της υγείας του, καθώς υπέστη σοβαρότατο εγκεφαλικό επεισόδιο.
Περαιτέρω, η πρώτη ενάγουσα ζήτησε να αναγνωριστεί η υποχρέωση της πρώτης εναγομένης να της αποδώσει το σώμα της, λευκής ως προς την ημερομηνία εκδόσεως, υπ` αρ.... επιταγής της Εθνικής Τράπεζας ποσού 30.000 €, εκδόσεως της πρώτης ενάγουσας, την οποία η τελευταία παρέδωσε στην πρώτη εναγομένη προς διασφάλισή της για την ακριβή τήρηση από την πρώτη ενάγουσα των όρων της μεταξύ τους συμβάσεως δικαιόχρησης.
Το ανωτέρω πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ` αριθ. 4548/2013 οριστική απόφασή του έκρινε μη νόμιμο το αίτημα για την επιδίκαση του ποσού των 216.812,62 ευρώ στην πρώτη ενάγουσα, τόσο ως προς την αποδιδόμενη ενδοσυμβατική και όσο και ως προς την αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων, αόριστο το αίτημα για επιδίκαση στην ίδια χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, μη νόμιμα τα αιτήματα για καταβολή των ποσών των 64.737,60 ευρώ, 126.128,45 ευρώ και 21.851,75 ευρώ, ως και το αίτημα για την επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης ως προς το δεύτερο εναγόμενο, ενώ, τέλος, έκρινε μεν νόμιμο το αίτημα για απόδοση της ανωτέρω επιταγής στην πρώτη ενάγουσα, στη συνέχεια όμως απέρριψε το αίτημα αυτό ως ουσιαστικά αβάσιμο.
Επί της έφεσης που άσκησαν κατά της αποφάσεως αυτής οι ενάγοντες εκδόθηκε η 2934/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που έκανε δεκτή αυτήν μόνο κατά το κεφάλαιο της πρωτόδικης αποφάσεως, που έκρινε αόριστο το κονδύλιο της χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης της πρώτης ενάγουσας, το οποίο όμως, αφού κρίθηκε ορισμένο και νόμιμο, απορρίφθηκε ως κατ` ουσίαν αβάσιμο, ενώ κατά το υπόλοιπο μέρος επικυρώθηκε η πρωτόδικη απόφαση με την απόρριψη της εφέσεως ως αβάσιμης.
Κατά της απόφασης αυτής οι εκκαλούντες - ενάγοντες άσκησαν την από 29-9-2016 αίτηση αναιρέσεως, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1180/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία, κατά παραδοχή λόγων αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρέθηκε μερικώς και μόνο ως προς την πρώτη ενάγουσα η υπ' αριθ. 2934/2015 απόφαση και παραπέμφθηκε κατά το αναιρούμενο μέρος η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Ειδικότερα ο Άρειος Πάγος δέχθηκε κατά λέξη τα ακόλουθα: "Οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτουν στην απόφαση του Εφετείου την πλημμέλεια, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, της παραβιάσεως των άρθρων 288, 298, 343 ΑΚ, με τον ισχυρισμό ότι κατ` εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων αυτών το δικαστήριο απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή ως προς το αίτημα επιδίκασης αποζημιώσεως, ποσού 216.812,62 €, μη δεχόμενο ότι στη γενικότερη υποχρέωση της δικαιοπαρόχου (franchisor) για ένταξη και διαρκή υποστήριξη της δικαιοδόχου (franchisee), που πηγάζει από την επίμαχη σύμβαση, ορθά ερμηνευόμενη με βάση την αρχή της καλής πίστης, εντάσσεται και η υποχρέωση της 1ης αναιρεσίβλητης να παράσχει πληροφορίες σχετικά με την ισχύουσα νομοθεσία, προκειμένου το κατάστημα που μίσθωσε με υπόδειξή της η πρώτη αναιρεσείουσα και στο οποίο θα χρησιμοποιείτο ως διακριτικός τίτλος το σήμα "Κ.", να λειτουργήσει με το σύστημα "bake off", την οποία υποχρέωση δεν τήρησε αυτή, με συνέπεια να ευθύνεται για τη ζημία που έχει υποστεί η δικαιοδόχος από το οριστικό κλείσιμο του καταστήματος.
Ο λόγος είναι βάσιμος, δεδομένου ότι κατά τα εκτεθέντα στην αγωγή περιστατικά με τη σύμβαση δικαιόχρησης η πρώτη εναγομένη ανέλαβε την υποχρέωση να μεριμνά για την οργανωτική και τεχνολογική ένταξη της ενάγουσας στο σύστημα του franchising ούτως ώστε το κατάστημά της να ανταποκρίνεται στις συνθήκες της αγοράς και να αποτελεί λειτουργικό κρίκο στην επιχειρηματική δραστηριότητα των εναγομένων, και κατά συνέπεια η εκ μέρους τους παραβίαση των υποχρεώσεων τους, που συνάγονται σε κάθε περίπτωση και από την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη συνιστά πλημμελή εκ μέρους της δικαιοπαρόχου εκπλήρωση της κύριας παροχής από τη σύμβαση και γεννά υποχρέωση προς αποζημίωση, εφόσον συντρέχουν και οι λοιποί όροι.
Περαιτέρω, ο λόγος αυτός είναι βάσιμος και ως προς την επικουρική βάση της αγωγής από αδικοπραξία, εφόσον κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή περιστατικά, εάν δεν είχαν αποσιωπηθεί παρανόμως από τις εναγόμενες οι προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος για την έκδοση άδειας λειτουργίας του συγκεκριμένου καταστήματος, ώστε να λειτουργήσει αυτό σύμφωνα με τους όρους της μεταξύ τους συμβάσεως, και να διαθέτει προς πώληση, πλήν των άλλων, προϊόντα άρτου με το σύστημα bake off, καθώς και σφολιάτες, καφέδες κ.λπ.
δυνατότητες που δεν παρείχε το συγκεκριμένο κατάστημα λόγω εμβαδού, η πρώτη ενάγουσα δεν θα είχε προβεί στη συγκεκριμένη επένδυση και συνακόλουθα στις απαιτούμενες γι` αυτήν δαπάνες... Περαιτέρω το Εφετείο, εξετάζοντας κατ` ουσία το αγωγικό αίτημα αποδόσεως της τραπεζικής επιταγής, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση τα εξής: "Η ενάγουσα παρέδωσε στην πρώτη εναγομένη μία ακόμη επιταγή της Εθνικής Τράπεζας με αριθμ. ..., ποσού 30.000 ευρώ, η οποία ήταν λευκή ως προς την ημερομηνία έκδοσης και σύμφωνα με τον όρο 4.12 της σύμβασης δόθηκε για την ακριβή εκ μέρους της ενάγουσας τήρηση των όρων του προαναφερθέντος συμφωνητικού με τη ρητή συμφωνία ότι είτε θα συμπληρωθεί από την πρώτη εναγομένη και θα εμφανιστεί στην πληρώτρια τράπεζα σε περίπτωση που ανακύψει οποιαδήποτε αξίωση της πρώτης εναγομένης κατά της ενάγουσας, είτε ότι θα επιστραφεί στην ενάγουσα κατά τη λήξη της σύμβασης, εφόσον έχουν τηρηθεί όλοι οι όροι της σύμβασης και δεν έχει συντρέξει περίπτωση κατάπτωσης του ποσού της επιταγής.
Επίσης, με τον ίδιο ως άνω όρο 4.12 της σύμβασης συμφωνήθηκε ότι η πρόωρη, από την πλευρά της ενάγουσας, καταγγελία της σύμβασης συνεπάγεται την κατάπτωση της άνω εγγυητικής επιταγής υπέρ της πρώτης εναγομένης. Η σύμβαση δικαιόχρησης λειτούργησε για χρονικό διάστημα περίπου δύο ετών, οπότε η ενάγουσα με την από 8.12.2009 εξώδικη καταγγελία - δήλωση -γνωστοποίησή της προς αμφότερες τις εναγόμενες, που κοινοποιήθηκε σε αυτές την 9.12.2009, κατήγγειλε την επίδικη σύμβαση δικαιόχρησης, επικαλούμενη λόγους αναγόμενους στη συνεχή κακή πορεία της επιχείρησης, η οποία προκλήθηκε από την επιλογή καταστήματος ακατάλληλου για την άσκηση της σχετικής επιχείρησης σε αυτό και από την έκδοση ακατάλληλης άδειας για τη λειτουργία του καταστήματος, όπως αυτή είχε συμφωνηθεί στη σύμβαση.
Σύμφωνα όμως με όσα εκτέθηκαν ήδη, σε περίπτωση λύσης της σύμβασης πρόωρα από την ενάγουσα με καταγγελία, η επιταγή που δόθηκε ως εγγύηση καλής εκτέλεσης και πιστής τήρησης των όρων του συμφωνητικού κατά την κατάρτιση του συμφωνητικού δικαιόχρησης θα κατέπιπτε υπέρ της πρώτης εναγομένης". Κατόπιν τούτου το Εφετείο απέρριψε τον σχετικό λόγο εφέσεως της ήδη αναιρεσείουσας, με τον οποίο αυτή παρεπονείτο για την απόρριψη από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο του αιτήματός της για απόδοση της εν λόγω τραπεζικής επιταγής, κρίνοντας ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη την παρακρατεί με νόμιμη αιτία, εφόσον αυτή είχε δοθεί ως εγγύηση και, σύμφωνα με σχετικό όρο της μεταξύ τους συμβάσεως, η εγγύηση αυτή είχε καταπέσει λόγω πρόωρης -εκ μέρους της αναιρεσείουσας- καταγγελίας.
Με την κρίση του όμως αυτή το Εφετείο παρέλειψε να λάβει υπόψη τον αυτοτελή ισχυρισμό της πρώτης ενάγουσας, που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ότι δηλαδή η καταγγελία της συμβάσεως franchising έγινε για σπουδαίο λόγο, και ειδικότερα λόγω της συνεχούς κακής πορείας της επιχειρήσεως, η οποία προκλήθηκε από την με υπόδειξη της αναιρεσίβλητης επιλογή καταστήματος ακατάλληλου για την άσκησή της σε αυτό και από την έκδοση ακατάλληλης άδειας για τη λειτουργία του καταστήματος, όπως αυτή είχε συμφωνηθεί στη σύμβαση, οπότε και κατ` εκτίμηση των αναφερομένων στην αγωγή, που επαναφέρθηκαν με λόγο εφέσεως, η παρακράτηση της επιταγής συνιστά υπέρβαση της καλής πίστης, των χρηστών συναλλακτικών ηθών και του οικονομικού σκοπού του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης.
Επομένως είναι βάσιμος ο δεύτερος κατά το οικείο σκέλος του από το άρθρο 559 αριθ.8 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ψέγεται η προβαλλόμενη απόφαση για την παραβίαση της διατάξεως αυτής". Η υπόθεση επανήλθε για συζήτηση στο Εφετείο Αθηνών και εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, η οποία δέχθηκε τα ακόλουθα, κρίσιμα για τον αναιρετικό έλεγχο, πραγματικά περιστατικά: "Η δεύτερη εναγόμενη εταιρεία, που μετονομάστηκε σε "Ανώνυμος Βιομηχανική και Εμπορική Εταιρεία Ειδών Αρτοποιίας - Ζαχαροπλαστικής - Τροφίμων" και μετά την έναρξη της δίκης κηρύχθηκε σε πτώχευση, εκπροσωπούμενη από την απολιπόμενη δεύτερη εφεσίβλητη - σύνδικο(ήδη μη διάδικο, στην οποία κοινοποιήθηκε νόμιμα η αίτηση αναίρεσης), δραστηριοποιείται στον χώρο της αρτοποιίας και των συναφών παρασκευασμάτων και της έχει παραχωρηθεί από την αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Ανάπτυξης το δικαίωμα χρήσης του ονόματος "Κ.", ενώ κατέχει το πλειοψηφικό πακέτο του μετοχικού κεφαλαίου της πρώτης εναγόμενης εταιρείας, η οποία συγχωνεύθηκε δι' απορροφήσεως από την πρώτη εφεσίβλητη(ήδη αναιρεσείουσα), που συνεχίζει τη δίκη ως καθολική διάδοχος, και διατηρεί το δικαίωμα σύγχρησης του ως άνω σήματος.
