Supreme Court dismisses appeal on securities claims barred by statute of limitations during company liquidation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the anonymous securities company's appeal against the First Instance Court of Athens regarding claims made during its liquidation proceedings. The court found that claims arising after the liquidation began were subject to the statute of limitations, while pre-liquidation claims were suspended but not barred. Consequently, the court rejected the argument that the company lacked standing to sue during the liquidation phase.
Legislator headnote
AI generatedArt. 15(6) Law 3632/1928; Art. 4a(1) Law 1806/1988; Art. 22(2) Law 3606/2007: Claims arising during a company's liquidation are subject to the statute of limitations, and the liquidation does not create a legal impediment to initiating judicial proceedings for such claims.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 784 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 784/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αβροκόμη Θούα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Αποστολάκη - Εισηγητή, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Κυριάκο Οικονόμου και Αναστασία Περιστεράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Απριλίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: υπό εκκαθάριση τελούσας ανώνυμης χρηματιστηριακής εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Ρίζο. Της αναιρεσίβλητης: Α. Λ. του Χ., κατοίκου .... Παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Κανέλλια.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-3-2012 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2675/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 2140/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6-7-2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 15 παρ. 6 του ν. 3632/1928, το οποίο ισχύει εν προκειμένω λόγω του χρόνου κατά τον οποίο συνήφθησαν οι ένδικες χρηματιστηριακές συναλλαγές, "Πάσα αξίωσις πηγάζουσα εκ χρηματιστηριακής συναλλαγής παραγράφεται μετά πάροδον έτους από της λήξεως του έτους καθ` ο συνήφθη η συναλλαγή." Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται και στις συμβάσεις παραγγελίας χρηματιστηριακής συναλλαγής, η οποία θεωρείται παρεπόμενη χρηματιστηριακή συναλλαγή (Ολομ ΑΠ 16/2008).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 4α παρ. 1 του ν. 1806/1988, "Μετά την κατά τις κείμενες διατάξεις ανάκληση της άδειας λειτουργίας ανώνυμης χρηματιστηριακής εταιρίας ("Α.Χ.Ε.") ή άλλης Εταιρίας Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (Ε.Π.Ε.Υ.), πλην των πιστωτικών ιδρυμάτων, ανακαλείται υποχρεωτικά και η υπουργική απόφαση, με την οποία χορηγήθηκε η άδεια σύστασης και εγκρίθηκε το καταστατικό της εταιρίας και ακολουθεί στάδιο εκκαθάρισής τους σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου.
Κατά το στάδιο αυτό και μέχρι την έκδοση της προβλεπόμενης από την παράγραφο 9 του παρόντος άρθρου απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου, η Α.Χ.Ε. ή Ε.Π.Ε.Υ. δεν μπορεί να κηρυχθεί σε πτώχευση. Για το ίδιο χρονικό διάστημα αναστέλλονται και οι ατομικές διώξεις και κάθε αναγκαστική εκτέλεση κατά της εταιρίας." Τα ίδια ακριβώς προβλέπει και το άρθρο 22 παρ. 2 εδ.
β του ν. 3606/2007 που ίσχυσε στη συνέχεια, ορίζοντας ότι "Κατά το στάδιο της ειδικής εκκαθάρισης και μέχρι την περάτωσή της, με βάση τα ειδικότερα προβλεπόμενα στην παράγραφο 11, η ΑΕΠΕΥ δεν μπορεί να κηρυχθεί σε πτώχευση και αναστέλλονται οι ατομικές διώξεις, καθώς και κάθε ενέργεια αναγκαστικής εκτέλεσης".
Ως αναστολή διώξεων εν γένει νοείται η αναβολή μελλοντικών, καθώς και η αναστολή τυχόν εκκρεμών διαδικασιών παροχής έννομης προστασίας θιγομένων δικαιωμάτων των δανειστών της υπό εκκαθάριση εταιρίας, υπό την έννοια ότι απαγορεύεται να ικανοποιούν τις απαιτήσεις τους μέσω διαδικασιών διάγνωσης ή εκτέλεσης, ατομικών ή συλλογικών, δικαστικών ή εξωδίκων κατά τη διάρκεια της εκκαθάρισης.
