Supreme Court dismisses labor contract extension appeals citing statutory time limits and evidence sufficiency.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeals filed by 29 employees against a second-instance labor court judgment. The appellants argued that the lower court violated statutory prohibitions on extending fixed-term contracts and failed to consider specific witness testimonies. The court ruled that the contracts had naturally expired upon the agreed term and that the evidence presented was sufficient to support the lower court's findings.
Legislator headnote
AI generatedArticles 2 and 4 of the General Terms and Conditions of Employment; Article 559 of the Code of Civil Procedure: Fixed-term employment contracts expire upon the fulfillment of the agreed term, and appeals must be based on specific legal violations rather than mere disagreement with the factual assessment of evidence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 784 / 2013 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 784/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Δημήτριο Μουστάκα, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Π., 2) Χ. Τ., 3) Ά. Ρ., 4) Δ. Τ., 5) Σ. Δ., 6) Μ. Μ., 7) Α. Σ., 8) Κ. Μ., 9) Γ. Γ., 10) Ό. Ζ., 11) Γ. Μ., 12) Ρ. Β., 13) Ε. Χ., 14) Κ. Λ., 15) Α. Κ., 16) Θ. Π., 17) Π. Δ., 18) Γ. Π., 19) Π. Π., 20) Γ. Σ., 21) Α. Κ., 22) Ρ. Σ., 23) Τ. Κ., 24) Α. Γ., 25) Α. Α., 26) Γ. Λ., 27) Α. Μ., 28) Ε. Ρ. και 29) Ν. Π., όλων κατοίκων ...
Η υπόθεση, κατόπιν παραιτήσεως των υπό στοιχεία 1, 3, 4, 6, 7, 9, 10, 12, 13, 15, 18, 19, 20, 21, 22 αναιρεσειόντων σε προγενέστερες δικασίμους ή εξωδίκως, επανέρχεται προς συζήτηση με την από 18/2/2011 κλήση των 1) Χ. Τ. (2ης αναιρεσείουσας), 2) Σ. Δ. (5ου αναιρεσείοντος), 3) Κ. Μ. (8ης αναιρεσείουσας), 4) Γ. Μ. (11ης αναιρεσείουσας), 5) Κ. Λ. (14ου αναιρεσείοντος), 6) Θ. Π. (16ου αναιρεσείοντος), 7) Π. Δ. (17ου αναιρεσείοντος), 8) Τ. Κ. (23ου αναιρεσείοντος) , 9) Α. Γ. (24ου αναιρεσείοντος), 10) Α. Α. (25ου αναιρεσείοντος), 11) Γ. Λ. (26ου αναιρεσείοντος), 12) Α. Μ. (27ου αναιρεσείοντος), 13) Ε. Ρ. (28ης αναιρεσείουσας), 14) Ν. Π. (29ου αναιρεσείοντος), κατοίκων ...
Οι υπό στοιχεία 1, 2, 3, 4, 6, 7, 8, 9, 10, 13 καλούντες εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαργετίνα Στεφανάτου και κατέθεσαν προτάσεις.
Οι υπό στοιχεία 5, 11, 12, 14 καλούντες παραστάθηκαν μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου τους Μαργετίνας Στεφανάτου και κατέθεσαν προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου-καθ' ης η κλήση: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΚΩΝΙΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ" και τον διακριτικό τίτλο "ΟΤΕ ΑΕ", η οποία εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αγλαΐα Μαργαρίτη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/4/2004 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 363/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8184/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 25/1/2007 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Τρούσας ανέγνωσε την από 20/3/2008 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Σπυρίδωνα Ζιάκα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως νόμιμα επαναφέρεται προς συζήτηση με την από 18-2-2011 κλήση των εκ των αναιρεσειόντων Χ. Τ. (2ης), Σ. Δ. (5ου), Κ. Μ. (8ης), Γ. Μ. (11ης), Κ. Λ. (14ου), Θ. Π. (16ου), Π. Δ. (17ου), Τ. Κ. (23ου), Α. Γ. (24ου), Α. Α. (25ου), Γ. Λ. (26ου), Α. Μ. (27ου), Ε. Ρ. (28ης) και Ν. Π. (29ου) μετά τη ματαίωση της συζήτησης κατά τη δικάσιμο της 28-9-2010.
