Supreme Court dismisses appeal for inadmissible amendment of lawsuit grounds regarding wrongful dismissal.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's judgment. The appellant attempted to introduce a new ground for invalidating the dismissal based on insufficient severance pay, which the lower court had already rejected. The court ruled this was an inadmissible amendment of the lawsuit's basis because it was not raised in the original complaint. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 174 and 180 of the Civil Code; Article 559 of the Code of Civil Procedure: A new ground for invalidating a contract termination based on insufficient severance pay, raised for the first time on appeal, constitutes an inadmissible amendment of the lawsuit's basis and cannot be examined by the appellate court.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 784 / 2023 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 784/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Δημητρία Στρούζα-Ξένου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 2 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ. Π. του Λ., κατοίκου ... που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Αγγελικής Πετρούλα, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Ελένης Χρυσικού, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-10-2016 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 727/2017 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 815/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15-2-2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε ο Αρεοπαγίτης Ιωάννης Δουρουκλάκης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του Ν. 2112/1920 και 1 και 5 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η (άτακτη) καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής, αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζομένου.
Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 του ΑΚ, δηλαδή της μη υπέρβασης των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών, εφόσον είναι προφανής, καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 ΑΚ.
Ειδικότερα, η εκ μέρους του εργοδότη καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας θεωρείται καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από κίνητρα ξένα προς το σκοπό, για τον οποίο έχει προβλεφθεί, ως δικαίωμα. Αυτό μπορεί να συμβεί σε περιπτώσεις, κατά τις οποίες η καταγγελία γίνεται από εμπάθεια, μίσος ή διάθεση εκδίκησης, ύστερα από προηγηθείσα νόμιμη, αλλά μη αρεστή στον εργοδότη, συμπεριφορά του εργαζόμενου.
Η καταγγελία όμως της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας δεν είναι καταχρηστική όταν οφείλεται σε διακοπή της αρμονικής συνεργασίας μεταξύ του εργοδότη και του εργαζομένου, που προήλθε από αντισυμβατική συμπεριφορά ή από πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του τελευταίου, καθώς και όταν οφείλεται σε πραγματική και ηθελημένη ανάρμοστη συμπεριφορά του εργαζομένου προς τον εργοδότη ή τους νομίμους εκπροσώπους του ή προς συναδέλφους ή προς τους συναλλασσομένους με την επιχείρηση του εργοδότη, αφού στην περίπτωση αυτή διαταράσσεται η εύρυθμη λειτουργία της επιχείρησης και κλονίζεται η μεταξύ των μερών σχέση εμπιστοσύνης, που πρέπει να διέπει τη λειτουργία της σύμβασης (ΑΠ 1889/2017, ΑΠ 1683/2012).
Ειδικότερα η απώλεια της εμπιστοσύνης και η έλλειψη πνεύματος συνεργασίας μεταξύ του εργοδότη και του εργαζόμενου, όχι βέβαια κατά την υποκειμενική αντίληψη και κρίση του καταγγέλλοντος εργοδότη, αλλά με τη συνδρομή αντικειμενικών λόγων που τις δικαιολογούν και που διαταράσσουν την ομαλή λειτουργία της εργασιακής σχέσης, θεμελιώνοντας μία αρνητική πρόγνωση ως προς τη λειτουργία της στο μέλλον, καθιστούν μη καταχρηστική τη για τους λόγους αυτούς καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου του εργαζόμενου (σχετ.
ΑΠ 1486/2007, ΑΠ 643/1988, ΑΠ 1067/1983). Σε κάθε περίπτωση όμως δεν θεωρείται καταχρηστική η καταγγελία, όταν δεν υπάρχει γι` αυτή κάποια αιτία, αφού ενόψει των όσων εκτέθηκαν για τον αναιτιώδη χαρακτήρα της καταγγελίας και την άσκηση αυτής κατά προφανή υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε γι` αυτή ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καμία εμφανής αιτία, αλλά απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους, που πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει ο εργαζόμενος, εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.
Η αντικειμενικά αδικαιολόγητη καταγγελία, δηλαδή η καταγγελία η οποία δεν δικαιολογείται από σοβαρούς, συνδεόμενους με το αντικειμενικό συμφέρον της επιχείρησης λόγους, δεν είναι άνευ άλλου τινός καταχρηστική, διότι στην αντίθετη περίπτωση, η καταγγελία από αναιτιώδης θα μετατρεπόταν σε αιτιώδη. Περαιτέρω, εάν στον κανονισμό εργασίας του εργοδότη προβλέπονται πειθαρχικά παραπτώματα και αντίστοιχες πειθαρχικές ποινές, τότε ναι μεν ο εργοδότης δεν υποχρεούται να επιλέξει αντί της καταγγελίας την επιβολή πειθαρχικής ποινής, λόγω της διαφορετικής λειτουργίας τους, αφού με την πρώτη απομακρύνεται της εργασίας ο εργαζόμενος διότι η εργασιακή σχέση δεν μπορεί κατά την καλή πίστη να συνεχισθεί για τον εργοδότη, ενώ με τη δεύτερη επιδιώκεται η διασφάλιση της ομαλής λειτουργίας της επιχείρησης, πλην όμως η προσφυγή του εργοδότη στην καταγγελία, ελέγχεται κατά το άρθρο 281 ΑΚ από το δικαστήριο, το οποίο επίσης ερευνά, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση, με την άσκηση του δικαιώματος της καταγγελίας, παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας μεταξύ του χρησιμοποιουμένου μέσου και του επιδιωκόμενου σκοπού, η οποία (αρχή) αποτελεί εκδήλωση της καλής πίστης και στηρίζεται στο άρθρο 25 παρ.1 του Συντάγματος.
Ειδικότερα, το δικαστήριο, κατόπιν προβολής σχετικού ισχυρισμού, εξετάζει αν υπάρχουν άλλα ηπιότερα από την καταγγελία μέτρα εξίσου πρόσφορα για την επίτευξη του επιδιωκόμενου με αυτή σκοπού, δηλαδή αν η καταγγελία είναι όχι μόνο πρόσφορο αλλά και αναγκαίο μέσο για τη διαφύλαξη των συμφερόντων του εργοδότη (ΑΠ 222/2021, 630/2020, 731/2018, 1173/2017, 244/2017, 769/2016, 601/2013, 904/2012).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών δέχτηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: "Ότι, την 27-1-1989, ο ενάγων, και ήδη αναιρεσείων, προσλήφθηκε αρχικά ως υπάλληλος της τραπεζικής εταιρείας "Εθνική Κτηματική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε", θυγατρική της εναγομένης-αναιρεσίβλητης, ως κλητήρας, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου και στη συνέχεια, λόγω συγχώνευσης με απορρόφηση αυτής από την εναγομένη-αναιρεσίβλητη, εντάχθηκε από την 19-10-1990 στο τακτικό προσωπικό της τελευταίας, υπαγόμενος έκτοτε στις διατάξεις του τότε ισχύοντος Κανονισμού Εργασίας της.
