Supreme Court allows appeal against insurance contract termination, remanding case for further trial on breach of good faith.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against the Second Instance Court's decision terminating the insurance contract, ruling that the lower court failed to properly assess the insurer's conduct. The appellant argued the insurer breached good faith by changing the insurance provider without valid grounds, while the insurer claimed the change was in its best interest. The court found the insurer's actions contrary to good faith principles and remanded the case for a new trial with a different panel of judges.
Legislator headnote
AI generatedArticles 914 and 919 of the Civil Code: The court established that terminating an insurance contract without valid grounds constitutes a breach of good faith, creating liability for damages when the termination is arbitrary and contrary to the insured's legitimate interests.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 784 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 784/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Αθανάσιο Καγκάνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε, δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: της εταιρείας με την επωνυμία "AVIN INTERNASIONAL S.A", η οποία εδρεύει στον Παναμά και ως ναυτιλιακή εταιρεία διαχειρίσεως πλοίων έχει εγκαταστήσει γραφείο στην Ελλάδα και στο Μαρούσι Αττικής, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 2234/1994 και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Αντωνόπουλο.
Της αναιρεσιβλήτου: της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΑ Α.Ε", η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Τσοπελάκο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7 Νοεμβρίου 2006 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5697/2008 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 677/2010 του Εφετείου Πειραιώς (Ναυτικό Τμήμα). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27 Μαΐου 2013 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Καγκάνης, ανέγνωσε την από 9 Ιανουαρίου 2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, κατά την οποία όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, προκύπτει ότι, προϋποθέσεις της αδικοπρακτικής ευθύνης είναι οι εξής: 1) Ανθρώπινη συμπεριφορά, που μπορεί να συνίσταται σε θετική ενέργεια (πράξη) ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας, 2) η πράξη ή παράλειψη να είναι παράνομη, 3) υπαιτιότητα (πταίσμα) του δράστη, εκδηλουμένη είτε με τη μορφή του δόλου είτε με τη μορφή της αμέλειας, 4) επέλευση ζημιάς και 5) αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της συμπεριφοράς και της ζημίας.
Παράνομη, κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης, είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου. Κατά το άρθρο 919 ΑΚ, όποιος με πρόθεση ζημίωσε άλλον κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Από τη διάταξη αυτή, η οποία είναι ειδική και συμπληρώνει εκείνη του άρθρου 914 ΑΚ, αφού επεκτείνει την αδικοπρακτική ευθύνη και στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ευθέως δεν προσβλήθηκε ορισμένο δικαίωμα ή προστατευόμενο συμφέρον, σαφώς προκύπτει ότι, προϋποθέσεις εφαρμογής της είναι: 1) Συμπεριφορά του δράστη (πράξη ή παράλειψη) αντικειμένη στα χρηστά ήθη, τέτοια δε συμπεριφορά υπάρχει όταν, κατ' αντικειμενική κρίση, σύμφωνα με τις αντιλήψεις του χρηστώς και εμφρόνως σκεπτομένου κοινωνικού ανθρώπου, η συμπεριφορά του δράστη αντίκειται στην κοινωνική ηθική και στις θεμελιώδεις αρχές του δικαίου πάνω στις οποίες στηρίζεται το θετικό δίκαιο. 2) Η συμπεριφορά να συνοδεύεται από πρόθεση, έστω και με τη μορφή του ενδεχομένου δόλου, προκλήσεως ζημιάς, δηλαδή δεν είναι απαραίτητο ο δράστης να προέβη στη ζημιογόνο πράξη ή παράλειψη με μόνο σκοπό τη ζημιά του άλλου αλλ' αρκεί να γνώριζε ότι με τη συμπεριφορά του αυτή ήταν δυνατή η επέλευση ζημιάς στον άλλο και παρά ταύτα αυτός δεν θέλησε να αποστεί από αυτήν. 3) η πρόκληση ζημιάς σε άλλον και 4) η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας.
Υπάρχει δε αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης του δράστη και της ζημίας η οποία επήλθε στον άλλο, όταν η πράξη ή η παράλειψη, από μόνη της, ήταν ικανή και μπορούσε, αντικειμενικά λαμβανομένη, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα. Πότε τούτο συμβαίνει κρίνεται κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας. (ΑΠ 137/2005).
