Appeal dismissed for vagueness; vague claim of document distortion lacks required factual elements under Art. 559(3) KPolD.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Second Instance Court's decision regarding a contested will. The appellants argued the lower court distorted the will's content by omitting a clause donating assets to a charity, but the court found their claim vague. The court ruled that the appeal failed to specify the exact document content, the differing interpretation, the court's conclusion, or the substantive claim required by law.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559(3) KPolD; An appeal for violation of substantive law is inadmissible if it fails to specify the exact content of the document alleged to be distorted, the differing interpretation accepted by the court, the conclusion reached, and the substantive claim used for proof.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 784 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 784/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Νικήτα Χριστόπουλο, Πέτρο Σαλίχο και Ιωάννη Φιοράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1)Λ. Ρ. του Ο., κατοίκου ..., 2)Σ. συζ. Γ. Μ., το γένος Ο. Ρ., κατοίκου ..., 3)Β. χήρας Χ. Σ., το γένος Γ. Ξ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο Αικατερίνη Κουφάκη με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: L. (Λ.) M. (Μ.) του V. (Β.), κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Αθανάσιο Γεωργάκη, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. .
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 31-1-2011 και 22-3-2011 αγωγές των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:4/2013 οριστική, του ιδίου Δικαστηρίου, 2062/2015 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες, με την από 26-10-2015 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Πέτρος Σαλίχος, ανέγνωσε την από 7-4-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 1782 παρ. 1, 150 και 151 του ΑΚ προκύπτει ότι για την ακύρωση διαθήκης, η οποία συντάχθηκε υπό το κράτος απειλής, που ασκήθηκε παράνομα ή εναντίον των χρηστών ηθών, απαιτείται αφενός μεν απειλή σοβαρή, ήτοι ψυχολογική βία που να προκαλεί υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες φόβο σε έμφρονα άνθρωπο, αφετέρου δε η απειλή αυτή να εκθέτει σε σπουδαίο και άμεσο κίνδυνο τη ζωή, τη σωματική ακεραιότητα, την ελευθερία, την τιμή, την περιουσία αυτού που απειλήθηκε ή των προσώπων που συνδέονται στενότατα με αυτόν, και να υφίσταται εξακολουθητικώς, και μετά τη σύνταξη της διαθήκης, μέχρι το θάνατο του διαθέτη, ώστε να μην μπορεί αυτός να την ανακαλέσει, υπάρχει δε τέτοια απειλή και όταν κάποιος απειλεί ασθενή ότι θα τον εγκαταλείψει μόνο (του) κατά τις τελευταίες ημέρες της ζωής του.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που αυτός απαιτεί, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Τέλος, ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 1 εδ. β’ του ίδιου άρθρου, για παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, ιδρύεται μόνο όταν τα διδάγματα της κοινής πείρας αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ’ αυτούς. Έτσι αποκλείεται η αναίρεση για εσφαλμένη χρησιμοποίησή τους προς έμμεση απόδειξη ή εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων, που χρησιμοποιήθηκαν.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως απ’ αυτήν προκύπτει, το Εφετείο, που την εξέδωσε, δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο Β. Ξ. του Θ. και Σ., κάτοικος εν ζωή ..., απεβίωσε στου ... στις 27-7-2009 με αιτία θανάτου "τη μαζική κεντρική πνευμονική θρομβοεμβολή - στεφανιαία νόσο". Πλησιέστεροι συγγενείς του, κατά το χρόνο του θανάτου του, είναι οι ενάγοντες - εναγόμενοι Λ.
Ρ. και Σ. συζ. Γ. Μ., τέκνα της προαποβιωσάσης αμφιθαλούς αδελφής του διαθέτη Γ. χήρας Ο. Ρ., το γένος Θ. Ξ. και η εναγομένη Β. χήρα Χ. Σ., τέκνο του προαποβιώσαντος αμφιθαλούς αδελφού του Γ. Ξ.. Ο αποβιώσας κατέλιπε την από 17-2-2009 ιδιόγραφη διαθήκη του, η οποία δημοσιεύθηκε νόμιμα με τα 4158/2010 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και έχει, κατά λέξη, το ακόλουθο περιεχόμενο: "Σήμερα στις 17 Φεβρουαρίου 2009 ημέρα Τρίτη και ώρα 5 μ.μ.