Ότι ο ενάγων, μετά την κατάρτιση της από 9-3-2001 επιχειρησιακής συλλογικής σύμβασης, που κατατέθηκε νομίμως στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας την 12-3-2001 και ακολούθως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε διαδοχικά και ισχύει κατά τον επίδικο χρόνο, υπήχθη στον Οργανισμό Προσωπικού της εναγομένης και έκτοτε (2001) προσέφερε τις υπηρεσίες του σ' αυτή, ως υπάλληλος, υπό το ίδιο καθεστώς της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου σε διάφορα καταστήματα αυτής και από 30-7-2015 μέχρι 17-12-2015 στη Δνση Κτηματικής Πίστης του καταστήματος Πανεπιστημίου Αθηνών, ως προϊστάμενος υπηρεσίας, με το βαθμό του Τμηματάρχη Β', στον Τομέα Αξιολόγησης Αιτημάτων Διευθέτησης Οφειλών Λιανικής Τραπεζικής.
Ότι ακολούθως η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου του ενάγοντος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 2 της με αρ. 6/2012 Π.Υ.Σ, κατέστη σύμβαση αορίστου χρόνου. Ότι κατά τη διάρκεια της εργασιακής του απασχόλησης έλαβε θετικές αξιολογήσεις και κρίθηκε ικανός για μελλοντική αξιοποίηση ως Προϊστάμενος Τμήματος Δ/Σ.
Ότι η εναγομένη με έγγραφό της έθεσε τον ενάγοντα, για το χρονικό διάστημα από 18-12-2015 μέχρι 31-7-2016, στη διάθεση της Διεύθυνσης, ενώ παράλληλα κατάργησε το δικαίωμα β` υπογραφής, που του είχε δοθεί μέχρι τότε. Ότι, ακολούθως, την 1-8-2016, κατήγγειλε εγγράφως την μετά του ενάγοντος σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου για παράβαση των συμβατικών του υποχρεώσεων και καθηκόντων.
Ότι, ειδικότερα, με αφορμή ηλεκτρονικό μήνυμα της Διεύθυνσης Κτηματικής και Πίστης Ιδιωτών της εναγομένης την 15-6-2015, μετά από την με ίδια ημερομηνία καταγγελία του Διευθυντή του Καταστήματος της εναγομένης στο ... ότι, παρά τις προσπάθειές του για προσέλκυση νέων πελατών ή εξυπηρέτηση υφισταμένων, βρίσκεται αντιμέτωπος με την απόρριψη των σχετικών αιτημάτων από το Εγκριτικό Κέντρο της Κεντρικής Υπηρεσίας, οι δε αιτήσεις για ρύθμιση δανείων που είχαν υποβληθεί στο Κατάστημά του και είχαν απορριφθεί, βρίσκονται προεγκεκριμένες στο Κατάστημα Μεταξουργείου και οι εγκρίσεις μεταφέρονται σε άλλα Καταστήματα από αυτά που είχαν χορηγήσει τα αρχικά δάνεια, διενεργήθηκε σε βάρος του ενάγοντος έλεγχος αναφορικά με την εκ μέρους του ορθή τήρηση των συμβατικών του υποχρεώσεων και νομότυπη εκτέλεση των υπηρεσιακών του καθηκόντων.
Ότι ακολούθησε η διενέργεια ειδικού υπηρεσιακού ελέγχου από επιθεωρητές της εναγομένης, στα πλαίσια του οποίου, ο ενάγων, με τις από 10-12-2015 εξηγήσεις του, σχετικά με την υπ' αυτού είσπραξη και ιδιοποίηση χρηματικών ποσών για τα έξοδα ρύθμισης των υποθέσεων Α. Τ., Ά. Ά. και Π. Π., επικαλέστηκε ότι βρισκόταν σε δεινή οικονομική κατάσταση και εν πάση περιπτώσει μέρος αυτών επέστρεψε.
Ότι, σύμφωνα με το από 11-2-2016 πόρισμα ελέγχου, αν και ο ενάγων ανακάλεσε την 15-12-2015 τις προαναφερθείσες εξηγήσεις του, αυτός εκμεταλλευόμενος τη θέση του, έλαβε, από τον Α. Τ. για έξοδα ρύθμισης των στεγαστικών του δανείων το ποσό των 1.051 ευρώ, ενώ το πράγματι οφειλόμενο ανερχόταν σε 200 ευρώ, στη συνέχεια δε το επέστρεψε λόγω υπαναχώρησης του πελάτη, από την Ά.
Α., για την ίδια αιτία, το ποσό των 290 ευρώ, ενώ το πράγματι οφειλόμενο ανερχόταν σε 90 ευρώ και από τον Π. Π., για την αυτή ως άνω αιτία, το ποσό των 850 ευρώ. Ότι επί πλέον ο ενάγων άντλησε μέσω του τερματικού του τα στοιχεία 82 ακόμη πελατών, χωρίς να προκύπτει υπηρεσιακός λόγος, δηλαδή πριν οι ίδιοι ζητήσουν ρύθμιση των οφειλών τους.
Ακολούθως το Μονομελές Εφετείο δέχτηκε τα ακόλουθα: "Ως εκ τούτου δε, με βάση όλα τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά αποδεικνύεται ότι ο λόγος καταγγελίας της ένδικης σύμβασης εργασίας από την εναγομένη Τράπεζα στηρίζεται αποκλειστικά και μόνο στις παράτυπες συναλλαγές του ενάγοντος με τρίτους, είτε ήδη υφιστάμενους, είτε εν δυνάμει πελάτες της εργοδότιδάς του, οι οποίοι ήταν είτε ενήμεροι, είτε σε καθυστέρηση αποπληρωμής των υποχρεώσεων τους (λχ.
από δάνεια) έναντι της εναγομένης και οι οποίοι ανήκαν εν μέρει στο οικογενειακό, φιλικό αλλά και γειτονικό του περιβάλλον. Εξάλλου, οι κατά τα ανωτέρω συναλλαγές, οι οποίες έρχονται σε ευθεία αντίθεση με τον Κανονισμό της εργοδότιδάς Τράπεζας, απέβλεπαν μεταξύ άλλων και στην άντληση ίδιου περιουσιακού οφέλους, συνιστάμενου στην καταβολή στον ενάγοντα μείζονος οικονομικού ανταλλάγματος, υπερβαίνοντος το απαιτούμενο για τη διεκπεραίωση της εκάστοτε τραπεζικής εργασίας, με αποτέλεσμα αυτός να επωφελείται της εναπομένουσας κάθε φορά χρηματικής διαφοράς, γεγονός το οποίο άλλωστε ο ίδιος έχει ήδη εγγράφως συνομολογήσει στις από 10/12/15 εξηγήσεις του προς τους Επιθεωρητές, ενώ ουδόλως πειστικό και αξιόπιστο κρίνεται το περιεχόμενο της χρονικώς ύστερης, από 15/12/15, επιστολής του προς τους αυτούς ως άνω Επιθεωρητές, όπου επιχειρεί οψίμως να ανακαλέσει την προμνησθείσα εξώδικη ομολογία του, η οποία κατ' άρθ. 352 παρ. 2, 591, 514 περ. 3 και 621 επ.
