Supreme Court dismisses appeal for procedural default and lack of substantive grounds regarding inadmissible objections.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the appellants against a final judgment from the Single Member Court of Appeal in Larissa. The appellants argued that the lower court erred in rejecting their objections under Article 281 of the Civil Code and violated procedural rules by considering new facts without proper justification. The court ruled that the appeal was inadmissible because the lower court correctly rejected the objections as unlawful and that such procedural determinations are not subject to substantive review on appeal.
Legislator headnote
AI generatedArticles 553(1), 559(1), 559(19), 527 of the Code of Civil Procedure; An appeal against a decision rejecting an objection as unlawful does not establish grounds for cassation under Article 559(19) as the court of first instance did not examine the substance of the dispute.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 784 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 784/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Μερόπη Τζουγκαράκη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Σ. του Π., κατοίκου ... 2) Ε. Σ. του Π. συζ. Δ. Ν., κατοίκου ... ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παύλο Βάιο Ντόκα, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Σ. Μ. του Ι., κατοίκου ... η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-11-2018 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 122/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 377/2022 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18-10-2022 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι αναιρεσείοντες παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 2, 568 παρ. 1 και 498 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι ο Άρειος Πάγος οφείλει να εξετάσει αυτεπαγγέλτως, αν κλήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως ο μη εμφανισθείς αντίδικος του επισπεύδοντος την συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και σε καταφατική περίπτωση να προχωρήσει στη συζήτηση παρά την απουσία του.
Στην προκείμενη περίπτωση, από την υπ' αριθ. 10691/13-11-2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου …... Γ. Π., την οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι αναιρεσείοντες, προκύπτει ότι μετά από έγγραφη παραγγελία του πληρεξούσιου δικηγόρου τους, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας (σημερινή) δικάσιμο (21-2-2024), επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη.
Επομένως, αφού κατά την δικάσιμο αυτή, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο, η αναιρεσίβλητη δεν παραστάθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση, παρά την απουσία της. Με την υπό κρίση, από 18-10-2022, αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθ. 377/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, που εκδόθηκε ερήμην της εφεσίβλητης - ενάγουσας, ήδη αναιρεσίβλητης, κατά την τακτική διαδικασία και απέρριψε κατ' ουσία την από 02-03-2021 έφεση των εκκαλούντων - εναγομένων, ήδη αναιρεσειόντων, κατά της υπ' αριθ. 122/2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου ...
που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία και δέχθηκε εν μέρει την αγωγή. Κατά τη διάταξη του άρθρου 553 παρ 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, μόνο κατά των αποφάσεων, οι οποίες είναι τελεσίδικες, δηλαδή δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεσης. Οι προθεσμίες ανακοπής ερημοδικίας και αναίρεσης, είναι διαδοχικές, δηλαδή η προθεσμία της αναίρεσης κινείται μόλις εκπνεύσει η προθεσμία της ανακοπής.
Οι ερήμην οριστικές αποφάσεις του Εφετείου καθίστανται τελεσίδικες και έκτοτε είναι δυνατόν να ασκηθεί κατ' αυτών αναίρεση, μόνον εφόσον έπαυσαν να υπόκεινται σε ανακοπή ερημοδικίας, είτε διότι παρήλθε η δεκαπενθήμερη προθεσμία από την επίδοσή τους, είτε διότι ο διάδικος που ερημοδικάστηκε παραιτήθηκε από το ασκηθέν ένδικο μέσο της ανακοπής ή του δικαιώματος προς άσκησή του.
Επομένως, επί ερήμην αποφάσεων η προθεσμία αρχίζει μετά την πάροδο της προθεσμίας ανακοπής ερημοδικίας (άρθρο 503 παρ. 1 σε συνδ. με άρθρο 553 παρ. 1 ΚΠολΔ), διότι τότε γίνονται τελεσίδικες. Ο Άρειος Πάγος εξετάζει και αυτεπαγγέλτως την τελεσιδικία, η οποία πρέπει να υπάρχει κατά τον χρόνο άσκησης της αναίρεσης, δηλαδή της κατάθεσης (άρθρο 495 παρ. 1 ΚΠολΔ) του δικογράφου της στην γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (ΑΠ 268/2016, ΑΠ1260/2010).
Στην προκείμενη περίπτωση, η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε με επιμέλεια της αναιρεσίβλητης στους αναιρεσείοντες, όπως προκύπτει από το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο από αυτούς αντίγραφό της, με την επ' αυτού παραγγελία προς επίδοση, που δόθηκε την 15-9-2022 από την πληρεξούσια δικηγόρο της (αναιρεσείουσας), Ε.
Α. και την επισημείωση του δικαστικού επιμελητή ... Π.Ν. περί επίδοσης την 20-09-2022 αντιγράφου της σε αυτούς (αναιρεσείοντες), ενώ δεν προκύπτει ότι ασκήθηκε ανακοπή ερημοδικίας μέσα στη νόμιμη προθεσμία κατά της προσβαλλόμενης ερήμην απόφασης από την ερημοδικασθεία στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο αναιρεσίβλητη.
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τη σχετική έκθεση, η αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στη γραμματεία του δικαστηρίου, που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση, την 19-10-2022, ήτοι κατά τον χρόνο άσκησης της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, η προσβαλλόμενη ερήμην απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου είχε τελεσιδικήσει, αφού είχε παρέλθει η οριζόμενη προθεσμία των δέκα πέντε (15) ημερών για την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας, που άρχισε την 21-9-2022 (επομένη της επίδοσης της απόφασης) και έληξε την 05-10-2022.