στο επί της οδού ... του Δήμου ... σπίτι μου ο υπογραφόμενος Β. Ξ. του Θ. και Σ., συνταξιούχος, γεννημένος το 1928 στο ... Αττικής με αριθμό ταυτότητας ...1989 του αστυνομικού τμήματος ... και με ΑΦΜ ..., έχων σώας τας φρένας και απόλυτη πνευματική διαύγεια αποφάσισα αυτοβούλως και ελευθέρως τη μετά το θάνατο μου διάθεση των περιουσιακών μου στοιχείων ως κατωτέρω.
Επειδή από τους συγγενείς μου ουδείς προσέτρεξε σε ηθική συμπαράσταση ή υλική βοήθεια κατά το στάδιο της ανάγκης μου παρά μόνο η οικιακή βοηθός μου L. M., θέλω και την εγκαθιστώ κύρια και μοναδική κληρονόμου μου στα εξής: 1. Στην ακίνητη περιουσία μου που αναλυτικά περιγράφεται στο με αριθ. .../24.1.2005 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Μαγδαληνής Αριστείδου Βαϊοπούλου ως κοινή ιδιοκτησία εμού και της αποβιωσάσης αδελφής μου Γ.
Ξ. η οποία περιήλθε εξ ολοκλήρου σε μένα ύστερα από δημοσίευση και αποδοχή της διαθήκης της, 2. Όλα τα κινητά αντικείμενα ιδιοκτησίας μου. Τα χρηματικά ποσά που θα υπάρχουν σε ονομαστικούς τραπεζικούς λογαριασμούς μου. Όλα τα ανωτέρω αποτελούν την τελευταία βούληση μου με την απαραίτητη προϋπόθεση και τον απαράβατο όρο, ότι η ανωτέρω κληρονόμος μου αποδεδειγμένως θα παραμείνει πλησίον μου παρέχουσα όλες τις θεμιτές υπηρεσίες της μέχρι τέλους της επίγειας ζωής μου.
Ο διαθέτης". Η ενάγουσα - εναγομένη Λ. Μ. αποδέχθηκε την επαχθείσα σε αυτήν κληρονομία με την .../17-3-2011 πράξη αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Κοντοπούλου, που μεταγράφηκε νόμιμα. Η κληρονομιαία περιουσία αποτελείται από τα εξής ακίνητα: α) το με στοιχεία ... διαμέρισμα του τρίτου, υπέρ το ισόγειο, ορόφου, εμβαδού 91,40 τ.μ., β) το με στοιχεία.1-1 διαμέρισμα (στούντιο - οικιακή αποθήκη) του ισογείου, εμβαδού 11,00 τ.μ., γ) τη με στοιχεία ...
οριζόντια ιδιοκτησία (αποθήκη) του υπογείου, εμβαδού 40,00 τ.μ., δ) τη με στοιχεία Ρ2 οριζόντια ιδιοκτησία (δύο θέσεις στάθμευσης) του υπογείου, εμβαδού 11,10 τ.μ., που βρίσκονται σε μία πολυώροφη οικοδομή στου ..., που έχει ανεγερθεί επί οικοπέδου, κατά νεότερη καταμέτρηση 456,00 τ.μ. που κείται στο ... οικοδομικό τετράγωνο και.
συγκεκριμένα επί της οδού ... και διέπεται από τις διατάξεις του νόμου 3741/1929, ν.δ. 1024/1971 και των άρθρων 1002 και 1117 ΑΚ με την .../24.1.2005 πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας και κανονισμού πολυκατοικίας της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαγδαληνής Αριστείδου Βαϊοπούλου, που έχει μεταγράφει νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου ..., στον τόμο ....
