Legislator Case Law & Legislation
784/2012 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on ownership acquisition via usucapion, citing erroneous interpretation of civil code provisions.

Case Number 784/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the High Court of First Instance's decision regarding property ownership. The appellant argued that the lower court erred in applying civil code articles concerning usucapion and common sense principles regarding co-ownership. The court rejected these claims, ruling that the lower court correctly interpreted the law and that the appellant's arguments regarding tax declarations and financial contributions did not constitute a valid legal error warranting reversal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1045, 974, 1051 of the Civil Code; Article 560(1)(b) of the Code of Civil Procedure: Usucapion requires twenty years of possession with intent of ownership, and appeals based on erroneous application of law or common sense principles must demonstrate a specific misinterpretation of legal rules rather than factual disputes.

Keywords

AI generated
usucapion acquisition co-ownership rights civil code interpretation appeal admissibility common sense principles

Cited Legislation

AI generated
Article 1045 of the Civil Code
Article 974 of the Civil Code
Article 1051 of the Civil Code
Article 560(1)(b) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1)(b) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 8, 10 and 11/2005
Supreme Court 2/2008

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 784 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 784/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Φεβρουαρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Μ. Κ. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Πρασιανάκη, που ανακάλεσε την από 1-2-2012 δήλωση του εκ του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ και παραστάθηκε αυτοπροσώπως.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Μ. χας Σ. Κ., κατοίκου ..., 2. Σ. Σ. Κ., συζ. Π. Χ., κατοίκου ... και 3. Μ. Σ. Κ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Εμμανουήλ Αναστασάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-11-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 717/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 236/2007 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22-6-2009 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Αθανασίου ανέγνωσε την από 7-12-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά μεν το άρθρο 1045 Α.Κ., εκείνος που έχει στη νομή του για μία εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο, γίνεται κύριος με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του (άρθρο 1051 ΑΚ).

Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν οι εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ' αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 785-787, 974, 980, 981, 982, 994, 1113 και 1884 ΑΚ, συνάγεται η αρχή, ότι ο συγκοινωνός, όπως είναι και ο συγκληρονόμος, λογίζεται ότι κατέχει το κοινό πράγμα επ' ονόματι και των λοιπών κοινωνών και, επομένως, δεν μπορεί να αντιτάξει κατ' αυτών κτητική ή αποσβεστική παραγραφή, προτού καταστήσει σ' αυτούς γνωστή την απόφασή του να νέμεται στο εξής ποσοστό μεγαλύτερο από τη μερίδα του ή ολόκληρο το κοινό αποκλειστικώς για δικό του λογαριασμό, διότι, σε περίπτωση αντιποιήσεως της νομής από τον αντιπρόσωπο του νομέα, αυτή δεν απόλλυται για τον τελευταίο πριν λάβει γνώση της αντιποίησης αυτής (Ολ.ΑΠ 485/1982).

Τέτοια, όμως, γνωστοποίηση δεν απαιτείται στην περίπτωση που οι συγκοινωνοί, ύστερα από άτυπη συμφωνία μεταξύ τους, παραχώρησαν τη νομή του κοινού ακινήτου σ' έναν από τους συγκυρίους, για να το νέμεται έκτοτε, με γνώση των λοιπών, αποκλειστικά για τον εαυτό του. Εξάλλου, κατά το άρθρο 560 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Στην υπόθεση που κρίνεται, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο υπόθεση Ειρηνοδικείου, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα εξής ουσιώδη αναφορικώς με την ένδικη αγωγή περί αποδόσεως των αναλογούντων καρπών του κοινού πράγματος του ήδη αναιρεσείοντος κατά των αναιρεσιβλήτων. "Δυνάμει του υπ' αριθμ. .../23-12-1955 πωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Χανίων Χαραλάμπου Κωνσταντουλάκη, που μεταγράφηκε νομίμως στο Υποθηκοφυλακείο Βάμου (ΑΜ. ...), οι αδελφοί Μ.