Από τις διατάξεις των άρθρων 294, 295, 297 και 299 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται σύμφωνα με το αρθρ.573 παρ.1 του ιδίου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει ότι η παραίτηση από το δικόγραφο του ένδικου μέσου που έχει ασκηθεί, άρα και από το δικόγραφο της αναιρέσεως (άρθρ.495 παρ.1 του ΚΠολΔ), μπορεί να γίνει με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά προτού αρχίσει η προφορική συζήτηση της υποθέσεως, με δήλωση είτε του ίδιου του διαδίκου είτε του κατ'άρθρο 96 ΚΠολΔ πληρεξουσίου δικηγόρου του, που αρκεί να έχει γενική πληρεξουσιότητα (άρθρ. 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 ,98 ΚΠολΔ), χωρίς να απαιτείται συναίνεση του αντιδίκου του παραιτουμένου, ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον τελευταίο, έχει δε ως συνέπεια να θεωρείται ως μη ασκηθείσα η αναίρεση κατά την έκταση της παραίτησης από το δικόγραφο αυτής.
Η παραίτηση αυτή είναι έγκυρη έστω και αν ο αναιρεσίβλητος, στον οποίο αφορά, δεν συμμετέχει στη συζήτηση. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά 106/ 28-9-2010 του Δικαστηρίου αυτού, κατά τη δικάσιμο της 28-9-2010 η Μαργεντίνα Στεφανάτου, πληρεξούσια δικηγόρος των αναιρεσειόντων Α. Π. (1ου), Α. Σ. (7ης), Γ.
Γ. (9ου), Ό. Ζ. (10ης), Ρ. Β. (12ης), Ε. Χ. (13ου), Α. Κ. (15ου), Γ. Π. (18ου), Γ. Σ. (20ου), Α. Κ. (21ου), και Ρ. Σ. (22ης), έχοντας προς τούτο πληρεξουσιότητα, με δήλωσή της που έγινε πριν από την έναρξη της προφορικής συζητήσεως και καταχωρίσθηκε στα πρακτικά, παραιτήθηκε νομότυπα από το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως. Εξ άλλου, οι εκ των αναιρεσειόντων Ά.
Ρ. (3ος), Δ. Τ. (4η), Μ. Μ. (6η) και Π. Π. (19η) με την από 14-2-2011 δήλωσή τους, που κατατέθηκε στην αρμόδια Γραμματέα του Αρείου Πάγου στις 18-2-2011 και επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη (Ο.Τ.Ε. Α.Ε), όπως προκύπτει από την .../24-5-2011 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών …, παραιτήθηκαν από το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως.
Επομένως, η αίτηση των υπό στοιχ. 1, 3, 4, 6, 7, 9, 10, 12, 13, 15, 18, 19, 20, 21 και 22 αναιρεσειόντων, πρέπει να θεωρηθεί ως μη ασκηθείσα. Από τις διατάξεις των άρθρων 648 και 669 ΑΚ συνάγεται, ότι σύμβαση εργασίας αόριστου χρόνου υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και το σκοπό τής εργασίας.
Αντίθετα, η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου, όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρι της επελεύσεως ορισμένου μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή της εκτελέσεως ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βέβαιου γεγονότος ή του χρονικού σημείου, παύει να ισχύει αυτοδικαίως.
Επομένως, η διάρκεια της συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε, ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και το σκοπό της σύμβασης εργασίας. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι, ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της.
Η σύμβαση αυτή παύει αυτοδικαίως, σύμφωνα με το άρθρο 669 παρ. 1 ΑΚ, όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημιώσεως. Ο ορθός δε νομικός χαρακτηρισμός της σύμβασης, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, μη δεσμευόμενο από το χαρακτηρισμό, που προσέδωσαν τα συμβαλλόμενα μέρη, κρίνει, ερμηνεύοντας το περιεχόμενό της, όπως απαιτούν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη και οι περιστάσεις, υπό τις οποίες καταρτίστηκε η σύμβαση (ΟλΑΠ 18/2006).
Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1 και 3 του ν. 2112/1920, όπως αυτό έχει τροποποιηθεί και αυθεντικώς ερμηνευτεί (ν. 4558/1920, άρθρο 11 α.ν. 547/1937), "είναι άκυρος οιαδήποτε σύμβασις αντικείμενη εις τον παρόντα νόμον, πλην αν είναι μάλλον ευνοϊκή δια τον υπάλληλον... Αι διατάξεις του νόμου τούτου εφαρμόζονται ωσαύτως και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένην χρονική διάρκειαν, εάν ο καθορισμός της διαρκείας ταύτης δεν δικαιολογείται εκ της φύσεως της συμβάσεως, αλλ' ετέθη σκοπίμως προς καταστρατήγησιν των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως διατάξεων του παρόντος νόμου".
Από τις διατάξεις αυτές, με τις οποίες επιδιώχθηκε η αντιμετώπιση των καταχρήσεων σε βάρος των εργαζομένων με τη σύναψη συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, προκύπτει ότι, όταν συνάπτονται αλλεπάλληλες συμβάσεις εργασίας ορισμένης χρονικής διάρκειας, αν ο καθορισμός της διάρκειάς τους δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο, που ανάγεται ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχειρήσεως, αλλά έχει τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των αόριστου χρόνου συμβάσεων (άρθρα 1, 2, 3 του ν. 2112/1920 ή 1, 3, 5 του β.δ. 16/18-7-1920), ανακύπτει ακυρότητα ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας της σύμβασης και θεωρείται, ότι τότε καταρτίστηκε ενιαία σύμβαση αόριστου χρόνου, επί της οποίας δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζομένου χωρίς καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχτηκε, τα εξής: Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες προσλήφθηκαν από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", ως έκτακτο προσωπικό σε διάφορες υπηρεσίες της με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου πλήρους απασχολήσεως, διάρκειας οκτώ (8) μηνών και συγκεκριμένα, ο πρώτος στις 10-7-02 στη Διεύθυνση Διαχειρίσεως Υλικών, η δεύτερη στις 4-6-02 στο Συγκρότημα Μηχανογραφικού Κέντρου, ο τρίτος στις 6-6-02 ως οδηγός αυτοκινήτου, η τέταρτη στις 22-7-02 στο Συγκρότημα Μεταδ.
Μεταγ. Αττικής, ο πέμπτος στις 30-5-02 ως ηλεκτρολόγος, η έκτη στις 25-6-02 στη Διεύθυνση Λογιστικών Υπηρεσιών, η έβδομη στις 10-6-02 στην ίδια υπηρεσία, η όγδοη στις 18-7-02 στη Διεύθυνση Χρημ/κού Σχεδ. και Μελετών, ο ένατος στις 10-6-02 στη Διεύθυνση Λογιστικών Υπηρεσιών, η δέκατη στις 2-7-02 στην ίδια υπηρεσία, η ενδέκατη στις 26-7-02 στο ΤΟ ΤΕΚ Περιστερίου, η δωδέκατη στις 3-6-02 στη Διεύθυνση Κοινοχρήστων Τηλεπικοινωνιών, οι δέκατος τρίτος, δέκατος τέταρτος και δέκατος πέμπτος στις 26-8-02 στο Συγκρότημα Δομ.
Και Η/Μ Έργων Αττικής, ο δέκατος έκτος την 1-10-02 στο κλιμάκιο Δαγκλή ΣΚΒ και ΕΕΑ Τηλ. Περιφ. Αττικής, ο δέκατος έβδομος την 1-10-02 στο ΣΚΒ και ΕΕΑ / Κλιμάκιο Ιπποδρόμου, ο δέκατος όγδοος στις 16-7-02 στο Συγκρότημα Καλωδ. Βλαβών και ειδ. Έργων, η δέκατη ένατη στις 5-8-02 στο ΤΕΥ Παγκρατίου, ο εικοστός στις 22-7-02 στο ΒΤΔ Αθηνών, ο εικοστός πρώτος στις 20-5-02 στο Γ' Τηλεπ.