ΚΠολΔ εκτιμάται ελεύθερα. Σημειωτέον ότι από κανένα αποδεικτικό στοιχείο αποδεικνύεται ότι η εναγομένη ωθήθηκε στην απόφασή της να καταγγείλει την επίδικη σύμβαση εργασίας λόγω εμπάθειας ή εκδικητικότητας έναντι του προσώπου του ενάγοντος ως υπαλλήλου, καθόσον, αφενός μεν, όπως συνομολογείται από τον ίδιο τον ενάγοντα και όπως αποδεικνύεται όχι μόνο από την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος αυτού και άλλοτε Προϊσταμένης του στη Διεύθυνση Κτηματικής Πίστης, αλλά και από τα νομίμως προσκομιζόμενα με επίκληση από αυτόν Δελτία Αξιολόγησης και Ανάπτυξης Υπαλλήλου των ετών 2010 έως και 2014, που ανωτέρω αναφέρθηκαν, υπήρχε εκ μέρους της εργοδότιδάς του ικανοποίηση για τις επιδόσεις του και για τον τρόπο εκτέλεσης των εργασιακών του καθηκόντων, αφετέρου, δε, έπειτα από τον κατά τα ανωτέρω διενεργηθέντα εσωτερικό έλεγχο, συνταχθείσας προς τούτο σχετικής έκθεσης, η εναγομένη Τράπεζα δεν προέβη σε άμεση καταγγελία της επίδικης σύμβασης εργασίας, αλλά αντίθετα τηρουμένης μεταξύ των άλλων της αρχής της αναλογικότητας, επέλεξε τη μονομερή-ελάχιστη δυνατή και πλέον ανώδυνη για τον ενάγοντα (δεδομένων των συνθηκών, ενόψει και των ως άνω ευρημάτων του εσωτερικού ελέγχου)-μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας του θέτοντας αυτόν αρχικά στη διάθεση της Διεύθυνσης Ανθρώπινου Δυναμικού και αφαιρώντας από αυτόν το δικαίωμα δεύτερης (Β') υπογραφής.
Πρόδηλο τυγχάνει ότι η ως άνω μεταβολή των όρων της ένδικης εργασιακής σχέσης ουδόλως αρεστή ήταν στον ενάγοντα, καθόσον αυτός στερήθηκε της θέσης του ως Τμηματάρχη Β', αλλά και του δικαιώματος β' υπογραφής, πλην όμως, δεν είναι με βάση τους κανόνες της κοινής λογικής και τα διδάγματα της κοινής πείρας ανεκτό να αξιωθεί να διατηρεί η εναγομένη σε αντίστοιχες θέσεις υπαλλήλους, οι οποίοι έχουν αποδεδειγμένως προβεί κατά τρόπο διαδοχικό και συστηματικό σε πληθώρα αντισυμβατικών και παράτυπων τραπεζικών συναλλαγών, καίτοι ενδεχομένως είχαν υπάρξει κατά το παρελθόν υποδειγματικοί εργαζόμενοι, οι οποίοι επεδείκνυαν ζήλο τόσο για τη συνεχή επιμόρφωση τους (λ.χ.
μέσω παρακολούθησης σεμιναρίων), όσο και για τη βέλτιστη δυνατή εκτέλεση της εργασίας τους. Άλλωστε, όπως ρητώς ορίζεται στο άρθρο 8 του αυτού ως άνω Κανονισμού της εναγομένης, η χορήγηση δικαιώματος υπογραφής αποσκοπεί στην εξυπηρέτηση ειδικών υπηρεσιακών και συναλλακτικών αναγκών της εναγομένης, χωρίς η χορήγηση αυτή να συνεπάγεται δέσμευση ανάθεσης καθηκόντων, ούτε να στοιχειοθετεί για τον κάτοχο της δικαίωμα διατήρησης αυτής, ούτε να συνδέεται με το βαθμό ή τη θέση του εν λόγω υπαλλήλου, με αποτέλεσμα η εναγομένη να διατηρεί πάντα το δικαίωμα να ανακαλεί την ως άνω υπογραφή οποτεδήποτε και για οιονδήποτε λόγο, χωρίς η ενέργεια αυτή να δύναται να εκληφθεί ότι επιφέρει μονομερή μεταβολή των όρων εργασίας του αυτού ως άνω υπαλλήλου.
Τέλος, η κατά τα ανωτέρω αντισυμβατική συμπεριφορά του ενάγοντος, καίτοι δεν προκάλεσε εν τέλει οιαδήποτε οικονομική ζημία στην εναγομένη Τράπεζα, ανεξαρτήτως αν μία τέτοια ζημία μπορούσε εν δυνάμει να επέλθει, ήταν δυνατόν να επιφέρει και επέφερε, αντικειμενικώς κατά τις αρχές της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, την απώλεια της εμπιστοσύνης της εναγομένης στο πρόσωπό του, που συνεπάγεται την ακαταλληλότητά του για αυτή την εργασία, κατέστησε δε αδύνατη τη συνέχιση της μεταξύ τους εργασιακής συμβάσεως, και ως εκ τούτου υπάρχει σπουδαίος λόγος, που δικαιολογεί την καταγγελία από την εναγομένη της συμβάσεως εργασίας.
Τα περιστατικά δε των πιο πάνω παραπτωμάτων του ενάγοντος καθιστούν αρνητική την πρόγνωση για την μελλοντική βελτίωσή του, ως υπαλλήλου και για την μελλοντική ομαλή πορεία της συμβάσεως εργασίας.
Συνεπώς η άσκηση του δικαιώματος της εναγομένης της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας δεν υπερβαίνει προφανώς τα όρια, που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη, ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος και επομένως δεν είναι καταχρηστική, και δη εξαιτίας της μη τηρήσεως, προηγουμένως της πειθαρχικής διαδικασίας.