Κ. του Μ. (εφεσίβλητος), Σ. Κ. του Μ., Σ. Κ. του Μ. και Γ. Κ. του Μ., κατέστησαν συγκύριοι ενός ακινήτου έκτασης 210 τ.μ. περίπου, που βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια του τοπικού διαμερίσματος Βρυσών του Δήμου Κρυονερίδας νομού Χανίων, εντός των ορίων του οικισμού Βρύσες και επί της παλαιάς εθνικής οδού Βρυσών-Σφακίων, το οποίο περιείχε έναν ερειπωμένο φούρνο και διάφορα άλλα επίσης ερειπωμένα κτίσματα και συνορεύει βόρεια με δημοτική οδό, νότια με ιδιοκτησία Κ., ανατολικά με δημοτική οδό και δυτικά με την παλαιά εθνική οδό Βρυσών-Σφακίων.

Έκτοτε, ο Σ. Κ. του Μ., ο οποίος κατοικούσε μονίμως στην συγκεκριμένη περιοχή, νεμόταν το εν λόγω ακίνητο για λογαριασμό όλων των συγκυρίων, δηλαδή και για λογαριασμό του εφεσίβλητου, ο οποίος είχε ήδη μετοικήση μονίμως στην Αθήνα προς εξεύρεση εργασίας. Ακολούθως κατόπιν σχετικής άτυπης συμφωνίας μεταξύ των προαναφερομένων συγκυρίων, από το έτος 1973 και ύστερα το ανωτέρω ακίνητο συνέχισε να νέμεται ο Σ.

Κ. του Μ., αποκλειστικά για τον εαυτό του. Ειδικότερα, αφού κατεδάφισε τα υφιστάμενα ερειπωμένα κτίσματα, ανέγειρε επί του εν λόγω ακινήτου με δικές του δαπάνες δύο συνεχόμενα, ισόγεια κτίσματα, δηλαδή ένα κατάστημα έκτασης 106 τ.μ. με πρόσοψη στην κεντρική οδό του οικισμού Βρυσών, καθώς και μία αποθήκη-κατάστημα στην πίσω πλευρά του ακινήτου, έκτασης 100 τ.μ.

περίπου, συμπεριλαμβανομένης της αυλής. Ύστερα δε από την ολοκλήρωση της κατασκευής τους, κατά το έτος 1980, ο Σ. Κ. εκμίσθωνε τα εν λόγω καταστήματα σε τρίτους, εισπράττοντας ο ίδιος τα μισθώματα, ενώ κατά τα χρονικά διαστήματα που αυτά παρέμεναν κενά, προέβαινε στην συντήρηση τους, επίσης με δικές του δαπάνες.

Συγκεκριμένα, κατά το έτος 1982 και για δυο έτη εκμίσθωσε ολόκληρο το ανωτέρω ακίνητο στον Ι. Μ. του Μ., έναντι μηνιαίου μισθώματος 60.000 δραχμών, ο οποίος χρησιμοποιούσε τα καταστήματα ενιαία ως ξυλουργείο-επιπλοποιείο. Ακολούθως, κατά το έτος 1985 και για δύο έτη εκμίσθωσε το κατάστημα που βρίσκεται στην κεντρική οδό του οικισμού Βρυσών στον πολιτικό συνδυασμό με την επωνυμία "Νέα Δημοκρατία", έναντι μηνιαίου μισθώματος 20.000 δραχμών, ο οποίος χρησιμοποιούσε το κατάστημα ως εκλογικό κέντρο.

Στην συνέχεια, από το έτος 1987 και ύστερα, εκμίσθωνε συνεχώς στον Σ. Σ. του Σ. το κατάστημα που βρίσκεται στην κεντρική οδό του οικισμού Βρυσών, έναντι μηνιαίου μισθώματος που ανερχόταν από 40.000 έως 80.000 δραχμές, είτε και τα δύο καταστήματα, έναντι μηνιαίου μισθώματος που ανερχόταν συνολικά από 100.000 έως 150.000 δραχμές, ο οποίος τα χρησιμοποιούσε ως καφενείο και αποθήκη, αντίστοιχα.

