Legislator Case Law & Legislation
784/2020 AI generated

Supreme Court allows appeal against lower court's property ownership ruling due to insufficient reasoning.

Case Number 784/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the First Instance Court of Piraeus regarding a property ownership dispute. The lower court had rejected the plaintiff's claim but failed to provide specific reasoning on how the defendant acquired title through long-term possession. The court found this lack of detailed justification constituted a legal error under the Code of Civil Procedure, necessitating a remand for a new trial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 580 of the Code of Civil Procedure: An appeal based on the lack of legal basis due to insufficient reasoning regarding the acquisition of property ownership is admissible and warrants the annulment of the contested judgment.

Keywords

AI generated
property ownership acquisition long-term possession insufficient reasoning legal basis deficiency Code of Civil Procedure annulment of judgment remand for retrial

Cited Legislation

AI generated
Article 495(1) of the Code of Civil Procedure
Article 564(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 552, 553(1)(b), 556, 558, 577 of the Code of Civil Procedure
Article 51 of the Introductory Law to the Civil Code
Article 559(1)(a) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 22(1) of Law 3693/1957
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 784 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 784/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Αναστασία Περιστεράκη, Λάμπρο Καρέλο, Ζαμπέτα Στράτα-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 5η Φεβρουαρίου 2020 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Παναγιώτη Δούκα, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ .

Της αναιρεσίβλητης: Ε.Μ. του Ν., κατοίκου …, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Γεώργιο Κούτση

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-3-2012 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1394/2014 οριστική ίδιου Δικαστηρίου, 200/2018 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 11-10-2018 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη .

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Η κρινόμενη από 11/10/2018 (με αριθμό κατάθεσης 111/2018) αίτηση αναιρέσεως κατά της με αριθμό 200/ 2018 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, έχει ασκηθεί νομότυπα με την κατάθεση του δικογράφου αυτής στη γραμματεία του ως άνω δικαστηρίου (άρθρο 495 παράγραφος 1 ΚΠολΔ ) και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της διετούς προθεσμίας από τη δημοσίευση της (άρθρο 564 παράγραφος 3 ΚΠολΔ), εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής.

Συνεπώς, ενόψει και των διατάξεων των άρθρων 552, 553 παράγραφος 1 β, 556, 558 και 577 του ΚΠολΔ, είναι παραδεκτή και πρέπει να εξεταστεί το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της.

2. Σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 8 παρ. 1κωδ.( 7. 39),ν. 9 παρ.1 Πανδ.( 50. 14),ν. 2 παρ. 20 Πανδ. (41. 4) ,ν. 6 παρ. 1 Πανδ.( 44. 3),ν. 76 παρ. 1 Πανδ. (18. 1),ν. 7 παρ. 3Πανδ.( 23. 3) του (προϊσχύσαντος) Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, οι οποίες, με βάση τη διάταξη του άρθρου 51 Εισ.Ν.ΑΚ, εφαρμόζονται για την κτήση κυριότητας πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (23-2-1946), μπορούσε να αποκτηθεί η κυριότητα ακινήτου με πρωτότυπο τρόπο και, συγκεκριμένα, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, κατόπιν ασκήσεως νομής επί αυτού, ως τέτοιας νοούμενης της διενέργειας εμφανών και συνεχών πράξεων, που εκδηλώνουν βούληση εξουσίας του νομέα πάνω στο ακίνητο, με καλή πίστη, δηλαδή, με την ειλικρινή πεποίθηση του νομέα ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλει, κατ' ουσία, το δικαίωμα κυριότητας τρίτου, σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 20 παρ. 12 Πανδ.( 5. 8), 27 Πανδ.( 18. 1), και διάνοια κυρίου για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας.

Ακολούθως, σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 12πανδ.( 28. 7), ν. 14 παρ. 8 Πανδ.( 11.7) και ν. 69 Πανδ.(29.2) του (προισχύσαντος) Βυζαντινό ρωμαϊκού δικαίου, οι εκούσιοι ή εξωτικοί κληρονόμοι, στους οποίους περιλαμβάνονται η σύζυγος, καθώς και οι μη υπεξούσιοι κατιόντες του κληρονομουμένου, δηλαδή, οι ενήλικοι κατιόντες, αποκτούν την κληρονομιά με μονομερή δήλωση της βούλησης τους για αποδοχή αυτής, που αποτελεί δικαιοπραξία μη απευθυντέα (υπεισέλευση στην κληρονομιά).

Η δήλωση αυτή μπορεί να είναι είτε ρητή ( έγγραφη ή προφορική), είτε σιωπηρή, συναγόμενη από συμπεριφορά ή πράξεις, που φανερώνουν την πρόθεση εκείνου που καλείται στην κληρονομιά για ανάμειξη σ' αυτή και απόκτηση της. Εξάλλου, κατά το άρθρο 1045ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μία εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα ( κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου.

Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στον χρόνο της δικής του νομής και τον χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του (άρθρο 1051 ΑΚ).

Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ' αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 1033 του ίδιου Κώδικα, για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ' αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία.

Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβάλλεται σε μεταγραφή. Επίσης, σύμφωνα με τα άρθρα 1710 παρ. 1, 1846, 1193, 1195, 1198, 1199 του ίδιου Κώδικα, η κληρονομική διαδοχή, είτε χωρεί από το νόμο (εξ αδιαθέτου ή εκ νόμιμης μοίρας) είτε από διαθήκη, αποτελεί παράγωγο τρόπο κτήσης κυριότητας των κληρονομιαίων ακινήτων, η κυριότητα των οποίων μεταβαίνει αναδρομικώς στον κληρονόμο από το θάνατο του κληρονομουμένου, εφόσον ο κληρονόμος αποδεχθεί με δημόσιο έγγραφο την κληρονομιά και μεταγράψει την περί αποδοχής δήλωσή του.

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την εν λόγω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως, ο οποίος εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 562 παρ. 4 του ΚΠολΔ), ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθεμένα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Εν προκειμένω, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά, κατά την ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου, τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: "Το επίδικο ακίνητο έχει εμβαδό … τετραγωνικά μέτρα και βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια … του Δήμου …, έχει λάβει αριθμό ΚΑΕΚ … και έχει καταχωρηθεί από το εναγόμενο ως τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου του, το οποίο φέρεται ότι αποτελεί δημόσιο κτήμα και φέρει τον αριθμό ΑΒΚ ….

Η παραπάνω καταχώρηση βασίστηκε αφενός στο από … τοπογραφικό διάγραμμα του Τοπογραφικού Γραφείου … με το συνημμένο κτηματολογικό πίνακα, όπου το εναγόμενο που συνέταξαν οι μηχανικοί Π. και Κ. όπου εμφαίνεται ότι το εναγόμενο κατείχε έκταση εμβαδού … τετραγωνικών μέτρων η οποία διεκδικούνταν από τις Κοινότητες … και … και αφετέρου από τις αεροφωτογραφίες των ετών 1945 και 1998 όπου στις πρώτες εξ αυτών εμφαίνονταν ως δασική έκταση.

Επίσης, όπως προκύπτει από το με αριθμό πρωτοκόλλου … έγγραφο της διεύθυνσης δασών Πειραιά ο Γ.Γ.Π.Α υπέβαλε δήλωση ιδιοκτησίας και για το επίδικο ακίνητο το οποίο περιλαμβάνονταν στους δασικούς χάρτες (οι οποίοι δεν είχαν αναρτηθεί και αφορούσε δασικές εκτάσεις, για τις οποίες ισχύει το μαχητό τεκμήριο κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου.

Όμως, μετά την παραπάνω δήλωση τέθηκε σε ισχύ ο νόμος 3208/ 2003 δυνάμει του οποίου τα δάση και οι δασικές εκτάσεις της νήσου Σαλαμίνας (εκτός αυτών της διαλελυμένης Μονής Αγίου Νικολάου και της περιοχής Κολώνας) αναγνωρίζονταν ως ιδιωτικά, ενώ εξαιρέθηκαν οι εκτάσεις που ήταν καταγεγραμμένες στα βιβλία δημοσίων κτημάτων του Υπουργείου Οικονομικών ως δημόσια κτήματα.

Ακόμη .αποδεικνύεται ότι δυνάμει του με αριθμό … εγγράφου του συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη Σαλαμίνας Γεωργίου Κάφφου το εναγόμενο αναγνώρισε την ιδιοκτησία των Σαλαμινίων όχι μόνο στα ιδιόκτητα αγροκείμενα δάση αλλά και στα ορεινά μέρη με μόνη εξαίρεση τα δάση που ανήκαν στη διαλελυμένη Μονή του Αγίου Νικολάου, απορριπτόμενων των σχετικών λόγων έφεσης περί διαδοχής του ελληνικού κράτους στις δασικές εκτάσεις της νήσου Σαλαμίνας.

Επίσης αποδεικνύεται από το με αριθμό … συμβόλαιο αγοραπωλησίας ακινήτου του συμβολαιογράφου Αθηνών Γ. Μ. που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών Σαλαμίνας στον τόμο … και με αριθμό …, ότι το επίδικο ακίνητο αποτελούσε ήδη από το έτος 1899 τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου συνολικής έκτασης 111.987 τετραγωνικών μέτρων συγκυριότητας κατά ποσοστό ενός δεύτερου(1/2) εξ αδιαιρέτου των Α.ή Α.Σ.

και του Ι.Σ. και μετά τον θάνατο Α. ή Α. Σ. κατά το προαναφερόμενο έτος (1899), ο υιός του, Π. Σ., ως μοναδικός κληρονόμος του, αποκτά, δυνάμει του με αριθμό … συμβολαίου του συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη Σαλαμίνας Στεφάνου Παπασημακόπουλου που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Σαλαμίνας στον τόμο …και με αριθμό … την κυριότητα και του υπολοίπου ποσοστού συγκυριότητας του ακινήτου.