Την ίδια δε κρίση διατύπωσε και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο στην εκκαλουμένη με εν μέρει διάφορες αιτιολογίες, οι οποίες αντικαθίστανται με τις παρούσες (άρθ. 534 ΚΠολΔ). Δεν παραβίασε επομένως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθ. 672, 281 και 288 ΑΚ (καθώς και την αρχή της αναλογικότητας-άρθ. 25 παρ. 1 Σ 1975/86/01/08-διότι τα ανωτέρω παραπτώματα του ενάγοντος δεν μπορούσε να τα αντιμετωπίσει η εναγομένη με ηπιότερα μέτρα από αυτό της καταγγελίας), αφού δέχεται ότι λόγω της βαρύτητας των ενεργειών αυτών του ενάγοντος, ενόψει και της υπεύθυνης θέσεως που κατείχε, η εξακολούθηση της εργασιακής συμβάσεως συνεπαγόταν κίνδυνο επαναλήψεως τέτοιων ενεργειών στο μέλλον και συνακόλουθα κίνδυνο των συμφερόντων της εναγομένης, για την αποτροπή του οποίου το μόνο πρόσφορο και αναγκαίο μέσο ήταν η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας".
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, επικυρώνοντας την απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που έκρινε ομοίως και απορρίπτοντας τους σχετικούς λόγους της εφέσεως του αναιρεσείοντος, ως αβάσιμους κατ' ουσία, δεν παραβίασε εκ πλαγίου, ούτε και στα πλαίσια της αναλογικότητας, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 672, 281, 288, 361 και 653 ΑΚ, 5 του ν. 2112/1920, 7 του ν. 3198/1955 και 25 παρ.1 του Συντάγματος.
Τούτο διότι τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά, μετά σαφηνείας, πληρότητος και χωρίς αντιφάσεις, συνιστούν, κατ` αντικειμενική κρίση, αντισυμβατική συμπεριφορά και πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του αναιρεσείοντος για την αναιρεσίβλητη προς καταγγελία της συνδεούσης αυτήν με τον αναιρεσείοντα εργασιακής συμβάσεως, η οποία δεν υπερβαίνει προφανώς τα επιβαλλόμενα από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ όρια και στην οποία (καταγγελία) είχε κατά τις άνω διατάξεις δικαίωμα να προβεί, παρά και την προβλεπόμενη, από τον, κατά το αναιρετήριο, έχοντα συμβατική ισχύ κανονισμό της, πειθαρχική διαδικασία, το δε ληφθέν από αυτήν μέτρο, δεν τελεί σε δυσαναλογία σε σχέση με την περιγραφείσα και ανελέγκτως δεκτή γενόμενη συμπεριφορά του αναιρεσείοντος κατά την εκπλήρωση των από την εργασιακή σύμβαση απορρεουσών υποχρεώσεων.
Εξάλλου, δεν μπορούσε να αξιωθεί από την εναγόμενη τράπεζα η διατήρηση του ενάγοντος στην υπηρεσία της με την εναντίον του λήψη ηπιότερου της απολύσεώς του μέτρου και, ιδία, της δυσμενούς μεταθέσεώς του από την υπηρεσία αξιολόγησης αιτημάτων διευθέτησης οφειλών λιανικής τραπεζικής, όπου υπηρετούσε, σε άλλη υπηρεσία της ιδίας ή άλλη οποιαδήποτε, από τις προβλεπόμενες από τον κανονισμό, ηπιότερης πειθαρχικής ποινής της οριστικής παύσης, όπως εκθέτει ο αναιρεσείων.
Τούτο δε ενόψει ότι η εκ μέρους της αναιρεσίβλητης-εναγομένης από 1-8-2016 καταγγελία της συνδέουσας αυτήν και τον αναιρεσείοντα-ενάγοντα συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ενόψει του ότι αποτελούσε στη συγκεκριμένη περίπτωση το μόνο πρόσφορο και αναγκαίο για τη διαφύλαξη των συμφερόντων της μέτρο, δοθέντος ότι, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, τα ανωτέρω παραπτώματα του ενάγοντος, ανεξαρτήτως του ότι δεν προκάλεσαν οικονομική ζημία, επέφεραν όμως αντικειμενικά κατά τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, την απώλεια της εμπιστοσύνης της εναγομένης προς το πρόσωπο του ενάγοντος, όλως απαραίτητη για τη συνέχιση της συνδέουσας τα διάδικα μέρη υπαλληλικής σχέσης και διατάραξαν τη συνεργασία τους, ώστε να υφίστανται πλέον ικανές αμφιβολίες στην εναγομένη ως προς τη δυνατότητα του ενάγοντος για προσφορά υπεύθυνου τραπεζικού έργου και δεν μπορούσε να τα αντιμετωπίσει η εναγομένη με ηπιότερα μέτρα από αυτό της καταγγελίας, αφού δέχεται (το Εφετείο), ότι λόγω της βαρύτητας των ενεργειών αυτών του ενάγοντος, ενόψει και της υπεύθυνης θέσεως που κατείχε, η εξακολούθηση της εργασιακής συμβάσεως συνεπαγόταν κίνδυνο επαναλήψεως τέτοιων ενεργειών στο μέλλον και συνακόλουθα κίνδυνο των συμφερόντων της εναγομένης, για την αποτροπή του οποίου το μόνο πρόσφορο και αναγκαίο μέσο ήταν η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας και για τους λόγους αυτούς δεν στοιχειοθετείται παράβαση της αρχής της αναλογικότητας (άρθρ. 25 Σ.) και κατάχρηση δικαιώματος εκ μέρους της (άρθρ. 281 ΑΚ), όπως ο αναιρεσείων ισχυρίζεται.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Από τις διατάξεις των άρθρων 167, 648, 669 ΑΚ, 1 και 3 του Ν. 2112/1920, 1, 3 παρ.1, 5 του ΒΔ από 16/7/1920 και 5 του Ν. 3198/1955 συνάγεται ότι καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία, που θεωρείται έγκυρη όταν γίνει εγγράφως και καταβληθεί η νόμιμη αποζημίωση, η οποία σύμφωνα με το άρθρο 3 περ.2 Ν. 2112/1920 και 5 παρ.1 του Ν. 3198/1955 υπολογίζεται βάσει των τακτικών αποδοχών του απολυομένου κατά τον τελευταίο μήνα υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης ή όταν καταβάλει σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές μειωμένη αποζημίωση.
Η καταγγελία αναπτύσσει την άμεση διαπλαστική της ενέργεια σε περίπτωση που ασκείται από τον εργοδότη από τη στιγμή που λαμβάνει γνώση ο παραλήπτης της εργαζόμενος, κατά το άρθρο 167 ΑΚ. Περαιτέρω, η ακυρότητα της καταγγελίας μπορεί να οφείλεται είτε στη μη τήρηση των ως άνω προϋποθέσεων, είτε στο ότι έγινε με καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος του εργοδότη να καταγγείλει τη σύμβαση, δηλαδή καθ` υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, οπότε η καταγγελία είναι άκυρη και θεωρείται σαν να μην έγινε (άρθρ. 180 ΑΚ).