Ταυτόχρονα, κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ των ετών 1987 και 1994, οπότε ο Σ. Σ. δεν χρησιμοποιούσε αμφότερα τα καταστήματα, ο Σ. Κ. εκμίσθωνε στον Κ. Α. το κατάστημα που βρίσκεται στην πίσω πλευρά του ακινήτου, ο οποίος το χρησιμοποιούσε ως ξυλουργείο. Επίσης, καθ' όλη την διάρκεια των μισθώσεων που αναφέρθηκαν, ο Σ.

Κ. δήλωνε τα εισοδήματα που λάμβανε από αυτές στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. Α' Χανίων, ενώ δήλωνε το προαναφερόμενο ακίνητο ως περιουσιακό του στοιχείο και στα σχετικά έντυπα φορολογίας εισοδήματος. Ο Σ. Κ. συνέχισε να νέμεται για τον εαυτό του ολόκληρο το ανωτέρω ακίνητο με διάνοια κυρίου μέχρι και το έτος 1998, ασκώντας όλες τις προαναφερόμενες πράξεις νομής με τις οποίες εκδηλωνόταν η θέλησή του να το εξουσιάζει, χωρίς να υπάρξει καμία αμφισβήτηση σχετική με τα όρια του ή με τα δικαιώματά του επί αυτού, με αποτέλεσμα να καταστεί κύριος του και κατά το υπόλοιπο ποσοστό των 3/4 εξ αδιαιρέτου με έκτακτη χρησικτησία, καθόσον νεμόταν αυτό χωρίς διακοπή, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των είκοσι ετών, έχοντας γνωστοποιήσει στους υπόλοιπους συγκύριους την απόφασή του να νέμεται το εν λόγω ακίνητο αποκλειστικά για τον εαυτό του, ως κύριος.

Ύστερα από το θάνατο του Σ. Κ. του Μ., που επήλθε στις 21.8.1998, η κυριότητα του ανωτέρω ακινήτου περιήλθε στους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, και συγκεκριμένα, κατά ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου στην πρώτη εκκαλούσα σύζυγό του και κατά ποσοστό 37,50% εξ αδιαιρέτου σε κάθε ένα από τα τέκνα του - υπόλοιπες εκκαλούσες.

Οι εκκαλούσες αποδέχθηκαν την κληρονομιά του αποβιώσαντος, με την υπ' αριθ. .../5-2-1999 δήλωση αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Χανίων Γρηγορίας Μαλεφάκη-Αποστολάκη, που μεταγράφηκε νομίμως στο Υποθηκοφυλακείο Βάμου (Α.Μ. ...) και έκτοτε νέμονταν το εν λόγω ακίνητο για τον εαυτό τους, κατά το εξ αδιαιρέτου ποσοστό συγκυριότητας επί αυτού η κάθε μία, όπως και ο δικαιοπάροχός τους.

Ειδικότερα, προέβησαν επανειλημμένως σε εργασίες συντήρησης των υφιστάμενων καταστημάτων, εκμίσθωναν αυτά σε τρίτους (από την 1η-3-2002 μέχρι τις 29-10-2004 συνέχισαν να εκμισθώνουν στους Σ. Σ. του Σ. και Β. Σ.-Γ. το κατάστημα που βρίσκεται στην κεντρική οδό του οικισμού Βρυσών, έναντι μηνιαίου μισθώματος 70.000 δραχμών, οι οποίοι το χρησιμοποιούσαν ως καφενείο, από τις 30.10.2004 μέχρι και την συζήτηση της αγωγής εκμισθώνουν το ίδιο κατάστημα στον Α.