Ο αποβιώσας κατοικούσε στο πιο πάνω διαμέρισμα του Γ’ ορόφου επί της οδού ... στο Δήμο ... με την αδελφή του Γ., (που προ-απεβίωσε στις 4.3.2008), η οποία, με την από 10.2.2003 ιδιόγραφη διαθήκη της, που δημοσιεύθηκε νόμιμα, τον εγκατέστησε μοναδικό κληρονόμο της. Τα δύο αδέλφια προσέλαβαν το Σεπτέμβριο του έτους 2007 την ενάγουσα - εναγομένη (Λ.
Μ.) ως εσωτερική οικιακή βοηθό, η οποία ήταν επιφορτισμένη με την καθαριότητα της οικίας, το μαγείρεμα, το πλύσιμο και τις λοιπές απαιτούμενες εργασίες, τη φροντίδα, περιποίηση και ιατροφαρμακευτική περίθαλψη των δύο ηλικιωμένων αδελφών. Μετά το θάνατο της αδελφής του κληρονομουμένου Γ., ο αποβιώσας εξακολούθησε να κατοικεί στην παραπάνω οικία με την εναγομένη, η οποία εξακολούθησε να ασκεί τα ίδια πιο πάνω καθήκοντα και στην οποία καταβάλλονταν, ανελλιπώς, από τον κληρονομούμενο οι αποδοχές της και ήταν ασφαλισμένη στο ΙΚΑ.
Ο κληρονομούμενος ήταν οικονομικά εύρωστος, διαθέτοντας ακίνητα και εισοδήματα από σύνταξη, τόκους τραπεζικών καταθέσεων και το κεφάλαιο των τραπεζικών του καταθέσεων. Ήταν ηλικιωμένος (είχε γεννηθεί στις 28.5.1928) με ιδιαίτερα βεβαρημένο ιατρικό ιστορικό, η δε κατάσταση της υγείας του επιδεινώθηκε το έτος 2008, λόγω του ότι διαγνώστηκε ότι έπασχε από τη νόσο "Πάρκινσον" και παρουσίαζε ακαμψία των μελών του σώματός του, βραδυκινησία, αστάθεια στη στάση, αλλά και τρόμο, ενώ, στη συνέχεια, διαγνώστηκε και οργανικό ψυχοσύνδρομο, βρογχίτιδα, στεφανιαία νόσος, αϋπνία και ισχαιμική εγκεφαλοπάθεια.
Εξαιτίας της προαναφερόμενης κατάστασης της υγείας του, αλλά και της μεγάλης ηλικίας του, είχε απόλυτη ανάγκη από τις υπηρεσίες της ενάγουσας - εναγομένης ως οικιακής βοηθού και δημιουργήθηκε μια σχέση εξάρτησής του απ’ αυτή, η οποία σταδιακά αυξανόταν, δεδομένου και του ότι το τελευταίο διάστημα ζούσε απομονωμένος λόγω των προβλημάτων υγείας του.
Από κανένα όμως αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε η συνδρομή των προϋποθέσεων της διατάξεως του άρθρου 1782 ΑΚ. Δεν αποδείχθηκε, δηλαδή, από τα προσκομιζόμενα με επίκληση από τους ενάγοντες - εναγομένους αποδεικτικά μέσα (που φέρουν, εν προκειμένω, το βάρος της απόδειξης του ισχυρισμού τους αυτού), ότι ο κληρονομούμενος συνέταξε την προσβαλλόμενη διαθήκη του υπό το κράτος απειλής του από την ενάγουσα - εναγομένη, που συνίστατο στο ότι αν δεν συνέτασσε τη διαθήκη αυτή με το άνω περιεχόμενο θα τον εγκατέλειπε και έτσι θα στερούνταν των φροντίδων της και της περιθάλψεώς του από αυτήν, που του ήταν αναγκαία, εξαιτίας της μεγάλης ηλικίας του και της κατάστασης της υγείας του.