Σε περίπτωση ακυρότητας, ο εργοδότης που αρνείται έκτοτε να αποδεχθεί την προσηκόντως προσφερόμενη εργασία του μισθωτού καθίσταται υπερήμερος και υποχρεούται στην πληρωμή του μισθού του. Ο μισθωτός αντίστοιχα δικαιούται είτε να εμμείνει στην ακυρότητα της καταγγελίας και να αξιώσει κατά το άρθρο 656 ΑΚ τους μισθούς του είτε, ενόψει του ότι η ακυρότητα της καταγγελίας τάσσεται υπέρ αυτού και είναι επομένως σχετική, να θεωρήσει την καταγγελία έγκυρη και να ζητήσει την προβλεπόμενη από το Ν. 2112/1920 ή από το Β.Δ από 16-07-1920 αποζημίωση, δυνάμενος να ενώσει στο δικόγραφο της αγωγής και τα δύο αιτήματα, εφόσον το δεύτερο από αυτά προβάλλει επικουρικά (άρθρ. 219 Κ.Πολ.Δ), για την περίπτωση δηλαδή απορρίψεως του πρώτου (ΑΠ 785/2017, ΑΠ 423/2016, ΑΠ 277/2016, ΑΠ 359/2016).
Περαιτέρω, στην περίπτωση που ο μισθωτός, θεωρώντας άκυρη την καταγγελία της εργασιακής σύμβασης, εμμείνει στην σύμβαση αυτή, η αξίωσή του για μισθούς υπερημερίας, λόγω της άρνησης του εργοδότη ν` αποδέχεται τις υπηρεσίες του (άρθ. 656 ΑΚ), δεν στηρίζεται στην ακυρότητα της καταγγελίας, αλλά στην σύμβαση εργασίας, η οποία αποτελεί και την βάση της σχετικής αγωγής.
Έτσι, ο εργαζόμενος πρέπει ν` αναφέρει στην αγωγή του την κατάρτιση της σύμβασης, τον συμβατικό ή νόμιμο μισθό και την άρνηση του εργοδότη ν` αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του, ενώ δεν απαιτείται αναφορά στην καταγγελία και την ακυρότητά της. Αν ο εργοδότης κατά την συζήτηση της αγωγής επικαλεσθεί κατ` ένσταση την καταγγελία της σύμβασης, ο ισχυρισμός του μισθωτού για την ακυρότητα αυτής (για οποιονδήποτε λόγο) αποτελεί αντένσταση, η οποία μπορεί να προταθεί με τις προτάσεις της συζήτησης στον πρώτο βαθμό ή ακόμη και στον δεύτερο βαθμό, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθ. 527 ΚΠολΔ, ενώ εξάλλου ο μισθωτός έχει την δυνατότητα να επικαλεσθεί την ακυρότητα της καταγγελίας και τους λόγους που την θεμελιώνουν ήδη με το δικόγραφο της αγωγής (καθ` υποφοράν), να προβάλει δηλ.
εκ προοιμίου την αντένσταση αυτή κατά της τυχόν ένστασης του εργοδότη για καταγγελία της σύμβασης. Κατά συνέπεια, εφόσον και στην περίπτωση αυτή η ακυρότητα της καταγγελίας δεν αποτελεί στοιχείο της βάσης της αγωγής, ο εργαζόμενος ενάγων έχει την δυνατότητα να συμπληρώσει και να βελτιώσει τον ισχυρισμό του για ακυρότητα της καταγγελίας, επικαλούμενος, κατά την συζήτηση της υπόθεσης στον πρώτο ή στον δεύτερο βαθμό (με τις προϋποθέσεις πάντοτε του άρθ. 527 ΚΠολΔ), νέους λόγους (περιστατικά) ακυρότητας ή διαφορετικούς απ` αυτούς που περιέχονται στην αγωγή.
Εάν, όμως, ο εργαζόμενος περιλάβει την αγωγή του και αυτοτελές αίτημα (κατ` αρθ. 70 ΚΠολΔ) αναγνώρισης της ακυρότητας της καταγγελίας, τότε οφείλει να εκθέσει στο εισαγωγικό δικόγραφο με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την ακυρότητα, τα οποία αποτελούν στοιχεία της βάσης αυτής της αγωγής, που στηρίζουν το αντίστοιχο αίτημα (για αναγνώριση της ακυρότητας), χωρίς να είναι δυνατή μεταγενέστερη, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης με τις επ` αυτής προτάσεις ή, κατά μείζονα λόγο, με την μετά την συζήτηση προσθήκη και αντίκρουση ή ενώπιον του Εφετείου, συμπλήρωση ή βελτίωση του σχετικού ισχυρισμού (περί ακυρότητας της καταγγελίας, της βάσης δηλ.
της αγωγής) με επίκληση και νέων λόγων ακυρότητας, διότι έτσι μεταβάλλεται ανεπίτρεπτα κατ` άρθ. 224 Κ.Πολ.Δ η βάση της αγωγής (ΑΠ 749/2020, 179/2016, 460/2013, 624/2008). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 106 του KΠολΔ., το δικαστήριο ενεργεί μόνο ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά.
Κατά δε την διάταξη του άρθρου 224 του ίδιου Κώδικα, "είναι απαράδεκτο να μεταβληθεί η βάση της αγωγής. Με τις προτάσεις που κατατίθενται ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, μπορεί ο ενάγων να συμπληρώσει, να διευκρινίσει ή να διορθώσει τους ισχυρισμούς του, αρκεί να μην μεταβάλλεται η βάση της αγωγής".
Μεταβολή της βάσεως της αγωγής, που συνιστά και ταυτόχρονη μεταβολή του αντικειμένου της δίκης κατά παράβαση της προβλεπόμενης από το άρθρο 111 του Κ.Πολ.Δ. αρχής της τηρήσεως προδικασίας, αποτελεί κάθε μεταγενέστερη προσθήκη περιστατικών, παλαιότερων ή οψιγενών, με τα οποία τροποποιείται ή αντικαθίσταται η ιστορική βάση της αγωγής με άλλη ή προστίθεται στην αγωγή και νέα ιστορική βάση (Ολ.ΑΠ 2/1994, 962/2012, 389/2010, 391/2010).
Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 522 του KΠολΔ ορίζεται "Με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους", ενώ σύμφωνα με εκείνη του άρθρου 526 του ίδιου Κώδικα "Είναι απαράδεκτη στην κατ` έφεση δίκη κάθε μεταβολή της βάσης, του αντικειμένου και του αιτήματος της αγωγής και αν ο αντίδικος συναινεί.
Το απαράδεκτο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως. Επιτρέπεται εξαιτίας γεγονότων που επήλθαν μετά την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης να ζητηθεί αντί για το αντικείμενο που ζητήθηκε αρχικά άλλο ή η αξία του ή το διαφέρον". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προς εκείνη του άρθρου 591 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.