Επομένως, ο δανειστής για την ικανοποίηση της απαίτησής του δεν μπορεί να ασκήσει κατά της υπό εκκαθάριση εταιρίας κάθε είδους ένδικο βοήθημα, όπως καταψηφιστική ή αναγνωριστική αγωγή, ούτε να συζητήσει ήδη ασκηθείσες τέτοιες αγωγές. Με την περάτωση όμως της ειδικής εκκαθάρισης παύει και η αναστολή των ατομικών διώξεων (άρθρα 4α παρ. 5 του ν. 1806/1988 και 22 παρ. 9 του ν. 3606/2007).
Κατά τη διάρκεια της αναστολής των ατομικών διώξεων, επειδή οι δανειστές εμποδίζονται από το νόμο να επιδιώξουν δικαστικά τις αξιώσεις τους, δεν αρχίζει η ως άνω ενιαύσια παραγραφή αυτών, αφού κατά το άρθρο 251 ΑΚ "Η παραγραφή αρχίζει από τότε που γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της".
Για δε εκείνες τις αξιώσεις, η παραγραφή των οποίων είχε αρχίσει να τρέχει πριν από την έναρξη της ως άνω εκκαθάρισης αλλά δεν είχε συμπληρωθεί, πρέπει να γίνει δεκτό (κατά τη συνδυασμένη ερμηνεία των άρθρων 251 και 255 ΑΚ) ότι, εξ αιτίας της προαναφερόμενης νομικής αδυναμίας δικαστικής επιδίωξης, η παραγραφή στη συνέχεια, δηλαδή μετά την εκκαθάριση, αναστέλλεται αυτοδίκαια μέχρι το πέρας της.
Και τούτο γιατί, ναι μεν η διάταξη του άρθρου 251 ΑΚ αναφέρεται σε νομική αδυναμία που υπάρχει κατά την έναρξη της παραγραφής, πλην όμως για την ταυτότητα του νομικού λόγου το ίδιο πρέπει να ισχύσει και στην περίπτωση που η παραγραφή άρχισε και κατά τη διαδρομή ανέκυψε νομικό κώλυμα της δικαστικής επιδίωξης της αξίωσης.
Δεν πρόκειται για μία περίπτωση αναστολής συμπληρώσεως κατά το άρθρο 255 εδ. α ΑΚ, αλλά για μία ειδική περίπτωση απόλυτης αναστολής, συναγόμενης ερμηνευτικά από τις ως άνω διατάξεις, με την έννοια ότι, όσο χρόνο διαρκεί η εκκαθάριση και οι δανειστές εμποδίζονται από το νόμο να ασκήσουν τις αξιώσεις τους, επέρχεται απόλυτη αναστολή της παραγραφής αυτών, ενόψει και του ότι η τυχόν συμμετοχή τους στη διαδικασία της εκκαθάρισης δεν προβλέπεται από το νόμο ως λόγος διακοπής της παραγραφής, όπως στο άρθρο 264 αριθ. 2 ΑΚ προβλέπεται για την αναγγελία των πιστώσεων στην πτωχευτική διαδικασία.
Εν προκειμένω, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: "Στις 5.7.2004 η ενάγουσα-εκκαλούσα συνήψε με την εναγομένη-εφεσίβλητη, ανώνυμη χρηματιστηριακή εταιρία παροχής επενδύσεων, την υπ' αριθμ. 0000073 σύμβαση επενδυτικών υπηρεσιών και της ανέθεσε δυνάμει αυτής τη διαχείριση χρηματικών ποσών με την εντολή να εκτελέσει για λογαριασμό της χρηματιστηριακές συναλλαγές και ειδικότερα να τα επενδύσει για λογαριασμό της, αντί προμήθειας 1% για κάθε συναλλαγή, σε διεθνές ομολογιακό προϊόν.
Για την εκτέλεση της εντολής αυτής η ενάγουσα-εκκαλούσα κατέβαλε την ίδια ημέρα στην εναγομένη-εφεσίβλητη το ποσό των είκοσι δύο χιλιάδων (22.000) ευρώ ... Στη συνέχεια, στα πλαίσια της ίδιας σύμβασης η ενάγουσα-εκκαλούσα κατέβαλε, στις 1/4/2005, στην εναγομένη-εφεσίβλητη το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000,00) ευρώ με την εντολή να το επενδύσει για λογαριασμό της σε 10ετές χρηματοοικονομικό προϊόν...
