Supreme Court annuls appeal court decision for insufficient reasoning on contract validity and remands case.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the First Instance Court's decision due to insufficient reasoning regarding the validity of the credit contract. The Court found the appeal court's contradictory findings on whether only one contract existed undermined its ability to apply substantive law correctly. Consequently, the case was remanded for retrial with the costs borne by the appellant.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 para. 19 of the Code of Civil Procedure; Art. 580 para. 3 of the Code of Civil Procedure: An appeal based on insufficient reasoning is admissible when the lower court's findings on material facts are contradictory or fail to justify the application of substantive law, necessitating a remand for retrial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 784 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 784/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη - Εισηγητή, Αβροκόμη Θούα, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου και Γεώργιο Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Δεκεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "... Ανώνυμη Εταιρεία] και τον διακριτικό τίτλο "...], μετά την τροποποίηση της επωνυμίας της από "... Ανώνυμη Εταιρεία", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Παπαδιαμάντη. Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Π. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Γοργόλη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-12-2009 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 408/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 41/2015 του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23-1-2017 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (Ολ ΑΠ 1/1999).
Δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσης και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Τέλος, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους.
Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι ορισμένος, εφόσον στο αναιρετήριο αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα των αιτιολογιών της απόφασης, δηλαδή εφόσον προσδιορίζεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό, που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε από το ίδιο το αναιρετήριο να προκύπτει η αποδιδόμενη στην απόφαση νομική πλημμέλεια (Ολ ΑΠ 20/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ότι αποδείχθηκαν, κατά το ενδιαφέρον την προκειμένη αναιρετική διαδικασία μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 9-12-2005 ο εκκαλών (και ήδη αναιρεσίβλητος) μετέβη στο κατάστημα της εφεσίβλητης (και ήδη αναιρεσείουσας) στα Ιωάννινα και μετά από αίτησή του, που έλαβε τον αριθμό ..., συνήφθη την ίδια ημέρα μεταξύ των διαδίκων σύμβαση πίστωσης και πιστωτικής κάρτας, με όριο πίστωση το ποσό των 15.000 ευρώ.
Την ίδια ημέρα κατάρτισης της σύμβασης αυτής, ο εκκαλών προέβη σε ανάληψη χρηματικού ποσού 12.000 ευρώ, ενώ στη συνέχεια και συγκεκριμένα στις 2-3-2006, υπέγραψε τους σχετικούς όρους της σύμβασης με τα παραρτήματά της. Για την εξυπηρέτηση της σύμβασης πίστωσης και την καταγραφή των αναλήψεων και καταβολών από την πλευρά του εκκαλούντος, ανοίχθηκε ο με αριθ. ...
λογαριασμός από την εφεσίβλητη. Στο λογαριασμό αυτό καταχωρήθηκε η πρώτη ανάληψη του εκκαλούντος, ποσού ... 12.000 ευρώ ... καθώς και οι στη συνέχεια γενόμενες από αυτόν επιμέρους αναλήψεις και καταβολές. Στις 14-5-2009 η εφεσίβλητη έκλεισε το λογαριασμό και το προκύπτον χρεωστικό υπόλοιπο αυτού, ποσού 21.708,41 ευρώ, μεταφέρθηκε σε λογαριασμό καθυστέρησης.
Στη συνέχεια κατήγγειλε τη μεταξύ τους σύμβαση με την από 27-5-2009 καταγγελία - πρόσκλησή της, η οποία επιδόθηκε στον εκκαλούντα στις 14-7-2009. ... Στην καταγγελία αυτή η εφεσίβλητη ανέφερε, μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα: "Δυνάμει σχετικής σύμβασης, που συνάψατε με την Τράπεζά μας, σας χορηγήσαμε ανοικτή (ανακυκλούμενη) πίστωση με αριθμό σύμβασης ...
και πιστωτικό όριο 18.000 ευρώ. Παρά τις επανειλημμένες έγγραφες και τηλεφωνικές ειδοποιήσεις σας, δεν έχετε προβεί μέχρι σήμερα στην τακτοποίηση των ληξιπρόθεσμων οφειλών σας από την ανωτέρω πίστωση.