Ούτε το περιεχόμενο της ένορκης κατάθεσης της μάρτυρος των εφεσίβλητων και των ένορκων βεβαιώσεων, που επικαλούνται και προσκομίζουν, μπορεί να οδηγήσει σε αντίθετη κρίση, δηλαδή για ακυρωσία της διαθήκης (κατά την ΑΚ 1782), καθόσον δεν καταδεικνύεται από αυτές ότι ασκήθηκε από την ενάγουσα - εναγομένη στον κληρονομούμενο ψυχολογική βία, ώστε να συντάξει αυτός την ευνοϊκή για αυτήν διαθήκη.
Σημειώνεται ότι ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι αιτία συντάξεως της επίδικης διαθήκης ήταν προτροπές και πιέσεις της ενάγουσας - εναγομένης προς τον κληρονομούμενο που, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, αυτός, ως υπερήλικας και μακροχρόνια σοβαρά ασθενής, ήταν άτομο ευάλωτο σε παρόμοιες συμπεριφορές, τούτο δεν συνιστά απειλή και δεν μπορεί να οδηγήσει σε ακύρωση της διαθήκης, αφού δεν προσκομίζονται επαρκείς και πειστικές αποδείξεις περί του ότι αυτή πράγματι απείλησε τον κληρονομούμενο ότι θα τον εγκαταλείψει, προκειμένου να κάμψει τη θέλησή του και να αναγκαστεί να συντάξει την ένδικη διαθήκη.
Ούτε αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα - εναγομένη συνέβαλε, ασκώντας στον κληρονομούμενο άλλης μορφής ψυχολογική βία και, συγκεκριμένα, με ευθεία απειλή κατά του έννομου αγαθού της σωματικής ακεραιότητας ή της ζωής του μέσω του οπλοπολυβόλου όπλου, που βρέθηκε στην οικία του τελευταίου μετά το θάνατό του. Σε κάθε περίπτωση, δεν αποδείχτηκε οποιοδήποτε περιστατικό, δυνάμενο να υπαχθεί στην έννοια της απειλής.
Επομένως, δεν αποδείχθηκε το ουσία βάσιμο του πιο πάνω αγωγικού ισχυρισμού και, γι’ αυτόν το λόγο, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, όπως αβάσιμο και απορριπτέο είναι το σχετικό αίτημα για ακύρωση της επίδικης διαθήκης για την αιτία αυτή. Σημειώνεται ότι το θέμα της πνευματικής διαύγειας του κληρονομουμένου δεν ερευνάται, αφού δεν υπάρχει τέτοια βάση της αγωγής και σχετικό αίτημα.
Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε από κανένα αποδεικτικό μέσο ο ισχυρισμός των εναγόντων - εναγομένων ότι την ημέρα του θανάτου του κληρονομουμένου, ενώ αυτός άρχισε να βήχει κατά τις 14.00’ η ώρα, η ενάγουσα - εναγομένη κάλεσε την αστυνομία και όχι το ασθενοφόρο μισή ώρα μετά, δηλαδή στις 14.30’ , αφού πρώτα είχε διαπιστώσει ότι αυτός δεν ανέπνεε πλέον, παραβιάζοντας με τον τρόπο αυτόν τον προπαρατιθέμενο όρο της διαθήκης για παραμονή της "πλησίον του" και παροχή "όλων των θεμιτών υπηρεσιών της μέχρι τέλους της επίγειας ζωής του".
Επισημαίνεται ότι οι ενάγοντες - εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι τα επικαλούμενα από αυτούς, ως άνω, πραγματικά περιστατικά αποδεικνύονται από την ίδια την κατάθεση της ενάγουσας - εναγομένης στην Αστυνομία, την οποία, όμως, δεν προσκομίζουν". Με βάση τις παραδοχές αυτές έκρινε το Εφετείο ότι η από 31-1-2011 αγωγή των δύο πρώτων αναιρεσειόντων περί ακυρώσεως της επίμαχης διαθήκης λόγω απειλής του διαθέτη πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, κατ’ αμφότερες τις βάσεις της (κύρια και επικουρική) και ότι η από 21-3-2013 έφεση της ήδη αναιρεσίβλητης πρέπει να γίνει δεκτή και κατ’ ουσία.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1782 παρ. 1 του Α.Κ., της οποίας ορθά αρνήθηκε, βάσει των παραδοχών του, την εφαρμογή, αφού δεν δέχεται ότι αποδείχθηκε οποιοδήποτε περιστατικό, δυνάμενο να υπαχθεί στην έννοια της απειλής και ειδικότερα η επικληθείσα από τους ενάγοντες και ήδη δύο πρώτους αναιρεσείοντες (εξ αδιαθέτου κληρονόμους του Β.