Η εναγομένη- εφεσίβλητη δεν προέβη σε καμία από τις ως άνω επενδύσεις για λογαριασμό της εκκαλούσας, παρά το γεγονός ότι τα ως άνω χρηματικά ποσά, συνολικού ύψους τριάντα δύο χιλιάδων (32.000.00), ευρώ εισήχθησαν στο ταμείο της... Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι με την υπ' αριθμ. 1/333/21-3-2005 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας της εναγομένης-εφεσίβλητης...
και με την υπ' αριθμ. Κ2-3544/24-3-2005 απόφαση του Υφυπουργού Ανάπτυξης ανακλήθηκε η άδεια σύστασης και έγκρισης καταστατικού της... και τέθηκε αυτή (εφεσίβλητη) σε ειδική εκκαθάριση κατά τις διατάξεις του άρθρου 4α του ν. 1806/1988, που ίσχυε τότε. Η καταχώρηση της υπ' αριθμ. Κ2-3544/24-3-2005 απόφασης του Υφυπουργού Ανάπτυξης στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιριών του Υπουργείου Ανάπτυξης έλαβε χώρα στις 29/3/2005 και η ανακοίνωση της καταχώρησης δημοσιεύτηκε στις 31/3/2005 (βλ.
ΦΕΚ 2014/τεύχος ανωνύμων εταιριών και εταιριών περιορισμένης ευθύνης). Επόπτης για την εκκαθάριση με την ίδια ως άνω απόφαση ορίστηκε ο Γ. Ε., Δικηγόρος …. Με την υπ' αριθμ. 4456/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Διαδικασία Εκούσιας Δικαιοδοσίας), ορίσθηκε εκκαθαριστής ο Δ. Μ. του Π., Ορκωτός Ελεγκτής-Λογιστής.
Με την υπ' αριθμ. 4993/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Διαδικασία Εκούσιας Δικαιοδοσίας), που δημοσιεύθηκε στις 16/8/2011, υπό το καθεστώς πλέον του άρθρου 22 του ν. 3606/2007, που αντικατέστησε από 1/11/2007 το ν. 1806/1988, κηρύχθηκε η περάτωση της ειδικής εκκαθάρισης και ορίστηκε ως χρόνος περάτωσης και λήξης της θητείας του επόπτη και του εκκαθαριστή ο χρόνος κατά τον οποίο θα αναλάβουν τα καθήκοντα, τους οι εκκαθαριστές της κατά τις διατάξεις του κ.ν. 2190/1920 εκκαθάρισης.
Στις 6/9/2013 συνήλθε η γενική συνέλευση των μετόχων και εξέλεξε ως εκκαθαριστές τους Α. Μ. και Γ. Α., οι οποίοι αποδέχθηκαν τον διορισμό τους και ανέλαβαν τα καθήκοντά τους στις 9/9/2013... Με βάση τα παραπάνω δεδομένα δεν ήταν δυνατή ήδη από 21/3/2005 η εκτέλεση της επενδυτικής εντολής της εκκαλούσας προς την εναγομένη-εφεσίβλητη εξαιτίας της οριστικής και πλήρους αδυναμίας της να παράσχει επενδυτικές υπηρεσίες συνεπεία της ανάκλησης της άδειας λειτουργίας της...
Κατά συνέπεια, δυνάμει της μεταξύ τους σύμβασης... παραγγελίας χρηματιστηριακής συναλλαγής..., η εναγομένη-εφεσίβλητη οφείλει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 719, 330 και 335 του ΑΚ, να καταβάλει στην ενάγουσα- εκκαλούσα το ποσό των τριάντα δύο χιλιάδων (32.000,00) ευρώ, το οποίο έλαβε από αυτή με την εντολή επένδυσης και δεν το δαπάνησε, αλλά ούτε μπορεί πλέον να το δαπανήσει για την εκτέλεση της εντολής αυτής, αφού ήδη είχε τεθεί σε ειδική εκκαθάριση...
Η εναγομένη-εφεσίβλητη υποστηρίζει ότι η ενάγουσα-εκκαλούσα κατέβαλε το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ για συναλλαγή άσχετη με την ίδια (εναγομένη-εφεσίβλητη) λόγω της ειδικής εκκαθάρισης, στην οποία είχε ήδη τεθεί. Ο ισχυρισμός της αυτός δεν αποδείχθηκε. Αντιθέτως, αποδείχθηκε ότι η καταβολή του ποσού αυτού έγινε από την ενάγουσα-εκκαλούσα σε υπάλληλο της τελευταίας...