Διαμ. Αθηνών, η εικοστή δεύτερη στις 10-6-02 στη Διεύθυνση Λογιστικών Υπηρεσιών, ο εικοστός τρίτος στις 29-7-02 στη Διεύθυνση Τεχνικών Θεμάτων και Λειτουργιών Αττικής, ο εικοστός τέταρτος και εικοστός πέμπτος στις 3-6-02 στο Συγκρότημα Μηχανογραφικού Κέντρου, ο εικοστός έκτος στις 5-6-02 στην ίδια Υπηρεσία, ο εικοστός έβδομος και η εικοστή όγδοη στις 3-6-02 στην ίδια Υπηρεσία και ο εικοστός ένατος στις 8-5-02 στη Διεύθυνση Τεχνικών Θεμάτων και Λειτουργιών.
Μετά τη λήξη τους οι ως άνω οκτάμηνες συμβάσεις ανανεώθηκαν εκ νέου για ένα οκτάμηνο, μετά την πάροδο του οποίου ανανεώθηκαν και πάλι για ένα εξάμηνο, ήτοι μέχρι τη συμπλήρωση 22 μηνών, οπότε η αναιρεσίβλητη έπαυσε να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους. Ειδικότερα, οι αναιρεσείοντες απασχολήθηκαν συνεχώς στην αναιρεσίβλητη έως τον αναφερόμενο στην απόφαση για τον καθένα χρόνο.
Σε όλες δε τις συμβάσεις αναφέρεται ότι με το πέρας του χρόνου εκάστης λήγει αυτή αυτοδικαίως χωρίς καμιά προειδοποίηση. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι όλοι οι αναιρεσείοντες προσλήφθηκαν για να καλύψουν έκτακτες ανάγκες σε προσωπικό στις προαναφερόμενες υπηρεσίες της αναιρεσίβλητης κατά τα έτη 2002 και 2003 για τη κάλυψη των αναγκών των Ολυμπιακών Αγώνων, την επέκταση και ποιοτική αναβάθμιση του δικτύου της αναιρεσίβλητης και την κάλυψη των κενών που δημιουργήθηκαν λόγω αποχωρήσεως από την υπηρεσία μονίμων υπαλλήλων της, μετά δε τη λήξη των ως άνω συμβάσεων εργασίας η αναιρεσίβλητη δεν προσέλαβε άλλο έκτακτο προσωπικό.
Για την εξυπηρέτηση δε των παγίων επιχειρησιακών αναγκών της, που προκύπτουν από την αλλαγή της τεχνολογίας και τον εντεινόμενο ανταγωνισμό, η αναιρεσίβλητη προκήρυξε διαγωνισμό με σκοπό την πλήρωση 391 θέσεων μόνιμου προσωπικού, στον οποίο δεν έλαβαν μέρος οι αναιρεσείοντες. Οι πιο πάνω δε έκτακτες ανάγκες, που επέβαλαν στην αναιρεσίβλητη να προσλάβει τους αναιρεσείοντες με συμβάσεις εξηρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, υπό τις οποίες δεν υποκρύπτονταν συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου ούτε καταρτίστηκαν αυτές με σκοπό την καταστρατήγηση της εργατικής νομοθεσίας, έπαυσαν να υπάρχουν.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, το οποίο ακολούθως απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και επιπλέον διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες σχετικά με το χαρακτήρα των ένδικων συμβάσεων ως τέτοιων ορισμένου χρόνου και δεν ήταν αναγκαίο για την πληρότητα των αιτιολογιών να αναφέρονται στην απόφαση τα συγκεκριμένα καθήκοντα καθενός από τους αναιρεσείοντες καθώς και ο λόγος που υπαγόρευσε στη συγκεκριμένη περίπτωση την κατάρτιση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου αντί μιας αορίστου χρόνου, αφού τα καθήκοντα που κλήθηκαν αυτοί να καλύψουν ήταν δεδομένα, ούτε εμπεριέχουν αντίφαση οι παραδοχές ότι α) "οι αναιρεσείοντες εργάστηκαν στην αναιρεσίβλητη ως έκτακτοι εργάτες συνεχούς και πλήρους απασχολήσεως", αφού η συνεχής και πλήρης απασχόληση δεν είναι ασύμβατη