Ξ.) άσκηση ψυχολογικής βίας από την αναιρεσίβλητη στον τελευταίο, με τη δήλωση ότι αν δεν συνέτασσε τη διαθήκη αυτή με το άνω περιεχόμενο θα τον εγκατέλειπε και έτσι θα στερούνταν των φροντίδων της και της περιθάλψεώς του από αυτήν, την οποία είχε προσλάβει ως οικιακή βοηθό, που του ήταν αναγκαία, εξαιτίας της μεγάλης ηλικίας του και της κατάστασης της υγείας του.
Ο ίδιος λόγος, κατά το δεύτερο σκέλος του, ότι παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατά τα οποία ¨ο τελών υπό την εξουσία άλλου υπερήλικας, απομονωμένος λόγω των προβλημάτων υγείας του και μακροχρόνια σοβαρά ασθενής υφίσταται επ’ απειλή εγκαταλείψεώς του ψυχολογική βία για τη ζωή και την υγεία του¨, είναι απαράδεκτος, αφού τα ανωτέρω φερόμενα ως διδάγματα της κοινής πείρας δεν αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ’ αυτούς, αλλά μπορούν να χρησιμεύσουν μόνο για την εκτίμηση των αποδείξεων, που δεν ελέγχεται αναιρετικώς, κατά τα προεκτεθέντα.
Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το υπόλοιπο μέρος του, με το οποίο υποστηρίζεται εσφαλμένη από το δικαστήριο της ουσίας εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών και παραβίαση διδαγμάτων της κοινής πείρας, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ., δεν ελέγχεται αναιρετικώς η από το δικαστήριο της ουσίας εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, στην οποία ανάγονται εν προκειμένω και τα επικαλούμενα διδάγματα κοινής πείρας, ήτοι το δίδαγμα που υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες ότι υπάρχει, σύμφωνα με το οποίο η αναιρεσίβλητη γνώριζε την ύπαρξη του οπλοπολυβόλου αλλά και την κυριότητά του, η δε ύπαρξή του στην ντουλάπα του θανόντος θείου τους, δηλαδή σε σημείο που ανά πάσα στιγμή ήταν ορατό και σε αυτόν, συνιστά άσκηση ψυχολογικής βίας ικανή να προκαλέσει στο διαθέτη φόβο για τη ζωή του και ως εκ τούτου απειλή που ασκήθηκε παρανόμως ή εναντίον των χρηστών ηθών, ενόψει του ότι κατά τις παραδοχές του Εφετείου η σύνταξη της επίμαχης διαθήκης δεν ήταν προϊόν απειλής.
Επομένως, ο από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ. πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. - Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ., αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης αυτής θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και στηρίζουν επομένως το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (Ολ.Α.Π. 3/1997), καθώς και ο λόγος εφέσεως (Ολ.Α.Π. 11/1996), όχι δε οι ισχυρισμοί που αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση των προηγουμένων ή επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου που συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, ούτε οι αόριστοι, απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά τον νόμο ισχυρισμοί.
Αντιθέτως, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός της αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, όπως και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει κατ’ ουσίαν, εκ των πραγμάτων, προβληθέντα ισχυρισμό, δεχόμενο ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα προς εκείνα που τον συγκροτούν.