Περαιτέρω, γίνεται δεκτό ότι, η δια του άρθρου 288 του ΑΚ θεσμοθετηθείσα αρχή, κατά την οποία ο οφειλέτης υποχρεούται να εκπληρώσει την παροχήν όπως απαιτεί η καλή πίστη, λαμβανομένων υπόψιν των συναλλακτικών ηθών, είναι εφαρμοστέα επί της εκπληρώσεως των υποχρεώσεων του οφειλέτη και του δανειστή, που απορρέουν από έγκυρη ενοχική σχέση, όταν δεν προβλέπεται από το νόμο άλλη προστασία των προσώπων αυτής, κατά την εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους ή δεν συντρέχουν, οι δια την τυχόν προβλεπομένη προστασία απαιτούμενες ειδικές προϋποθέσεις.
Λειτουργεί δε η άνω αρχή τόσον ως συμπληρωματική των δικαιοπρακτικών βουλήσεων ρήτρα, όσον και ως διορθωτική αυτών, σε όσες περιπτώσεις, λόγω συνδρομής ειδικών συνθηκών, μεταβλήθηκαν οι προϋποθέσεις εκπληρώσεως, στο συμφωνημένο μέτρο, των συμβατικών παροχών (Ολ.ΑΠ 927/82). Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 330 Α.Κ.
η από δόλο ή αμέλεια μη εκπλήρωση της εκ της διατάξεως του αριθ.288 ΑΚ υποχρεώσεων οδηγεί σε τροπή της πρωτογενούς υποχρέωσης σε δευτερογενή υποχρέωση αποζημιώσεως. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι, ο προβλεπόμενος, απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες, αφού το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1254/10, ΑΠ 179, 495/13).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθ. 559 αρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ'αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως (Ολ.
ΑΠ 10/2011, ΑΠ 191/2013, ΑΠ 486, 568/13). Προς εξεύρεση της παραβιάσεως ελέγχεται ο δικανικός συλλογισμός που διατυπώνεται, έστω και ατελώς, και συγκροτείται από τη μείζονα πρόταση (νομική διάταξη), την ελάσσονα πρόταση (πραγματικές παραδοχές) και το συμπέρασμα. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ'ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. (ΑΠ 609/13, ΑΠ 495/13).
Με τους πρώτο, δεύτερο και τρίτο αφ'ενός και έβδομο και όγδοο λόγους της αναίρεσης αφετέρου προβάλλονται από την αναιρεσείουσα οι από το άρθρο 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ αιτιάσεις με την επίκληση ότι, η προσβαλλομένη απόφαση, α)κατ'εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων των άρθρων 281, 288, 370, 974 και 919 ΑΚ, απέρριψε, την κατά της αναιρεσίβλητης εγερθείσα και επί των παραπάνω διατάξεων θεμελιουμένη αγωγή της, δεχθείσα, ότι δεν θεμελιώνεται νομικά στις ίδιες διατάξεις και β) με ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες της ελάσσονος πρότασης του δικανικού συλλογισμού, που αναφέρεται στο πραγματικό των εν λόγω διατάξεων, δέχθηκε την ανυπαρξία συμβατικής ή αδικοπρακτικής ευθύνης της αναιρεσίβλητης στην προκληθείσα, από την αποδιδομένη σ'αυτήν συμπεριφορά, ζημία της (αναιρεσείουσας) με την εσφαλμένη, κατά τους παραπάνω λόγους, παραδοχή αφενός ότι η αναιρεσείουσα ζημιωθείσα εγνώριζε το ύψος των χορηγηθεισών από την επιλεγείσα τελικώς ασφαλιστική εταιρεία τιμών επασφαλίστρων και αφετέρου ότι η αναιρεσίβλητη δεν ενήργησε, κατά την άσκηση του σχετικού δικαιώματος επιλογής του ασφαλιστή "εναντίον της καλής πίστης, των χρηστών και συναλλακτικών ηθών κατά κατάχρηση του σχετικού συμβατικού δικαιώματος και με πρόθεση βλάβης των συμφερόντων της αναιρεσείουσας".
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, η οποία ως εκδοθείσα ερήμην της αναιρεσίβλητης εναγομένης, δεν μπορούσε να στηριχθεί σε κανένα αποδεικτικό μέσο προσκομιζόμενο από εκείνη πλήν του πρακτικού συνεδριάσεων του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου με την κατάθεση του μάρτυρά της η τελευταία (απόφαση) κατά την εκτίμηση αφενός του νόμω βασίμου της αγωγής και αφετέρου των προσκομισθεισών, από την αναιρεσείουσα αποδείξεων δέχθηκε τ'ακόλουθα, αναφορικά με τα παραπάνω κρίσιμα ζητήματα "Κατόπιν προσκλήσεως, εκ μέρους της εναγομένης και ήδη εφεσίβλητης, (αναιρεσίβλητης) σε μειοδοτικούς διαγωνισμούς των ενδιαφερομένων εταιρειών για μεταφορά αργού πετρελαίου και κατακυρώσεως των διαγωνισμών αυτών υπέρ της ενάγουσας και ήδη εκκαλούσας (αναιρεσείουσας), συνήφθησαν μεταξύ των διαδίκων στις 22-12-1998, 24-1-2000, 28-2-2000, επίσης 28-2-2000, 23-1-2001, 31-5-2000, 26-9-2000, 22-11-2001, 15-2-2002, 15-5-2002 και 18-3-2003 ένδεκα (11) συμβάσεις ναυλώσεως, με τις οποίες η εκκαλούσα ανέλαβε την υποχρέωση να μεταφέρει, με δεξαμενόπλοια της, για λογαριασμό της εφεσίβλητης, αργό πετρέλαιο και προϊόντα αυτού, από το εξωτερικό προς την Ελλάδα.