με τη σύμβαση ορισμένου χρόνου και β) "προσλήφθηκαν (οι αναιρεσείοντες) προκειμένου να καλύψουν έκτακτε ανάγκες σε προσωπικό στις προαναφερόμενες υπηρεσίες κατά τα έτη 2002 και 2003 για την εκτέλεση του έργου των Ολυμπιακών Αγώνων, την επέκταση και ποιοτική αναβάθμιση του δικτύου της εναγομένης και την κάλυψη κενών που δημιουργήθηκαν λόγω αποχωρήσεως από την υπηρεσία μονίμων υπαλλήλων της", καθόσον οι έκτακτες ανάγκες μπορεί α συνίστανται και στην προσωρινή κάλυψη των αναγκών της αναιρεσίβλητης που δημιουργήθηκαν από την αποχώρηση μόνιμου προσωπικού, μέχρι την πρόσληψη νέου για την πλήρωση των κενών οργανικών θέσεων.
Επομένως, ο πρώτος, δεύτερος, και πέμπτος, από τους αριθμούς 19 και 1 αντίστοιχα του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Από τη διάταξη του άρθρου 671 ΑΚ κατά την οποία η σύμβαση εργασίας που συνομολογήθηκε για ορισμένο χρόνο λογίζεται πως ανανεώθηκε για αόριστο χρόνο, αν μετά τη λήξη του χρόνου της ο εργαζόμενος εξακολουθεί την εργασία χωρίς να εναντιώνεται ο εργοδότης, προκύπτει ότι τα θεσπιζόμενο με αυτήν νομικό πλάσμα, ισχύει μόνο στην περίπτωση που ελλείπει η σχετική δικαιοπρακτική βούληση, για ρητή ή σιωπηρή παράταση της συμβάσεως ορισμένου χρόνου για ορισμένο ή αόριστο χρόνο.
Επομένως, το Εφετείο, που δέχτηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι οι ένδικες συμβάσεις ορισμένου χρόνου, μετά από διαδοχικές ρητές παρατάσεις για ορισμένο επίσης χρόνο, δεν κατέστησαν αορίστου (χρόνου) αλλά έληξαν με την πάροδο της συμφωνηθείσας διάρκειας της τελευταίας από τις διαδοχικές συμβάσεις, δεν παραβίασε την προαναφερθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη, καθόσον αυτή δεν ήταν στην προκειμένη περίπτωση εφαρμοστέα, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν.
Επομένως, ο αντίθετος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. τρίτος λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος. Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, επίσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. προσάπτεται στο Εφετείο παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 179, 288 ΑΚ, 22 παρ. 1 του Συντάγματος και 119 της Συνθήκης της ΕΟΚ, διότι "ο προσχηματικός χαρακτηρισμός από την αναιρεσίβλητη των ένδικων συμβάσεων ως ορισμένου χρόνου, έρχεται σε αντίθεση με το άρθρο 179 ΑΚ, έγινε κατά κατάχρηση δικαιώματος και με την επιλογή αυτή παραβιάζεται η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως.
Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος διότι δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο ότι προβλήθηκαν από τους αναιρεσείοντες αντίστοιχοι αγωγικοί ισχυρισμοί. Με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. αφού γίνεται αναφορά στο περιεχόμενο τόσο της Οδηγίας 1999/70 ΕΚ του Συμβουλίου της 27/28 Ιουνίου 1999 και στο ΠΔ 81/2003 με το οποίο ενσωματώθηκε η Οδηγία αυτή στην Ελληνική έννομη τάξη, προσάπτεται στο Εφετείο ότι παραβίασε τόσο την Οδηγία αυτή όσο και το άρθρο 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920.