στα πλαίσια εγκύρως συναφθείσας πριν από τη θέση της εναγομένης-εφεσίβλητης σε ειδική εκκαθάριση μεταξύ των διαδίκων σύμβασης επενδυτικών υπηρεσιών και αυτό (ποσό) εισήχθη στο ταμείο της. Εξάλλου, δεν αποδείχθηκε από κάποιο στοιχείο της δικογραφίας ότι η ενάγουσα-εκκαλούσα γνώριζε ότι η εναγομένη-εφεσίβλητη είχε τεθεί σε καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης, γνώση που απαιτείται στο χώρο των συναλλαγών βάσει της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης των αντισυμβαλλομένων, ενώ, επιπροσθέτως, προκύπτει σιωπηρώς, αλλά σαφώς έγκριση της καταβολής αυτής από το νόμιμο όργανο εκπροσώπησης της εναγομένης-εφεσίβλητης δεδομένου ότι όταν η ενάγουσα-εκκαλούσα αναγγέλθηκε στη διαδικασία επαλήθευσης, η εναγομένη-εφεσίβλητη, διά του Επόπτη της αρνήθηκε να της καταβάλει το συνολικό ποσό των τριάντα δύο χιλιάδων (32.000,00) ευρώ με την αιτιολογία ότι δεν είχε επενδυθεί και, άρα, δεν αποτελούσε προνομιακή απαίτηση κατ' αυτής αποδεχόμενη με τον τρόπο αυτό και την καταβολής του ποσού των δέκα χιλιάδων (10.000,00) ευρώ.
Επομένως, η καλόπιστη κατά το χρόνο της παραπάνω καταβολής εκκαλούσα νομιμοποιείται να απαιτήσει και το ποσό αυτό από την εφεσίβλητη... Η εναγομένη-εφεσίβλητη προέβαλε πρωτοδίκως και επαναφέρει με τις προτάσεις της στο παρόν Δικαστήριο τον ισχυρισμό ότι έως την άσκηση της αγωγής οι αξιώσεις της εκκαλούσας είχαν υποπέσει στην ενιαύσια παραγραφή του άρθρου 15 παρ. 6 του ν. 3632/1928.
Σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη κάθε αξίωση που πηγάζει από χρηματιστηριακή συναλλαγή παραγράφεται μετά την πάροδο έτους από τη λήξη του έτους κατά το οποίο συνήφθη η συναλλαγή. Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται και στις συμβάσεις παραγγελίας χρηματιστηριακής συναλλαγής, όπως η επίδικη, η οποία θεωρείται παρεπόμενη χρηματιστηριακή συναλλαγή και ας μην χρησιμοποιήθηκαν τα χρήματα, που δόθηκαν για τη διενέργειά της..., παρόλο που καταργήθηκε με το άρθρο 85 παρ. 1 περ.
α' του ν. 3606/2007 από 1/11/2007, λόγω του χρόνου γέννησης των επίδικων αξιώσεων... Όμως, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 4α του ν. 1806/1988 και 22 του ν. 3606/2007 που εφαρμόζονται, διαδοχικώς, στην ειδική εκκαθάριση της εφεσίβλητης κατά το στάδιο αυτό αναστέλλονται υποχρεωτικώς οι ατομικές διώξεις και η αναγκαστική εκτέλεση της εταιρίας, η οποία ούτε σε πτώχευση μπορεί να κηρυχθεί (άρθρα 4α παρ.1 του ν. 1806/1988 και 22 παρ.1 του ν. 3606/2007).
Όπως προκύπτει από την ως άνω διατύπωση των διατάξεων αυτών ("...αναστέλλονται και οι ατομικές διώξεις.."), η αναστολή καταλαμβάνει και τη διαγνωστική δίκη με την έννοια ότι δεν είναι δυνατή η έγερση καταψηφιστικής ή αναγνωριστικής αγωγής κατά της εταιρίας σε ειδική εκκαθάριση και όσο διαρκεί αυτή. Με την περάτωση της ειδικής εκκαθάρισης παύει και η αναστολή των ατομικών διώξεων (άρθρα 4α παρ. 5 του ν. 1806/1988 και 22 παρ. 9 του ν. 3606/2007).