Επίσης η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα, ήτοι μέσα στην οριζόμενη προθεσμία των τριάντα (30) ημερών που άρχισε την 06-10-2022 (επομένη της λήξης της προθεσμίας άσκησης ανακοπής ερημοδικίας) και έληξε την 07-11-2022. Μετά από αυτά, η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), επομένως είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να εξεταστεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 και 2, 2 και 3 Ν. 5368/1932, όπως το άρθρο 1 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 ΝΔ/τος 951/1971 και διατηρήθηκαν σε ισχύ με το άρθρο 124 περ. Δ στοιχ. α ΝΔ/τος 118/1973, ορίζονται τα εξής: "1. Χρηματική κατάθεσις παρά τραπέζη εις ανοικτόν λογαριασμόν, επ' ονόματι δύο ή πλειοτέρων από κοινού (compte Joint, Joint account) είναι εν τη εννοία του παρόντος νόμου η περιέχουσα τον όρον ότι του εκ ταύτης λογαριασμού δύναται να κάμνη χρήσιν εν όλω ή εν μέρει, άνευ συμπράξεως των λοιπών, είτε εις, είτε τινές και πάντες κατ' ιδίαν οι δικαιούχοι" (άρθρο 1 παρ. 1). "Η χρηματική κατάθεσις περί ης η προηγουμένη παράγραφος επιτρέπεται να ενεργείται και εις κοινόν λογαριασμόν επί προθεσμία ή ταμιευτηρίου υπό προειδοποίησιν" (άρθρο 1 παρ. 2). "Επί των καταθέσεων τούτων δύναται να τεθή προσθέτως ο όρος ότι άμα τω θανάτω οιουδήποτε των δικαιούχων, η κατάθεσις και ο εκ ταύτης λογαριασμός περιέρχονται αυτοδικαίως εις τους λοιπούς επιζώντας μέχρι του τελευταίου τούτων.
Εν τη περιπτώσει ταύτη η κατάθεσις περιέρχεται εις αυτούς ελευθέρα παντός φόρου κληρονομίας ή άλλου τέλους. Αντιθέτως η απαλλαγή αύτη δεν επεκτείνεται επί των κληρονόμων του τελευταίου απομείναντος δικαιούχου" (άρθρο 2). "Διάθεσις της καταθέσεως δια πράξεως είτε εν ζωή είτε αιτία θανάτου δεν επιτρέπεται οι δε κληρονόμοι του τελευτήσαντος, είτε εξ αδιαθέτου, είτε εκ διαθήκης, συμπεριλαμβανομένων και των αναγκαίων τοιούτων, ως και της απόρου χήρας, ουδέν δικαίωμα κέκτηνται επί της καταθέσεως.
Επί των καταθέσεων τούτων αργούσιν αι περί απαγορεύσεως των δωρεών μεταξύ συζύγων διατάξεις" (άρθρο 3). Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό και με εκείνες των άρθρων 2 παρ. 1 ΝΔ/τος 17-7/13-8-1923, 411, 489, 490, 491, 493 ΑΚ και 117 ΕισΝΑΚ, συνάγονται τα εξής: Σε περίπτωση χρηματικής κατάθεσης σε κοινό λογαριασμό, στο όνομα δύο ή περισσοτέρων προσώπων ή στο όνομα του καταθέτη και τρίτων και ανεξαρτήτως αν τα κατατεθέντα χρήματα ανήκουν σε όλους τους συνδικαιούχους του λογαριασμού ή σε μερικούς ή έναν από αυτούς, παράγεται μεταξύ ενός εκάστου δικαιούχου του λογαριασμού και της τράπεζας (δέκτη της κατάθεσης) ενεργητική εις ολόκληρο ενοχή, με αποτέλεσμα η ανάληψη ολόκληρου του ποσού της κατάθεσης ή μέρους αυτής από κάθε δικαιούχο του λογαριασμού, να γίνεται στο όνομά του και όχι ως αντιπροσώπου των λοιπών, η δε καταβολή του ποσού των χρημάτων της κατάθεσης σε έναν από τους δικαιούχους επιφέρει απόσβεση της απαίτησης έναντι του δέκτη (τράπεζας) και ως προς τους λοιπούς μη αναλαβόντες δικαιούχους, οι οποίοι (μη αναλαβόντες) όμως αποκτούν απαίτηση έναντι του αναλαβόντος, για την καταβολή είτε ολόκληρου του ποσού της κατάθεσης, είτε τμήματος αυτής που προκύπτει από την μεταξύ τους σχέση.
Την απαίτηση αυτή έχει ο μη αναλαβών συνδικαιούχος και αν στο λογαριασμό έχει τεθεί ως αίρεση ο πρόσθετος όρος, σύμφωνα με το προαναφερόμενο άρθρο 2 Ν. 5638/1932, ότι σε περίπτωση θανάτου οποιουδήποτε συνδικαιούχου το ποσό της κατάθεσης περιέρχεται στους λοιπούς επιζώντες μέχρι του τελευταίου, αφού στην περίπτωση αυτή, όταν δηλαδή η ανάληψη γίνεται πριν την πλήρωση της αίρεσης (τον θάνατο του συνδικαιούχου), το ποσό της κατάθεσης εξακολουθεί να ανήκει σε όλους τους συνδικαιούχους, κατά την μεταξύ τους εσωτερική σχέση και δεν αναλαμβάνει αυτό με βάση τον ανωτέρω όρο που τέθηκε στον λογαριασμό (ΑΠ 1137/2021, ΑΠ 1550/2007).