Μεταξύ των όρων των άνω συμβάσεων ναυλώσεως, περιλαμβάνονταν και οι αναφερόμενοι στους Γενικούς όρους μεταφορών της εφεσίβλητης. Ο όρος 1.19 των Γενικών Όρων αυτών αναφέρει: "τυχόν επασφάλιστρα, λόγω ηλικίας του δεξαμενόπλοιου, θα υπολογίζονται σύμφωνα με τους όρους του ασφαλιστηρίου της Ελληνικά Πετρέλαια (εφεσίβλητης) και θα αφαιρούνται από τον πληρωτέο ναύλο.
Το ασφαλιστήριο συμβόλαιο είναι στη διάθεση των ενδιαφερομένων". Επασφάλιστρα ηλικίας αποτελούν τα ασφάλιστρα, τα οποία ο κύριος του φορτίου πετρελαίου έχει συμφωνήσει να καταβάλει στην ασφαλιστική εταιρεία, με την οποία συνήψε σύμβαση ασφαλίσεως του φορτίου, λόγω της ηλικίας των δεξαμενόπλοιων που μεταφέρουν το φορτίο του.
Ο κύριος του φορτίου καταβάλει στην ασφαλιστική εταιρεία τα επασφάλιστρα, επί πλέον των ασφαλίστρων, για την παρεχομένη ασφαλιστική κάλυψη έναντι των θαλασσίων κινδύνων μεταφοράς των φορτίων με πλοία. Σε εκπλήρωση των υποχρεώσεων της από τις παραπάνω συμβάσεις ναυλώσεως, η εκκαλούσα μετέφερε με δεξαμενόπλοια εκμεταλλεύσεως ή διαχειρίσεως της, ελληνικής ή ξένης σημαίας, τις συμφωνηθείσες ποσότητες αργού πετρελαίου της εφεσίβλητης από και προς τους συμφωνηθέντες λιμένες, πραγματοποιώντας συνολικώς εβδομήντα πέντε (75) ταξίδια μεταφοράς, από 13-1-2000 έως 23-4-2003.
Η εφεσίβλητη κατέβαλε στην εκκαλούσα τον οφειλόμενο ναύλο για κάθε μεταφορά, αφού αφαιρούσε τα ποσά των επισφαλίστρων, που κατέβαλε στην ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "Εθνική Ανώνυμη Ελληνική Εταιρεία Γενικών Ασφαλίσεων", με την οποία είχε συνάψει σύμβαση για την ασφαλιστική της κάλυψη σε όλους τους τομείς δραστηριότητάς της.
Για την ενεργοποίηση του συμβολαίου κλάδου μεταφορών και την ασφάλιση του φορτίου κάθε επί μέρους μεταφοράς, η άνω ασφαλιστική εταιρεία εξέδιδε πρόσθετη πράξη επί του συμβολαίου κλάδου μεταφορών, στην οποία και αναγράφονταν, μεταξύ άλλων, το ύψος του ασφαλίστρου και του επασφαλίστρου της μεταφοράς αυτής.
Μεταξύ των διαδίκων υπάρχει συνεργασία ετών και έχουν συναφθεί πλήθος συμβάσεων ναυλώσεως, εκ των οποίων, κατά τα έτη 2000-2003, μόνον οι ανωτέρω ένδεκα εκτελέσθηκαν με πλοία ηλικίας άνω των 20 ετών και χρεώθηκαν από την ασφαλιστική εταιρεία με επασφάλιστρα. Ισχυρίζεται η εκκαλούσα ότι, κατά τα έτη 2000-2003, το επασφάλιστρο που επικρατούσε στη διεθνή ασφαλιστική αγορά για πλοία άνω των 20 ετών ανερχόταν σε ποσοστό 0,013% επί της αξίας του ασφαλισμένου φορτίου, ενώ αυτή πλήρωνε για πλοία ηλικίας 21-25 ετών επασφάλιστρο 0,15% επί της αξίας του ασφαλισμένου κεφαλαίου και 0,20% για πλοία 26-30 ετών.