Για τους λόγους αυτούς σας δηλώνουμε ότι καταγγέλλουμε την ανωτέρω μεταξύ μας σύμβαση χορήγησης ανοικτής (ανακυκλούμενης) πίστωσης. Το υπόλοιπο του εν λόγω λογαριασμού σας, ανερχόμενο την 14-5-2009 σε 21.708,41 ευρώ, το οποίο οφείλεται στην Τράπεζα πλέον τόκων και εξόδων, καθίσταται στο σύνολό του ληξιπρόθεσμο και άμεσα απαιτητό, είναι εκκαθαρισμένο και εκτοκίζεται με το συμβατικό επιτόκιο υπερημερίας μέχρι την ολοσχερή εξόφλησή του.
Σας καλούμε να εξοφλήσετε άμεσα την ως άνω οφειλή σας, καταβάλλοντας το σχετικό ποσό στο λογαριασμό με αριθμό ... της Τράπεζάς μας, άλλως σας δηλώνουμε ότι θα κινήσουμε σε βάρος σας την προβλεπόμενη από το νόμο διαδικασία, με όλες τις συνακόλουθες δυσμενείς συνέπειες αυτής (έκδοση διαταγής πληρωμής και κατάσχεση της κινητής ή και της ακίνητης περιουσίας σας)".
Η σύμβαση, όμως, που αναφέρεται ... στην καταγγελία δεν έχει καμία σχέση με τη σύμβαση που συνήφθη μεταξύ των διαδίκων, δεδομένου ότι η τελευταία αυτή σύμβαση ... έχει τίτλο "σύμβαση πίστωσης και πιστωτικής κάρτας" και όχι "σύμβαση χορήγησης ανοικτής (ανακυκλούμενης) πίστωσης", έχει αριθμό ... και όχι αριθμό ...
και πιστωτικό όριο το ποσό των 15.000 ευρώ και όχι αυτό των 18.000 ευρώ. Το γεγονός αυτό, η αναφορά δηλαδή στην καταγγελία μιας άλλης σύμβασης και όχι αυτής που πράγματι συνήφθη μεταξύ των διαδίκων, δημιούργησε εύλογα στον εκκαλούντα αμφιβολίες σχετικά με την εγκυρότητα της καταγγελίας και τα έννομα αποτελέσματά της, και ειδικότερα, αν η σύμβαση πίστωσης και πιστωτικής κάρτας είχε καταγγελθεί από την εφεσίβλητη και ότι συνεπώς είχε παύσει να ισχύει.
Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από το γεγονός ότι, όπως ισχυρίζεται η εφεσίβλητη και συνομολογεί εμμέσως πλην σαφώς και ο εκκαλών, κατ’ άρθρο 261 ΚΠολΔ, μεταξύ των διαδίκων δεν είχε συναφθεί άλλη σύμβαση, παρά μόνο η επίδικη, και ότι επομένως ο τελευταίος δεν είχε λόγο να αμφιβάλει ότι η καταγγελία αφορούσε την πραγματική σύμβαση που συνήφθη μεταξύ τους.
Και τούτο διότι ο εκκαλών, ενόψει της αναφοράς στην καταγγελία μιας άσχετης με αυτόν σύμβασης, εύλογα αμφέβαλε ... ακόμη και για το πραγματικό ύψος του οφειλόμενου προς την εφεσίβλητη χρηματικού ποσού, και ειδικότερα αυτού των 21.708,41 ευρώ, που αναφερόταν στην καταγγελία, αφού δεν καθίστατο πλέον σαφές λόγω του περιεχομένου της, αν το ποσό αυτό αφορούσε την πραγματική σύμβαση ή την άσχετη σύμβαση της καταγγελίας.
Ο ανωτέρω ισχυρισμός θα είχε σημασία στην περίπτωση που στην καταγγελία αναφερόταν γενικά μία σύμβαση πίστωσης, χωρίς τα ειδικότερα προσδιοριστικά της στοιχεία, οπότε λογικά ο εκκαλών δεν θα μπορούσε εύλογα να αμφιβάλει για την καταγγελία της μοναδικής σύμβασης που είχε συνάψει με την εφεσίβλητη. Όμως, από την καταγγελία ...
πρέπει να προκύπτει η αναμφίβολη βούληση του καταγγέλλοντος να λύσει εκείνη ακριβώς τη σύμβαση που έχει συνάψει με αυτόν προς τον οποίο απευθύνεται η καταγγελία οφειλέτη και όχι άλλη σύμβαση, άσχετη με αυτόν, ώστε να μη μένει στον τελευταίο καμία αμφιβολία ή αβεβαιότητα ως προς τη λύση ή όχι της σύμβασης, όπως συνέβη στην προκειμένη περίπτωση με τον εκκαλούντα.
