Supreme Court allows appeal due to lack of specific reasoning on pedestrian's contributory negligence in traffic accident case.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against a first-instance judgment regarding a traffic accident involving a pedestrian. The court found the lower court's decision legally flawed because it failed to provide specific factual reasoning regarding the pedestrian's alleged negligence and the exact circumstances of the accident. Consequently, the case was remanded for retrial to address the missing legal basis for attributing fault to the pedestrian.
Legislator headnote
AI generatedArticles 297, 298, 300, 330, 914 of the Civil Code; Article 559, paragraph 19 of the Code of Civil Procedure: The appellate court must provide specific reasoning on the facts; failure to do so regarding contributory negligence renders the judgment legally flawed and requires remand.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 784 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 784/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Αθανάσιο Τσουλό, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας Ε. Ζ. του Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Τσάτσο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αργυρώ Γρατσία - Πλατή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-11-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 12607/2013 μη οριστική και 5763/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1449/2017 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10-6-2019 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Αθανάσιο Τσουλό, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 10-6-2019 (αρ. κατ. 207/2019) αίτηση, για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 1449/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των αυτοκινητικών διαφορών, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 § 1 Κ.Πολ.Δ), είναι επομένως παραδεκτή (άρθρο 577 § 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφ. β' και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία, είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε, και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 ΑΚ, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ' αρχήν, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημίωσης ή τη μείωση του ποσού της, κατά το πιο πάνω άρθρο 300 ΑΚ.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς, ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, ενώ η κρίση για το αν πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση, η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ (ΑΠ 1546/2014, ΑΠ 1513/2014, ΑΠ 128/2013).
Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ, για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας (ΑΠ 1591/ 2014, ΑΠ 76/2014, ΑΠ 2181/2013).
Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς το βαθμό - βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ' άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (ΑΠ 1591/2014, ΑΠ 1715/2010).
Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των αυτοκινήτων που συγκρούστηκαν, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ. Περαιτέρω, η παράβαση των διατάξεων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ΚΟΚ) δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παραβάσεως και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 520/2011, ΑΠ 331/2011, ΑΠ 239/2011, ΑΠ 147/2011).
Εξάλλου κατά το άρθρο 7 του Κ.Ο.Κ "1.Οι πεζοί υποχρεούνται να συμμορφώνονται με τις ενδείξεις των ειδικών γι` αυτούς φωτεινών σηματοδοτών ως ακολούθως, εκτός αν η ρύθμιση της κυκλοφορίας γίνεται από τροχονόμους κατά διάφορο τρόπο α) Πράσινο σταθερό φως με σύμβολο άτομο που βαδίζει: οι πεζοί μπορούν να διασχίσουν το οδόστρωμα.β) Ερυθρό σταθερό φως με σύμβολο άτομο σε στάση:
οι πεζοί δεν μπορούν να διασχίσουν το οδόστρωμα. γ) Πράσινο φως το οποίο αναβοσβήνει με σύμβολο άτομο που βαδίζει: οι πεζοί μπορούν να διασχίσουν το οδόστρωμα με ιδιαίτερη προσοχή.2. Αν ο πεζός καταληφθεί στη διάβαση από το ερυθρό φως με το σύμβολο ατόμου σε στάση, δικαιούται να συνεχίσει την πορεία του προς την απέναντι πλευρά της οδού.
Κατά δε το άρθρο 38 παρ. 4 του ίδιου κώδικα "Οι πεζοί προκειμένου να διασχίσουν το οδόστρωμα, υποχρεούνται: α) Αν υπάρχουν στο οδόστρωμα διαβάσεις πεζών, να τις χρησιμοποιούν. β) Αν στη διάβαση πεζών την οποία πρόκειται να χρησιμοποιήσουν, υπάρχουν φωτεινοί σηματοδότες πεζών, να συμμορφώνονται στα σήματά τους.