Ανεξάρτητα, όμως, από τη βασιμότητα του ισχυρισμού αυτού της εκκαλούσας, η εφεσίβλητη δεν είχε υποχρέωση να αναθεωρήσει από την αρχή την έχουσα ληφθεί απόφαση της να ασφαλισθεί και για τους κινδύνους της μεταφοράς του φορτίου στον ίδιο ασφαλιστή, όπου είχε ασφαλίσει όλη της τη δραστηριότητα, ο οποίος μάλιστα ήταν απόλυτα αξιόπιστος και φερέγγυος, και να αρχίσει νέα έρευνα και δη στην αλλοδαπή, προκειμένου να εξασφαλίσει χαμηλότερο επασφάλιστρο για την εξυπηρέτηση ειδικά των συμφερόντων της αντισυμβαλλομένης της, οσάκις αυτή για την εκτέλεση των συμβάσεων ναυλώσεως χρησιμοποιούσε πλοία ηλικίας άνω των 20 ετών.
Στην επιλογή, άλλως τε, του ασφαλιστή, σταθμίζονται διάφοροι παράγοντες, μεταξύ των οποίων και η τιμή των ασφαλίστρων. Εκτός όμως από τον παραπάνω παράγοντα, εξ ίσου σημαντικά κριτήρια είναι η φερεγγυότητα και η αξιοπιστία του ασφαλιστή, η δυνατότητα του για ταχεία κάλυψη του επερχομένου ασφαλιστικού κινδύνου, η ευκολία προσβάσεως στα αρμόδια τμήματα του ασφαλιστή, η ευρύτητα καλύψεως ασφαλιστικών κινδύνων και η διαμόρφωση των όρων ασφαλίσεως, λαμβάνοντας υπόψη και το συμφέρον του ασφαλιζομένου, το οποίο, συνήθως, εξυπηρετείται καλύτερα, όταν αυτός ασφαλίζει όλες τις δραστηριότητες του στον ίδιο ασφαλιστή.
Περαιτέρω, η εκκαλούσα, μολονότι δεν συμμετείχε στην επιλογή του ασφαλιστή, καθώς δεν είχε από τις μεταξύ των διαδίκων καταρτισθείσες συμβάσεις σχετικό δικαίωμα, γνώριζε το ύψος των επασφαλίστρων από το στάδιο των προκηρύξεων, αλλά και της υποβολής των προσφορών, στη συνέχεια της συνάψεως των συμβάσεων ναυλώσεως και τέλος της πραγματοποιήσεως κάθε ενός επί μέρους ταξιδίου με την έκδοση και την πληρωμή του τιμολογίου του ναύλου.
Παρά τη γνώση του ύψους των επασφαλίστρων από το στάδιο της προκηρύξεως, και σε κάθε περίπτωση, από την εκτέλεση της πρώτης συμβάσεως, αφού τα επασφάλιστρα είχαν ήδη αφαιρεθεί από τον ναύλο, η εκκαλούσα προέβη, στη συνέχεια, στη
σύναψη της δεύτερης συμβάσεως, η οποία λειτούργησε και αυτή σύμφωνα με τους συμβατικούς όρους, και ακολούθως προέβη στην κατάρτιση και των υπολοίπων συμβάσεων, με το ίδιο ύψος επασφαλίστρων. Ούτε αποδεικνύεται, εάν και κατά ποιο χρονικό σημείο έλαβαν χώρα οι επικαλούμενες από την εκκαλούσα προφορικές διαμαρτυρίες της προς την εφεσίβλητη για το ύψος των επασφαλίστρων.
Αποδεικνύεται, αντιθέτως, ότι η εκκαλούσα διαμαρτυρήθηκε εγγράφως προς την εφεσίβλητη για το ύψος των επασφαλίστρων στις 31-10-2003, ήτοι έξι και πλέον μήνες μετά την πραγματοποίηση της τελευταίας μεταφοράς, γεγονός, μάλιστα, που σημαίνει και ότι ούτε η ίδια, ως άμεσα ενδιαφερόμενη, είχε μέχρι τότε φροντίσει να κάνει έρευνα της ασφαλιστικής αγοράς για το ύψος των ασφαλίστρων και επασφαλίστρων, παρά και τη σχετική της ευχέρεια, λόγω του ότι, όπως η ίδια επικαλείται, ο όμιλος "ΜΟΤΟΡ ΟΙΛ", που ανήκει, περιλαμβάνει και εταιρείες πετρελαιοειδών που απευθύνονταν σε ασφαλιστές για την ασφάλιση των φορτίων πετρελαίου που εισήγαγαν από το εξωτερικό.