Η έκταση της εξουσίας του κάθε δικαιούχου να διαθέσει και τελικώς, να ωφεληθεί από τις άνω ευχέρειες, ως δικαιούχος του κοινού λογαριασμού, μπορεί να ρυθμίζεται και από την εσωτερική σχέση τους, που προσδιορίζεται από τυχόν αντίστοιχη συμφωνία τους και η οποία μπορεί να είναι εντολή, δάνειο, ή και δωρεά, με τέτοια δε συμφωνία μπορεί να ρυθμίζεται αλλιώς και η έκταση του κατά το άρθρο 493 ΑΚ τεκμηρίου για το δικαίωμα (και την αντίστοιχη αναγωγή) σε ίσα μέρη καθενός από τους περισσότερους δικαιούχους του κοινού λογαριασμού (ΑΠ 877/2008, ΑΠ 1031/2003, ΑΠ 1357/ 2002).
Σύμφωνα με τα ανωτέρω, η σχέση που συνδέει τους δικαιούχους μπορεί να είναι σύμβαση εντολής, με βάση την οποία ο εντολέας ορίζει άλλο ως συνδικαιούχο, αναθέτοντας απλώς, προς διευκόλυνση του, να προβαίνει ο εντολέας σε ορισμένες ενέργειες σχετικές με την κίνηση του λογαριασμού και με τα χρήματα που έχει καταθέσει στον λογαριασμό αυτό ο ίδιος (καταθέτης).
Σε αυτή την περίπτωση εφαρμόζονται οι περί εντολής διατάξεις (άρθρα 713 επ. ΑΚ) και ο εντολέας, εφόσον προβλέφθηκε ότι ο εντολοδόχος δεν θα προβαίνει σε αναλήψεις χωρίς προηγούμενη συγκεκριμένη εντολή του, έχει δικαίωμα να απαιτήσει από τον αναλαβόντα την κατάθεση συνδικαιούχο του λογαριασμού ολόκληρο το ποσό του (ΑΠ 1128/2017).
Περαιτέρω από το άρθρο 1710 ΑΚ προκύπτει, ότι αντικείμενο της κληρονομικής διαδοχής είναι το περιουσιακό σύνολο του αποβιώσαντος, δηλαδή το σύνολο των εννόμων σχέσεων (δικαιωμάτων και υποχρεώσεων) του αποβιώσαντος που είναι δεκτικές χρηματικής αποτίμησης και δεν συνδέονται αποκλειστικά με το πρόσωπο αυτού.
Επομένως, η απαίτηση του μη αναλαβόντος, έναντι εκείνου που ανέλαβε ολόκληρο το ποσό της κατάθεσης, για την καταβολή του ανήκοντος σε αυτόν από την μεταξύ τους σχέση ποσοστού της κατάθεσης, περιέρχεται στους κληρονόμους αυτού (εξ αδιαθέτου ή εκ διαθήκης), οι οποίοι νομιμοποιούνται να ζητήσουν την καταβολή σε αυτούς από τον αναλαβόντα, κατά το ποσοστό της κληρονομικής τους μερίδας, είτε ολόκληρο το ποσό της κατάθεσης είτε ποσοστό αυτής, ανάλογο με το ανήκον στον κληρονομηθέντα, μη λειτουργούντος στην περίπτωση αυτή του τεθέντος στο λογαριασμό προσθέτου όρου, ότι το ποσό της κατάθεσης περιέρχεται στους λοιπούς μέχρι του τελευταίου επιζώντος, αφού στην περίπτωση που η ανάληψη έλαβε χώρα πριν την πλήρωση της αίρεσης (το θάνατο του συνδικαιούχου) ο αναλαμβάνων ολόκληρο το ποσό της κατάθεσης δεν αναλαμβάνει αυτό με βάση τον άνω όρο που τέθηκε στο λογαριασμό (ΑΠ 364/2022, ΑΠ 1785/2014, ΑΠ 486/2010).
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, κανόνας του ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται, αν εφαρμόσθηκε εσφαλμένα καθώς και αν δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ήτοι, αν το δικαστήριο της ουσίας απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα, από εκείνα, που ο ουσιαστικός νόμος απαιτεί.
Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε στο νόμο έννοια διαφορετική από την αληθινή είτε ως κακή εφαρμογή, όταν το δικαστήριο της ουσίας έκανε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών της ένδικης υποθέσεως σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας δεν υπάγονται και, έτσι, κατέληξε σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού.
Με τον λόγο αυτό αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων - αντενστάσεων) των διαδίκων καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών δηλ., αποκλειστικά των πραγματικών περιστατικών, που, ανελέγκτως, δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν, καθώς και της υπαγωγής αυτών στο νόμο.
Ιδρύεται δε, ο λόγος αυτός, αν οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας καθιστούν φανερή την ως άνω παραβίαση (ΟλΑΠ 3/2020). Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα λάθη του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς, οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005).
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης, ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της απόφασης δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης, που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών, που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ως αιτιολογίες όμως νοούνται στη διάταξη αυτή μόνο οι ουσιαστικές παραδοχές, η έλλειψη, αντίφαση ή ανεπάρκεια των οποίων καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου. Η εκτίμηση των αποδείξεων, που έγινε από το δικαστήριο της ουσίας με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν υπόκειται στον έλεγχο του ακυρωτικού και συνεπώς ο Άρειος Πάγος δεν δικαιούται, ελέγχοντας το περιεχόμενο διαδικαστικών εγγράφων, να προβεί σε επανεκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 1596/2005).
Τέλος, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα της υποθέσεως και συνεπώς δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ως αόριστη ή μη νόμιμη, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν εκτιμά πραγματικά περιστατικά, ώστε να είναι δυνατό να υπάρξουν ελλείψεις στην αιτιολογία της απόφασης (ΑΠ 1410/2017, ΑΠ 701/2011, ΑΠ 121/2009, ΑΠ 2081/2007, ΑΠ 437/2002).