γ) Αν στη διάβαση δεν υπάρχουν φωτεινοί σηματοδότες πεζών, αλλά η κυκλοφορία ρυθμίζεται με φωτεινούς σηματοδότες οχημάτων ή από τροχονόμους και δίνεται σήμα για να προχωρήσουν τα οχήματα, να μην κατέρχονται στο οδόστρωμα. δ) Σε διαβάσεις που η κυκλοφορία τόσο των πεζών όσο και των οχημάτων δεν ρυθμίζεται με φωτεινούς σηματοδότες, να μην κατεβαίνουν στο οδόστρωμα πριν λάβουν υπόψη τους την απόσταση και την ταχύτητα των οχημάτων τα οποία πλησιάζουν.
ε) Αν δεν υπάρχουν στο οδόστρωμα διαβάσεις πεζών, να μην κατεβαίνουν σ` αυτό, αν δεν βεβαιωθούν ότι δεν θα παρεμποδίσουν την κυκλοφορία των οχημάτων, στη συνέχεια δε να διασχίζουν το οδόστρωμα κάθετα προς τον άξονά του. στ) Σε ισόπεδους οδικούς κόμβους, στους οποίους η κυκλοφορία ρυθμίζεται με φωτεινούς σηματοδότες οχημάτων ή τροχονόμους, να διασχίζουν το οδόστρωμα βαδίζοντας παράλληλα με τα κινούμενα οχήματα.
ζ) Να διασχίζουν το οδόστρωμα κάθετα χωρίς να βραδυπορούν ή να σταματούν σε αυτό αδικαιολόγητα". Περαιτέρω κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου, που δεν εφαρμόσθηκε (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που, είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.ΑΠ 15/2006).
Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού, αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και, επομένως, δεν συνιστούν αιτιολογία της απόφασης, ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1975/2017, ΑΠ 174/2015, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 845/2012, ΑΠ 1351/2011).
Στη προκείμενη περίπτωση με το πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ (στη πραγματικότητα, μολονότι επικαλείται και εκείνη εκ του αρ. 1 του ίδιου άρθρου), με την αιτίαση ότι δεν έχει νόμιμη βάση, επειδή παραβίασε εκ πλαγίου, τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 300, 330, 914 ΑΚ και 7 και 38 παρ. 4 του Ν. 2696/1999 - ΚΟΚ, διότι το Εφετείο με πλημμελή αιτιολογία κατέληξε σε εσφαλμένο αποδεικτικό πόρισμα, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της ύπαρξης συντρέχοντος πταίσματός της για την πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος.
Από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επιτρεπτά επισκοπούνται για τις ανάγκες του ερευνώμενου ως άνω αναιρετικού λόγου (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει, ότι η αναιρεσείουσα άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης την από 2-11-2010 αγωγή αποζημιώσεως από τροχαίο ατύχημα κατά του αναιρεσιβλήτου με την οποία ζητούσε, να υποχρεωθεί αυτό να της καταβάλει νομιμότοκα, ποσό 377.000 ευρώ, και να αναγνωρισθεί ότι της οφείλει 468.218,53 ευρώ ως αποζημίωση και χρηματική της ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Μετά την έκδοση της υπ'αριθμ. 12607/2013 μη οριστικής απόφασης που διέταξε την επανάληψη της συζήτησης για τους αναφερόμενους σ'αυτή λόγους, εκδόθηκε η με αριθμό 5763/2015 απόφαση του εν λόγω Δικαστηρίου, με την οποία η αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή για το ποσό των 66.600 ευρώ καταψηφιστικά και 81.431,49 αναγνωριστικά. Στη συνέχεια κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκαν από τους διαδίκους αντίθετες εφέσεις ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, οι οποίες συνεκδικάστηκαν, και με την με αριθμό 1449/2017 απόφαση απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη εκείνη της αναιρεσείουσας και έγινε δεκτή ως βάσιμη και κατ'ουσίαν εκείνη του αναιρεσίβλητου, οπότε μετά από εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, έγινε δεκτή εν μέρει η αγωγή και επιδικάσθηκαν στην ενάγουσα αναιρεσείουσα 14.200 ευρώ καταψηφιστικά και 14.843,69 ευρώ αναγνωριστικά.