Ούτε επικαλείται η εκκαλούσα ότι προέτεινε στην εφεσίβλητη συγκεκριμένες ασφαλιστικές εταιρείες, που μπορούσαν να προσφέρουν τη φερεγγυότητα της ασφαλιστικής εταιρείας "Εθνική Α.Ε.Ε.Γ.Α." και το σύνολο των άλλων, συμφερόντων, όρων του ασφαλιστικού συμβολαίου της εφεσίβλητης, σε συνδυασμό με χαμηλότερο ύψος επασφαλίστρων.
Αλλά και οι μόνες ασφαλιστικές συμβάσεις με χαμηλότερα επασφάλιστρα, κατά τα έτη 2000-2003, από αυτά που χρέωνε η ασφαλιστική εταιρεία "Εθνική Α.Ε.Ε.Γ.Α.", που προσκομίζει η εκκαλούσα, είναι έξι (6) συμβάσεις ασφαλίσεως φορτίων πετρελαίου της εταιρείας "ΜΟΤΟΡ ΟΙΛ (ΕΛΛΑΣ) ΔΙΥΛΙΣΤΗΡΙΑ ΚΟΡΙΝΘΟΥ Α.Ε." και συνδεδεμένων εταιρειών με άγγλους ασφαλιστές, μέσω των ασφαλειομεσιτών Willis Faber Marine, από τις οποίες δεν προκύπτει αν το σύνολο των όρων τους θα συνέφερε την εφεσίβλητη σε σχέση με την ασφαλιστική της σύμβαση με την ασφαλιστική εταιρεία "Εθνική Α.Ε.Ε.Γ.Α.", σε συνδυασμό με το σύνολο των όρων όλων των ασφαλίσεων της εφεσίβλητης στην τελευταία.
Κατόπιν των ανωτέρω, δεν αποδεικνύεται ότι, κατά την επιλογή της ασφαλιστικής εταιρείας "Εθνική Α.Ε.Ε.Γ.Α.", καθόσον αφορά και την ασφάλιση των φορτίων των υπόψει μεταφορών, η εφεσίβλητη επέδειξε αντισυμβατική συμπεριφορά, ούτε ότι ενήργησε κατά παράβαση των συναλλακτικών ηθών και της καλής πίστεως, αλλ'ούτε ότι ενήργησε κατά κατάχρηση του δικαιώματος επιλογής του ασφαλιστή, που της είχε παρασχεθεί με τον, περιληφθέντα στις ένδεκα συμβάσεις, όρο υπ'αριθ.1.19 των Γενικών Όρων Μεταφορών της".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση του κατά τη γνώμη που πλειοψήφισε στο Δικαστήριο, Ι)παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεις των άρθρων 281, 288, 33, 914, 919 ΑΚ, καθόσον, δεχόμενο (το Εφετείο) α)με κύρια αιτιολογία ότι για τις ένδικες μεταφορές πετρελαίου δια θαλάσσης (συνολικά 11) που πραγματοποιήθηκαν από το 2000 έως 2003, προβλεπόταν συμβατικά ότι τα επασφάλιστρα θα υπολογίζονται με τους όρους του ασφαλιστηρίου της αναιρεσίβλητης (εναγομένης), η διαμόρφωση των οποίων ανήκε αποκλειστικά στην τελευταία, κατά το σχετικό συμβατικό δικαίωμα επιλογής του ασφαλιστή που ήταν αδιαπραγμάτευτο για την αναιρεσίβλητη, η οποία δεν είχε υποχρέωση να αναθεωρήσει τους όρους αυτούς, εμφανίζεται (το Εφετείο) να αποκλείει εξ αρχής και χωρίς άλλο την εφαρμογή των διατάξεων των παραπάνω άρθρων (281, 288, 330, 914 και 919 ΑΚ) τις οποίες δέχεται εμμέσως, αλλά σαφώς, μη εφαρμοζόμενες υπό τα συγκεκριμένα περιστατικά της ένδικης υπόθεσης β)(δεχόμενο το Εφετείο) με επάλληλη αιτιολογία ότι, η αναιρεσίβλητη δεν επέδειξε αντισυμβατική συμπεριφορά ούτε ενήργησε κατά κατάχρηση του δικαιώματος επιλογής του ασφαλιστή ούτε κατά παράβαση των συναλλακτικών ηθών και της καλής πίστης ή των χρηστών ηθών εξάρτησε την εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων, τις οποίες όμως με την κύρια απολογία έκανε μη εφαρμοστέες κατά κύριο λόγο τελικά από έλλειψη προηγούμενης συμπεριφοράς (διαμαρτυρίας) της αναιρεσείουσας, αντιτιθέμενης ρητά στην άσκηση του δικαιώματος επιλογής του ασφάλιση της αναιρεσίβλητης (την οποία τελικά δεν εξεδήλωσε οριστικά και αμετάκλητα κατά τη διάρκεια της συνεργασίας των διαδίκων, πλην μιας μεμονομένης διαμαρτυρίας) καίτοι τέτοια προϋπόθεση δεν διαγράφεται για την εφαρμογή των προαναφερθεισών διατάξεων υποπίπτοντας έτσι η προσβαλλόμενη, και στις δύο περιπτώσεις, στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ που βάσιμα προβάλλεται με τους πρώτο, δεύτερο και τρίτο λόγους της αναίρεσης ως προς την παραβίαση των άρθρων 281, 288, 330, 914 949 ΑΚ.