Στην προκείμενη περίπτωση, η ενάγουσα εξέθεσε στην από 29-11-2018 αγωγή της κατά των εναγομένων, επί της οποίας εκδόθηκε σε δεύτερο βαθμό η προσβαλλόμενη απόφαση, ότι την 21-2-2018 απεβίωσε ο σύζυγός της, που εγκατέστησε τους εναγόμενους, αδέλφια του, ως μοναδικούς κληρονόμους του σε ολόκληρη την κινητή και ακίνητη περιουσία του, αξίας 176.000 ευρώ, με νόμιμα δημοσιευθείσα δημόσια διαθήκη του, η οποία θίγει το κληρονομικό δικαίωμα της νόμιμης μοίρας της, που ανέρχεται σε ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου επί όλων των κινητών και ακινήτων του θανόντος διαθέτη συζύγου της και αντιστοιχεί στο ποσό των 44.000 ευρώ.
Ότι στην κληρονομιαία περιουσία συμπεριλαμβάνεται και η μη ασκηθείσα ενοχική αξίωση του συζύγου της κατά του πρώτου εναγομένου περί απόδοσης χρηματικού ποσού 55.975,55 ευρώ, το οποίο αυτός ανέλαβε από κοινό μεταξύ τους τραπεζικό λογαριασμό, κατά παράβαση της εντολής που αποτελούσε την εσωτερική μεταξύ τους σχέση.
Και ότι διατηρεί κατά του πρώτου εναγομένου - εντολοδόχου ενοχική αξίωση για την καταβολή του ποσού, που αυτός ιδιοποιήθηκε χωρίς δικαίωμα από τον κοινό λογαριασμό κατά την αξία του νόμιμου μεριδίου της, που αντιστοιχεί στο ποσό των 13.993,88 ευρώ. Ζήτησε δε, επικαλούμενη την ακυρότητα της διαθήκης, στο μέτρο που θίγει την νόμιμη μοίρα της, να αναγνωριστεί το κληρονομικό της δικαίωμα, ως νόμιμης μεριδούχου, σε ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου επί του συνόλου της κληρονομιαίας περιουσίας και η ακυρότητα της διαθήκης κατά το μέρος αυτό, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να της αποδώσουν το κληρονομικό της μερίδιο, αξίας 44.000 ευρώ επί των αντικειμένων της κληρονομίας, να υποχρεωθεί έκαστος των εναγομένων, ως νομέας της κληρονομίας, να της καταβάλει νομιμοτόκως το ποσό των 192,50 ευρώ και να υποχρεωθεί ο πρώτος εναγόμενος να της καταβάλει νομιμοτόκως το ποσό των 13.993,88 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στο ποσοστό του 1/4 επί της ενοχικής αξίωσης του συζύγου της κατ' αυτού.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι έγιναν δεκτά, ως προς την αξίωση περί αναγνώρισης του κληρονομικού δικαιώματος από τη νόμιμη μοίρα και την σωρευόμενη αξίωση απόδοσης ωφελημάτων από την κληρονομία, τα εξής: " ..... Στις 21-2-2018 απεβίωσε στην Καρδίτσα, όπου κατοικούσε εν ζωή, ο Κ.
Σ. του Π. και Ε., ο οποίος κατέλιπε πλησιέστερους συγγενείς του, την ενάγουσα, σύζυγό του και τους εναγόμενους, αδέλφια του. Δυνάμει της υπ' αριθ. 1191/7-4-2017 δημόσιας διαθήκης του ενώπιον της συμβολαιογράφου ….. Ε.Τ. ο ως άνω θανών εγκατάστησε ως μοναδικούς κληρονόμους του στο σύνολο της κινητής και ακίνητης περιουσίας του τους εναγομένους, με την σημείωση μάλιστα η τελευταία αυτή βούλησή του να γίνει σεβαστή από όλους.
Η διαθήκη αυτή δημοσιεύτηκε με το υπ' αριθ. 258/5-3-2018 πρακτικό του Ειρηνοδικείου ... και εν συνεχεία οι εναγόμενοι αποδέχθηκαν την επαχθείσα σε αυτούς κληρονομιά με την υπ' αριθ. 20376/11-9-2018 πράξη της συμβολαιογράφου ... Α.Λ.-Κ., η οποία έχει μεταγραφεί στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου του τέως Δήμου ..... στον τόμο 15 και με αριθμό 38, αλλά και στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Αλίαρτου στον τόμο 87 και με αριθμό 66.
Με την σύνταξη της διαθήκης αυτής ο Κ. Σ. αποκλήρωσε εν ευρεία έννοια (άρθρο 1713) την σύζυγό του Σ. Μ., στερώντας της την συμμετοχή της στην εξ αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή του, πλην όμως η αποκλήρωση εν ευρεία έννοια δεν δύναται να αποκλείσει και την νόμιμη μοίρα της συζύγου του. Δεδομένου δε, ότι δεν προκύπτει ούτε αποκλεισμός του κληρονομικού δικαιώματος της ενάγουσας κατά το άρθρο 1822 ΑΚ, ούτε όμως και αποκλήρωση εν στενή έννοια αυτής, κατά το άρθρο 1842 ΑΚ, με ρητή διάταξη της προαναφερθείσας διαθήκης, η ενάγουσα είναι νόμιμη μεριδούχος της κληρονομιαίας περιουσίας του θανόντος συζύγου της, σε ποσοστό /4 εξ αδιαιρέτου, σε έκαστο των κατωτέρω αναφερομένων στοιχείων αυτής, καθώς συντρέχει με τους εναγομένους - κληρονόμους δεύτερης τάξης - στο μισό της κληρονομιάς (άρθρα 1814 και 1820 ΑΚ ), ενώ το ποσοστό της νόμιμης μοίρας ανέρχεται στο μισό της εξ αδιαθέτου μερίδας της.
Κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου, η κληρονομιαία περιουσία του αποτελείτο από τα κάτωθι περιουσία με την αντίστοιχη κατά τον ίδιο χρόνο αξία: ..... Συνεπώς οι εναγόμενοι είναι υποχρεωμένοι να αποδώσουν στην ενάγουσα, κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου, τη νομή και κατοχή εκάστου των προαναφερόμενων κληρονομιαίων ακινήτων της κληρονομιαίας περιουσίας του Κ.
Σ., η συνολική αξία της οποίας ανέρχεται κατά το χρόνο θανάτου του διαθέτη σε ..... 176.000 ευρώ και το συνολικό μερίδιο της ενάγουσας σε 44.000 ευρώ .....". Μετά από αυτά, η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, απέρριψε τον σχετικό λόγο έφεσης, εκφέροντας όμοια κρίση με το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο (απορρίπτοντας κατ' ουσία την αξίωση για τα ωφελήματα της κληρονομιαίας περιουσίας) αναγνώρισε το κληρονομικό δικαίωμα της ενάγουσας από τη νόμιμη μοίρα στο σύνολο της κληρονομιαίας κινητής και ακίνητης περιουσίας του αποβιώσαντος συζύγου της και υποχρέωσε τους εναγόμενους να της αποδώσουν κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου τη νομή και κατοχή των απαριθμούμενων σε αυτή κληρονομιαίων αντικειμένων.
Περαιτέρω, προκύπτει ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά, ως προς την αναγωγική αξίωση μεταξύ συνδικαιούχων κοινού λογαριασμού, τα εξής: "..... Ο θανών διατηρούσε και χρηματικές καταθέσεις, στον υπ' αριθ. 370/7675828 λογαριασμό ταμιευτηρίου - μισθοδοσίας, στην τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία Εθνική Τράπεζα της Ελλάδας ΑΕ, στον οποίο είχε ορίσει ως συνδικαιούχο τον πρώτο εναγόμενο.
Ο συγκεκριμένος κοινός λογαριασμός, σύμφωνα με το προδιατυπωμένο έντυπο της οικείας σύμβασης διέπεται από τις διατάξεις του Ν. 5638/1932, με συνέπεια ο κάθε δικαιούχος να μπορεί να κάνει ολική ή μερική χρήση του χωρίς τη σύμπραξη, συναίνεση, συγκατάθεση των λοιπών (συνδικαιούχων), ενώ σε περίπτωση θανάτου οποιουδήποτε από τους συνδικαιούχους η κατάθεση και ολόκληρος ο λογαριασμός της περιέρχεται αυτοδικαίως στους υπόλοιπους δικαιούχους που ζουν μέχρι τον τελευταίο (όρος 2.3.1.).
Ο ως άνω λογαριασμός τροφοδοτούνταν αποκλειστικά από χρήματα του κληρονομουμένου, καθόσον σε αυτόν κατατίθετο ο μισθός του από την εργασία του στον Δήμο ... και εν συνεχεία η σύνταξή του από τον ΕΦΚΑ, και ο οποίος στα τέλη του έτους 2017 εμφάνιζε διαθέσιμο υπόλοιπο περίπου 50.000 ευρώ. Η θέση του πρώτου εναγομένου ως συνδικαιούχου έγινε από τον κληρονομούμενο, τόσο για περιπτώσεις που χρειαζόταν απλά να διεκπεραιώσει κάποιες πληρωμές για λογαριασμό του, όσο και με πρόθεση δωρεάς του υπολοίπου του καταθετικού λογαριασμού, το οποίο ενδεχομένως θα απέμενε μετά τον θάνατό του.
Η ανωτέρω παραδοχή συνάγεται από την αποδειχθείσα κίνηση του τραπεζικού λογαριασμού από το 2011 ως τον θάνατο του Κ. Σ., καθώς σε όλο αυτό το χρονικό διάστημα δεν υφίσταται ούτε μία ανάληψη ποσού εκ μέρους του πρώτου εναγομένου, η οποία να καταδεικνύει δικαίωμά του να συμμετέχει στο υπόλοιπο αυτού, ούτε γίνεται άλλωστε σαφής επίκληση τέτοιων κινήσεων.
Με αυτό το περιεχόμενο, η συμφωνία μεταξύ του κληρονομούμενου και του πρώτου εναγομένου φέρει χαρακτήρα εντολής για το διάστημα που ο πρώτος βρισκόταν εν ζωή και περαιτέρω δωρεάς αιτία θανάτου προς αυτόν, ενώ όσο ο κληρονομούμενος ήταν εν ζωή, ο δωρεοδόχος συνδικαιούχος δεν προέβαινε σε πράξεις απόλαυσης του υπολοίπου του λογαριασμού για ίδιον όφελος. .....
Εξάλλου, ο πρώτος εναγόμενος, βλέποντας την σταδιακή επιδείνωση της υγείας του αδελφού του, και φοβούμενος ότι η ενάγουσα θα μπορούσε να προβεί σε αναλήψεις από τον λογαριασμό αυτό (έστω και με χρήση κάρτας, όπως προκύπτει από την κίνηση αυτού), ενώ ο κύριος δικαιούχος του κοινού λογαριασμού βρισκόταν ακόμα εν ζωή προέβη στην μεταφορά τμηματικά συνολικού ποσού 53.930 ευρώ σε δικούς του λογαριασμούς.