Ειδικότερα το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την εν λόγω αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα ακόλουθα: "Στις 9-1-2009, ημέρα Παρασκευή και περί ώρα 05.00, η ενάγουσα Ε. Ζ. του Κ., η οποία διήγε το 40° έτος της ηλικίας της, καθ' όσον γεννήθηκε στις 21-4-1969, εκινείτο στο πεζοδρόμιο που βρίσκεται δίπλα ακριβώς από το ρεύμα πορείας που οδηγεί προς την έξοδο της πόλεως της οδού Μοναστηριού και είχε πρόθεση να διασχίσει καθέτως την ως άνω οδό, προκειμένου να φθάσει στην απέναντι πλευρά της, ώστε να κατευθυνθεί ακολούθως στο κτίριο όπου στεγάζεται η "Δημοτική Αστυνομία Θεσσαλονίκης", όπου παρείχε τις υπηρεσίες της ως καθαρίστρια.
Η προαναφερθείσα οδός Μοναστηριού, η οποία τυγχάνει μία από τις κεντρικότερες και από τις πλέον πολυσύχναστες οδούς της πόλεως της Θεσσαλονίκης, εμφανίζει ιδιαιτέρως αυξημένη κίνηση οχημάτων και πεζών καθ' όλη την διάρκεια της ημέρας, είναι διπλής κατευθύνσεως και στο σημείο της που διασταυρώνεται με την οδό Αγίων Πάντων, διαθέτει μία λωρίδα κυκλοφορίας στο κάθε ρεύμα πορείας, τα οποία διαχωρίζονται μεταξύ τους με διαχωριστική υπερυψωμένη νησίδα ασφαλείας πλάτους ενός μέτρου, ενώ το συνολικό πλάτος της εν λόγω οδού ανέρχεται σε δέκα επτά (17) μέτρα και συγκεκριμένα, το ρεύμα πορείας που οδηγεί προς την έξοδο από την πόλη της Θεσσαλονίκης έχει πλάτος επτά (7) μέτρων, η διαχωριστική νησίδα έχει πλάτος ενός (1) μέτρου, όπως ήδη αναφέρθηκε και το ρεύμα πορείας που οδηγεί στην περιοχή του "Βαρδαρίου" και από εκεί στο κέντρο της πόλεως της Θεσσαλονίκης έχει πλάτος εννέα (9) μέτρων.
Κατά το παραπάνω χρονικό σημείο η κατάσταση του ασφάλτινου οδοστρώματος της εν λόγω οδού ήταν "υγρά", η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν "κανονική" και των πεζών "αραιή", ο καιρός ήταν "βροχερός" και παρότι επικρατούσε "νύχτα", η ορατότητα ήταν "καλή", γιατί υπήρχε "επαρκής ηλεκτροφωτισμός" και το ανώτατο όριο ταχύτητος ανέρχεται σε πενήντα (50) χιλιόμετρα ωριαίως, αφού η παραπάνω περιοχή είναι κατοικημένη, ενώ στο παραπάνω σημείο η ως άνω οδός είναι "ευθεία οριζόντια" σε μεγάλη απόσταση, όπως τα παραπάνω στοιχεία επί λέξει καταχωρήθηκαν στην από 9-1-2009 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος που συντάχθηκε από τον Αστυφύλακα Σ.