Επομένως και με βάση όλα τα παραπάνω, από τη στιγμή που η εφεσίβλητη κατήγγειλε μία άσχετη σύμβαση και όχι αυτήν που πράγματι συνήφθη μεταξύ των διαδίκων, η καταγγελία της αυτή δεν είχε καμία έννομη συνέπεια ως προς την ισχύ της σύμβασης. Συνακόλουθα δε, δεν είχε δικαίωμα να επιδιώξει την είσπραξη του οφειλόμενου σ’ αυτήν ποσού από τον εκκαλούντα μέσω της δικαστικής οδού, και ειδικότερα με την έκδοση της ανακοπείσας διαταγής πληρωμής, δεδομένου ότι η δυνατότητά της αυτή προϋπόθετε, σύμφωνα με τον όρο αρ. 10 της σύμβασης, την προηγούμενη καταγγελία της σύμβασης".
Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι η σχετική καταγγελία της αναιρεσείουσας δεν ήταν νόμιμη και συνακόλουθα δεν επέφερε τη λύση της μεταξύ των διαδίκων συμβάσεως πιστώσεως και πιστωτικής κάρτας, και επομένως δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την έκδοση διαταγής πληρωμής, κατ’ αποδοχή δε σχετικού λόγου εφέσεως του αναιρεσίβλητου, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που είχε απορρίψει την ανακοπή, δέχθηκε το δεύτερο λόγο της ανακοπής και ακύρωσε τη διαταγή πληρωμής, που είχε εκδοθεί σε βάρος του.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με το κύρος της καταγγελίας της μεταξύ των διαδίκων σύμβασης πίστωσης και πιστωτικής κάρτας, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 361, 167 και 807 ΑΚ, τις οποίες εφάρμοσε, και το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ειδικότερα, ενόψει των παραδοχών του Εφετείου ότι μόνο μία σύμβαση πιστώσεως είχε συναφθεί μεταξύ των διαδίκων, γεγονός το οποίο συνομολόγησε έμμεσα και ο ίδιος ο αναιρεσίβλητος, δεν αιτιολογείται επαρκώς στην προσβαλλόμενη απόφαση, πώς και για ποιο λόγο δημιουργήθηκαν σ’ αυτόν αμφιβολίες σχετικά με το ποια σύμβαση κατήγγειλε η αναιρεσείουσα με την από 27-5-2009 εξώδικη καταγγελία της, που του επιδόθηκε στις 14-7-2009, και δεν αρκεί η αιτιολογία ότι η αμφιβολία αυτή ήταν εύλογη, ενόψει της αναγραφής στην καταγγελία εσφαλμένου αριθμού συμβάσεως.
Εξάλλου, η αυτή παραδοχή του Εφετείου περί καταρτίσεως μιας μόνο συμβάσεως μεταξύ των διαδίκων, που μάλιστα δεν εξελισσόταν ομαλά, ενόψει των οφειλών του αναιρεσίβλητου προς την πιστώτρια Τράπεζα, αντιφάσκει προς την ετέρα παραδοχή ότι οι αμφιβολίες για το ποια σύμβαση καταγγέλθηκε ήταν εύλογες εκ μέρους του, εφόσον μία μόνο σύμβαση υφίστατο μεταξύ τους και ήταν αυτή που καταγγέλθηκε.
Συνακόλουθα τούτων η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως ως προς το έχον ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ζήτημα του κύρους της καταγγελίας της μεταξύ των διαδίκων σύμβασης πίστωσης και πιστωτικής κάρτας, και συνεπώς είναι βάσιμος ο από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως.
Επομένως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση για νέα εκδίκαση στο δικαστήριο που την εξέδωσε, εφόσον είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), παρέλκει δε κατόπιν τούτου η έρευνα των λοιπών λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως, εφόσον η αναιρετική εμβέλεια του λόγου αυτού καταλαμβάνει το σύνολο της αποφάσεως. Ο αναιρεσίβλητος λόγω της ήττας του πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), και να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, η επιστροφή σ’ αυτήν του οικείου παραβόλου, όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 41/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων.
Παραπέμπει την εκδίκαση της υποθέσεως στο αυτό δικαστήριο συντιθέμενο από άλλο δικαστή.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, το ποσόν των οποίων ορίζει στις τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 28 Μαρτίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 26 Απριλίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