ΙΙ. Διαλαμβάνει στην ελάσσονα πρόταση του νομικού της συλλογισμού, που αναφέρεται στο πραγματικό των ως άνω διατάξεων, ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες αναφορικά με το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα της άσκησης του δικαιώματος επιλογής εναντίον της καλής πίστης και των χρηστών και συναλλακτικών ηθών καθόσον δέχεται η προσβαλλόμενη :
α)ότι η αναιρεσείουσα γνώριζε τα ακριβή ποσά ασφαλίστρων και επασφαλίστρων με την παράδοση κάθε φορά πρόσθετης πράξης συμβολαίου κλάδου μεταφοράς της ΕΘΝΙΚΗΣ ΑΕΓΑ και σχετικού τιμολογίου χωρίς όμως να διευκρινίζεται (ενόψει και του προβληθέντος ισχυρισμού της αναιρεσείουσας για την δόλια απόκρυψη εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων των πραγματικών κάθε φορά επιβαρύνσεών της για επασφάλιστρα) εάν τα ποσά των ασφαλίστρων, που βάρυναν την αναιρεσίβλητη και τα ποσά των επασφαλίστρων, που βάρυναν την αναιρεσείουσα, ήταν κεχωρισμένα ή ενοποιημένα στα εκδιδόμενα τιμολόγια ή εάν τα επασφάλιστρα που βάρυναν την αναιρεσείουσα είχαν αφαιρεθεί συμψηφιστικά από την αναιρεσίβλητη κατά την καταβολή του ναύλου και εάν τα ποσά των ασφαλίστρων που βάρυναν την αναιρεσίβλητη (και δεν προσδιορίζονται ειδικότερα) ήταν τα συνηθισμένα στη ναυτιλιακή ασφαλιστική αγορά ή ήταν μειωμένα σε αντιστάθμισμα των τυχόν αυξημένων επασφαλίστρων που βάρυναν την αναιρεσείουσα, που και αυτά δεν προσδιορίζονται (ασφάλιστρα), β)ότι προσκομίστηκαν από την αναιρεσείουσα 6 συμβάσεις ασφάλισης φορτίων πετρελαίου της Motor Oil από τις οποίες δεν προκύπτει το σύνολο των όρων τους, δεν προσδιορίζει όμως η προσβαλλόμενη ποια ήταν τα χαμηλότερα επασφάλιστρα εκείνης της ασφαλιστικής εταιρείας του Λονδίνου στις προσκομιζόμενες συμβάσεις και ποία διαφορά προέκυπτε τελικά συνολικά μεταξύ εκείνων των επασφαλίστρων και αυτών που υπολόγιζε μονομερώς και παρακρατούσε η αναιρεσίβλητη γ)δεν προσδιορίζεται για την εκτίμηση της συμπεριφοράς της αναιρεσίβλητης, ποία διαφορά προέκυψε σε βάρος της αναιρεσείουσας από το υπερτιμημένο επασφάλιστρο για όλες τις ένδικες μεταφορές από τη έγκριση των επασφαλίστρων και εάν η διαφορά αυτή ήταν δικαιολογημένη στο πλαίσιο εφαρμογής των προαναφερθεισών διατάξεων από τη συνεκτίμηση όλων των λοιπών παραγόντων καθώς και του συμφέροντος αμφοτέρων των διαδίκων λαμβανομένων υπόψη και των επασφαλίστρων της τρέχουσας ναυτιλιακής και ασφαλιστικής αγοράς του ενδίκου χρόνου, που δεν προσδιορίζονται στην προσβαλλομένη αλλά και της αιτουμένης ως αποζημιώσεως διαφοράς των 2.209.964 Δολ.ΗΠΑ ώστε υπέπεσε, κατά την επικουρική αιτιολογία, στις πλημμέλειες από τον αριθμό 19 του αρ.559 ΚΠολΔ που προβάλλονται βάσιμα με τους έβδομο και όγδοο (κατ'ορθή εκτίμηση) αναιρετικούς λόγους, από την εκ πλαγίου παραβίαση των ιδίων διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, αφού με τον τρόπο αυτό δεν καθίσταται εφικτό να ερευνηθεί εάν ορθά εφαρμόστηκαν οι πιο πάνω διατάξεις κατά την απόρριψη της αγωγής της αναιρεσείουσας:
Κατά τη γνώμη όμως του εισηγητή Αρεοπαγίτη Αθανασίου Καγκάνη υπό τις παραπάνω παραδοχές της, η προσβαλλομένη απόφαση, η οποία δέχθηκε ότι δεν συντρέχει περίπτωση (συμβατικής ή αδικοπρακτικής) παράβασης της αναιρεσίβλητης αναφορικά με την εκ μέρους της τελευταίας επιλογή του ασφαλιστή, που θα κάλυπτε τον κίνδυνο μεταφοράς, με δεξαμενόπλοια της αναιρεσείουσας, των φορτίων αργού πετρελαίου για λογαριασμό αυτής (αναιρεσίβλητης) [η οποία θα κατέβαλε στην πρώτη (αναιρεσειουσα) το συμφωνημένο ναύλο, παρακρατώντας όμως το ανάλογο με την ηλικία των πλοίων ποσό επασφαλίστρων το οποίο ακολούθως θα απέδιδε (μαζί με τα ασφάλιστρα) στον επιλεγέντα ασφαλιστή] κρίνοντας ότι η επιλογή αυτή του ασφαλιστή δεν εγένετο κατά κατάχρηση ή κατά παράβαση των αρχών της καλής πίστης, των χρηστών και συναλλακτικών ηθών αλλά με βάση τα εξασφαλίζοντα τα συμφέροντα της ασφαλιζομένης και συνακόλουθα της έχουσας αναλάβει τη μεταφορά και επιβαρυνομένης με την καταβολή των επασφαλίστρων αναιρεσείουσας κριτήρια της αξιοπιστίας, φερεγγυότητας και της δυνατότητας ταχείας κάλυψης του ασφαλισθέντος κινδύνου, τα οποία παρείχε, έστω και με υψηλότερη επιβάρυνση, την οποία εγνώριζε η αναιρεσειουσα πριν από την κατάρτιση των σχετικών συμβάσεων ναυλώσεως, η επιλεγείσα ασφαλιστική εταιρεία (ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΓΑ), δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις προαναφερθείσες διατάξεις, διαλαβούσα στο σκεπτικό της πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες, οι οποίες καλύπτουν με πληρότητα το πραγματικό των εφαρμοσθέντων ως άνω κανόνων δικαίου και δικαιολογούν το αποδεικτικό πόρισμα καθιστώσες εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο με αποτέλεσμα να κρίνονται απορριπτέες ως αβάσιμες οι προβαλλόμενες (από το άρθρο 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ) αιτιάσεις:
Ειδικότερα από την παραδοχή της προσβαλλομένης κατά την οποία "αποδεικνύεται ότι κατά την επιλογή του παραπάνω ασφαλιστικού φορέα η εναγομένη δεν επέδειξε αντισυμβατική συμπεριφορά ούτε ενήργησε κατά παράβαση των συναλλακτικών ηθών, της καλής πίστης αλλά ούτε και κατά κατάχρηση του σχετικού δικαιώματος επιλογής..." προκύπτει σαφώς η εφαρμογή, κατά την επάλληλη αιτιολογία αυτής (προσβαλλόμενης απόφασης) η οποία στηρίζει αυτοτελώς (απορριπτικό) το διατακτικό της, των διατάξεων των άρθρων 281, 288, 370, 914, 919 ΑΚ με τις υποστηρίζουσες αυτή ορθές, πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες:
α)ότι η αναιρεσείουσα, παρόλο που εγνώριζε, πριν από την κατάρτιση των ενδίκων συμβάσεων μεταφοράς, τόσο τον ασφαλιστικό φορέα ο οποίος θα ασφάλιζε τα μεταφερόμενα φορτία πετρελαίου, όσο, και κυρίως, το ύψος των επασφαλίστρων το οποίο θα καθοριζόταν με βάση τους όρους του ασφαλιστηρίου της αναιρεσίβλητης, δέχθηκε να συμμετάσχει στο σχετικό μειοδοτικό διαγωνισμό θεωρώντας, προδήλως, ότι οι όροι αυτοί εξυπηρετούν τα οικονομικά συμφέροντά της, χωρίς μάλιστα τη διατύπωση, οποιασδήποτε επιφύλαξης είτε κατά το στάδιο της υποβολής της αίτησης συμμετοχής στο διαγωνισμό είτε, μεταγενέστερως, όταν αμέσως μετά την πραγματοποίηση της πρώτης μεταφοράς διαπίστωσε, κατά την είσπραξη του ναύλου, το ακριβές ύψος των υπολογισθέντων επασφαλίστρων, αφού αυτό, και ανεξάρτητα του ότι κατά τη σχετική παραδοχή της προσβαλλόμενης αναγραφόταν κεχωρισμένως στο παραδιδόμενο παραστατικό έγγραφο, είχε παρακρατηθεί από την αναιρεσίβλητη προκειμένου να αποδοθεί στην ασφαλιστική εταιρεία και επομένως ήταν ευχερές για την αναιρεσείουσα να διαπιστώσει το ακριβές ύψος του (επασφαλίστρου) αφαιρώντας από το ποσό του συμφωνημένου ναύλου το εισπραττόμενο, μετά την παρακράτηση, ποσό.