Στο πλαίσιο αυτής της επιχειρηματικής της δραστηριότητας η πρώτη εναγομένη καταρτίζει συμβάσεις δικαιόχρησης με τρίτους, στους οποίους παραχωρεί την τεχνογνωσία της και το δικαίωμα χρήσης του σήματός της και των διακριτικών της γνωρισμάτων, με σκοπό τη δημιουργία δικών τους καταστημάτων. Το φθινόπωρο έτους 2006 ο δεύτερος ενάγων(ο ήδη αποθανών δεύτερος αναιρεσίβλητος) ως νόμιμος εκπρόσωπος της πρώτης (ενν.
ενάγουσας- ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης)και ήδη - μετά την υπεισέλευση αυτής στο στάδιο εκκαθαρίσεως - εκκαθαριστής της, έχοντας αποφασίσει να συνεργασθεί με την εναγόμενη εταιρεία με το σύστημα της δικαιόχρησης, ήλθε σε επαφή με τα στελέχη της πρώτης εναγομένης, Ν. Β. και Δ. Μ., οι οποίοι ήταν υπεύθυνοι για την εξεύρεση και επιλογή κατάλληλων προς τούτο καταστημάτων.
Ακολούθως, η εναγόμενη εταιρεία ενημέρωσε τους ενάγοντες ότι είχε ανευρεθεί επί της οδού ... ένα κατάστημα, το οποίο πληρούσε όλες τις απαιτούμενες προϋποθέσεις και προδιαγραφές, γεγονός που επιβεβαίωσε και ο μεσίτης Ι. Κ., ο οποίος συνεργαζόταν με την πρώτη εναγομένη στο πλαίσιο της εξεύρεσης κατάλληλων καταστημάτων για δικαιοδόχους.
Εν συνεχεία την 18.1.2007 η ενάγουσα κατήρτισε με την πρώτη εναγομένη προσύμφωνο ιδιωτικού συμφωνητικού συνεργασίας σύμβασης δικαιόχρησης και αυθημερόν ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης του ανωτέρω ακινήτου έναντι μηνιαίου μισθώματος 2.200 ευρώ, αναπροσαρμοζόμενο κατ' έτος κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στη σύμβαση, ενώ κατέβαλε και το ποσό των 15.000 ευρώ ως "αέρα".
Στο ανωτέρω μισθωτήριο συμβόλαιο το μίσθιο περιγραφόταν ως εξής : "τα υπό στοιχεία Κ3 και Κ4 συνενωμένα ισόγεια καταστήματα, συνολικής επιφάνειας 78,40 τ.μ. μετά των αντίστοιχων υπογείων τους, συνολικής επιφάνειας 80 τ.μ. και παταριών, επιφάνειας 40 τ.μ. περίπου". Πλην, όμως, το ανωτέρω κατάστημα στερείτο πολεοδομικής άδειας συνένωσης, με συνέπεια την καθυστέρηση της έναρξης λειτουργίας του για διάστημα δύο μηνών, προκειμένου να λάβουν χώρα οι απαιτούμενες προς τούτο νόμιμες διαδικασίες, ενώ το περιλαμβανόμενο σε αυτό πατάρι δε διέθετε το απαιτούμενο ύψος ώστε να λάβει νόμιμη άδεια χρήσης ως χώρος της επιχείρησης, γεγονότα που η πρώτη ενάγουσα αγνοούσε κατά τον χρόνο κατάρτισης του επίδικου μισθωτηρίου συμβολαίου.
Εν συνεχεία, την 26.4.2007 μεταξύ της πρώτης εναγόμενης αφενός και της πρώτης ενάγουσας αφετέρου, νομίμως εκπροσωπούμενης από τον διαχειριστή της δεύτερο ενάγοντα, συνήφθη σύμβαση δικαιόχρησης υπό τους περιλαμβανόμενους στο σχετικό από 26.4.2007 συμφωνητικό όρους και συμφωνίες. Ειδικότερα, με τη σύμβαση αυτή, αφενός μεν παραχωρήθηκε στην ενάγουσα το δικαίωμα χρήσης του σήματος "Κ.", ως διακριτικού τίτλου καταστήματος επί της οδού ...
και ως διακριτικού γνωρίσματος των πωλουμένων σε αυτήν προϊόντων ζύμης, άρτου, γλυκισμάτων και συναφών ειδών, που αποτελούν προϊόντα της εμπορίας της δεύτερης εναγομένης, αφετέρου δε καθορίστηκε ο τρόπος λειτουργίας της εν λόγω επιχείρησης με την ένταξή της στο δίκτυο καταστημάτων της πρώτης εναγομένης, βάσει του οποίου η ενάγουσα ανέλαβε να πωλεί στο ανωτέρω κατάστημά της τα προϊόντα της δεύτερης εναγομένης προς τους τελικούς καταναλωτές έναντι συγκεκριμένου οικονομικού ανταλλάγματος.
Κατά τη σύναψη της σύμβασης η ενάγουσα ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει το ποσό των 17.850 ευρώ ως τέλος εισόδου, για τον λόγο αυτό κατέβαλε πράγματι το ποσό των 5.000 ευρώ, ενώ για το υπόλοιπο ποσό των 12.850 ευρώ η ενάγουσα παρέδωσε στην πρώτη εναγομένη δύο ισόποσες επιταγές της "Εθνικής Τράπεζας Α.Ε." ποσού 6.425 ευρώ.
Επιπλέον η ενάγουσα παρέδωσε στην πρώτη εναγομένη μία ακόμη επιταγή της ιδίας τράπεζας με αριθμό ..., ποσού 30.000 ευρώ, η οποία ήταν λευκή ως προς την ημερομηνία έκδοσης και σύμφωνα με τον όρο 4.12 της σύμβασης δόθηκε για την ακριβή εκ μέρους της ενάγουσας τήρηση των όρων του προαναφερθέντος συμφωνητικού με τη ρητή συμφωνία ότι είτε θα συμπληρωθεί από την πρώτη εναγομένη και θα εμφανιστεί στην πληρώτρια τράπεζα σε περίπτωση που ανακύψει οποιαδήποτε αξίωση της πρώτης κατά της ενάγουσας, είτε ότι θα επιστραφεί στην ενάγουσα κατά τη λήξη της σύμβασης, εφόσον έχουν τηρηθεί όλοι οι όροι της σύμβασης και δεν έχει συντρέξει περίπτωση κατάπτωσης του ποσού της επιταγής.
Επίσης, με τον ίδιο ως άνω όρο 4.12 της σύμβασης συμφωνήθηκε ότι η πρόωρη από την πλευρά της ενάγουσας καταγγελία της σύμβασης συνεπάγεται την κατάπτωση της ως άνω εγγυητικής επιταγής υπέρ της πρώτης εναγομένης. Η σύμβαση δικαιόχρησης λειτούργησε για χρονικό διάστημα περίπου δύο ετών, πλην, όμως, δεν εξελίχθηκε ομαλά εξαιτίας, αφενός της επιλογής καταστήματος εξαρχής ακατάλληλου για την άσκηση της σχετικής επιχείρησης σε αυτό και αφετέρου της έκδοσης ακατάλληλης άδειας για τη λειτουργία του καταστήματος, όπως αυτή είχε συμφωνηθεί στη σύμβαση.
Το εν λόγω κατάστημα επιλέχθηκε και υποδείχθηκε στην ενάγουσα από την εναγομένη, όπως αυτό καταδεικνύεται από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού και ιδία από την από 5.6.2007 ένορκη κατάθεση του μεσίτη Ι. Κ. ενώπιον του 27ου Πταισματοδίκη Αθηνών, που ελήφθη στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας σε βάρος των εναγομένων κατόπιν καταγγελίας έτερου συνεργάτη τους, και στην οποία βεβαιώνει αυτός ότι η εργασία του συνίσταται στην κατ' εντολή της εναγομένης εύρεση καταστημάτων κατάλληλων για τη χρήση της εταιρείας και ότι εν συνεχεία τα καταστήματα αυτά αξιολογούνται από την τελευταία ως προς το αν πληρούν τους απαιτούμενους υγειονομικούς όρους.
Ο ίδιος μεσίτης στις από 8.2.2007 υπεύθυνες δηλώσεις του προς την πολεοδομική υπηρεσία του Δήμου Αθηναίων βεβαιώνει ως "ιδιοκτήτης" του καταστήματος της οδού ... ότι δεν έχει πραγματοποιήσει ουδεμία αυθαίρετη εργασία σε αυτό και ότι εξουσιοδοτεί την ενάγουσα να προβεί σε όλες τις νόμιμες διαδικασίες, ώστε να εκδοθεί άδεια συνένωσης των δύο ανωτέρω καταστημάτων.
Στη συνέχεια δε η (εσωτερική και εξωτερική) διαμόρφωση του καταστήματος ανατέθηκε από την ενάγουσα στην κατασκευαστική εταιρεία "Α.Γ.Τ. Ανώνυμη Τεχνική Εταιρεία Α.Τ.Ε.", που υπεδείχθη σε αυτήν δεσμευτικά από την εναγομένη και η οποία πραγματοποίησε κατ' εντολήν και υπό τις οδηγίες της τελευταίας τον σχεδιασμό αυτού.
Όπως, όμως, διαπίστωσε η ενάγουσα μετά την έναρξη λειτουργίας της επιχείρησής της, η ανωτέρω εταιρεία είχε προβεί σε μη λειτουργικές κατασκευές, αλλά και σε κακοτεχνίες. Ειδικότερα, δε διαμόρφωσε χώρο για τη διάθεση αρτοπαρασκευασμάτων από κατεψυγμένη ζύμη, ο οποίος να διακρίνεται από τον χώρο πώλησης του φρέσκου άρτου (βλ.
σχετικά την υπ' αριθ. ....2008 βεβαίωση της Νομαρχίας Αθηνών), ενώ το τοιχίο που ανήγειρε εντός του ισόγειου χώρου του καταστήματος, προκειμένου να διαχωρισθεί αυτός από τον χώρο εργασίας, τοποθετήθηκε σε ακατάλληλο σημείο με συνέπεια τον σημαντικό περιορισμό του χώρου λιανικής πώλησης (εμπορικός χώρος).
Απεδείχθη, περαιτέρω, ότι το κατάστημα της ενάγουσας έλαβε κατόπιν υποδείξεως των υπευθύνων της εναγομένης την υπ' αριθ. ....1997 άδεια λειτουργίας ως "πρατήριο γάλακτος και ειδών ζαχαροπλαστικής - πρατήριο άρτου", η οποία, όμως, ήταν ασύμβατη με την πώληση των συμβατικώς καθορισθέντων προϊόντων της εναγομένης.
Ειδικότερα, σύμφωνα με τα οριζόμένα στη σύμβαση δικαιόχρησης, η ενάγουσα ανέλαβε την υποχρέωση να διαθέτει στο κοινό, εκτός των άλλων, προϊόντα μη παραγόμενα από τη δικαιοπάροχο, όπως καφέδες, οι οποίοι παρασκευάζοντο εντός του καταστήματος, φρέσκα σάντουιτς, με βάση τις δοθείσες από την εναγομένη συνταγές και με ρητή δέσμευση της ενάγουσας προς προμήθεια των προϊόντων αυτών από τους προμηθευτές της τελευταίας, αλλά και προϊόντα ζύμης σφολιάτας, τα οποία έπρεπε να ψήνονται εντός του καταστήματος (υπ' αριθ. 1γ, 1.3 και 2.1 όροι).
Όμως σύμφωνα με την ισχύουσα κατά την έναρξη της επίδικης σύμβασης, αλλά και κατά το μεγαλύτερο διάστημα της λειτουργίας του καταστήματος, βασική υγειονομική νομοθεσία (Υγειονομική Διάταξη Αιβ/8577/83, άρθρο 43), τα ανωτέρω είδη, τα οποία σημειωτέον αποτελούσαν το μέγιστο τμήμα του συνολικού τζίρου του καταστήματος της ενάγουσας (55-65%), συνιστούσαν μη ομοειδείς κατηγορίες, ασύμβατες με την πώληση άρτου κι ως εκ τούτου δεν επιτρεπόταν η πώληση αυτών από πρατήριο άρτου, όπως το κατάστημα της ενάγουσας.
Περαιτέρω, ούτε και η πώληση προψημένου άρτου, τον οποίο η ενάγουσα προμηθευόταν από τη δεύτερη εναγομένη και ελάμβανε την τελική του μορφή εντός του καταστήματος με τη διαδικασία "bake off" (τελική έψηση προψημένου άρτου) ήταν επιτρεπτή, αφού η ανωτέρω δραστηριότητα απαιτούσε την έκδοση αδείας "αρτοποιείου" και όχι "πρατηρίου άρτου", την οποία εξέδωσε η ενάγουσα και η οποία επέτρεπε μόνο την πώληση συσκευασμένου άρτου, βουτημάτων, γλυκών, αναψυκτικών και γάλακτος.