Κατά την αναστολή των ατομικών διώξεων πρέπει να γίνει δεκτό ότι επέρχεται και αναστολή της παραγραφής των αξιώσεων, αφού οι δανειστές εμποδίζονται να τις ασκήσουν λόγω νομικής αδυναμίας δικαστικής επιδίωξής τους με νομικό έρεισμα τη διάταξη του άρθρου 251 του ΑΚ, η οποία ναι μεν αναφέρεται στην έναρξη της παραγραφής, πλην όμως μπορεί να εφαρμοσθεί και στην περίπτωση που η παραγραφή άρχισε και κατά τη διαδρομή ανέκυψε νομικό κώλυμα της δικαστικής επιδίωξης της αξίωσης.
Η τελολογική εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 251 του ΑΚ σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 255 του ιδίου Κώδικα πρέπει να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι κατά τη διάρκεια της αναστολής των ατομικών διώξεων της υπό ειδικής εκκαθάρισης εταιρίας αναστέλλεται και η παραγραφή των αντίστοιχων αξιώσεων των δανειστών...
Επομένως, όσον αφορά την αξίωση της εκκαλούσας από την καταβολή στις 1/4/2005, η οποία είναι αυτοτελής λόγω της αυτοτέλειας των δύο εντολών, αυτή δεν ήταν δικαστικώς επιδιώξιμη πριν από τις 9/9/2013 που περατώθηκε η ειδική εκκαθάριση της εφεσίβλητης και ανέλαβαν καθήκοντα οι εκκαθαριστές της κατά τον κν 2190/1920 εκκαθάρισης σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 4193/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Διαδικασία Εκούσιας Δικαιοδοσίας) λόγω του συνεπεία της ειδικής εκκαθάρισης νομικού κωλύματος δικαστικής επιδίωξής της.
Έκτοτε δε άρχισε, σύμφωνα με το άρθρο 251 του ΑΚ, σύμφωνα με το οποίο για να αρχίσει να τρέχει η παραγραφή πρέπει όχι μόνο να έχει γεννηθεί η αξίωση, αλλά να είναι και δικαστικώς δυνατή η επιδίωξή της, η παραγραφή της και, άρα, δεν ήταν δυνατόν να έχει συμπληρωθεί έως τις 3/4/2012, που επιδόθηκε στην εναγομένη-εφεσίβλητη η από 1/3/2012...
αγωγή της ενάγουσας-εκκαλούσας... Όσον αφορά την αξίωση της ενάγουσας-εκκαλούσας από την καταβολή στις 5/7/2004 ναι μεν αυτή ήταν δικαστικώς επιδιώξιμη πριν από τη θέση της εναγομένης-εφεσίβλητης σε ειδική εκκαθάριση, πλην όμως η ενιαύσια παραγραφή της, η οποία άρχισε στις 31/12/2004, βάσει της διάταξης του άρθρου 15 παρ. 6 του ν. 3632/1928, ανεστάλη, σύμφωνα με τη νομική σκέψη, που προεκτέθηκε, με τη θέση της εναγομένης- εφεσίβλητης σε ειδική εκκαθάριση στις 21/3/2005 έως το πέρας αυτής στις 9/9/2013.