Κ. με την παρουσία και του Αστυφύλακα Δ. Δ. που υπηρετούν στο Α' Τμήμα Τροχαίας Θεσσαλονίκης. Η ενάγουσα διέσχισε αρχικώς ολόκληρο το πλάτος του ρεύματος πορείας της ως άνω οδού Μοναστηριού που οδηγεί στην έξοδο από την πόλη της Θεσσαλονίκης και έφθασε στην υπερυψωμένη διαχωριστική νησίδα. Ακολούθως επεχείρησε να εισέλθει και να διασχίσει καθέτως και το επόμενο ρεύμα πορείας, αυτό δηλαδή που οδηγεί στο κέντρο της πόλεως της Θεσσαλονίκης, χωρίς όμως να ελέγξει προηγουμένως - όπως ασφαλώς όφειλε και μπορούσε να κάνει προκειμένου να διασχίσει το οδόστρωμα με ασφάλεια και χωρίς κανένα κίνδυνο- εάν επ' αυτού εκινούντο οχήματα.
Μόλις λοιπόν εισήλθε στο οδόστρωμα του ως άνω ρεύματος πορείας παρενεβλήθη στην πορεία ενός οδηγού αυτοκίνητου, ο οποίος, επειδή δεν οδηγούσε με σύνεση και έχοντας διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση του παραπάνω αυτοκινήτου, αλλά και χωρίς να ασκεί τον πλήρη έλεγχο επ' αυτού ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, όπως ασφαλώς όφειλε και μπορούσε να κάνει λόγω της ιδιότητάς του ως οδηγού, δεν αντιλήφθηκε εγκαίρως την ενάγουσα και επέπεσε επ' αυτής και την τραυμάτισε, ενώ στην συνέχεια έσπευσε να εξαφανισθεί προκειμένου να αποφύγει τις συνέπειες της πράξεώς του και παρά τις σχετικές έρευνες που διενεργήθηκαν από τα αρμόδια αστυνομικά όργανα, δεν κατέστη δυνατόν να εξακριβωθούν ούτε τα στοιχεία της ταυτότητας του εν λόγω οδηγού αλλά ούτε ο αριθμός κυκλοφορίας του παραπάνω αυτοκινήτου...
Εν όψει των προαναφερθέντων, το παραπάνω περιγραφόμενο ατύχημα και ο εντεύθεν τραυματισμός της ενάγουσας, οφείλεται στην συνυπαιτιότητα της ιδίας της παθούσης ενάγουσας και ειδικότερα, η συνυπαιτιότητα της ενάγουσας ανέρχεται σε ποσοστόν 30% και τούτο γιατί αυτή στην προσπάθειά της να διασχίσει καθέτως την προαναφερθείσα οδό Μοναστηρίου επεχείρησε να διασχίσει το ρεύμα πορείας της που οδηγεί στην περιοχή του Βαρδαρίου και από εκεί στο κέντρο της πόλεως της Θεσσαλονίκης κατά τρόπον όμως που θα μπορούσε να προκαλέσει κίνδυνο τόσον για την ίδια αλλά και για όσους οδηγούς εκινούντο επ' αυτού και ειδικότερα, αυτή εισήλθε στο παραπάνω ρεύμα πορείας που οδηγεί στο κέντρο της πόλεως της Θεσσαλονίκης, χωρίς όμως να ελέγξει προηγουμένως - όπως ασφαλώς όφειλε και μπορούσε να κάνει, προκειμένου να διασχίσει το οδόστρωμα με ασφάλεια και χωρίς κανέναν κίνδυνο - εάν εκινούντο επ' αυτού οχήματα, αδιαφορώντας για το ενδεχόμενο να προκαλέσει προβλήματα στην ίδια αλλά και στους οδηγούς, που εκείνη την στιγμή εκινούντο στο παραπάνω ρεύμα πορείας, και εξαιτίας της επιδειχθείσης αμελούς αυτής συμπεριφοράς της παρενεβλήθη στην πορεία του ως άνω αγνώστου οδηγού (συμπεριφορά που συνιστά εκ μέρους της παράβαση του άρθρου 38 §§ 1 και 4 του Ν. 2696/1999).