Εν προκειμένω, με το δεύτερο και υπό την επίκληση της ανωτέρω διάταξης λόγο του αναιρετηρίου προσάπτεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων ως εναγομένων - εφεσιβλήτων, ότι η εκκαλούσα και ήδη αναιρεσίβλητη παραμόρφωσε το περιεχόμενο της ως άνω, νομίμως δημοσιευθείσας, ιδιόγραφης διαθήκης, βάσει της οποίας ισχυρίζεται ότι έχει καταστεί κληρονόμος στην περιουσία του θανόντος καθώς στην ένδικη αγωγή της επικαλείται αυτήν, στην οποία βασίζει το κληρονομικό της δικαίωμα, πλην όμως της αποδίδει διαφορετικό περιεχόμενο από αυτό που δημοσιεύτηκε με το πιο πάνω πρακτικό και ως εκ τούτου δεν μπορεί να αναγνωρισθεί κληρονόμος του άνω διαθέτη, και ότι ο ισχυρισμός αυτός είχε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού σε περίπτωση που γινόταν δεκτός θα είχε ως συνέπεια την κατάλυση του κληρονομικού δικαιώματος αυτής και την απόρριψη της έφεσής της.
Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι, σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη, απαράδεκτος, στρεφόμενος κατά αρνητικού της αγωγής ισχυρισμού των αναιρεσειόντων, και άρα μη ουσιώδους, κατά την προαναφερθείσα έννοια, εν πάση δε περιπτώσει, αβάσιμος, αφού το Εφετείο απέρριψε κατ’ ουσίαν, εκ των πραγμάτων, τον ισχυρισμό αυτόν των αναιρεσειόντων, δεχόμενο ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα προς εκείνα που τον συγκροτούν, και ειδικότερα ότι η αναιρεσίβλητη εγκαταστάθηκε ως κληρονόμος με την επίδικη διαθήκη, κατά τα προεκτεθέντα.- O προβλεπόμενος, από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ., λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, που ανάγεται δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου, με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Στην τελευταία αυτή περίπτωση πρόκειται για παράπονο που αναφέρεται στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο: α) το ακριβές περιεχόμενο του φερόμενου ότι παραμορφώθηκε εγγράφου, ώστε από τη σύγκριση με εκείνο που δέχθηκε η απόφαση να υπάρχει δυνατότητα να κριθεί από τον Άρειο Πάγο, αν υφίσταται διαγνωστικό σφάλμα, β) το από την προσβαλλόμενη απόφαση δεκτό γενόμενο διαφορετικό από το αληθινό περιεχόμενο, γ) το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο για το ότι υπάρχουν ή όχι κρίσιμα πραγματικά γεγονότα και δ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο.
Αν ο λόγος αναίρεσης δεν περιέχει τα παραπάνω αναφερόμενα στοιχεία είναι αόριστος.
Εν προκειμένω, με τον τρίτο, από τον αρ.20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της ως άνω επίμαχης διαθήκης, η οποία δημοσιεύτηκε στις 2-7-2010 με το 4158/2010 πρακτικό συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και δεν περιλαμβάνει τη διάταξη "Σε αντίθετη περίπτωση όλα τα ανωτέρω περιγραφέντα περιουσιακά μου στοιχεία επιθυμώ να περιέλθουν στο Φιλανθρωπικό Σωματείο ¨Η ...¨ προς εξυπηρέτηση των αγαθοεργών σκοπών του", είναι δε διαφορετικό από αυτό που επικαλείται η ήδη αναιρεσίβλητη με τις ένδικες από 22-3-2011 αγωγή και από 21-3- 2013 έφεσή της.
Ο λόγος αυτός, κατ’ αμφότερα τα μέρη του, είναι προεχόντως αόριστος, αφού δεν εκτίθεται ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο αυτό καθώς και το επιζήμιο για τους αναιρεσείοντες συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας εξαιτίας της παραμορφώσεως και η επίδρασή του στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.
Κατ’ ακολουθίαν αυτών, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ., που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, παραβόλου και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, ως ηττηθέντες διάδικοι, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26-10-2015 αίτηση των: 1) Λ. Ρ. του Ο., 2) Σ. συζ. Γ. Μ. και 3) Β. χήρας Χ. Σ. για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 2062/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700)ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Δεκεμβρίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Δεκεμβρίου 2016.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