Συγκεκριμένα μετέφερε την 21-12-2017 ποσό 35.000 ευρώ, την 15-1-2018 ποσό 10.000 ευρώ, την 17-1-2018 ποσό 3.000 ευρώ και την 2-2-2018 ποσό 5.930 ευρώ.
Συνεπώς η ενάγουσα διατηρεί κατά του πρώτου εναγομένου - εντολοδόχου, ενοχική αξίωση για την καταβολή του ποσού που αυτός ιδιοποιήθηκε δίχως δικαίωμα από τον ανωτέρω κοινό λογαριασμό και μόνο ως προς την αξία του νόμιμου μεριδίου της, ήτοι για ποσό 13.482,50 ευρώ, καθώς η αξίωση αυτή είχε ήδη γεννηθεί στο πρόσωπο του εντολέα - δωρητή κατά τους χρόνους των ως άνω αναλήψεων. ..... ".
Μετά από αυτά, η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, απέρριψε τον σχετικό λόγο έφεσης, εκφέροντας όμοια κρίση με το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο δέχθηκε ότι η ενάγουσα διατηρεί κατά του πρώτου εναγομένου ενοχική αξίωση για καταβολή του ποσού που αυτός ιδιοποιήθηκε χωρίς δικαίωμα από τον κοινό λογαριασμό και την υποχρέωσε να καταβάλει το ποσό, που αντιστοιχεί στην αξία του νόμιμου μεριδίου της.
Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 αποδίδονται στο Εφετείο οι πλημμέλειες ότι παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 1 παρ. 1 και 2 Ν. 5638, όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 1 ΝΔ/τος 951/1971 και διατηρηθεί σε ισχύ με το άρθρο 124 περ.
δ, στοιχ. α ΝΔ/τος 118/1973 και αυτών των άρθρων 2 παρ. 1 ΝΔ/τος της 17-7/13-8-1923 περί ειδικών διατάξεων ανωνύμων εταιρειών, 411, 489, 490, 491 και 493 ΑΚ, ως προς το ζήτημα της ύπαρξης ενοχικής αξίωσης εκ μέρους του εν ζωή διαθέτη κατά του συνδικαιούχου πρώτου αναιρεσείοντος από την ανάληψη χρηματικών ποσών του κοινού λογαριασμού, με τις αντίστοιχες αιτιάσεις ότι έγινε δεκτή κατ' ουσία η επίδικη αξίωση με την προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία δεν διέλαβε σκοπό ιδιοποίησης αυτών και επίσης ότι παραβίασε τις ανωτέρω διατάξεις και εκ πλαγίου στερώντας την προσβαλλόμενη απόφαση από νόμιμη βάση, διότι διέλαβε ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες για το ίδιο ζήτημα και ελλιπείς αιτιολογίες για το ζήτημα της ενεργητικής νομιμοποίησης της αναιρεσείουσας να αξιώσει την καταβολή των αναληφθέντων χρηματικών ποσών είτε ως εξ αδιαθέτου είτε ως εκ διαθήκης κληρονόμος του θανόντος συζύγου της.
Με βάση τα ανωτέρω, η απόφαση δέχθηκε ότι εφόσον ο συνδικαιούχος πρώτος αναιρεσείων ανέλαβε τα ανωτέρω χρηματικά ποσά από τον κοινό λογαριασμό με τον κληρονομούμενο, ενόσω ο τελευταίος ήταν ακόμα εν ζωή, χωρίς την σχετική εντολή του, η αναιρεσίβλητη νόμιμη μεριδούχος έχει ενοχική απαίτηση από το αναγωγικό δικαίωμα του συζύγου της κατά το νόμιμο κληρονομικό της μερίδιο.
Ειδικότερα, δέχθηκε ότι ο σύζυγος της αναιρεσίβλητης κατέθετε στον κοινό λογαριασμό αποκλειστικά δικά του χρήματα, ότι είχε ορίσει τον πρώτο αναιρεσείοντα αδελφό του ως συνδικαιούχο με εντολή να διαχειρίζεται τα χρήματα για να τον διευκολύνει στις τραπεζικές του συναλλαγές, ότι ο πρώτος αναιρεσείων προέβη σε διαδοχικές αναλήψεις των ανωτέρω ποσών, που ήταν κατατεθειμένα στον κοινό λογαριασμό, ότι στη συνέχεια μετέφερε τα αναληφθέντα χρηματικά ποσά σε δικό του τραπεζικό λογαριασμό, ότι προέβη στην μεταφορά αυτή όχι προς εκπλήρωση κάποιας οικονομικής υποχρέωσης στο πλαίσιο της σύμβασης εντολής, αλλά κατά παράβαση αυτής, ότι με βάση την εσωτερική τους σχέση ανήκαν στον καταθέτη αδελφό του και όχι στον ίδιο, ότι ιδιοποιήθηκε χωρίς δικαίωμα τα χρήματα, αποξενώνοντας από την κυριότητα αυτών τον μετέπειτα αποβιώσαντα αδελφό του και ότι διατηρούσε εν ζωή κατ' αυτού αναγωγικό δικαίωμα, το οποίο κληρονόμησε η αναιρεσίβλητη σύζυγός του κατά το ποσοστό του νόμιμου μεριδίου της.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τις ανωτέρω διατάξεις, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και επίσης περιέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον έλεγχο της συνδρομής των όρων εφαρμογής τους Επομένως, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης από τους αριθμού 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο υπό τις αντίστοιχες αιτιάσεις, υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Κατά την διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Για να θεωρηθεί η άσκηση δικαιώματος ως καταχρηστική, κατά την διάταξη αυτή, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων, που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή ο οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολαβήσαν ή από άλλα περιστατικά, το οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκηση του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.