Βάσει δε της ίδιας υγειονομικής νομοθεσίας (Υγειονομική Διάταξη Αιβ/8577/1983 και Υ.Α. 390/1993) η έκδοση άδειας αρτοποιείου προϋπέθετε εμβαδόν καταστήματος τουλάχιστον 195 τ.μ. Ωστόσο, το κατάστημα που η εναγομένη υπέδειξε στην ενάγουσα αποτελείτο - σύμφωνα με το επίδικο μισθωτήριο συμβόλαιο - από ισόγειο όροφο επιφάνειας 78,40 τ.μ.
και από υπόγειο όροφο επιφάνειας 80 τ.μ., ήτοι συνολικώς 158,40 τ.μ., μη προσμετρουμένου του παταριού, ως ήδη προελέχθη, ενόψει της παράνομης δόμησής του, γεγονός που καθιστούσε νομικά αδύνατη την έκδοση της απαιτούμενης άδειας. Αλλά κι εν συνεχεία, μετά την έναρξη ισχύος του Ν. 3526/2007, για την αρτοποίηση και την εναρμόνιση, μεταξύ άλλων, της ελληνικής νομοθεσίας σχετικά με τη διαδικασία της "τελικής έψησης προψημένου ψωμιού", το κατάστημα της ενάγουσας εξακολουθούσε να μην πληροί τις νόμιμες προϋποθέσεις, δεδομένου ότι απαιτείτο εμβαδόν 32 τ.μ.
κατ' ελάχιστον πλέον του χώρου που καταλάμβανε ο αρτοκλίβανος, ως ανεξάρτητος και αποκλειστικός χώρος περάτωσης της έψησης, ο οποίος εδύνατο να λειτουργεί υπό συγκεκριμένη και μόνο διάταξη, όπως περιγράφεται ειδικότερα στο άρθρο 5 παρ. 1 του ανωτέρω νόμου. Και τούτο διότι ο μεν υπόγειος χώρος χρησιμοποιείτο εξ ολοκλήρου ως αποθηκευτικός και βοηθητικός χώρος, ενώ στον ισόγειο χώρο, αφαιρουμένων των 7,44 τ.μ.
που κάλυπταν οι κλίμακες προς το υπόγειο και το πατάρι, τα λοιπά τετραγωνικά ήταν διαμοιρασμένα από την ανωτέρω επιλεγείσα από την εναγομένη κατασκευάστρια εταιρεία, ως εξής : 24,80 τ.μ. για τον πάγκο εργασίας, τη λάντζα και τους φούρνους και 51,46 τ.μ. τα οποία, σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης και τις οδηγίες της πρώτης εναγόμενης για τον σχεδίασμά και την τελική εμφάνιση του καταστήματος, χρησιμοποιούντο ως χώρος λιανικής πώλησης (εμπορικός χώρος) και ήταν κατειλημμένα με εντοιχισμένες θήκες προϊόντων, ψυγεία και χώρους ταμείων κλπ.
Επιπλέον, ο υπόγειος χώρος δεν μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως χώρος εργασίας, γεγονός που οι ενάγοντες αγνοούσαν κατά την κατάρτιση της μισθωτικής σύμβασης και το οποίο είχε ως συνέπεια την περαιτέρω μείωση του εμπορικού χώρου και του χώρου εργασίας και τον περιορισμό αυτών στον ισόγειο μόνο χώρο. Αποτέλεσμα των ανωτέρω ελλείψεων και παρατυπιών ήταν η κατά παράβαση των υγειονομικών διατάξεων ως προς τα προσφερόμενα είδη λειτουργία του καταστήματος της ενάγουσας, η οποία όχι μόνο την εξέθετε διαρκώς στον κίνδυνο καταγγελιών, αλλά διαπιστώθηκε πολλές φορές και από τα αρμόδια ελεγκτικά όργανα με τις εντεύθεν έννομες συνέπειες (βλ.
ενδεικτικά το υπ' αριθ. πρωτ. ....2008 έγγραφο της Δ/νσης Εμπορίου και Τουρισμού της Νομαρχίας Αθηνών, τα από 6.5.2009 και 30.6.2009 έγγραφα του Τμήματος Ελέγχου και Ανάκλησης Αδειών του Δήμου Αθηναίων, το από 4.5.2009 έγγραφο της Δ/νσης Προστασίας Καταναλωτή και Υγειονομικού Ελέγχου της Νομαρχίας Αθηνών και το υπ' αριθ.
Ζ2009/9495 κλητήριο θέσπισμα του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Αθηνών σε βάρος του δεύτερου ενάγοντος για παράβαση υγειονομικών διατάξεων). Παρά δε τις σχετικές διαμαρτυρίες της ενάγουσας προς την εναγομένη για τη δημιουργηθείσα κατάσταση, αυτή εκώφευε και δεν απαντούσε στα όσα η ενάγουσα της απέδιδε (βλ.
την από 7.7.2008 επιστολή προς την πρώτη εναγομένη, κοινοποιηθείσα και στον γενικό διευθυντή του Ομίλου Κ.), ενώ μόλις τον Μάιο έτους 2009 ανέθεσε στη μηχανικό Α. Μ. την προσπάθεια επίλυσης του αδειολογικού προβλήματος. Με τις ενέργειες της τελευταίας η ενάγουσα έλαβε προέγκριση για ίδρυση καταστήματος "αναψυκτήριο - σνακ μπαρ", πλην, όμως, ούτε υπό αυτόν τον τύπο αδείας θα εδύνατο να πωλεί νομίμως τα συμβατικώς καθορισθέντα προϊόντα της εναγομένης, με συνέπεια να μην ολοκληρωθεί η σχετική διαδικασία.
Εν τέλει δυνάμει της υπ' αριθ. ....2009 πράξης της Δημαρχιακής Επιτροπής του Δήμου Αθηναίων αποφασίστηκε η ανάκληση της υπ' αριθ. ....1997 άδειας λειτουργίας του καταστήματος λόγω ουσιώδους τροποποίησης των υγειονομικών όρων λειτουργίας του, η οποία εκτελέστηκε στις 24.11.2009 με τη σφράγιση αυτού. Η προπεριγραφείσα δυσμενής εξέλιξη της επίδικης σύμβασης δικαιόχρησης οφείλεται στην παραβίαση από πλευράς των εναγομένων της συμβατικής τους υποχρέωσης να εντάξουν στην ενάγουσα οργανωτικά και τεχνολογικά στο σύστημα του "franchise".
Η υποχρέωση αυτή ένταξης του λήπτη, με την παροχή σ' αυτόν της απαιτούμενης τεχνικής και οργανωτικής υποδομής και της συνεχούς υποστήριξής του καθ' όλη τη διάρκεια λειτουργίας της σύμβασης, σε οργανωτικά, τεχνικά, χρηματοδοτικά ή άλλα θέματα απορρέει από αυτή καθεαυτή τη σύμβαση δικαιόχρησης, κατά τα ήδη εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη της παρούσας και περιλαμβανόταν ρητά στο ενημερωτικό εγχειρίδιο των εναγομένων, που αποτέλεσε ενιαίο σύνολο με την επίδικη καταρτισθείσα μεταξύ των διαδίκων σύμβαση, καθώς και στην ίδια τη σύμβαση.
Ειδικότερα, στο υπ' αριθ. 3 κεφάλαιο του ως άνω εγχειριδίου με τίτλο "Η ανάπτυξη με τη μέθοδο franchise", στο οποίο αναφέρονται οι υπηρεσίες που η "Εταιρεία" παρέχει στον "Συνεργάτη" στο πλαίσιο του συστήματος "franchise" που έχει αναπτύξει, πριν την υπογραφή της σύμβασης, μέχρι την έναρξη του καταστήματος, αλλά και μετά την έναρξη αυτού, ορίζεται ότι "Ο Συνεργάτης είναι σε θέση, με τη μέθοδο αυτή, να δημιουργήσει μια σύγχρονη επιχειρηματική μονάδα, χωρίς να διαθέσει χρόνο και χρήματα για έρευνα σχετικά με την κατασκευή, τη λειτουργία, την οργάνωση και τον έλεγχο της επιχείρησής του ...." και ότι "...
εκμεταλλεύεται - ο Συνεργάτης - όλη την τεχνογνωσία που διαθέτει η Εταιρία για να ξεκινήσει την επιχείρησή του, ενώ παράλληλα απολαμβάνει τα πλεονεκτήματα του να συμμετέχει σε μια επιχείρηση με ήδη γνωστό και επιβεβλημένο όνομα στην αγορά, μειώνοντας στο ελάχιστο το ρίσκο της επένδυσής του". Ακολούθως, στο υπ' αριθ. 4 κεφάλαιο με τίτλο "Τι προσφέρει το σύστημα franchise Κ." και στον αριθ. 3 με επικεφαλίδα "Υπηρεσίες μετά την έναρξη του καταστήματος" ορίζεται ότι η Εταιρεία παρέχει "Συμβουλές σε ειδικά θέματα νομικής και οικονομικής φύσεως που πιθανόν να αντιμετωπίσει το κατάστημα", στον αριθ. 4.4 με τίτλο "Υποστήριξη franchise" ότι: "Η Εταιρεία στα πλαίσια του πακέτου franchise που έχει αναπτύξει, προσφέρει στον συνεργάτη: ...
τεχνογνωσία στη σχεδίαση, κατασκευή και οργάνωση του καταστήματος", στο υπ' αριθ. 5 κεφάλαιο με τίτλο "Προϋποθέσεις Συνεργασίας" και στον αριθ. 5.2 ότι "Η από κοινού αξιολόγηση και έγκριση του χώρου είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την αποδοχή του αιτήματος Συνεργασίας" και στο κεφάλαιο 6 με τίτλο "Γενικοί όροι franchising Κ." ότι: "Η συνεργασία ανάμεσα στην Εταιρεία και τον Συνεργάτη επιβεβαιώνεται με την υπογραφή της Σύμβασης franchise που προβλέπει: ...
Τη χρήση από πλευράς Δικαιοδόχου του σήματος και λογοτύπου της Εταιρείας Κ. Αρτοποιήματα, της τεχνογνωσίας και όλων των μεθόδων λειτουργίας που έχει καθιερώσει ο Δικαιοπάροχος καθώς επίσης και τις συσσωρευμένες γνώσεις και εμπειρίες του". Ακολούθως, στο άρθρο 3.2 εδ. ε της επίδικης σύμβασης δικαιόχρησης ορίζεται ότι : "Επίσης η Εταιρεία αναλαμβάνει να θέτει στη διάθεση του Συνεργάτη τις γνώσεις και την εμπειρία των στελεχών της...", ενώ στον υπ' αριθ. 4.3 όρο του συμφωνητικού αναγράφεται ότι "Ο τρόπος λειτουργίας του καταστήματος του Συνεργάτη αποτυπώνεται στο εγχειρίδιο λειτουργίας, το οποίο παραδόθηκε στον συνεργάτη και το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο με το παρόν.
Ο Συνεργάτης ο οποίος ρητά δηλώνει ότι έλαβε πλήρη και σαφή γνώση του εγχειριδίου λειτουργίας, όπως αυτό θα συμπληρώνεται από τις εγκυκλίους οδηγίες της Εταιρείας που αποβλέπουν στην επίτευξη ομοιομορφίας στη λειτουργία όλων των καταστημάτων "Κ.", προσχωρεί ρητά και ανεπιφύλακτα στις διατάξεις του".
Στην προκειμένη περίπτωση οι εναγόμενες επέλεξαν και υπέδειξαν στην ενάγουσα κατάστημα που στερείτο πολεοδομικής άδειας συνένωσης και δεν ανταποκρινόταν στη συμβατική χρήση, ενώ συγχρόνως οι υπεύθυνοι υπάλληλοί τους τη διαβεβαίωναν ότι η άδεια του "πρατηρίου άρτου" του καταστήματος κάλυπτε το σύνολο των κατηγοριών των προϊόντων τους, η διάθεση των οποίων στο κοινό αποτελούσε συμβατική δέσμευση της ενάγουσας - λήπτριας.
Ο ισχυρισμός δε αυτών ότι το κατάστημα αποτέλεσε προσωπική επιλογή της ενάγουσας τυγχάνει απορριπτέος ως αβάσιμος, κατά τα ήδη λεχθέντα, ενώ έρχεται και σε προφανή αντίθεση με την αναγραφόμενη στο ανωτέρω εγχειρίδιο λειτουργίας έγκριση από τη δικαιοπάροχο του χώρου ως προϋπόθεση αποδοχής του αιτήματος συνεργασίας.