Α. του Γ., έναντι μηνιαίου μισθώματος 410 € μηνιαίως, ο οποίος το χρησιμοποιεί επίσης ως καφενείο, ενώ από τις 6-6-2002 μέχρι και την συζήτηση της αγωγής εκμισθώνουν στον Α. Σ. του Ε. το κατάστημα που βρίσκεται στην πίσω πλευρά του ακινήτου, ο οποίος το χρησιμοποιεί ως σιδηρουργείο, και περαιτέρω, εισέπρατταν τα μισθώματα κατά το ποσοστό που αναλογούσε στο δικαίωμα συγκυριότητας κάθε μίας, δήλωναν τα εισοδήματα από τις ανωτέρω συμβάσεις μίσθωσης στην αρμόδια Δ.Ο.Υ.

Α' Χανίων ενώ δήλωναν το προαναφερόμενο ακίνητο ως περιουσιακό τους στοιχείο και στα σχετικά έντυπα φορολογίας εισοδήματος. Ακολούθως κατά το έτος 2003 ο εφεσίβλητος προέβαλε δικαίωμα συγκυριότητας επί του προαναφερόμενου ακινήτου, και επιπλέον, αφού ανακοίνωσε στους μισθωτές αμφότερων των καταστημάτων την ιδιότητά του ως συγκυρίου κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου, ζήτησε από τους τελευταίους να καταβάλουν στον ίδιο την αναλογία των μισθωμάτων που αντιστοιχεί στο δικό του ποσοστό, ενώ αξίωσε από τις εφεσίβλητες να του καταβάλουν το ίδιο ποσοστό επί των μισθωμάτων που εισέπραξαν από το θάνατο του Σ.

Κ. μέχρι το χρονικό αυτό σημείο (Σεπτέμβριο του έτους 1998 μέχρι τον Σεπτέμβριο του έτους 2003). Οι εκκαλούσες αρνήθηκαν οποιοδήποτε δικαίωμα του εφεσίβλητου επί του ανωτέρω ακινήτου, ισχυριζόμενες ότι οι ίδιες έχουν καταστεί συγκυρίες αυτού δυνάμει κληρονομικής διαδοχής και έκτακτης χρησικτησίας, μέχρι δε και την συζήτηση της αγωγής δεν έχουν καταβάλει οποιοδήποτε ποσό στον εφεσίβλητο για την ανωτέρω αιτία, παρά τις σχετικές οχλήσεις του τελευταίου.

Ενόψει των ανωτέρω, αποδείχθηκε ότι δεν υφίσταται κοινωνία δικαιώματος μεταξύ των εκκαλουσών και του εφεσίβλητου, με αποτέλεσμα ο τελευταίος να μην δικαιούται οποιοδήποτε ποσοστό επί των μισθωμάτων που οι εκκαλούσες εισπράττουν από την μίσθωση των προαναφερόμενων καταστημάτων. Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι συγκυρίες του επίδικου ακινήτου έχουν καταστεί οι εκκαλούσες, κατά ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου η πρώτη εξ αυτών και κατά ποσοστό 37,50% εξ αδιαιρέτου κάθε μία εκ των λοιπών, δυνάμει εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής, και συγκεκριμένα, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του Σ.

Κ. του Μ., έχοντας αποδεχθεί και μεταγράψει νομίμως την κληρονομιά του τελευταίου. Σε κάθε όμως περίπτωση, οι εκκαλούσες κατέστησαν συγκυρίες του επίδικου ακινήτου κατά τα ίδια ποσοστά εξ αδιαιρέτου και δυνάμει έκτακτης χρησικτησίας, καθόσον αποδείχθηκε, ότι νέμονταν αυτό κατά τα ανωτέρω ποσοστά η κάθε μία χωρίς διακοπή για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των είκοσι ετών, δηλαδή από το έτος 1973 μέχρι και την όχλησή τους από τον εφεσίβλητο κατά τον μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2003, προσμετρώντας στο χρόνο χρησικτησίας τους και τον χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του Σ.