Το υπόλοιπο ποσοστόν ευθύνης, δηλαδή 70%, βαρύνει τον ως άνω άγνωστο οδηγό, καθ' όσον αυτός, επειδή δεν οδηγούσε με σύνεση και έχοντας διαρκώς τεταμένη την προσοχή του αλλά και χωρίς να ασκεί τον πλήρη έλεγχο επί του αυτοκινήτου που οδηγούσε ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, όπως ασφαλώς όφειλε και μπορούσε να κάνει λόγω της ιδιότητάς του ως οδηγού, δεν μπόρεσε να αντιληφθεί εγκαίρως την ως άνω πεζή (ενάγουσα) και επέπεσε επ' αυτής και την τραυμάτισε (συμπεριφορά που συνιστά παράβαση εκ μέρους του των άρθρων 12 § 1 και 19 § 1 του Ν. 2696/1999)".
Με τις παραπάνω παραδοχές, το Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ελλιπείς και ασαφείς αιτιολογίες ως προς το ζήτημα των συνθηκών του ατυχήματος, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη υπαγωγής των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στις διατάξεις που αναφέρθηκαν, στη μείζονα σκέψη της παρούσας, αναφορικά ιδίως με την συντρέχουσα αμέλεια της παθούσης αναιρεσείουσας στην πρόκληση του ατυχήματος και των εντεύθεν συνεπειών του, με αποτέλεσμα εξ αιτίας των ασαφειών και ελλείψεων αυτών να στερείται η προσβαλλόμενη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που απαιτεί ο νόμος και να μην καθίσταται έτσι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη υπαγωγής των διαπιστωθέντων από το Εφετείο πραγματικών περιστατικών στις προαναφερθείσες διατάξεις.
Ειδικότερα δεν διαλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση μετά της δέουσας πληρότητος πραγματικά περιστατικά με βάση τα οποία να δικαιολογείται η παραδοχή του ισχυρισμού του αναιρεσίβλητου (που νομότυπα προβλήθηκε ως ένσταση και λόγος έφεσης) περί συνυπαιτιότητος της παθούσης αναιρεσείουσας στη πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος.
Συγκεκριμένα δεν αναφέρεται α) αν η πεζή αναιρεσείουσα κινήθηκε εντός ή εκτός διάβασης, β) αν υπήρχε φωτεινός σηματοδότης πεζών και ποία ήταν η ένδειξή του, γ) σε ποία απόσταση από τη πεζή βρισκόταν το όχημα, όταν ξεκίνησε αυτή για να διασχίσει το ρεύμα πορείας προς το κέντρο της πόλης, και τι ταχύτητα είχε αυτό και δ) αν αυτό ήταν αντικειμενικά ορατό από τη πεζή, με αποτέλεσμα να μη είναι δυνατόν να ελεγχεί αναιρετικά εάν η είσοδος της αναιρεσείουσας στο οδόστρωμα ήταν νόμιμη και περαιτέρω εάν υφίσταται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της αποδιδόμενης σ'αυτήν αμελούς συμπεριφοράς και της επέλευσης του ατυχήματος.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, είναι βάσιμος ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο πραγματικά αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, δηλαδή της έλλειψης νόμιμης βάσης αυτής, λόγω ανεπαρκών και ασαφών αιτιολογιών ως προς το παραπάνω ουσιώδες ζήτημα.
Συνεπώς παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναίρεσης, καθόσον καθίστανται αλυσιτελείς, λόγω της αναιρετικής εμβέλειας στο σύνολο της προσβαλλόμενης απόφασης του παραπάνω λόγου, που έγινε δεκτός, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην εκείνου, που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση. Περαιτέρω πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στη αναιρεσείουσα του κατατεθέντος παράβολου, σύμφωνα με το άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ και να καταδικασθεί το αναιρεσίβλητο ως ηττηθείς διάδικος, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, η οποία παραστάθηκε διά του πληρεξουσίου δικηγόρου της, αλλά δεν κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 1449/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην εκείνου, που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παράβολου στην αναιρεσείουσα.
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Μαρτίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Μαΐου 2022.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