β)ότι η αλλαγή ασφαλιστή ήταν αντίθετη στα συμφέροντα της αναιρεσίβλητης τα οποία, λαμβανομένων υπόψη της παρεχόμενης φερεγγυότητας, του ύψους των ασφαλίστρων, της ευρύτητας κάλυψης των ασφαλιστικών κινδύνων, της χορήγησης απαλλαγών και της κάλυψης αβαριών εξυπηρετούντο καλλίτερα από την έχουσα ήδη επιλεγεί, με βάση τα παραπάνω κριτήρια τα οποία συνεκτιμώνται κατά την άσκηση του δικαιώματος επιλογής του ασφαλιστή, ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΓΑ και γ)ότι, και μετά τη διατύπωση, σχετικών με το ύψος που επασφαλίστρων διαμαρτυριών της αναιρεσείουσας, η τελευταία εξακολούθησε τη συνεργασία με την αναιρεσίβλητη χωρίς μάλιστα (η διαμαρτυρηθείσα αναιρεσείουσα) να θέσει θέμα μείωσης των επασφαλίστρων για τις, μετά τις παραπάνω διαμαρτυρίες, ανατεθείσες μεταφορές, ευχερώς εντεύθεν συναγομένου αφενός ότι η αναιρεσείουσα δεν θεωρούσε το ύψος των επασφαλίστρων αποτρεπτικό παράγοντα εξακολούθησης της μεταξύ τους συνεργασίας και, κυρίως, τον υπολογισμό αυτών (επασφαλίστρων) με βάση τους όρους του ασφαλιστηρίου της ΕΘΝΙΚΗΣ ΑΕΓΑ, ως ενέργεια αφενός αντιτιθέμενη στις αρχές της καλής πίστης ή των συναλλακτικών ή των χρηστών ηθών και ως γενομένη κατά κατάχρηση του σχετικού δικαιώματος επιλογής, και αφετέρου ότι η τελευταία (αναιρεσείουσα), ενεργώντας αντιφατικά και κακόπιστα, ενόψει των ως άνω αποδειχθέντων, επικαλείται, οψίμως την παράβαση των αρχών αυτών εκ μέρους της αναιρεσίβλητης, επιχειρώντας, ανεπιτυχώς κατά τη μειοψηφούσα γνώμη, την επ'αυτής (παράβασης) θεμελίωση, κατά το νόμο και ουσία βάσιμο, της ειδικής αγωγής.
Κατ'ακολουθίαν των ως άνω εκτεθέντων πρέπει, δεκτών γενομένων ως και ουσιαστικά βασίμων των πρώτου, δευτέρου, τρίτου και εβδόμου λόγω της αναίρεσης, η αναιρετική εμβέλεια των οποίων καθιστά αλυσιτελή την έρευνα των λοιπών λόγων αυτής (αναίρεσης), να αναιρεθεί, στο σύνολό της, η προβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που την εξέδωσε, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (αρθ.580 παρ.3 ΚΠολΔ), διατασσομένης της επιστροφής του παραβόλου στην αναιρεσείουσα (αρθ.495 παρ.4 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσίβλητης, που ηττήθηκε (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ'αριθμ.677/2010 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Πειραίως.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Πειραιώς συγκροτούμενο από διαφορετικούς, από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη ως άνω απόφαση, δικαστές.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας από τρείς χιλιάδες (3000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 4η Φεβρουαρίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 7η Απριλίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