Κ., κατ' άρθρο 1051 ΑΚ (συνολικά επί 30 έτη), χωρίς να υπάρξει καμία αμφισβήτηση σχετική με τα δικαιώματά τους επί αυτού, ασκώντας όλες τις πράξεις νομής που ήδη αναφέρθηκαν, με τις οποίες εκδηλώθηκε η θέληση τους να το εξουσιάζουν, έχοντας μάλιστα εκδηλώσει σαφώς με τις πράξεις τους στους πρώην υπόλοιπους συγκυρίους την απόφασή τους να νέμονται το εν λόγω ακίνητο αποκλειστικά για τον εαυτό τους, ως κυρίες.

Καθ' όλο δε το χρονικό διάστημα που αναφέρθηκε, προέκυψε ότι τόσο ο εφεσίβλητος, όσο και οι υπόλοιποι πρώην συγκύριοι αδελφοί του Σ. Κ. και Γ. Κ., δεν άσκησαν οποιαδήποτε πράξη νομής επί του επίδικου ακινήτου καθόσον είχαν ήδη συμφωνήσει με τον Σ. Κ. να νέμεται αυτό αποκλειστικά ο τελευταίος για λογαριασμό του.

Επίσης, αποδείχθηκε ότι οι αδελφοί του Σ. Κ., συμπεριλαμβανομένου του εφεσίβλητου, καθ' όλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα (έτη 1973 έως 2003) δεν συνεισέφεραν οικονομικά ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο στην ανέγερση και την συντήρηση των καταστημάτων που αναφέρθηκαν, ούτε προέβαλαν οποιαδήποτε αξίωση σχετική με την εκμετάλλευση τους, ο δε Σ.

Κ. και στην συνέχεια οι κληρονόμοι του - εκκαλούσες εκμίσθωναν αποκλειστικά για λογαριασμό τους αυτά σε τρίτους, λαμβάνοντας οι ίδιοι τα μισθώματα, χωρίς να αποδίδουν ποσοστό επί αυτών στους πρώην συγκυρίους. Περαιτέρω, από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν προέκυψε, ότι ο εφεσίβλητος συνεισέφερε οικονομικά στην κατασκευή των προαναφερόμενων καταστημάτων, όπως ο τελευταίος ισχυρίζεται.

Ειδικότερα, αν και προέκυψε ότι ο εφεσίβλητος κατά το έτος 1974 κατέβαλε στον Σ. Κ. το ποσό των 56.155 δραχμών, δεν αποδείχθηκε ότι η καταβολή αυτή αφορούσε την συμμετοχή του εφεσίβλητου στις σχετικές δαπάνες, σε κάθε δε περίπτωση, το εν λόγω χρηματικό ποσό κρίνεται ελάχιστο σε σχέση με την συνολική αξία των κτισμάτων που ανεγέρθηκαν επί του επιδίκου.

Επίσης, δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός του εφεσίβλητου ότι μέχρι και τον θάνατο του αδελφού του Σ. Κ. λάμβανε από τα προαναφερόμενα μισθώματα την αναλογία που αντιστοιχούσε στο ποσοστό της συγκυριότητάς του επί του επιδίκου (1/4 κατά τον τίτλο κτήσης που αναφέρθηκε). Ειδικότερα, ο ισχυρισμός αυτός δεν ενισχύεται από τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα, όπως από την κατάθεση του μάρτυρα του ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η οποία δεν κρίνεται αξιόπιστη διότι ο τελευταίος δεν έχει προσωπική γνώση των γεγονότων, και επιπλέον, ο εφεσίβλητος δεν προσκομίζει οποιοδήποτε έγγραφο από το οποίο θα προέκυπτε η συμμετοχή του στην εκμετάλλευση των ανωτέρω καταστημάτων (όπως αποδείξεις είσπραξης μισθωμάτων, δηλώσεις των εισοδημάτων από τις μισθώσεις στην αρμοδία Δ.Ο.Υ), σε αντίθεση με τις εκκαλούσες, οι οποίες προσκομίζουν τις αναλυτικές καταστάσεις μισθωμάτων ακινήτων,