Ο λόγος αυτός είναι προπαντός απαράδεκτος ως αόριστος, διότι δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται το νομικό σφάλμα, το οποίο και δεν προσδιορίζεται με την αναφορά σ' αυτό ότι "η εφετειακή απόφαση δεν αρκέστηκε στην αναφορά των κριτηρίων που προβλέπουν η πιο πάνω Οδηγία σε συνδυασμό με το άρθρο 8 παρ. 3 του ν.2112/1020, αλλά αναζήτησε τα κριτήρια του άρθρου 5 του εν λόγω π.
δ/τος και με βάση αυτά κατέληξε στη δικαιοδοτική κρίση, ότι είχε δικαίωμα να συνάπτει τις αλληλοδιάδοχες αυτές συμβάσεις" .
Ο έκτος λόγος αναιρέσεως, επίσης από τον 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο προβάλλεται παραβίαση από το Εφετείο των άρθρων 2 και 4 του ΓΚΠ / ΟΤΕ, (με τις οποίες απαγορεύεται η παράταση ή ανανέωση ή μετατροπή της συμβάσεως ορισμένου χρόνου), διά της εσφαλμένης εφαρμογής τους, στηρίζεται σε ανύπαρκτη προϋπόθεση, διότι αν και γίνεται αναφορά των διατάξεων αυτών στη μείζονα σκέψη της προσβαλλόμενης αποφάσεως, η αγωγή των αναιρεσειόντων δεν απορρίφθηκε κατ' εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων, αλλά επειδή οι ένδικες συμβάσεις ορισμένου χρόνου, δυνάμει των οποίων οι αναιρεσείοντες προσλήφθηκαν ως έκτακτο προσωπικό (εργάτες) προς κάλυψη έκτακτων και πρόσκαιρων αναγκών, έληξαν με τη συμπλήρωση του συμφωνηθέντος χρόνου.
Ο από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και όταν το δικαστήριο, αν και υποχρεούται στο πλαίσιο των άρθρων 335 κα 336 έως και 340 του ιδίου Κώδικα, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό πόρισμα, αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που αυτοί προσκόμισαν και επικαλέστηκαν, παραβίασε την υποχρέωσή του αυτή ή όταν παρά την περί αυτού βεβαίωση δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο από το περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα ή ορισμένα από τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τους έβδομο και όγδοο σχετικούς λόγους αναιρέσεως αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι για την απόδειξη του αγωγικού ισχυρισμού των αναιρεσειόντων δεν έλαβε υπόψη α) την ένορκη, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, κατάθεση του μάρτυρα της αναιρεσίβλητης Γ. Κ. και β) τις υπ' αριθμ. .../2005 ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων των αναιρεσειόντων, που δόθηκαν ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών.
Οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι καθόσον το Εφετείο έλαβε υπόψη τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, στην οποία και μνημονεύονται ειδικώς.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Θεωρεί ως μη ασκηθείσα την από 25-1-2007 αίτηση των Α. Π. (1ου), Ά. Ρ. (3ου), Δ. Τ. (4ης), Μ. Μ. (6ης), Α. Σ. (7ης), Γ. Γ. (9ου), Ό. Ζ. (10ης), Ρ. Β. (12ης), Ε. Χ. (13ου), Α. Κ. (15ου), Γ. Π. (18ου), Π. Π. (19η), Γ. Σ. (20ου), Α. Κ. (21ου), και Ρ. Σ. (22ης) για αναίρεση της 8184/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Απορρίπτει την ίδια ως άνω αίτηση των Χ. Τ. (2ης), Σ. Δ. (5ου), Κ. Μ. (8ης), Γ. Μ. (11ης), Κ. Λ. (14ου), Θ. Π. (16ου), Π. Δ. (17ου), Τ. Κ. (23ου), Α. Γ. (24ου), Α. Α. (25ου), Γ. Λ. (26ου ), Α. Μ. (27ου), Ε. Ρ. (28ης) και Ν. Π. (29ου) για αναίρεση της ίδιας αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες, ως προς τους οποίους απορρίπτεται η αίτηση, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Δεκεμβρίου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Απριλίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