προκύπτει ότι ο ενάγων, ως εκκαλών, δεν μπορεί να μεταβάλει τη βάση της αγωγής. Δεν μπορεί επίσης να προτείνει νέους ισχυρισμούς, οι οποίοι δεν είχαν προβληθεί πρωτοδίκως. (ΑΠ 92/2015, 131/2012, 1027/2012). Ισχυρισμός, που στηρίζει τη βάση της αγωγής, απαραδέκτως προτείνεται το πρώτον με την έφεση ή με τις προτάσεις, που υποβάλλονται στο Εφετείο, οι δε διατάξεις που επιτρέπουν σε ορισμένες εξαιρετικές περιπτώσεις την βραδεία προβολή νέων ισχυρισμών με τις προτάσεις ή και με την έφεση, στο δεύτερο βαθμό, αναφέρονται σε ισχυρισμούς άλλους, πλην εκείνων που θεμελιώνουν την αγωγική βάση (ενστάσεις, αντενστάσεις), δηλαδή σε καταλυτικούς του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, που μπορούν να προταθούν, μέχρι την τελευταία επί της ουσίας της υποθέσεως συζήτηση, τόσο στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, όσο και στο Εφετείο, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 269 παρ. 2 και 527 του KΠολΔ και δεν αφορούν πραγματικούς ισχυρισμούς που μεταβάλουν τη βάση της αγωγής (Ολ.
ΑΠ 2/1994, 816/2022, 1867/2017, 724/2011, 2070/2007). Από το συνδυασμό των προαναφερομένων διατάξεων των άρθρων 522, 525 παρ. 2 και 526 του KΠολΔ συνάγεται περαιτέρω ότι αντικείμενο της πολιτικής δίκης είναι και στο δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας η δικονομική αξίωση που έχει υποβληθεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και εκφράζεται με αίτηση παροχής δικαστικής προστασίας για την προβαλλόμενη ιστορική αιτία, με απόφαση του δικαστηρίου σύμφωνη προς το υποβαλλόμενο αίτημα.
Η έφεση δεν δημιουργεί νέο αντικείμενο της δίκης, αλλά αποτελεί, ανάλογα με το εάν η πρωτοβάθμια απόφαση ήταν δυσμενής ή ευνοϊκή για όποιον ζήτησε τη δικαστική προστασία, μέσο τελικής επιτεύξεως ή ματαιώσεως της ικανοποιήσεως της δικανικής πιο πάνω αξιώσεως με την υποβολή της σε νέα, δευτεροβάθμια, δικαστική κρίση (ΑΠ 816/2022, 1204/2020, 821/2010).
Από τα άρθρα 68 και 556 KΠολΔ συνάγεται ότι για το παραδεκτό λόγου αναίρεσης πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλόμενη απόφαση εξ αιτίας σφάλματος που αναφέρεται στο λόγο. Έτσι, αν το διατακτικό της απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς επί δύο επάλληλων αιτιολογιών και μια από αυτές δεν πλήττεται ή πλήττεται ανεπιτυχώς, οι λόγοι αναίρεσης με τους οποίους προσβάλλεται η άλλη αιτιολογία είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς και συνακόλουθα απαράδεκτοι, διότι οι προβαλλόμενες πλημμέλειες δεν επιδρούν στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης, αφού το διατακτικό της στηρίζεται επαρκώς στη μη πληττόμενη με λόγο αναίρεσης αιτιολογία και όχι συγχρόνως σε όλες τις αιτιολογίες (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 516/2017, ΑΠ 420/2017).
Δηλαδή, σε περίπτωση διαδοχικής αιτιολογίας, χρειάζεται η προσβολή με επιτυχία όλων των αιτιολογιών που στηρίζουν το διατακτικό (καθεμίας αυτοτελώς) της πληττόμενης απόφασης, για την αναίρεση της τελευταίας (ΑΠ 61/2020, 70/2017, ΑΠ 290/2017, ΑΠ 675/2013). Τέλος, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 8 KΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπ` όψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και στηρίζουν το αίτημα της αγωγής ενστάσεως ή αντενστάσεως, καθώς και οι λόγοι εφέσεως που αφορούν πραγματικούς ισχυρισμούς, όχι δε και οι αιτιολογημένες αρνήσεις ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 402/2020, 694/2020, 576/2018, 841/2017, 118/2017).
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν στοιχειοθετείται, όταν το δικαστήριο έλαβε υπ` όψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ ΑΠ 12/1997) αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ ΑΠ 11/1996, ΑΠ 1594/2022, 1112/2018, 442/2018, 177/2016, 644/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων, σχετικά με την απόρριψη από το Εφετείο του εβδόμου λόγου της εφέσεώς του, με τον οποίο ισχυρίστηκε ότι η επίδικη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του από την εναγομένη-αναιρεσίβλητη ήταν άκυρη και για το λόγο ότι η τελευταία της κατέβαλλε ελλιπή αποζημίωση απόλυσης, με τους δεύτερο, τρίτο, τέταρτο και πέμπτο λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση:
Α) την με το άρθρο 559 αρ. 8 πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο: 1) παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν από την εναγομένη-αναιρεσίβλητη και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα: α) έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αυτής ότι η ανταπαίτησή της από τα δάνεια που του είχε χορηγήσει, ποσού 10.067,30 ευρώ, ήταν ληξιπρόθεσμη, παρότι αυτή δεν τον πρότεινε, β) έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της ιδίας ότι το ποσό των 10.067,30 ευρώ της νόμιμης αποζημίωσής του το συμψήφισε νόμιμα με την ισόποση ανταπαίτησή της από τα δάνεια, παρότι αυτή δεν τον πρότεινε, 2) παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν από τον ίδιο και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα, δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό του ότι αποδέχτηκε να παρακρατηθούν από την αποζημίωση απόλυσής του τα μη ληξιπρόθεσμα δάνεια που του είχαν χορηγηθεί λόγω των απατηλών και ψευδών δηλώσεων των προστηθέντων υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης, 3) παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν από την εναγομένη-αναιρεσίβλητη και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα, δεν έλαβε υπόψη του τον ουσιώδη ισχυρισμό αυτής ότι δεν συμψήφισε μονομερώς την ανταπαίτησή της εναντίον αυτού ύψους 10.067,30 ευρώ από τα δάνεια που του είχε χορηγήσει, αλλά ότι αυτός οικειοθελώς τα εξόφλησε ταυτόχρονα με την είσπραξη της αποζημίωσής του, Β) την από το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά, χωρίς απόδειξη και συγκεκριμένα, ότι το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχτηκε ως αληθές το γεγονός ότι ήταν ληξιπρόθεσμη η ανταπαίτηση της εναγομένης-αναιρεσίβλητης από τα δάνεια που του είχε χορηγήσει, χωρίς αυτό να αποδειχθεί με κανένα τρόπο και κανένα αποδεικτικό μέσο, Γ) την από το άρθρο 559 αρ, 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου και συγκεκριμένα, ότι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 440 ΑΚ, παρά το γεγονός ότι δεν συνέτρεχαν οι εξ αυτής οριζόμενες προϋποθέσεις συμψηφισμού της ανταπαίτησης της εναγομένης-αναιρεσιβλήτου ποσού 10.067,30 ευρώ προς την απαίτηση του ιδίου για λήψη της αποζημιώσεώς του λόγω απολύσεως, Δ) τις από το άρθρο 559 αρ, 17 και 19 ΚΠολΔ πλημμέλειες, με τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο στην προσβαλλομένη απόφασή του, σχετικά με την αιτία παρακράτησης από την αποζημίωσή του λόγω απόλυσης των δανείων ύψους 10.067,30 ευρώ, εξαιτίας της οποίας η εναγομένη-αναιρεσίβλητη κατέβαλε όχι την πλήρη αποζημίωση ύψους 38.611,88 ευρώ, αλλά την ελαττωμένη ύψους 28.544,58 ευρώ, διέλαβε αντιφατικές διατάξεις και αντιφατικές αιτιολογίες, καθόσον αλλού δέχεται ότι η αιτία της παρακράτησης είναι η συναίνεση αυτού για την εξόφληση των δανείων και αλλού δέχεται ότι η αιτία της παρακράτησης είναι ο συμψηφισμός.