Κατά συνέπεια, ούτε αυτή (αξίωση) είχε υποπέσει κατά την άσκηση της αγωγής, που ολοκληρώθηκε με την επίδοσή της στην εφεσίβλητη-εναγομένη στις 3/4/2012, σε παραγραφή..." Ακολούθως, το Εφετείο, με βάση τις παραδοχές αυτές, έκανε δεκτή ως νόμιμη και βάσιμη την αντένσταση της ενάγουσας περί αναστολής της παραγραφής που, κατά την εκτίμησή του, είχε προτείνει καθ' υποφορά με την αγωγή κατά της ενστάσεως παραγραφής της εναγομένης και, αφού έκανε δεκτή την έφεση της ενάγουσας και εξαφάνισε την εκκαλούμενη, που είχε κρίνει τα αντίθετα, δέχθηκε την αγωγή ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη, υποχρεώνοντας την εναγομένη να πληρώσει στην ενάγουσα 32.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 251 ΑΚ, 4α ν. 1806/1988 και 22 παρ. 9 ν. 3606/2007, δεχόμενο ότι οι επίδικες αξιώσεις δεν υπέπεσαν στην ενιαύσια παραγραφή του άρθρου 15 παρ. 6 του ν. 3632/1928, το οποίο ισχύει εν προκειμένω λόγω του χρόνου κατά τον οποίο συνήφθησαν οι ένδικες χρηματιστηριακές συναλλαγές, αφού οι αξιώσεις της ενάγουσας δεν μπορούσαν να επιδιωχθούν δικαστικά κατά το διάστημα της εκκαθαρίσεως της εναγομένης, που άρχισε την 21.3.2005 και περατώθηκε την 9.9.2013, έτσι ώστε για εκείνη μεν που αφορούσε την καταβολή του ποσού 10.000 ευρώ και έλαβε χώρα την 1.4.2005 δεν μπορούσε να αρχίσει η παραγραφή κατά το άρθρο 251 ΑΚ αφού η αφετηρία της τοποθετείται εντός του χρόνου της εκκαθάρισης, για εκείνη δε που αφορούσε την καταβολή του ποσού 20.000 ευρώ και έλαβε χώρα την 5.7.2004, δηλαδή πριν από την εκκαθάριση, άρχισε τότε, πλην όμως με την έναρξη της εκκαθάρισης ανεστάλη αυτοδικαίως μέχρι το πέρας της.
Στο δε διάστημα της εκκαθαρίσεως, σύμφωνα και με τις προπαρατιθέμενες νομικές σκέψεις, δεν ήταν δυνατή κατά νόμο η διακοπή της παραγραφής με την άσκηση καταψηφιστικής ή αναγνωριστικής αγωγής, αφού μία τέτοια αγωγή θα ήταν απαράδεκτη. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη ότι παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία τις διατάξεις των άρθρων 251 ΑΚ, 4α ν. 1806/1988 και 22 παρ. 9 ν. 3606/2007 (με το νομικό επιχείρημα ότι η εκκαθάριση δεν συνεπάγεται νομική αδυναμία δικαστικής επιδιώξεως των ένδικών αξιώσεων διότι η αναστολή ατομικών διώξεων περιορίζεται στο επίπεδο της αναγκαστικής εκτελέσεως, όχι όμως και της διαγνωστικής δίκης) είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως, κατ' εκτίμηση και αυτός από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, σύμφωνα με τον οποίο η ένδικη αξίωση από την καταβολή του ποσού 10.000 ευρώ την 1.4.2005, δηλαδή σε χρόνο μετά την έναρξη της εκκαθάρισης, δεν υπαγόταν στη διαδικασία αυτής ως γεννηθείσα μεταγενέστερα και επομένως -σε κάθε περίπτωση- δεν συνέτρεχε νομική αδυναμία δικαστικής επιδιώξεώς της, στηρίζεται σε αναληθή προϋπόθεση και επομένως είναι αβάσιμος.
Και τούτο διότι, σύμφωνα με τις πραγματικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, οι οποίες δεν πλήττονται με λόγο αναιρέσεως, η καταβολή έγινε μεν την 1.4.2005, πλην όμως αφορούσε εκπλήρωση ενοχικής υποχρέωσης της ενάγουσας έναντι της εναγομένης που είχε αναληφθεί "...στα πλαίσια εγκύρως συναφθείσας πριν από τη θέση της εναγομένης-εφεσίβλητης σε ειδική εκκαθάριση μεταξύ των διαδίκων σύμβασης επενδυτικών υπηρεσιών", εισήχθη δε το ποσό αυτό στο ταμείο της καταβληθέν μετά την εκκαθάριση γιατί η ενάγουσα αγνοούσε το γεγονός αυτό.
Επομένως, υπαγόταν στην εκκαθάριση και γι' αυτό σύμφωνα με τις παραδοχές του Εφετείου έγινε αναγγελία και αυτής στη διαδικασία της.
Κατόπιν τούτων, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, σε βάρος της αναιρεσείουσας λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αίτησης αναιρέσεως παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6 Ιουλίου 2018 αίτηση της ανώνυμης χρηματιστηριακής εταιρίας με την επωνυμία "..." για αναίρεση της υπ' αριθ. 2140/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.-
Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Ιουνίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Ιουλίου 2019.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