Ακόμη αποδεικνύεται ότι οι απώτεροι δικαιοπάροχοι του Π.Σ., από το έτος 1845 μέχρι το θάνατο τους, ασκούσαν στο σύνολο του ακινήτου τις προσιδιάζουσες στην φύση του πράξεις νομής χωρίς να αμφισβητηθεί η κυριότητά τους από το εναγόμενο και στη συνέχεια ο ίδιος το εκμεταλλεύονταν κατά τον προορισμό του. Επιπλέον, σύμφωνα με το με αριθμό πρωτοκόλλου … έγγραφο της Κοινότητας Αμπελακίων προς τον οικονομικό έφορο Σαλαμίνας, αμφισβητήθηκε η καταχώρηση στο κτηματολόγιο του Δημοσίου της έκτασης των …στρεμμάτων που περιγράφονταν στο προαναφερόμενο από … τοπογραφικό διάγραμμα, καθόσον η επίδικη έκταση ήταν βραχώδεις και βοσκίσιμη καθώς και καλλιεργούμενη από διάφορους ιδιοκτήτες.

Από τα ανωτέρω αποδεικνύεται ότι το επίδικο ακίνητο ως τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου, το οποίο συμπεριλαμβανόταν στο σύνολο του στο προαναφερόμενο ακίνητο έκτασης … στρεμμάτων, ουδέποτε αποτελούσε δημόσιο κτήμα, αλλά αντίθετα περιήλθε στους απώτερους δικαιοπαρόχους της ενάγουσας ήδη από το έτος 1845 και έκτοτε, χωρίς ουδέποτε να εγκαταλειφθεί η νομή του, μεταβιβάστηκε με παραγωγό τρόπο (κληρονομική διαδοχή και πώληση) στους δικαιοπαρόχους της ενάγουσας.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο έκανε δεκτή την αγωγή, αναγνωρίζοντας την κυριότητα της ενάγουσας επί του επιδίκου και διατάσσοντας την διόρθωση των εγγραφών στο οικείο κτηματολογικό βιβλίο του Κτηματολογικού Γραφείου Σαλαμίνας δεν έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων και πρέπει να απορριφθούν οι λόγοι έφεσης όπως και η έφεση στο σύνολο της ως αβάσιμη".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο στέρησε την απόφαση του από νόμιμη βάση με ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της κτήσης της κυριότητας του επιδίκου από την ενάγουσα και τους δικαιοπαρόχους της διότι: 1) δεν προσδιορίζει παντελώς τον τρόπο κτήσεως της κυριότητας του επίδικου από την ενάγουσα, εκθέτοντας συγχρόνως και τα περιστατικά, τα οποία συγκροτούν τον καθένα απ' αυτούς, 2) δεν αναφέρει τους άμεσους δικαιοπάροχους της ενάγουσας ούτε τα ειδικότερα στοιχεία που συνθέτουν τους επικαλούμενους παράγωγους τρόπους (κληρονομική διαδοχή και πώληση) κτήσης της κυριότητας του επιδίκου απ' αυτούς, 3) Δεν αναφέρει τις συγκεκριμένες πράξεις νομής που ασκούσαν στο επίδικο οι απώτεροι δικαιοπάροχοι (τους οποίους δεν προσδιορίζει) του Π.Σ.

και ο ίδιος από το έτος 1845 και εφεξής, ούτε και αν αυτές ασκούνταν με καλή πίστη μέχρι την εισαγωγή του ΑΚ (23/2/1946) και 4) Δεν προσδιορίζει τον τρόπο με τον οποίο ο Π. Σ. απέκτησε την κυριότητα του επίδικου, κατά ποσοστό ενός δεύτερου (1/2) εξ αδιαιρέτου, ως κληρονόμος του αποβιώσαντος κατά το έτος … πατέρα του Α.

Σ., συγκυρίου κατά το άνω ποσοστό του επίδικου. Εξαιτίας δε των ως άνω ανεπαρκών αιτιολογιών καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή των προπαρατεθεισών ουσιαστικών διατάξεων που εφάρμοσε και, επομένως ο δεύτερος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ,όπως παραδεκτά συμπληρώνεται από το δικαστήριο τούτο, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της κτήσεως της κυριότητας του επιδίκου από την ενάγουσα- αναιρεσίβλητη και τους δικαιοπαρόχους αυτής, είναι βάσιμος.

Ενόψει δε του ότι η παραδοχή του παραπάνω λόγου της αναιρέσεως συνεπάγεται την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως στο σύνολο της παρέλκει η έρευνα του ετέρου λόγου από τον αριθμό 1 εδάφιο α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ της αιτήσεως αναιρέσεως. Πρέπει, επομένως, να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως, να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παράγραφος 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος ( άρθρα 176, 183, 191 παράγραφος 2 ΚΠολΔ), μειωμένων, όμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 22 παράγραφος 1 του νόμου 3693/1957, όπως αυτή ισχύει μετά την υπ' αριθμ. 134423/ 8/12/1992 απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παράγραφος 12 του νόμου 1738/1987 σε συνδυασμό με τα άρθρα 7 και 9 του νομοθετικού διατάγματος 2698/1993, κατά τα διαλαμβανόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 200/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 29 Απριλίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 7 Ιουλίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