από τις οποίες προκύπτει ότι τόσο οι ίδιες, όσο και ο δικαιοπάροχος τους, δήλωναν τα εισοδήματα των εν λόγω μισθώσεων συνεχώς ήδη από το έτος 1992. Τέλος, ο ισχυρισμός του εφεσίβλητου περί δικαιώματος του συγκυριότητας επί του επιδίκου δεν αποδεικνύεται οπό το γεγονός ότι κατά το έτος 1995 δήλωσε αυτό ως περιουσιακό του στοιχείο στα σχετικά έντυπα φορολογίας εισοδήματος, καθόσον η ενέργεια αυτή είναι μεμονωμένη και έρχεται, σε αντίθεση με όσα ήδη αναφέρθηκαν.

Εξάλλου, από τους υπόλοιπους αδελφούς του (πρώην συγκυρίους του επιδίκου), μόνο ο εφεσίβλητος για πρώτη φορά ύστερα από το έτος 1973 ισχυρίστηκε ότι είναι συγκύριος του επίδικου ακινήτου και προέβαλε αξιώσεις από την εκμετάλλευσή του απέναντι στις εκκαλούσες κατά το έτος 2003, δηλαδή πέντε έτη ύστερα από τον θάνατο του αδελφού του Σ.

Κ., παρά το γεγονός ότι ο ίδιος επισκεπτόταν τακτικά την περιοχή όπου βρίσκεται το εν λόγω ακίνητο. Τα παραπάνω αποδείχθηκαν ιδίως από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα των εκκαλουσών Ι. Π. του Ε. ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, καθώς και από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα Σ. Σ. του Π. (μισθωτή του επίδικου ακινήτου από το έτος 1987 μέχρι το έτος 2004, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα) ενώπιον του Ειρηνοδικείου Χανίων κατά την συνεδρίαση της 4-5-2004, κατά την συζήτηση της υπ' αριθμ. 246/7-10-2003 όμοιας (με την υπό κρίση) αγωγής του ήδη εφεσίβλητου κατά της ήδη πρώτης εκκαλούσας, αλλά και από τις ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων ενώπιον της συμβολαιογράφου Χανίων Δήμητρας Λαμπαθάκη - Βουτσάκη που αναφέρθηκαν.

Οι εν λόγω καταθέσεις κρίνονται αξιόπιστες από το Δικαστήριο, διότι, ως παλαιοί μόνιμοι κάτοικοι της συγκεκριμένης περιοχής, οι εν λόγω μάρτυρες γνωρίζουν αμφότερους τους διαδίκους για μεγάλο χρονικό διάστημα και έχουν προσωπική γνώση των γεγονότων και της κατάστασης του ακινήτου των τελευταίων, όπως αυτή διαμορφώθηκε σταδιακά, αλλά και διότι οι καταθέσεις αυτές επιβεβαιώνονται και από τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα".

Ακολούθως, το Πολυμελές Πρωτοδικείο κρίναν, ότι το επίδικο περιήλθε κατά (συγ)κυριότητα στις αναιρεσίβλητες παραγώγως, αλλά και πρωτοτύπως με έκτακτη χρησικτησία, στο χρόνο της οποίας συνυπολογίζεται εκείνος του δικαιοπαρόχου τους, έκανε δεκτή την έφεσή τους (αναιρεσιβλήτων-εναγομένων) κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή του αναιρεσείοντος- ενάγοντος και απέρριψε την τελευταία ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.