Όμως, η αδράνεια του δικαιούχου για την άσκηση τον δικαιώματος, καθώς και η καλόπιστη πεποίθηση του υπόχρεου ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί κατ` αυτού, έστω και αν αυτή δημιουργήθηκε από την αδράνεια του δικαιούχου, δεν αρκεί κατ' αρχήν να καταστήσει καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος.
Αν όμως η αδράνεια συνοδεύεται από ειδικές περιστάσεις που συνδέονται με προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου και ο ίδιος, μεταβάλλοντας τη στάση του, επιχειρεί εκ των υστέρων ανατροπή της κατάστασης που έχει ήθη διαμορφωθεί και παγιωθεί, με αποτέλεσμα να επέρχονται δυσμενείς για τα συμφέροντα του υπόχρεου επιπτώσεις, χωρίς να είναι απαραίτητο να προκαλούνται αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον ίδιο συνέπειες, τότε η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί μη ανεκτή κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και συνεπώς καταχρηστική και απαγορευμένη (ΟλΑΠ 33/2005, ΟλΑΠ 7/2002, ΑΠ 645/2016, ΑΠ 813/2015, ΑΠ 750/2013) Εξάλλου, για την πληρότητα της ένστασης καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος και το παραδεκτό της, από άποψη χρόνου προβολής της, πρέπει, κατά την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης στον πρώτο βαθμό, να προβάλλονται τα περιστατικά που συγκροτούν την κατάχρηση δικαιώματος, συγχρόνως δε να γίνεται επίκληση από τον ενιστάμενο του γεγονότος ότι τα περιστατικά αυτά καθιστούν καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος και να διατυπώνεται αίτημα απόρριψης της αγωγής, με την οποία ασκείται το δικαίωμα για την αιτία αυτή (ΑΠ 1630/2013, ΑΠ 392/2004).
Συνεπώς, η χωρίς δικαιολογημένη αιτία, κατά το άρθρο 527 ΚΠολΔ, παράλειψη προβολής, κατά την πρώτη συζήτηση στον πρώτο βαθμό, των περιστατικών στα οποία θεμελιώνεται η κατάχρηση δικαιώματος, καθώς και της διατύπωσης αιτήματος απόρριψης της αγωγής ως καταχρηστικής, συνεπάγεται την απόρριψη της ένστασης του άρθρου 281 ΑΚ ως απαράδεκτης, σε περίπτωση προβολής της σε μεταγενέστερη συζήτηση ή για πρώτη φορά στο Εφετείο (ΑΠ 2024/2009).
Με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του 281 ΑΚ, με τις αντίστοιχες αιτιάσεις ότι το Εφετείο απέρριψε ως μη νόμιμη την παραδεκτά προβληθείσα ένστασή τους περί καταχρηστικής άσκησης με την αγωγή των αξιώσεων της αναιρεσίβλητης από τη νόμιμη μοίρα στην κληρονομιαία περιουσία του αποβιώσαντος συζύγου της, απαιτώντας περισσότερα από τα οριζόμενα στη διάταξη αυτή στοιχεία για την εφαρμογή της και δη την επίκληση μακροχρόνιας αδράνειάς της να επιδιώξει την ικανοποίηση του ασκούμενου δικαιώματός της και την μη παράθεση περιστατικών αναγομένων σε χρόνο μεταγενέστερο της γεννήσεως του δικαιώματός της και επίσης ότι παραβίασε την ανωτέρω διάταξη και εκ πλαγίου, στερώντας την προσβαλλόμενη απόφαση από νόμιμη βάση, διότι διέλαβε ασαφείς και αιτιολογίες για την απόρριψη της ένστασής τους.
Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι, ως προς την ένταση καταχρηστικής ασκήσεως της επίδικης αναγωγικής αξίωσης, δέχθηκε τα εξής: " ..... Με τον τρίτο λόγο έφεσής τους οι εκκαλούντες επαναφέρουν την προβληθείσα με τις πρωτόδικες προτάσεις τους ένστασή τους περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της αγωγής της ενάγουσας () επικαλούμενοι για τη στοιχειοθέτησή της επί λέξει " .....
Εκτός των ανωτέρω, η αντίδικος είχε αισχρή συμπεριφορά, έναντι του αδελφού μας, δεν τον περιποιούνταν, τον στενοχωρούσε συνεχώς με τους καυγάδες της, γεγονός που επιδείνωσε την βαριά ασθένειά του και μάλιστα, ενδεικτικό της δολιότητάς της είναι το γεγονός ότι στις 9-102018 καίτοι ήταν σε άθλια κατάσταση, δεν είχε συνείδηση των πραττομένων, ζούσε μόνο με τεχνικά μέσα, οδήγησε συμβολαιογράφο στο σπίτι που έμεναν (Μ.
Β.) και συνέταξε το υπ' αριθ. 17742/8-1-2018 πληρεξούσιο με μεταθανάτια εντολή να ξεπουλήσει αυτή, ως πληρεξούσιος του Κ. Σ., όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία. Είναι φανερό ότι παντελώς ανίκανος λόγω της βαριάς ασθένειάς του (νόσος του κινητικού νευρώνα), με παράλυση των άνω άκρων και μη έχοντας πλήρη συνείδηση, δεν μπορούσε να αντιληφθεί το περιεχόμενο που αναφέρει το πληρεξούσιο και είναι προφανές ότι αυτό γράφτηκε από γνωρίζοντα, τη νομική γλώσσα, αφού μάλιστα αναφέρεται σε αυτό και η ισχύς του, μετά το θάνατό του.