Κατά συνέπεια, ακόμα κι αν το κατάστημα είχε ανευρεθεί από την ενάγουσα, πάλι δε θα αναιρείτο η ευθύνη των εναγομένων προς καθοδήγηση της πρώτης κι ενδεχομένως αποτροπή της από λανθασμένες εμπορικά και νομικά επιλογές, αφού η έγκρισή του από τις ίδιες είχε ορισθεί ως προαπαιτούμενο και για τον επιπλέον λόγο ότι εκείνες ενδιέφερε η ομοιομορφία των καταστημάτων τους και η ορθή προώθηση των προϊόντων τους.
Προς τούτο, άλλωστε, υπεδείκνυαν δεσμευτικά στους δικαιοδόχους την κατασκευαστική εταιρεία, που αναλάμβανε τη διαμόρφωση των εμπορικών χώρων σύμφωνα με τις απαιτήσεις τους, όπως έπραξε και με την ενάγουσα κατά τα άνω. Εξάλλου, από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενες παρείχαν, ως όφειλαν, στην ενάγουσα, που στερείτο γνώσεων και εμπειρίας στον οικείο επιχειρηματικό κλάδο, πλήρη, ακριβή, σαφή και κατάλληλη πληροφόρηση για το αδειοδοτικό καθεστώς των καταστημάτων τους, ούτως ώστε να αντιληφθεί αυτή εξαρχής εάν υφίστατο δυνατότητα νόμιμης λειτουργίας του συγκεκριμένου καταστήματος και εάν η εντός αυτού πώληση των προϊόντων τους ανταποκρινόταν στην ισχύουσα κατά τον χρόνο κατάρτισης της σύμβασης νομοθεσία.
Η γνώση αυτή θα έπαιζε καθοριστικό ρόλο στην επιλογή της ενάγουσας αναφορικά με την καταλληλότητα ή μη της επίμαχης επένδυσης ως προς το επιχειρηματικό της προφίλ και το ποσοστό του επιχειρηματικού κινδύνου που επιθυμούσε αυτή να αναλάβει, δεδομένου ότι σκοπός της ήταν να εξασφαλίσει μία νομίμως λειτουργούσα και επικερδή επιχείρηση, γεγονός για το οποίο οι εναγόμενες τη διαβεβαίωσαν.
Αντιθέτως, απεδείχθη ότι οι εναγόμενες αποσιώπησαν παρανόμως από την ενάγουσα α) την έλλειψη πολεοδομικής άδειας συνένωσης του μίσθιου καταστήματος και β) τις εκ του νόμου προϋποθέσεις ώστε να λειτουργήσει το κατάστημα σύμφωνα με τους όρους της μεταξύ τους συμβάσεως και να διαθέτει προς πώληση, πλην των άλλων, προϊόντα άρτου με το σύστημα "bake off", το οποίο συνιστούσε αντικείμενο ευρείας προβολής και διαφήμισης από τις εναγόμενες ως αναπόσπαστου και πλέον κερδοφόρου τμήματος του "πακέτου" franchise, καθώς και σφολιάτες, καφέδες κλπ, δυνατότητες που δεν παρείχε το συγκεκριμένο κατάστημα λόγω εμβαδού.
Η δε ενάγουσα επεδείκνυε πλήρη εμπιστοσύνη στις εναγόμενες, οι οποίες κατά τον κρίσιμο χρόνο αποτελούσαν μία επώνυμη εταιρεία στον κλάδο της αρτοποιίας, που απολάμβανε μεγάλη αναγνωρισιμότητα και φήμη, ως διαθέτουσα υψηλή τεχνογνωσία, στελέχωση από εξειδικευμένο προσωπικό και κερδοφόρα επιχειρηματική δραστηριότητα, με αποτέλεσμα η ενάγουσα να αρκείται στις παραπλανητικές διαβεβαιώσεις της.
Ο ισχυρισμός δε αυτών ότι η ενάγουσα γνώριζε τα επιτρεπόμενα με βάση την εκδοθείσα επ' ονόματί της άδεια προϊόντα προς διάθεση ελέγχεται ως αβάσιμος, καθόσον αφενός μεν η εν λόγω άδεια εκδόθηκε σε χρόνο μεταγενέστερο της κατάρτισης της σύμβασης (1.10.2007), ήτοι σε χρόνο που η ενάγουσα είχε ήδη υποβληθεί σε υπέρογκες δαπάνες για την έναρξη λειτουργίας του καταστήματος, γεγονός, που καθιστούσε ιδιαίτερα δυσχερή την υπαναχώρησή της, αφετέρου η σχετική πληροφόρηση έπρεπε να είχε δοθεί από τις εναγόμενες ήδη πριν την κατάρτιση της σύμβασης και να μην είχαν υποδείξει αυτές στην ενάγουσα το εν λόγω κατάστημα ως ενδεδειγμένο για τη συμβατική χρήση, καθόσον οι ίδιες υπόσχονταν ρητά την παροχή συμβουλών στους δικαιοδόχους σε ειδικά θέματα νομικής και οικονομικής φύσης.
Εξάλλου, η σύμβαση δικαιόχρησης υπαγορεύει ρητά προϊοντική ομοιομορφία μεταξύ των καταστημάτων με συνέπεια να μην υφίσταται διακριτική ευχέρεια του δικαιοδόχου ως προς την επιλογή των κατηγοριών των πωλούμενων προϊόντων, καθώς το εγχειρίδιο λειτουργίας του καταστήματος τόσο ως προς τη λειτουργία όσο και ως προς τα πωλούμενα προϊόντα ήταν απολύτως δεσμευτικό, απορριπτομένου ως αβασίμου του ισχυρισμού των εναγομένων ότι η ενάγουσα εδύνατο να αφαιρέσει από το κατάστημα τις κατηγορίες που δε νομιμοποιείτο να διαθέτει προς πώληση.
Ομοίως απορριπτέος ως αβάσιμος τυγχάνει και ο ισχυρισμός τους ότι η ενάγουσα τελούσε σε γνώση της έλλειψης πολεοδομικής άδειας συνένωσης του καταστήματος, καθόσον στο ίδιο το μισθωτήριο συμβόλαιο περιγραφόταν τούτο ως ήδη συνενωμένο. Εξάλλου, σε περίπτωση που η ενάγουσα γνώριζε την ανωτέρω έλλειψη δε θα διαμαρτυρόταν περί αυτού στους εκμισθωτές με την από 20.12.2007 εξώδικη δήλωσή της, ενώ ούτε οι εκμισθωτές στην από 28.1.2008 εξώδικη απάντησή τους ισχυρίστηκαν ότι την ενημέρωσαν ως προς αυτό.
Περί της προπεριγραφόμενης συμπεριφοράς των εναγομένων κατέθεσε μετά λόγου γνώσεως η εξετασθείσα ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου μάρτυρας των εναγόντων - σύζυγος του δεύτερου, η κατάθεση της οποίας κρίνεται πειστική, αφού επιβεβαιώνεται από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού κι ως εκ τούτου δε δύναται να αναιρεθεί από τη γενικόλογη κατάθεση του εξετασθέντος μάρτυρος των εναγομένων, ο οποίος δεν είχε ιδία αντίληψη των γεγονότων, όπως και ο ίδιος παραδέχθηκε.
Ο αποφασιστικός δε ρόλος των εναγομένων στην επιλογή του κατάλληλου καταστήματος για τους δικαιοδόχους επιβεβαιώνεται και από την υπ' αριθ. ... ένορκη βεβαίωση του μάρτυρος των εναγομένων, Χ. Α., ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών, που ελήφθη στο πλαίσιο της ανοιγείσας μεταξύ των εναγομένων και έτερου δικαιοδόχου δίκης, έχουσας το ίδιο αντικείμενο με την παρούσα διαφορά, με την οποία βεβαιώνει αυτός ότι οι εναγόμενες κατά τη διαδικασία αναζήτησης καταστημάτων προβαίνουν σε έλεγχο όχι μόνο της θέσης αυτών, αλλά και του εμβαδού τους, προκειμένου να διαπιστώσουν τη δυνατότητα νόμιμης λειτουργίας του εμπορικού χώρου.
Εξάλλου, ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι δεν εγγυήθηκαν ούτε φέρουν ευθύνη για την οικονομική απόδοση της επιχείρησης της ενάγουσας δεν αναιρεί τα ήδη εκτεθέντα, καθόσον στην προκειμένη περίπτωση η κακή οικονομική πορεία της ενάγουσας ήταν αποτέλεσμα της μη νόμιμης λειτουργίας του επιλεγέντος από τις ίδιες καταστήματος και όχι των λανθασμένων εμπορικών ενεργειών της τελευταίας.
Για τον λόγο αυτό, άλλωστε, και δη της παράβασης των υγειονομικών όρων λειτουργίας, όπως ήδη εκτέθηκε, οι αρμόδιες αρχές προέβησαν σε σφράγιση του καταστήματος και όχι λόγω φορολογικών παραβάσεων, όπως αβασίμως διατείνονται οι εναγόμενες. Οι απευθυνόμενες δε στα στελέχη των εναγομένων αναφορές - υπηρεσιακά σημειώματα της υπαλλήλου τους, Φ.
Δ., με αντικείμενο προτάσεις για τη βελτίωση λειτουργίας και αποτελεσμάτων του καταστήματος της ενάγουσας ουδεμία έννομη επιρροή ασκούν εν προκειμένω, αφού δεν άπτονται της νόμιμης λειτουργίας αυτού με βάση την εκδοθείσα άδεια, αλλά της καλύτερης προβολής και παρουσίασης των προϊόντων των εναγόμενων και εξυπηρέτησης του κοινού.
Ενόψει των ανωτέρω, σαφώς αποδείχθηκε από την προσήκουσα εκτίμηση όλων ανεξαιρέτως των αποδεικτικών μέσων ότι με τον τρόπο που ενήργησαν οι εναγόμενες παραβίασαν τις συναλλακτικές τους υποχρεώσεις, ως το περιεχόμενό τους προσδιορίζεται σύμφωνα με τους κανόνες των άρθρων 281 και 288 ΑΚ. Η παράλειψη αυτή των εναγομένων ανάγεται στην καταβολή κάθε δυνατής επιμέλειας για την εκπλήρωση της υποχρέωσης ενημέρωσης, διαφώτισης και παροχής κατάλληλης συμβουλευτικής καθοδήγησης σχετικά με την επιλογή του καταστήματος της ενάγουσας και το αδειοδοτικό καθεστώς προς διασφάλιση των οικονομικών της συμφερόντων και μείωση του επιχειρηματικού της κόστους.
Ειδικότερα, με τη σύμβαση δικαιόχρησης οι εναγόμενες ανέλαβαν την υποχρέωση να μεριμνούν για την οργανωτική και τεχνολογική ένταξη της ενάγουσας στο σύστημα του "franchising", ούτως ώστε το κατάστημά της να ανταποκρίνεται στις συνθήκες της αγοράς και να αποτελεί λειτουργικό κρίκο στην επιχειρηματική δραστηριότητά τους.
Η παραβίαση δε των υποχρεώσεων αυτών, που συνάγονται σε κάθε περίπτωση και από την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, συνιστούν πλημμελή εκ μέρους των εναγομένων εκπλήρωση της κύριας παροχής από τη σύμβαση και γεννά υποχρέωση προς αποζημίωση της ενάγουσας. Η ευθύνη, εξάλλου, της δεύτερης εναγομένης προκύπτει από την επίδικη σύμβαση δικαιόχρησης, στην οποία ρητώς ορίζεται ότι : 1.1.Α α) Η ΕΤΑΙΡΕΙΑ, - ΥΙΟΙ X.
Κ. ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΣΥΜΜΕΤΟΧΩΝ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΤΡΟΦΙΜΩΝ -, της οποίας η πλειοψηφία του μετοχικού κεφαλαίου ανήκει στη βιομηχανία παραγωγής προϊόντων, αρτοποιίας, ζαχαροπλαστικής και συναφών ειδών με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ\ΕΤΑΙΡΕΙΑΕΙΔΩΝ ΑΡΊΌΠ
ΙΙΑΣ - ΖΑΧΑΡΟΠΛΑΣΤΙΚΗΣ - ΤΡΟΦΙΜΩΝ ΑΒΕΕ, δηλώνει ότι έχει αναπτύξει : Σύστημα διάθεσης προϊόντων παραγωγής της μητρικής της εταιρείας ... β. "Με δεδομένη την κατά τα άνω παραγωγή προϊόντων από την ΥΙΟΙ X. Κ. ΑΒΕΕ και προς διευκόλυνση της στο παρόν διατύπωσης, στη συνέχεια, η έννοια "ΕΤΑΙΡΕΙΑ" θα χρησιμοποιείται υπό ευρεία έννοια και θα περιλαμβάνει τόσο την πρώτη (α') συμβαλλόμενη όσο και την ΥΙΟΙ X.