Με την κρίση του αυτή το Πολυμελές Πρωτοδικείο ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις προεκτεθείσες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, αφού τα γενόμενα δεκτά από το ίδιο (Πολυμελές Πρωτοδικείο) ως άνω πραγματικά γεγονότα ανταποκρίνονται πλήρως στις προϋποθέσεις εφαρμογής των εν λόγω διατάξεων. Ειδικότερα, οι ανωτέρω πραγματικές διαπιστώσεις του καταφάσκουν την περιέλευση της κυριότητας του επιδίκου, α) αρχικώς, με έκτακτη χρησικτησία στον δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων-εναγομένων, από το έτος 1973, ότε ύστερα από άτυπη συμφωνία μεταξύ όλων των συγκυριών του επιδίκου, παραχωρήθηκε η νομή αυτού σ' αυτόν (δικαιοπάροχο αναιρεσιβλήτων) για να το νέμεται, έκτοτε, αποκλειστικά για λογαριασμό του, εν γνώσει των λοιπών συγκυριών, ο οποίος και το νεμόταν με διάνοια κυρίου μέχρι του κατά την 21-8-1998 επισυμβάντος θανάτου του και β) στη συνέχεια στις αναιρεσίβλητες-εναγόμενες, με παράγωγο τρόπο (κληρονομική διαδοχή), αλλά και με έκτακτη χρησικτησία, στο χρόνο της οποίας συνυπολογίζεται ο χρόνος της νομής του δικαιοπαρόχου τους.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 560 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, με τον οποίο καταλογίζεται στο Πολυμελές Πρωτοδικείο εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου, είναι αβάσιμος.

Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικώς από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητα, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν. Η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει, κατά τη σαφή έννοια του άρθρου 559 .παρ. 1 εδαφ. β' Κ.Πολ.Δ., λόγο αναίρεσης μόνο αν αυτά χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένως από το δικαστήριο κατά την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν και όχι προς έμμεση απόδειξη ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, να εκτίθεται δε περαιτέρω στο σχετικό λόγο η έννοια που αποδόθηκε στον κανόνα δικαίου, που χαρακτηρίζεται εσφαλμένη και η κατά τη γνώμη του αναιρεσείοντος ορθή, που προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία παρέλειψε να χρησιμοποιήσει (Ολ.ΑΠ 8, 10 και 11/2005, Ολ.ΑΠ 2/2008 ).

Με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθ. 1 εδαφ. β' του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Πολυμελές Πρωτοδικείο, με το να απορρίψει τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος ότι α) από το έτος 1994, δηλώνει, ανελλιπώς, το επίδικο ενώπιον των αρμοδίων φορολογικών αρχών και β) το έτος 1974 απέστειλε στο δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων το ποσό των 56.155 δραχμών, ως συμμετοχή του στις δαπάνες ανέγερσης των καταστημάτων επί του επιδίκου, παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, ότι "όταν δηλώνεται αρμοδίως φορολογικά ένα ακίνητο και όταν συμμετέχει ο συγκύριος στις δαπάνες ανακαίνισης του επικοίνου, προκύπτει ενεργός ιδιοκτησιακή βούληση επ' αυτού και όχι εκδήλωση παραιτήσεως, πολύ περισσότερο αποδοχή της ανάληψης της νομής από τον έτερο συγκύριο". Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απαράδεκτος, αφού τα αναφερόμενα σ' αυτόν, ως δίδαγμα κοινής πείρας, πραγματικά περιστατικά, παρεκτός του ότι δεν συγκροτούν την έννοια τέτοιου διδάγματος, δεν αφορούν την ερμηνεία ή την εφαρμογή κανόνων ουσιαστικού δικαίου ή την υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, αλλά αναφέρονται στην ουσία της υπόθεσης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22 Ιουνίου 2009 αίτηση του Μ. Κ. του Μ., για αναίρεση της 236/2007 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων, που δίκασε ως Εφετείο. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες εφτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Απριλίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Μαΐου 2012.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