Μετά από αυτό στις 13-1-2018 εισήχθη στην εντατική του Νομαρχιακού Νοσοκομείου ... υποστηριζόμενος με μηχανικά μέσα, παταλυμένος και στις 21-2-2018 κατέληξε. ..... ". Η ένσταση όμως αυτή, είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, καθόσον οι εκκαλούντες εναγόμενοι προς θεμελίωση της ιστορικής της βάσεως, επικαλούνται περιστατικά τα οποία ανάγονται όλα σε χρόνο μέχρι τον θάνατο του διαθέτη και ειδικότερα την επιδειχθείσα έναντι του κληρονομουμένου συμπεριφορά, που εξεδήλωσε προς αυτόν η ενάγουσα, αντίθετα προς την αγάπη, την περίθαλψη και τον σεβασμό.
Καμία δε αναφορά δεν γίνεται σε περιστατικά μετά τον θάνατο του κληρονομουμένου, που ήταν δυνατή ή άσκηση του επιδίκου δικαιώματος, συνδεόμενα με την εν γένει συμπεριφορά της ενάγουσας, όπως η αδράνεια περί την άσκηση του επιδίκου δικαιώματος, συνοδευόμενη και με άλλες περιστάσεις, που συνδέονται με προηγούμενη συμπεριφορά της δικαιούχου (μετά τον θάνατο του κληρονομουμένου) από τις οποίες διαμορφώθηκε κατάσταση εξαιτίας της συμπεριφοράς αυτής, η ανατροπή της οποίας επάγεται δυσμενείς συνέπειες για τους εναγομένους. .....".
Μετά από αυτά το Εφετείο, κρίνοντας ομοίως με την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, απέρριψε ως μη νόμιμη την προβληθείσα ένσταση και απορρίπτοντας τον σχετικό λόγο έφεσης. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, την οποία ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, διότι υπό τα προπαρατιθέμενα περιστατικά η άσκηση του ως άνω δικαιώματος της αναιρεσείβλητης δεν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του, γι' αυτό και ορθά κρίθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ότι δεν θεμελιώνεται καταχρηστικότητα.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, που υποστηρίζει το αντίθετο, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατά τα προεκτεθέντα, για την ίδρυση του λόγου από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει το δικαστήριο να εισήλθε στην ουσία της διαφοράς και να διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, όχι να απέρριψε την αγωγή ή την ένσταση ως μη νόμιμη ή για κάποιο τυπικό λόγο, διότι τότε το τυχόν σφάλμα ελέγχεται με τον λόγο του αριθμού 1 του ίδιου άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Επομένως, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν η προβληθείσα ένστασης απορρίφθηκε ως μη νόμιμη και δεν διατυπώθηκε αιτιολογία επί της ουσίας του σχετικού ισχυρισμού.. Στην προκείμενη περίπτωση, εφόσον το Εφετείο απέρριψε την ένσταση από το άρθρο 281 ΑΚ ως μη νόμιμη, δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο οποίος προϋποθέτει έρευνα της ουσίας της διαφοράς και κατάρτιση ελάσσονος πρότασης εκτίμησης των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας.
Επομένως ο ισχυρισμός των αναιρεσειόντων, που συνίσταται, κατά τον αναιρετικό αυτό λόγο, σε ασάφεια, αντιφατικότητα και ανεπάρκεια αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης κατά την απόρριψη της ένστασης αυτής, είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί. Με τον ίδιο (δεύτερο) λόγο της αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στο Εφετείο την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι παραβίασε εκ πλαγίου την διάταξη του άρθρου 527 ΚΠολΔ, στερώντας την απόφαση από νόμιμη βάση, διότι, κατά την απόρριψη της ένστασης του άρθρου 281 ΑΚ, διέλαβε την εσφαλμένη αιτιολογία ότι προβλήθηκαν νέα περιστατικά στον δεύτερο βαθμό για την θεμελίωσή της, χωρίς επίκληση κάποιου λόγου που να δικαιολογεί την καθυστερημένη προβολή και η επιχειρούμενη αυτή βελτίωση της ένστασης είναι απαράδεκτη.
Ο δεύτερος (τελευταίος) λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί, διότι η αποδιδόμενη εσφαλμένη αιτιολογία αναφέρεται σε παραβίαση της δικονομικού δικαίου διάταξη του άρθρου 527 ΚΠολΔ (ΑΠ 1897/2009, ΑΠ 267/2009), από την οποία δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης. Σε κάθε δε περίπτωση, η κρίση του Εφετείου ότι ο ισχυρισμός δεν προβλήθηκε εγκαίρως από δικαιολογημένη αιτία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη και δεν υποχρεούται να δικαιολογήσει την σχετική κρίση για την απόρριψή του ως απαράδεκτου, κατ' άρθρο 527 ΚΠολΔ (ΑΠ 1255/2010, ΑΠ 999/2010, ΑΠ 883/2001).
Επομένως πρέπει η ένδικη αναίρεση να απορριφθεί και να διαταχθεί, η εισαγωγή του παραβόλου, που καταβλήθηκε από τους αναιρεσείοντες στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ). Διάταξη για δικαστικά έξοδα δεν θα περιληφθεί, λόγω έλλειψης υποβολής σχετικού αιτήματος από την αναιρεσίβλητη, αφού η υποβολή του αιτήματος αυτού προϋποθέτει τη δικονομική παρουσία του νικώντος διαδίκου, που εν προκειμένω δεν υφίσταται.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-10-2022 αίτηση για αναίρεση της υπ` αριθ. 377/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που καταβλήθηκε από τους αναιρεσείοντες στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Απριλίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Μαΐου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