Κ. ΑΒΕΕ, εφόσον πρόκειται για προϊόντα παραγωγής της τελευταίας ή για προσωπικό της ή για σύστημα οργάνωσής της ή για μέθοδο ελέγχου της κλπ..". Εξάλλου, αμφότερες οι εταιρείες συλλειτουργούσαν κατά τον κρίσιμο χρόνο στον ίδιο χώρο, εντός του οποίου έλαβαν χώρα και οι διαπραγματεύσεις μεταξύ των εναγόντων και των στελεχών αμφοτέρων προς τον σκοπό κατάρτισης της επίμαχης σύμβασης.
Επιπλέον οι εναγόμενες υπέχουν αδικοπρακτική ευθύνη κατά την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ, σύμφωνα και με τα αναλυτικώς εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, έναντι της ενάγουσας και για τον λόγο ότι διά της προπεριγραφείσας απατηλής συμπεριφοράς των οργάνων τους προκάλεσαν με δόλο στην τελευταία την απόφαση να επενδύσει στην αγορά του προϊόντος "franchise", αποσιωπώντας εν γνώσει τους τα πραγματικά ελαττώματα του μισθίου και τις προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος για την έκδοση άδειας λειτουργίας του συγκεκριμένου καταστήματος, ώστε να λειτουργήσει αυτό σύμφωνα με τους όρους της μεταξύ τους σύμβασης και να διαθέτει προς πώληση, πλην των άλλων, προϊόντα άρτου με το σύστημα "bake off", καθώς και σφολιάτες καφέδες κλπ, δυνατότητες που δεν παρείχε το συγκεκριμένο κατάστημα λόγω εμβαδού και τα οποία εάν η ενάγουσα γνώριζε, δε θα είχε προβεί στη συγκεκριμένη επένδυση και, συνακόλουθα, στις απαιτούμενες γι' αυτήν δαπάνες.
Έτσι, συνάγεται ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις αποζημίωσης της ενάγουσας, για την οποία ευθύνονται οι εναγόμενες, εφόσον η ενάγουσα υπέστη ζημία από την απατηλή συμπεριφορά τους, η οποία και οδήγησε αιτιωδώς στη ζημία της. Η ζημία δε αυτή συνίσταται στις δαπάνες, στις οποίες προέβη α) για την κατασκευή του καταστήματος, συνολικού ύψους 188.672,06 ευρώ, β) για την έκδοση άδειας συνένωσης καταστήματος, ποσού 6.540,56 ευρώ, γ) για μισθώματα μηνών Μαρτίου και Απριλίου έτους 2007, που αντιστοιχούν στο χρονικό διάστημα κατά το οποίο καθυστέρησε η έναρξη λειτουργίας του καταστήματος ελλείψει άδειας συνένωσης, ποσού 4.400 ευρώ, δ) για "αέρα" καταστήματος, ποσού 15.000 ευρώ και ε) για αμοιβή του μεσίτη Ι.
Κ., ποσού 2.200 ευρώ. Έτσι, η συνολική ζημία της ενάγουσας ανέρχεται στο ποσό των 216.812,62 ευρώ. Για την καταβολή από την ενάγουσα του ποσού των 15.000 ευρώ ως "αέρα" του επίδικου καταστήματος κατέθεσε μετά λόγου γνώσεως η ανωτέρω εξετασθείσα στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο μάρτυρας των εναγόντων, ενώ η επίμαχη καταβολή αποδεικνύεται και από την υπ' αριθ. ....2007 επιταγή της "Εθνικής Τράπεζας Α.Ε.", εκδόσεως του ενάγοντος.
Εξάλλου, η μη αναφορά αυτού στην επίμαχη μισθωτική σύμβαση δεν αναιρεί την καταβολή του, δεδομένου ότι κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, είθισται να αποκρύπτεται από τους εκμισθωτές για φορολογικούς λόγους, απορριπτομένου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού των εναγομένων ως αβάσιμου... Τέλος, αποδείχθηκε ότι από την ως άνω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των εναγόμενων προσβλήθηκε η επαγγελματική υπόληψη και φήμη της ενάγουσας και τρώθηκε η αξιοπιστία της και η εμπορική της πίστη γενικότερα λόγω των συνεχών ελέγχων από τις υγειονομικές υπηρεσίες, τη συνακόλουθη ζημιογόνα πορεία του καταστήματος και τη σφράγισή του από τις αρμόδιες αρχές, με συνέπεια να υποστεί αυτή ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται χρηματική ικανοποίηση.
Το ποσό αυτής πρέπει να οριστεί σε 3.000 ευρώ, το οποίο κρίνεται δίκαιο και εύλογο, λαμβανομένων υπόψη του είδους και της έκτασης της προσβολής, του βαθμού πταίσματος των εναγομένων και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων μερών...Το συγκεκριμένο αυτό ποσό χρηματικής ικανοποίησης αξιολογείται ως εύλογο, επαρκές και δίκαιο, για να αποκαταστήσει πλήρως την επίδικη ηθική βλάβη της ενάγουσας...
αναλόγως, δηλαδή, με τις συγκεκριμένες περιστάσεις της προκειμένης περίπτωσης, αλλά και σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας (αρθ. 25 παρ.1 του Συντάγματος και 2, 9 παρ.2 και 10 παρ.2 της ΕΣΔΑ), όπως η αρχή αυτή, εξειδικεύεται με τη διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ για τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης...
Περαιτέρω, ενόψει της κατά τα άνω δυσμενούς εξέλιξης η ενάγουσα με την από 8.12.2009 εξώδικη καταγγελία - δήλωση - γνωστοποίηση της προς αμφότερες τις εναγόμενες, νομίμως κοινοποιηθείσα, κατήγγειλε την επίδικη σύμβαση δικαιόχρησης επικαλούμενη την κακή πορεία της επιχείρησης λόγω της εκ μέρους τους επιλογής καταστήματος ακατάλληλου για την άσκηση της σχετικής επιχείρησης σε αυτό και έκδοσης ακατάλληλης άδειας για τη λειτουργία του καταστήματος, όπως αυτή είχε συμφωνηθεί στη σύμβαση και τις κάλεσε να της επιστρέφουν εντός πέντε ημερών από την επίδοση της καταγγελίας την υπ' αριθ. ...
επιταγή που δόθηκε ως εγγύηση καλής εκτέλεσης και πιστής τήρησης των όρων του συμφωνητικού κατά την κατάρτιση του συμφωνητικού δικαιόχρησης. Με βάση όσα εκτέθηκαν προκύπτει ότι η ενάγουσα κατήγγειλε τη μεταξύ αυτής και των εναγομένων σύμβαση δικαιόχρησης λόγω υπαιτιότητας των εναγόμενων για σπουδαίο λόγο και δη λόγω της εκ μέρους τους παραβίασης των συμβατικών υποχρεώσεων, όπως αναλυτικώς εκτέθηκε ανωτέρω.
Συνακόλουθα, το αίτημα της ενάγουσας προς απόδοση του σώματος της επιταγής, για τον λόγο ότι η πρώτη εναγομένη παρακρατεί αυτή χωρίς νόμιμη αιτία, καθ' υπέρβαση της καλής πίστης, των χρηστών συναλλακτικών ηθών και του οικονομικού σκοπού του δικαιώματος της εναγόμενης, είναι βάσιμο κατ' ουσίαν". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, έκανε δεκτή την έφεση της πρώτης αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε ως προς αυτήν την εκκαλούμενη απόφαση και στην συνέχεια, δικάζοντας την αγωγή της, την έκανε εν μέρει δεκτή και αναγνώρισε την υποχρέωση α) των εναγομένων να της καταβάλουν, εις ολόκληρον εκάστη, το ποσό των (216.812,62 + 3.000) 219.812,62 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση και β) της πρώτης εναγομένης να της αποδώσει το σώμα της λευκής ως προς την ημερομηνία υπ' αριθ. ...
επιταγής της "Εθνικής Τράπεζας", ποσού 30.000 ευρώ, εκδόσεως της ενάγουσας- πρώτης αναιρεσίβλητης.
Με τον τρίτο κατά το πρώτο σκέλος λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 147, 149, 281, 288, 298, 330, 343, 382, 914 Α.Κ. σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 386 Π.Κ.
και έτσι έκρινε ότι το αιτούμενο με την αγωγή της πρώτης αναιρεσίβλητης και επιδικασθέν με την απόφαση ποσό των 216.812,62 ευρώ ήταν νόμιμο, ενώ αυτό ήταν μη νόμιμο και γι' αυτό απορριπτέο, τόσο κατά την αγωγική βάση της παράβασης της σύμβασης δικαιόχρησης, όσο και κατά την αγωγική βάση της αδικοπραξίας. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, γιατί το ως άνω νομικό ζήτημα, δηλαδή η νομιμότητα του ανωτέρω αιτήματος καταβολής του ποσού αυτού κρίθηκε, όπως προαναφέρθηκε, με την προηγούμενη 1180/2019 απόφαση του δικαστηρίου τούτου, κατά τρόπο δεσμευτικό, τόσο για το Εφετείο, στο οποίο παραπέμφθηκε και για το αίτημα αυτό η υπόθεση, όσο και για τον Άρειο Πάγο, στον οποίο επανέρχεται η υπόθεση με την ένδικη νέα αίτηση αναίρεσης και συνεπώς η κρίση του Εφετείου, που έκρινε νόμιμο το αίτημα αυτό, συμμορφούμενο προς την αναιρετική απόφαση, δεν είναι πλέον δυνατόν να ελεγχθεί αναιρετικά.
Περαιτέρω, έτσι που έκρινε το Εφετείο και αφ' ενός έκανε και ουσιαστικά δεκτό το ανωτέρω αίτημα της αγωγής, αναγνωρίζοντας την υποχρέωση και της αναιρεσείουσας να καταβάλει στην πρώτη αναιρεσίβλητη νομιμοτόκως τα ποσά των 216.812,62 και 3.000 ευρώ αντιστοίχως και αφ' ετέρου αναγνώρισε την υποχρέωση της αναιρεσείουσας να αποδώσει στην πρώτη αναιρεσίβλητη την δοθείσα ως εγγύηση επιταγή, δεχόμενο ότι η καταγγελία της σύμβασης δικαιόχρησης από την πρώτη αναιρεσίβλητη έγινε για σπουδαίο λόγο, λόγω υπαιτιότητας των δύο πρώτων εναγομένων, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση και συνεπώς δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αφού διέλαβε στην απόφαση επαρκείς, σαφείς και μη αντιφάσκουσες αιτιολογίες, που δικαιολογούν τα ανωτέρω αποδεικτικά του πορίσματα με τις υποστηρίζουσες την κρίση του αυτή παρακάτω, ανέλεγκτες αναιρετικά, ουσιαστικές παραδοχές: 1) Ότι η δικαιοπάροχος της αναιρεσείουσας - αρχική πρώτη εναγομένη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Υιοί Χ.
Κ. Ανώνυμος Εταιρεία Συμμετοχών Παροχής Υπηρεσιών και Εμπορίας Τροφίμων", το έτος 2007, έχοντας δικαίωμα σύγχρησης του σήματος "Κ.", που ανήκει στην κατέχουσα το πλειοψηφικό πακέτο των μετοχών της, ήδη πτωχεύσασα - αρχική δεύτερη εναγομένη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Υιοί Χ. Κ. ΑΒΕΕ", κατήρτιζε συμβάσεις δικαιόχρησης με τρίτους, στους οποίους παραχωρούσε την τεχνογνωσία της και το δικαίωμα χρήσης του ανωτέρω σήματος και των διακριτικών του γνωρισμάτων, με σκοπό αυτοί να δημιουργήσουν δικά τους καταστήματα με το σύστημα της δικαιόχρησης. 2) Ότι στα πλαίσια της δραστηριότητάς της αυτής κατήρτισε με την ήδη υπό εκκαθάριση πρώτη αναιρεσίβλητη, εκπροσωπούμενη από τον διαχειριστή της δεύτερο αναιρεσίβλητο, αρχικά το από 18/1/2007 έγγραφο προσύμφωνο ιδιωτικού συμφωνητικού συνεργασίας σύμβασης δικαιόχρησης, (ενώ αυθημερόν καταρτίστηκε μεταξύ της πρώτης αναιρεσίβλητης και του ιδιοκτήτη τους και έγγραφο ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης δύο, υπό στοιχεία ...