Από την επιτρεπτώς γενόμενη από το δικαστήριο αυτό επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής και των άλλων διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρ. 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.), προκύπτει ότι με την από 27/10/16 και με αριθ. κατ. 68788/2000/31-10-16, αγωγή που άσκησε ο ενάγων-αναιρεσείων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών σε βάρος της εναγόμενης-αναιρεσίβλητης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.", ισχυρίσθηκε, κατ' εκτίμηση του αγωγικού δικογράφου, ότι στις 27/1/89 προσλήφθηκε από την "Εθνική Κτηματική Τράπεζα της Ελλάδος", με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου και εργάστηκε αρχικά ως κλητήρας.
Ότι στις 30/9/90 λύθηκε αυτοδικαίως η ως άνω σύμβασή του και στις 19/10/90 έγινε επαναπρόσληψή του από την ίδια ανωτέρω τράπεζα με όμοια σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου προκειμένου να εργαστεί στην υπηρεσία της ως τακτικό προσωπικό (υπάλληλος δικτύου) και ακολούθως μετά την απορρόφηση στις 2/10/98 αυτής (της Εθνικής Κτηματικής Τράπεζας) λόγω συγχωνεύσεως από την εναγομένη, εργάστηκε στην τελευταία, με σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας, μέχρι την 1/8/16 που απολύθηκε.
Ότι κατά το χρόνο παροχής εργασίας του (επί 27 συναπτά έτη) στην εναγομένη ελάμβανε συνεχείς προαγωγές, μετά από αξιολογήσεις της ποιότητας και ποσότητας των υπηρεσιών που παρείχε, προήχθη διαδοχικά σε Υπολογιστή Β', Υπολογιστή Α', Λογιστή Β', Λογιστή Α', Υποτμηματάρχη και Τμηματάρχη Β' και μάλιστα σε Προϊστάμενο της Διεύθυνσης Κτηματικής και Πίστης.
Ότι παρά το γεγονός ότι υπήρξε παραγωγικός και αποτελεσματικός στη διεκπεραίωση των υποθέσεων που του ανέθετε η εναγομένη, η τελευταία με το υπ' αριθ. πρωτ. 100556009/16 έγγραφό της κατήγγειλε αναιτιολόγητα τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας του την 1/8/16 καλώντας τον να λάβει την νόμιμη αποζημίωσή του λόγω απόλυσης, ανερχόμενη στο ποσό των 38.611,88 €.
Ότι η κατά τα άνω απόλυσή του έλαβε χώρα μετά τη διενέργεια στις 10/12/15 ελέγχου από τη Γενική Διεύθυνση Εσωτερικού Ελέγχου της εναγομένης για φερόμενες "αντικανονιστικές ενέργειές του". Ότι ενώ σύμφωνα με το από 11/2/16 πόρισμα της Γενικής Διεύθυνσης Εσωτερικού Ελέγχου διαπιστώθηκαν οι ως άνω ενέργειές του, για τις οποίες έπρεπε να κινηθεί η προβλεπόμενη από τον Κανονισμό Εργασίας αυτής πειθαρχική διαδικασία, εν τούτοις αυτή δεν κίνησε την προβλεπόμενη πειθαρχική διαδικασία σε βάρος του και ως εκ τούτου ούτε και σε απολογία.
Ότι την 1/8/16, η εναγομένη κατήγγειλε παράνομα τη σύμβασή του, διότι σύμφωνα με το άρθ. 29 του Κανονισμού Εργασίας η καταγγελία της σύμβασης των υπαλλήλων της, αποτελεί επακόλουθο της πειθαρχικής ποινής της οριστικής παύσης, η οποία επιβάλλεται από το Πειθαρχικό Συμβούλιο. Ότι η κατά τα άνω απόλυση είναι παράνομη, άκυρη και καταχρηστική, αλλά και λόγω παραβίασης της αρχής της αναλογικότητας, διότι οι φερόμενες ως "αντικανονιστικές" ενέργειες του δεν έβλαψαν και δεν ζημίωσαν αυτήν, ούτε έθεσαν σε κίνδυνο την αξιοπιστία της, ούτε και αντικειμενικά ήταν ικανές να κλονίσουν την εμπιστοσύνη της προς το πρόσωπο του.
Ότι συνεπεία της άκυρης, παράνομης και καταχρηστικής απόλυσης του, απώλεσε τις αποδοχές που θα ελάμβανε εάν εργαζόταν κατά το διάστημα από 1/8/16 έως 1/1/17 συνολικού ύψους 8789,95 € και επίσης υπέστη ηθική βλάβη και προσβολή της προσωπικότητάς του, συνιστάμενη στη μείωσή του ως ανθρώπου και ως εργαζόμενου, στην ηθική του καταρράκωση και στην ψυχολογική κακοποίησή του.