και ..., συνενωμένων ισογείων καταστημάτων, που βρίσκονται στην οδό ... στην Αθήνα, συνολικού εμβαδού 78,40 τ.μ. μετά των αντιστοίχων υπογείων τους, συνολικού εμβαδού 80 τ.μ. και των παταριών τους συνολικού εμβαδού 40 τ.μ., τα οποία ανευρέθησαν από την πρώτη εναγομένη και υποδείχθησαν από την ίδια στην πρώτη αναιρεσίβλητη ως κατάλληλα καταστήματα) και στη συνέχεια την από 26/4/2007 έγγραφη σύμβαση δικαιόχρησης, δια της οποίας, αφ' ενός παραχωρήθηκε στην πρώτη αναιρεσίβλητη το δικαίωμα χρήσης του σήματος "Κ." ως διακριτικού τίτλου του καταστήματος επί της οδού ...
και ως διακριτικού γνωρίσματος των πωλούμενων σε αυτό προϊόντων ζύμης, άρτου, γλυκισμάτων και συναφών ειδών, που παρήγαγε η δεύτερη εναγομένη και αφετέρου καθορίστηκε ο τρόπος λειτουργίας του καταστήματος με την ένταξή του στο δίκτυο καταστημάτων της πρώτης εναγομένης. 3) Ότι, ενώ με τη σύμβαση δικαιόχρησης και το ενημερωτικό εγχειρίδιο που τη συνόδευε και αποτελούσε ενιαίο σύνολο με αυτήν, η πρώτη εναγομένη ανέλαβε την υποχρέωση να εντάξει τη λήπτη του "πακέτου" δικαιόχρησης πρώτη αναιρεσίβλητη στο σύστημά της με την παροχή σε αυτήν της απαιτούμενης τεχνικής και οργανωτικής υποδομής και της συνεχούς υποστήριξής της καθ' όλη τη διάρκεια λειτουργίας της σύμβασης, η οποία ένταξη θα ήταν απολύτως δεσμευτική για την πρώτη αναιρεσίβλητη, όμως η πρώτη εναγομένη παραβίασε τη συμβατική της αυτή υποχρέωση, που πηγάζει και από τις διατάξεις των άρθρων 281 και 288 Α.Κ.
για την ενημέρωση, διαφώτιση και παροχή της κατάλληλης συμβουλευτικής καθοδήγησης, γιατί επέλεξε η ίδια και υπέδειξε στην πρώτη αναιρεσίβλητη ως κατάλληλο το ανωτέρω κατάστημα, διαβεβαιώνοντάς την ρητά προς τούτο δια των αρμοδίων οργάνων της, το οποίο όμως, αφ' ενός στερείτο πολεοδομικής άδειας συνένωσης, η έκδοση της οποίας είχε ως αποτέλεσμα την καθυστέρηση λειτουργίας του καταστήματος για 2 μήνες και αφετέρου δεν ήταν κατάλληλο για την άσκηση της συμφωνηθείσας με τη σύμβαση δικαιόχρησης επιχείρησης, αφού δεν είχε το απαιτούμενο εμβαδόν των 195 τ.μ., δεδομένου ότι το πατάρι δεν συνυπολογίζετο, γιατί δεν είχε το απαιτούμενο ύψος και το υπόγειο δεν μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως χώρος εργασίας και έτσι η εκδοθείσα τελικά υπ' αρ. ...-1997 άδεια λειτουργίας του καταστήματος ως "πρατήριο γάλακτος και ειδών ζαχαροπλαστικής - πρατήριο άρτου" ήταν ασύμβατη με την πώληση συμβατικών προϊόντων της δεύτερης εναγομένης, τα οποία η πρώτη αναιρεσίβλητη είχε αναλάβει την υποχρέωση να παρέχει στο κοινό και αποτελούσαν το 55-65% του τζίρου της, όπως καφέδες, που παρασκευάζοντο εντός του καταστήματος, φρέσκα σάντουιτς και προϊόντα ζύμης και σφολιάτας, που έπρεπε να ψήνονται εντός του καταστήματος και ιδίως ήταν ασύμβατη με την πώληση προψημένου άρτου, τον οποίο η πρώτη αναιρεσίβλητη προμηθευόταν από τη δεύτερη εναγομένη και του οποίου το τελικό ψήσιμο έπρεπε να γίνεται εντός του καταστήματος και απαιτούσε άδεια "αρτοποιείου" και όχι την εκδοθείσα άδεια "πρατηρίου άρτου", σε κάθε δε περίπτωση και μετά την ψήφιση του Ν. 3526/2007 το κατάστημα δεν πληρούσε τις νόμιμες προϋποθέσεις, αφού απαιτείτο εμβαδόν 32 τ.μ.
τουλάχιστον, πέραν του χώρου που θα καταλάμβανε ο αρτοκλίβανος, ως ανεξάρτητος και αποκλειστικός χώρος περάτωσης του ψησίματος του άρτου, ο οποίος μπορούσε να λειτουργεί υπό συγκεκριμένη και μόνο διάταξη, που δε συνέτρεχε στο επίδικο κατάστημα. 4) Ότι η ανωτέρω παραβίαση των συμβατικών υποχρεώσεων της πρώτης εναγομένης δια των προστηθέντων από αυτήν αρμοδίων υπαλλήλων της Ν.
Β. και Δ. Μ. αποτελεί και αδικοπραξία, διότι οι υπάλληλοι αυτοί, ενώ τα γνώριζαν, αποσιώπησαν εν γνώσει τους τα ανωτέρω ελαττώματα του μισθίου καταστήματος, καθώς και τις ανωτέρω ελλειπούσες νόμιμες προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος για την έκδοση άδειας λειτουργίας αυτού, ώστε να λειτουργήσει σύμφωνα με τη σύμβαση δικαιόχρησης και έτσι προκάλεσαν με δόλο στην πρώτη αναιρεσίβλητη την απόφαση να προβεί στη συγκεκριμένη επένδυση, στην οποία δεν θα προέβαινε, αν γνώριζε τα παραπάνω. 5) Ότι από την αντισυμβατική αλλά και παράνομη και υπαίτια αυτή συμπεριφορά των προστηθέντων της πρώτης εναγομένης, η πρώτη αναιρεσίβλητη υπέστη ζημία συνολικού ποσού 216.812,62 ευρώ, που συνίσταται στις δαπάνες, στις οποίες προέβη για την αρχική υλοποίηση της επένδυσης και η οποία βρίσκεται σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με την αδικοπραξία και ειδικότερα στις δαπάνες:
α) κατασκευής του καταστήματος, συνολικού ποσού 188.672,06 ευρώ, β) έκδοσης άδειας συνένωσης των δύο καταστημάτων ποσού 6.540,56 ευρώ, γ) καταβολής μισθωμάτων των μηνών Μαρτίου και Απριλίου 2007, που αντιστοιχούν στο χρονικό διάστημα, κατά το οποίο καθυστέρησε η έναρξη λειτουργίας της επιχείρησης ελλείψει της άδειας συνένωσης των δύο καταστημάτων ποσού (2 Χ 2.200 =) 4.400 ευρώ, δ) καταβολής εφάπαξ ποσού 15.000 ευρώ στον εκμισθωτή των καταστημάτων ως "αέρα" του καταστήματος και ε) αμοιβής του μεσολαβήσαντος μεσίτη Ι.
Κ. ποσού 2.200 ευρώ. 6) Ότι αποτέλεσμα των ανωτέρω ελλείψεων και της λειτουργίας του καταστήματος με άδεια που δεν κάλυπτε όλα τα προσφερόμενα είδη ήταν να υποβάλλεται το κατάστημα της πρώτης αναιρεσίβλητης σε συνεχείς ελέγχους και τελικά να ανακληθεί στις 14/10/2009 η άδεια λειτουργίας του, λόγω ουσιώδους τροποποίησης των υγειονομικών όρων λειτουργίας αυτού, η οποία απόφαση εκτελέστηκε στις 24/11/2009 με τη σφράγιση του καταστήματος. 7) Ότι με την από 8/12/2019 εξώδικη καταγγελία, που επέδωσε και στην πρώτη εναγομένη, η πρώτη αναιρεσίβλητη κατήγγειλε τη σύμβαση δικαιόχρησης, η δε καταγγελία αυτή έγινε για σπουδαίο λόγο, λόγω της ανωτέρω παραβίασης των συμβατικών υποχρεώσεων της πρώτης εναγομένης, που αποτελούσε και αδικοπραξία, η οποία οδήγησε στην ανάκληση της άδειας λειτουργίας του καταστήματος και συνεπώς η πρώτη εναγομένη υποχρεούται να αποδώσει στην πρώτη αναιρεσίβλητη, όπως της ζητήθηκε με την καταγγελία, το σώμα της λευκής ως προς την ημερομηνία εκδόσεως υπ' αρ. ...
επιταγής της Εθνικής Τράπεζας, εκδόσεως της πρώτης αναιρεσίβλητης, ποσού 30.000 ευρώ, η οποία παραδόθηκε από αυτήν στην πρώτη εναγομένη κατά την κατάρτιση της σύμβασης δικαιόχρησης, ως εγγύηση καλής εκτέλεσης της σύμβασης από την πρώτη αναιρεσίβλητη. Η αιτίαση της αναιρεσείουσας ότι η ζημία δεν βρίσκεται σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με τη φερόμενη αντισυμβατική και παράνομη συμπεριφορά της δικαιοπαρόχου της, γιατί όλες οι δαπάνες συνδέονται αποκλειστικά με τον επιχειρηματικό κίνδυνο που ανέλαβε η πρώτη αναιρεσίβλητη με τη σύμβαση δικαιόχρησης, είναι αβάσιμη, γιατί στηρίζεται σε αναληθή προϋπόθεση, αφού κατά τις παραδοχές της απόφασης η ζημία δεν επήλθε κατά τη λειτουργία της σύμβασης, αλλά αντίθετα επήλθε γιατί η πρώτη αναιρεσίβλητη προέβη στη σύναψη της σύμβασης και στις εντεύθεν δαπάνες υλοποίησης αυτής, στην οποία δεν θα προέβαινε αν γνώριζε την αληθινή κατάσταση του μισθίου καταστήματος, την οποία κατάσταση και της απέκρυψαν με δόλο οι προστηθέντες από την πρώτη εναγομένη υπάλληλοι αυτής.
Τέλος, οι λοιπές αιτιάσεις της αναιρεσείουσας περί εσφαλμένης εκτίμησης των εγγράφων που προσκόμισε και παραβίασης διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων είναι απαράδεκτες, γιατί πλήττουν την ανέλεγκτη αναιρετικά, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ανωτέρω ουσιαστική κρίση του Εφετείου.
Επομένως ο τρίτος κατά το δεύτερο σκέλος λόγος αναίρεσης από τον αρ. 19 (όχι δε και 20 που επικαλείται η αναιρεσείουσα) του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος.
Ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 11 εδ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται, αν το δικαστήριο παρέλειψε να λάβει υπόψη του, κατά τη διαμόρφωση της αποδεικτικής του κρίσης, αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτώς και νομίμως, επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων περί πραγματικών γεγονότων, με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 1190/1981, ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1181/2010, ΑΠ 694/2009). ).
Κατά την έννοια αυτή ο ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου έγινε η προσκόμιση και η επίκληση του κρίσιμου αποδεικτικού μέσου, πρέπει να είναι νόμιμος και να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1256/2020).Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι αυτοί που θεμελιώνουν την αγωγή ή τις ενστάσεις ή χρησιμεύουν προς απόκρουση της αγωγής ή των ενστάσεων (ΑΠ 179/2003).
Για την ίδρυση του ως άνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη του (ΑΠ 1134/1993). Καμιά, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλ` αρκεί η γενική μνεία των κατ` είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη (ΑΠ 779/2019).
Για την πληρότητα αυτού του αναιρετικού λόγου, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο: α) το φερόμενο ως μη ληφθέν υπόψη αποδεικτικό μέσο, κατά τρόπο, που να προκύπτει η ταυτότητά του. β) Ότι ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και προσκόμισε το αποδεικτικό αυτό μέσο στο δικαστήριο της ουσίας. γ) Ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη, του οποίου αυτό προσκομίσθηκε και το περιεχόμενό του, ώστε να είναι δυνατό να κριθεί, αν αυτός είναι ουσιώδης και το αποδεικτικό μέσο ήταν κρίσιμο για την απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτού.