Με βάση το ανωτέρω ιστορικό, ο ενάγων, μετά από νόμιμο περιορισμό του αγωγικού κονδυλίου περί χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης σε έντοκο αναγνωριστικό, ζήτησε να αναγνωριστεί η ακυρότητα της από 1/8/16 καταγγελίας, να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδέχεται τις υπηρεσίες του στη θέση εργασίας που κατείχε, να υποχρεωθεί να του καταβάλει για μισθούς υπερημερίας το συνολικό ποσό των 8.789,95 € νομιμοτόκως κατά τις αναφερόμενες στην αγωγή διακρίσεις, να αναγνωριστεί η υποχρέωση της να του καταβάλει το ποσό των 20.000,00 € ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από την ως άνω προσβολή, να απειληθεί χρηματική ποινή για κάθε ημέρα άρνησης στην αποδοχή της εργασίας του, να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή κατά τις καταψηφιστικές της διατάξεις και να καταδικαστεί η εναγόμενη στα δικαστικά του έξοδα.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την 727/2017 απόφασή του απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη κατά την περί αδικοπραξίας βάση της και ακολούθως, απέρριψε την αγωγή ως ουσία αβάσιμη, κατά την κύρια βάση της περί αναγνωρίσεως της ακυρότητας της καταγγελίας κατ` άρθρ. 281 ΑΚ και τα συνεχόμενα με αυτή αιτήματα αποδοχής των υπηρεσιών του ενάγοντος εκ μέρους της εναγομένης και επιδικάσεως μισθών υπερημερίας.
Κατά της οριστικής αυτής απόφασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου άσκησε ο ενάγων την από 15-10-2017 έφεσή του. Με τον έβδομο λόγο της έφεσής του ο ενάγων ισχυρίστηκε ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έπρεπε να δεχθεί ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ήταν άκυρη λόγω ελλιπούς καταβολής της αποζημίωσης απόλυσης.
Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, υπό τις εκτεθείσες κατά την έρευνα του πρώτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως παραδοχές και με επικύρωση κατά το σχετικό κεφάλαιο της εκκαλουμένης οριστικής απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου έκρινε ότι η ως άνω καταγγελία της σύμβασης εργασίας δεν ήταν καταχρηστική κατ' άρθρο 281 ΑΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 25 του Συντάγματος.
Στη συνέχεια κατά την έρευνα του εβδόμου λόγου της εφέσεως, απέρριψε αυτόν ως αβάσιμο κατ' ουσία δεχόμενο ότι ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του είναι άκυρη λόγω ελλιπούς καταβολής της αποζημιώσεως απολύσεως, είναι αβάσιμος κατ' ουσία και με επάλληλη αιτιολογία, απέρριψε αυτόν ως απαράδεκτο, καθόσον με την ένδικη αγωγή δεν είχε προβληθεί σχετικός λόγος ακυρότητος της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας.
Σύμφωνα με το ως άνω εκτεθέν περιεχόμενο της αγωγής, αντικείμενο της ανοιγείσας με αυτή δίκης ήταν, πέραν των κεφαλαίων που εδώ δεν ενδιαφέρουν τον αναιρετικό έλεγχο, η ακυρότητα της καταγγελίας της συμβάσεως εξηρτημένης εργασίας του ενάγοντος λόγω καταχρηστικής ασκήσεώς της και οι εκ της ακυρότητας αυτής απορρέουσες συναφείς υποχρεώσεις της εναγομένης για την εκ νέου απασχόλησή του και την καταβολή αποδοχών υπερημερίας.
Στο δικόγραφο δε της αγωγής του ο ενάγων δεν διαλαμβάνει αυτοτελές αίτημα, κύριο ή επικουρικό, αναγνώρισης της ακυρότητας της καταγγελίας εξαιτίας της ελλιπούς προσφοράς της αποζημίωσης απολύσεως. Ο ισχυρισμός αυτός, εφόσον η αγωγή περιελάμβανε αυτοτελές αίτημα αναγνώρισης ακυρότητας της καταγγελίας ως καταχρηστικής, αποτελεί ιδιαίτερο λόγο ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης, νέα δηλ.
βάση και αίτημα της αγωγής, που δεν είχε υποβληθεί με το δικόγραφό της και επομένως συνιστά απαράδεκτη μεταβολή της βάσης της αγωγής, δεν μπορούσε δε να ληφθεί υπόψη και συνακολούθως να θεμελιώσει τις προβαλλόμενες ως άνω αιτιάσεις, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη. Το Εφετείο, τον ισχυρισμό αυτό, που προβλήθηκε ενώπιόν του, απαραδέκτως, ως εκ περισσού, ερεύνησε κατ' ουσία και στη συνέχεια τον απέρριψε ως αβάσιμο, και με την επάλληλη αιτιολογία του, ως απαράδεκτο, ως ακολούθως: "Εξάλλου και ο ίδιος ο ενάγων δεν προέβαλε δια της αγωγής του σχετικό λόγο ακυρότητος της απόλυσης λόγω καταβολής ελαττωμένης αποζημίωσης, προκειμένου η εναγομένη να προβάλλει σχετική ένσταση εξόφλησης ή συμψηφισμού".
Επομένως όλοι οι προαναφερθέντες λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους εκφέρονται από τον αναιρεσείοντα πλημμέλειες της προσβαλλομένης αποφάσεως, σε σχέση με την απόρριψη του εβδόμου λόγου της εφέσεώς του, με τον οποίο απαραδέκτως το πρώτον ενώπιον του Εφετείου προέβαλε τον ως άνω ισχυρισμό ακυρότητος της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του λόγω ελλιπούς καταβολής της αποζημιώσεως απολύσεώς του, ο οποίος συνιστούσε απαράδεκτη μεταβολή της βάσεως της ένδικης αγωγής του, είναι απαράδεκτοι.
Σε κάθε περίπτωση, οι ίδιοι λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς και συνακόλουθα απαράδεκτοι, διότι οι προβαλλόμενες πλημμέλειες δεν επιδρούν στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, αφού το διατακτικό της στηρίζεται επαρκώς στη μη πληττόμενη με λόγο αναίρεσης επάλληλη αιτιολογία.
Έτι δε ειδικότερα: 1) ο με αρίθμηση Α3 λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από τον αρ. 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον προβληθέντα υπό της αναιρεσίβλητης-εναγομένης προαναφερθέντα στο οικείο μέρος ισχυρισμό, είναι απαράδεκτος, διότι ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται για μη λήψη υπόψη πραγμάτων που πρότεινε ο αντίδικος του αναιρεσείοντος (ΑΠ 917/2020, 509/2015), 2) ο με αρίθμηση Δ λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το σκέλος αυτού με το οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αρ. 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, όπως στο οικείο μέρος εκτίθεται, είναι απαράδεκτος καθόσον η προβαλλόμενη αντίφαση αναφέρεται στις διατάξεις του αιτιολογικού μέρους της προσβαλλομένης αποφάσεως και όχι όπως θα έπρεπε σε αντίφαση των διατάξεων του διατακτικού της (ΟλΑΠ 13/1995, ΑΠ 1114/2021).
Κατ' ακολουθίαν η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί. Ο αναιρεσείων ως ηττώμενος πρέπει να καταδικασθεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσιβλήτου, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος αυτής (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-2-2020 αίτηση αναιρέσεως κατά της με αριθμό 815/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσιβλήτου ποσού χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.-
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Ιουνίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Μαΐου 2023.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