δ) Το περιεχόμενο του αποδεικτικού μέσου. Και, ε) ο νόμιμος τρόπος, που αυτό προσκομίσθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 1990/1982, ΑΠ 1277/2019, AΠ 1091/2019, ΑΠ 1185/2010). Για τον έλεγχο της ουσιαστικής βασιμότητας του λόγου αυτού αναιρέσεως είναι αναγκαία η προσκόμιση των αποδεικτικών μέσων, τα οποία αφορά η εν λόγω αναιρετική αιτίαση, προκειμένου να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενο αυτών, με το οποίο θα ελεγχθεί η μη λήψη τους υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1320/2021, ΑΠ 172/2020, ΑΠ 388/2018, ΑΠ 1037/2010).
Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω από το άρθρο 559 αρ. 11 γ' πλημμέλεια με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη κατά τη διατύπωση του αποδεικτικού του πορίσματος την ...-2009 έκθεση υγειονομικού ελέγχου της Νομαρχίας Αθηνών, την οποία προσκόμισε με επίκληση στο Εφετείο, από την οποία αποδεικνύεται η, κατά τον γενόμενο σχετικό έλεγχο, παραβίαση 11 κανόνων υγιεινής και ασφαλείας των τροφίμων στο κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος της πρώτης αναιρεσίβλητης και η, και για τον λόγο αυτό, ανάκληση της άδειας λειτουργίας της πρώτης αναιρεσίβλητης, η οποία ανάκληση συνεπώς δεν οφείλεται σε "ελλιπή πληροφόρησή" της από την ίδια.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, γιατί, από την αδιάστικτη διατύπωση της προσβαλλόμενης απόφασης ότι έλαβε υπόψη όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και το φερόμενο ως αγνοηθέν, ως άνω, αποδεικτικό μέσο, ενόψει και του ότι το Εφετείο ρητά δέχεται ότι η ανάκληση της άδειας λειτουργίας του καταστήματος και η σφράγιση αυτού έγινε και λόγω "παράβασης των υγειονομικών όρων λειτουργίας" αυτού.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 300 § 1 του Α.Κ., "Εάν εκείνος που ζημιώθηκε συντέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία ή την έκτασή της, το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσόν αυτής. Το ίδιο ισχύει και όταν εκείνος που ζημιώθηκε παρέλειψε να αποτρέψει ή να περιορίσει τη ζημία ή δεν επέστησε την προσοχή του οφειλέτη στον κίνδυνο ασυνήθιστα μεγάλης ζημίας, τον οποίο ο οφειλέτης ούτε γνώριζε ούτε όφειλε να γνωρίζει".
Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της διέπουσας το δίκαιο αρχής της καλής πίστης, προκύπτει ότι, όταν στη γέννηση ή την έκταση της ζημίας συνετέλεσε και πταίσμα του ζημιωθέντος, επαφίεται στην ελεύθερη κρίση του δικαστή, σταθμίζοντος τις περιστάσεις και τον βαθμό πταίσματος του ζημιώσαντος και του ζημιωθέντος, είτε να μειώσει το ποσό της αποζημίωσης, είτε, αναλόγως της επιρροής που άσκησε η υπαιτιότητα του ζημιωθέντος, να μην επιδικάσει καθόλου αποζημίωση.
Ο λόγος αυτός της μείωσης ή άρσης της υποχρέωσης προς αποζημίωση προβάλλεται υπό μορφή ένστασης από τον εναγόμενο για αποζημίωση και προϋποθέτει υποχρέωση αποζημίωσης για ζημία ενδοσυμβατική, προσυμβατική ή εξωσυμβατική, για το ορισμένο δε της ένστασης αυτής αρκεί η αναφορά των θεμελιούντων το συντρέχον πταίσμα πραγματικών περιστατικών, χωρίς να είναι αναγκαίος ο προσδιορισμός του ποσοστού, καθόσον ο ζημιωθείς φέρει το βάρος της δικής του ζημίας (λόγω του συντρέχοντος πταίσματος), που επαφίεται στην ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 1882/2024, ΑΠ 1242/2009).
Η έννοια της συνυπαιτιότητας είναι νομική και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς το αν τα περιστατικά που δέχτηκε ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας συγκροτούν ή όχι την έννοια της συνυπαιτιότητας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά το άρθρο 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας (ΑΠ 1882/2024, ΑΠ 2061/2022, ΑΠ 698/2021).
Όπως προκύπτει δε από τη γραμματική διατύπωση της ανωτέρω διάταξης, προϋπόθεση της μείωσης ή της μη επιδίκασης αποζημίωσης είναι η ύπαρξη πταίσματος του ζημιωθέντος, που συντέλεσε στη ζημία ή την έκτασή της, χωρίς διάκριση του βαθμού του πταίσματος αυτού, και ειδικότερα χωρίς συσχέτιση του βαθμού του πταίσματος του ζημιωθέντος με το βαθμό του πταίσματος του υπόχρεου προς αποζημίωση, επομένως είναι νοητή συνυπαιτιότητα από αμέλεια του ζημιωθέντος έναντι παράνομης ζημιογόνας πράξης του υπαιτίου, που τελέστηκε με δόλο, απόκειται δε στο δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσης του σχετικά με το βαθμό συμβολής των μερών στην παραγωγή ή την επέκταση της ζημίας, να λάβει υπόψη, μεταξύ άλλων, το είδος και τη βαρύτητα των πταισμάτων ζημιώσαντος και ζημιωθέντος (ΑΠ 1882/2024).
Επίσης, από τις διατάξεις των άρθρων 298, 914 και 930 παρ. 3 ΑΚ προκύπτει ότι η αποζημίωση, την οποία οφείλει ο παρά το νόμο ζημιώσας άλλον υπαιτίως, περιλαμβάνει τη διαφορά μεταξύ της περιουσιακής κατάστασης του ζημιωθέντος μετά την επέλευση του ζημιογόνου γεγονότος και εκείνης στην οποία θα τελούσε ο ζημιωθείς αν δεν συνέβαινε αυτό το γεγονός.
Όταν από το ζημιογόνο γεγονός προκύπτει και ωφέλεια, η οποία τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο προς αυτό, με την έννοια ότι το γεγονός (αυτό) ήταν πρόσφορο να παραγάγει το όφελος, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων (άρθρο 298 ΑΚ), πραγματική ζημία είναι ό,τι υπολείπεται μετά την αφαίρεση της ωφέλειας. Σε περίπτωση, επομένως, ωφέλειας από το ζημιογόνο γεγονός επιβάλλεται (εφόσον υποβληθεί σχετική ένσταση), για τον προσδιορισμό της ζημίας, ο συνυπολογισμός του οφέλους που προέκυψε, εκτός αν τέτοιος συνυπολογισμός αντίκειται, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, στην καλή πίστη.
Ειδικότερα, όταν ο υπόχρεος να αποζημιώσει τον ζημιωθέντα είναι και ο ίδιος υπόχρεος να χορηγήσει στον ζημιωθέντα και την ωφέλεια, είναι δυνατόν από τις γενικές διατάξεις του δικαίου να μην δικαιολογείται στη συγκεκριμένη περίπτωση ο συνυπολογισμός της ωφέλειας στη ζημία, και είναι, επίσης, δυνατόν η καλή πίστη να μην ανέχεται το κέρδος από το ζημιογόνο γεγονός να αποβεί σε ωφέλεια του ζημιώσαντος (ΑΠ 2061/2022, ΑΠ 1083/2022, ΑΠ 1185/2021, ΑΠ 1182/2021).
Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 527 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως αυτό ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο της κατάθεσης της από 22-4-2014 έφεσης της ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης "Είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ` έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός αν 1) προτείνονται από τον εφεσίβλητο, ενάγοντα, εναγόμενο ή εκείνον που είχε παρέμβει, ως υπεράσπιση κατά της έφεσης και δεν μεταβάλλεται με τους ισχυρισμούς αυτούς η βάση της αγωγής ή της παρέμβασης, ή προτείνονται από εκείνον που παρεμβαίνει με κύρια παρέμβαση για πρώτη φορά στην κατ` έφεση δίκη ή παρεμβαίνει με πρόσθετη παρέμβαση, θεωρείται όμως αναγκαίος ομόδικος του αρχικού διαδίκου...".
Από την διάταξη αυτή σαφώς συνάγεται ότι παρέχεται στον εφεσίβλητο, ανεξαρτήτως της ιδιότητας που είχε στον πρώτο βαθμό (δηλαδή του ενάγοντος, του εναγομένου ή του παρεμβαίνοντος), η πρόσθετη δικονομική δυνατότητα της προτάσεως απεριορίστως νέων πραγματικών ισχυρισμών, προς υπεράσπιση κατά της εφέσεως, υπό την προϋπόθεση ότι με αυτούς δεν επέρχεται μεταβολή της βάσεως της αγωγής.
Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως νέοι πραγματικοί ισχυρισμοί, η προβολή των οποίων το πρώτον ενώπιον του εφετείου είναι απαράδεκτη, αν δεν συντρέχουν οι προβλεπόμενες σ' αυτήν εξαιρέσεις, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που προβάλλονται για τη θεμελίωση της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, όχι όμως και εκείνοι που συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως (ΑΠ 1453/2019, ΑΠ 714/2007).
Ειδικότερα, ο εναγόμενος, ως εφεσίβλητος, μπορεί να προτείνει στην κατ` έφεση δίκη οποιαδήποτε ένσταση καταλυτική ή διακωλυτική του δικαιώματος που κρίθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, συνεπώς και ισχυρισμούς που προτάθηκαν απαραδέκτως στο πρωτόδικο δικαστήριο ή απερρίφθησαν ως αόριστοι (ΑΠ 393/2024, ΑΠ 957/2022, ΑΠ 694/2020, ΑΠ 1043/2010), κατά δε των εν λόγω ισχυρισμών του εφεσιβλήτου, που προβάλλονται παραδεκτώς, ο εκκαλών, για την τήρηση της αρχής της ισότητας των διαδίκων, μπορεί προς απόκρουση αυτών να αντιτάξει, στην ίδια συζήτηση που προβλήθηκε ο ισχυρισμός του εφεσιβλήτου, νέους ισχυρισμούς (ΑΠ 393/2024, ΑΠ 1043/2010).
Περαιτέρω, ο από το άρθρο 559 αρ. 14 λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αφορά σε ακυρότητες, απαράδεκτα και εκπτώσεις, που χαρακτηρίζονται ως δικονομικές, σχετίζονται δε με τα εισαγωγικά της δίκης έγγραφα (αγωγές, ανακοπές κ.λ.π.) ή δημιουργούνται κατά την ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας διαδικασία (Ολ.
Α.Π. 1/2019, Ολ.Α.Π. 25/2008, ΑΠ 1383/2021). Με την ως άνω διάταξη εισάγεται γενικός δικονομικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ελέγχεται κάθε μορφή ανισχύρου των διαδικαστικών πράξεων, που πηγάζει από άμεση παραβίαση διάταξης δικονομικής φύσης (Ολ ΑΠ 2/2001, ΑΠ 933/2019). Ειδικότερα, με τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, δηλαδή αυτό που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (Ολ ΑΠ 2/2001, ΑΠ 480/2020, ΑΠ 175/2019, ΑΠ 1496/2017).
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το απαράδεκτο αφορά μόνο στις "επιτευκτικές" διαδικαστικές πράξεις, δηλαδή εκείνες που τείνουν στη δημιουργία των αναγκαίων όρων για την έκδοση συγκεκριμένης απόφασης, ώστε η κατ' αποτέλεσμα ενέργειά τους να εκδηλώνεται με την απόφαση και μόνο δυνάμει αυτής (ΑΠ 927/2019, ΑΠ 357/2018).
Έτσι, με τον ανωτέρω, από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, αναιρετικό λόγο ελέγχονται, πλην άλλων, το παραδεκτό της ασκήσεως των ενδίκων μέσων (ΑΠ 371/2008), των προσθέτων λόγων εφέσεως, της αντεφέσεως, των ανακοπών (άρθρα 583 επ. 632, 933 ΚΠολΔ) και των προσθέτων λόγων αυτών, καθώς και το παραδεκτό της προβολής των ισχυρισμών (ΑΠ 1206/2019, ΑΠ 2081/2018).
Αντιθέτως, το απαράδεκτο της ως άνω διάταξης δεν αφορά αρνητικούς της αγωγής ή της ένστασης ισχυρισμούς, οι οποίοι δεν επιδρούν στο διατακτικό της απόφασης. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 578 ΚΠολΔ αν το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη απολογία της.
Κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης, αν ο Άρειος Πάγος διαπιστώσει ότι το διατακτικό της απόφασης είναι ορθό, υπάρχει όμως σφάλμα στις αιτιολογίες, απορρίπτει την αναίρεση, χωρίς να αντικαταστήσει τις αιτιολογίες, οι οποίες όμως στην ουσία αντικαθίστανται με αυτές της αναιρετικής. Απορρίπτεται συνεπώς η αναίρεση που προσβάλλει την απόφαση ως προς τις αιτιολογίες, όταν αυτές δεν επιδρούν στο διατακτικό της και συνεπώς ο αναιρεσείων δεν έχει έννομο συμφέρον να ζητήσει την αντικατάστασή τους (ΑΠ1382/2019 ,ΑΠ 1464/2006).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των από 20-1-2021 προτάσεων, που κατέθεσε η αναιρεσείουσα ενώπιον του Εφετείου κατά την συζήτηση της από 22-4-2014 έφεσης των αναιρεσιβλήτων κατά της πρωτόδικης 4548/2013 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, μετά την έκδοση της 1180/2019 αναιρετικής απόφασης, αυτή προέβαλε τις ακόλουθες ενστάσεις ως προς το φερόμενο προς εκδίκαση αγωγικό αίτημα της πρώτης ενάγουσας- πρώτης εκκαλούσας και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης για αναγνώριση της υποχρέωσης καταβολής του ανωτέρω ποσού των 216.812,62 ευρώ και ειδικότερα:
α) Ένσταση συνυπαιτιότητας της πρώτης αναιρεσίβλητης στην επέλευση αλλά και στην επαύξηση της ζημίας της κατά ποσοστό 95%, ισχυριζόμενη, κατά λέξη τα ακόλουθα: "Η κατά τα ανωτέρω αμέλεια και ουσιαστικά η άρνηση της αντιδίκου να προβεί σε προληπτικό έλεγχο, εάν το από αυτήν μισθωθέν κατάστημα πληρούσε τις προϋποθέσεις του νόμου, για να λάβει τις απαιτούμενες νόμιμες άδειες για την χρήση για την οποία το προόριζε, τόσο πριν από τη μίσθωση του, ή και μέσα σε εύλογο χρόνο μετά από αυτήν και παρά το γεγονός ότι γνώριζε πολύ καλά τις σοβαρές συνέπειες που θα είχε για την ίδια η μη αδειοδότηση, ή η ελλιπής αδειοδότηση, ή και η καθυστέρηση στην αδειοδότηση του καταστήματος της, συνέπειες τόσο ποινικές, όσο και αστικές, διοικητικά πρόστιμα, προσαυξήσεις, σφράγιση της επιχείρησής της κλπ, και παρά το γεγονός ότι γνώριζε σαφώς ότι σε μία τέτοια περίπτωση θα υφίστατο τεράστια οικονομική ζημία, ερμηνεύεται λογικά, αλλά και δικονομικά ως ρητή παράλειψη αποτροπής, ή περιορισμού της ζημίας της"... "η αντίδικος εταιρεία και ο νόμιμος εκπρόσωπος αυτής μη επιδεικνύοντας την ελάχιστη επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, ήτοι την επιμέλεια του μέσου συνετού ανθρώπου εντός του επαγγελματικού και λοιπού κύκλου του, δεν προέβησαν σε προληπτικό έλεγχο, ώστε ευχερώς να διαπιστώσουν, εάν το από την ενάγουσα...
μισθωθέν κατάστημα πληρούσε τις προϋποθέσεις του νόμου, για να λάβει τις απαιτούμενες νόμιμες άδειες για την χρήση για την οποία το προόριζε και έτσι παρέλειψε αυτή να αποτρέψει την ζημία που ισχυρίζεται ότι τελικά υπέστη.... δεδομένου ότι αυτοί οφείλουν κατά τη λήψη της απόφασης έναρξης μιας συνεργασίας να φέρουν το δικό τους προσωπικό ποσοστό επιχειρηματικού κινδύνου"... "η αντίδικος και ο νόμιμος εκπρόσωπος αυτής είχαν κάθε δυνατότητα ελέγχου και έρευνας και...
σε κάθε ... περίπτωση είχαν πλήρη γνώση ως προς όλα τα στοιχεία και τις απαιτούμενες άδειες, που ήταν αναγκαία για το άνοιγμα και τη λειτουργία του συγκεκριμένου καταστήματος...". και β) Ένσταση συμψηφισμού (ενν.συνυπολογισμού) στην ζημία της του ποσού, που αποκόμισε από την πώληση του εξοπλισμού της επιχείρησης, ισχυριζόμενη, κατά λέξη τα ακόλουθα: "Η αντίδικος εταιρεία ...τον Δεκέμβριο του 2009 έκλεισε το κατάστημά της και προφανώς πούλησε σε τρίτα πρόσωπα όλο τον εξοπλισμό, που είχε αγοράσει για την λειτουργία της επιχείρησής και ο οποίος εξοπλισμός μετά από μόλις δύο έτη λειτουργίας αυτής ήταν σχεδόν καινούργιος, αλλά δολίως στην υπό κρίση αγωγή της η αντίδικος δεν αναφέρει το τίμημα που εισέπραξε από την πώληση του εξοπλισμού αυτού...
Επίσης για το ορισμένο της υπό κρίση ένστασης μας υπολογίζουμε ότι η ανωτέρω ωφέλεια του αντίδικου, με βάση τα όσα αναφέρονται στην υπό κρίση αγωγή και με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας και πρακτικής και τις παγίως καθιερωμένες συναλλακτικές αρχές και πρακτικές δεν μπορεί να είναι κατώτερη από το ποσό των 40.000 ευρώ, ποσό το οποίο προτείνουμε σε συμψηφισμό, συνυπολογισμό και αφαίρεση από την όποια τυχόν ζημία ήθελε αναγνωριστεί στην αντίδικο.
Με βάση τα στοιχεία της αγωγής της αντιδίκου το κόστος αγοράς του εξοπλισμού αυτού ανερχόταν σε 100.332 ευρώ. Από αυτήν την αξία, αν αφαιρέσουμε ποσό αποσβέσεως και απομείωσης αξίας λόγω χρήσης 10 % κατ' έτος, έχουμε μια αναπόσβεστη αξία εξοπλισμού 80.000 ευρώ, η αξία μεταπώλησης του οποίου υπολογιζόμενη στο 50% αυτής ανέρχεται τουλάχιστον στο ποσό των 40.000 ευρώ".... "να αναγνωριστεί ότι η ανωτέρω ωφέλεια της αντίδικου δεν μπορεί να είναι κατώτερη από το ποσό των σαράντα χιλιάδων ευρώ (40.000€,) ποσό το οποίο θα πρέπει να συνυπολογιστεί και να αφαιρεθεί από την όποια τυχόν ζημία ήθελε αναγνωριστεί στην αντίδικο, ή άλλως επικουρικώς το αιτούμενο και προτεινόμενο από εμάς ανωτέρω ποσό να μειωθεί στο προσήκον μέτρο μετά τη στάθμιση από το Δικαστήριό Σας, των ανωτέρω αναφερομένων κατά νόμο στοιχείων".
Οι ενστάσεις αυτές, όπως προαναφέρθηκε, ασκήθηκαν παραδεκτά, κατά το άρθρο 527 παρ. 1 ΚΠολΔ, από την εφεσίβλητη-εναγομένη ως υπεράσπιση από την κατ' αυτής έφεση της ενάγουσας - πρώτης αναιρεσίβλητης αλλά περαιτέρω αυτές είναι αόριστες και γι' αυτό απορριπτέες για το λόγο αυτό ως απαράδεκτες και συγκεκριμένα:
Η πρώτη από τις ανωτέρω ενστάσεις δεν αποτελεί ουσιαστικά ένσταση, αλλά αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής της πρώτης αναιρεσίβλητης, στην οποία αυτή, όπως προαναφέρθηκε, εκθέτει ότι με τη δικαιοπάροχο της αναιρεσείουσας - αρχική πρώτη εναγομένη σύναψε σύμβαση δικαιόχρησης - υπαγωγής, δυνάμει της οποίας η πρώτη εναγομένη ανέλαβε την υποχρέωση να παράσχει στην πρώτη αναιρεσίβλητη κατά τρόπο απολύτως δεσμευτικό γι' αυτήν όλη τη γνώση και τεχνογνωσία, δηλαδή όλο το "πακέτο" δικαιόχρησης, προκειμένου η πρώτη αναρεσίβλητη να λειτουργήσει υπό τον διακριτικό τίτλο και σήμα "Κ." στον επιλεγέντα από την πρώτη εναγομένη ως κατάλληλο μίσθιο χώρο, στην οδό ...
στην Αθήνα, κατάστημα πώλησης γάλακτος, ειδών ζαχαροπλαστικής και προψημένου άρτου, του οποίου το τελικό ψήσιμο θα γινόταν στο κατάστημα και ότι οι προστηθέντες υπάλληλοι της πρώτης εναγομένης, ενώ γνώριζαν ότι το κατάστημα δεν πληρούσε τις νόμιμες προϋποθέσεις για την άσκηση της ανωτέρω δραστηριότητας το απέκρυψαν δολίως από την πρώτη αναιρεσίβλητη και συνεπώς, ενόψει της κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, "ένταξης" της πρώτης αναιρεσίβλητης στο πακέτο δικαιόχρησης κατά τον ανωτέρω απολύτως δεσμευτικό τρόπο, δεν υπήρχε δυνατότητα προληπτικού ελέγχου της καταλληλότητας του καταστήματος από την πρώτη αναριεσίβλητη.
Περαιτέρω η δεύτερη από τις ανωτέρω ενστάσεις είναι αόριστη, γιατί η αναιρεσείουσα χρησιμοποιώντας τη λέξη "προφανώς" δεν ισχυρίζεται σαφώς και με πλήρη βεβαιότητα ότι πράγματι η πρώτη αναιρεσίβλητη πώλησε τον εξοπλισμό της επιχείρησης και εισέπραξε το επικαλουμενο ποσό των 40.000 ευρώ, το οποίο ως ωφέλειά της πρέπει να συνυπολογισθεί στη ζημία της και, σε κάθε περίπτωση, γιατί η αναιρεσείουσα δεν προσδιορίζει τον εξοπλισμό αυτό κατά τα συγκεκριμένα αντικείμενα αυτού και κατά την αξία κάθε αντικειμένου του, παραπέμποντας αορίστως στην αγωγή, στην οποία όμως αναφέρονται συγκεκριμένα αντικείμενα του εξοπλισμού με συγκεκριμένη αξία για έκαστο τούτων, χωρίς να υπάρχει σε αυτήν το αναφερόμενο στην ένσταση κονδύλιο των 100.332 ευρώ, το οποίο εξάγει η αναιρεσείουσα με τον συνυπολογισμό της αξίας ορισμένων αντικειμένων του εξοπλισμού από τα αναφερόμενα στην αγωγή, τα οποία όμως δεν προσδιορίζει.
Συνεπώς το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε τις ενστάσεις αυτές επίσης ως απαράδεκτες με την αιτιολογία ότι "οι ανωτέρω ενστάσεις, χωρίς επίκληση λόγου βραδείας προβολής, δεν επιτρέπεται να προταθούν το πρώτον στην κατ' έφεση δίκη από τις εφεσίβλητες-εναγόμενες κατά της εφέσεως των εκκαλούντων-εναγόντων, των οποίων απορρίφθηκε πρωτοδίκως η αγωγή και τούτο γιατί οι ενστάσεις αυτές δεν άγουν σε υπεράσπιση των εναγόμενων κατά της εφέσεως, αλλά σε ανατροπή της εκκαλούμενης αποφάσεως", ορθώς κατ' αποτέλεσμα, αν και με εσφαλμένη αιτιολογία, έκρινε κατά τον ίδιο τρόπο και γι' αυτό, αφού αντικατασταθούν, κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ οι αιτιολογίες του με τις αιτιολογίες της απόφασης αυτής, δεδομένου ότι δεν υπάρχει έννομο συμφέρον για αποτροπή δεδικασμένου, ώστε να αναιρεθεί η απόφαση μόνο κατά την ελλιπή αιτιολογία της, θα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παρά τον νόμο απόρριψης ως απαραδέκτων των ενστάσεων αυτών.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη. Διάταξη για το παράβολο δεν θα περιληφθεί στην απόφαση, γιατί η αίτηση αναίρεσης παραμένει εκκρεμής ως προς τον δεύτερο αναιρεσίβλητο, ως προς τον οποίο επήλθε βίαιη διακοπή της δίκης. Τέλος τα δικαστικά έξοδα της πρώτης αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματός της, πρέπει να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
- Απορρίπτει ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη την από 2-11-2021 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "MAGIC FOOD Ανώνυμη Εταιρεία Ειδών Διατροφής" για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3511/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Και
- Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της πρώτης αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Φεβρουαρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Μαΐου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