Supreme Court dismisses appeal on procedural error and rejects restitution request for recognition judgment execution.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the Poly-First Instance Court's decision due to a procedural error regarding a specific allowance calculation. While the original judgment was overturned, the appellant's request for restitution of funds paid under the execution of a recognition judgment was deemed inadmissible. The court ruled that such restitution cannot be claimed when the underlying basis is a recognition judgment, as the execution order constitutes a separate and independent enforceable title.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court annuls a judgment for procedural error but rejects a request for restitution of funds paid under the execution of a recognition judgment, as the execution order is a distinct and independent enforceable title.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 784 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 784/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Νοεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΑΜΕΣΗΣ ΒΟΗΘΕΙΑΣ" (Ε.Κ.Α.Β.), το οποίο εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Κουρούκλη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Γ. του Ι., κατοίκου ..., 2) Ι. Γ., κατοίκου ..., 3) Σ. Δ., κατοίκου ..., 4) Γ. Κ. του Σ., 5) Δ. Κ., κατοίκου ..., 6) Α. Κ., κατοίκου ..., 7) Ζ. Κ., κατοίκου ..., 8) Κ. Μ., κατοίκου ..., 9) Σ. Π., κατοίκου ..., 10) Γ. Π., κατοίκου ..., 11) Γ. Π., κατοίκου ..., 12) Κ. Π., κατοίκου ..., 13) Σ. Π., κατοίκου ..., 14) Φ. Σ., κατοίκου ..., 15) Σ. Τ., κατοίκου ..., 16) Χ. Τ., κατοίκου ..., 17) Γ. Χ., κατοίκου ... και 18) Σ. Χ., κατοίκου ... . Οι 7ος, 8ος, 9ος, 12ος και 14ος αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Στυλιανό Μέτο, ο οποίος δήλωσε ότι ο 5ος αναιρεσίβλητος Δ. Κ. απεβίωσε και στην δικονομική θέση του υπεισέρχονται οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, Β. χήρα Δ. Κ. και τα τέκνα του Π. Κ. και Π. Κ., οι οποίοι δεν παρίστανται όπως και οι λοιποί αναιρεσίβλητοι.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-12-2002 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Χαλανδρίου. Εκδόθηκε η 566/2003 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και η 6831/2008 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητάει το αναιρεσείον με την από 20-4-2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Τρούσας ανέγνωσε την από 12-11-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψη της και καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις προσκομιζόμενες με επίκληση από το αναιρεσείον εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών, ..., 10261/2-11-2009 για τον αναιρεσίβλητο Γ. Α., 10393/19-11-2009 για τον αναιρεσίβλητο Γ. Ι., 10186/21-1-2009 για τον αναιρεσίβλητο Δ. Σ., 10644/23-12-2009 για τον αναιρεσίβλητο Κ. Γ., 10281, 10283 και 10283/4-11-2009 για τους συνεχίζοντες τη δίκη καθολικούς διαδόχους του αποβιώσαντος αναιρεσιβλήτου Κ.
Δ., 10188/21-1-2009 για τον αναιρεσίβλητο Κ. Α., 10580/17-12-2009 για τον αναιρεσίβλητο Π. Γ., 10708/12-1-2010 για τον αναιρεσίβλητο Π. Γ., 10521/7-12-2009 για τον αναιρεσίβλητο Π. Σ., 10617/21-12-2009 για τον αναιρεσίβλητο Τ. Σ., 10582/17-12-2009 για τον αναιρεσίβλητο Τ. Χ., 10645/23-12-2009 για τον αναιρεσίβλητο Χ. Γ., και 10769/21-1-2010 για τον αναιρεσίβλητο Χ. Σ., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, με πράξη κατάθεσης και ορισμού ως δικασίμου της 27-4-2010 επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στους ως άνω αναιρεσίβλητους, με κλήση να παραστούν κατ' αυτήν.
Οι τελευταίοι, κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, η οποία ορίσθηκε μετ' αναβολή εκ της αρχικής δικασίμου της 27-4-2010 και για την οποία δεν ήταν αναγκαία νέα κλήτευσή τους (αρθρ. 226 παρ. 4 και 575 Κ.Πολ.Δ.), κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από το πινάκιο στη σειρά της, δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσαν, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, δήλωση μη παραστάσεως κατά τη δικάσιμο αυτή.
Επομένως, πρέπει να χωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία τους (αρθρ. 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).
Aπό την αρχή της ισότητας, που καθιερώνεται από το άρθρο 4 παρ.1 του Συντ., προκύπτει ότι οι νόμοι, καθώς και οι κανονιστικού περιεχομένου διατάξεις που εκδίδονται μετά από νομοθετική εξουσιοδότηση, κατά τη ρύθμιση ουσιωδώς ομοίων καταστάσεων και κατηγοριών προσώπων δεν μπορούν να επιχειρούν αυθαιρέτως δυσμενείς διακρίσεις σε βάρος ορισμένης κατηγορίας εργαζομένων που παρέχουν υπό τις αυτές συνθήκες όμοια εργασία, εκτός αν η διαφορετική ρύθμιση δεν είναι αυθαίρετη αλλά επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, οπότε οι εργαζόμενοι για τους οποίους συντρέχουν οι λόγοι αυτοί αποτελούν ιδιαίτερη κατηγορία. Η ισότητα αμοιβής μεταξύ εργαζομένων με σχέση ιδιωτικού δικαίου που ανήκουν στην ίδια κατηγορία και παρέχουν την ίδια υπό τις αυτές συνθήκες εργασία επιβάλλεται και από το άρθρο 22 παρ. 1 εδ. β' του Συντάγματος το οποίο αποτελεί ειδικότερη εκδήλωση της αρχής της ισότητας του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος (ΟλΑΠ 15/1997).
Συνεπώς, αν γίνει με νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από τη ρύθμιση αυτή κατά αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση άλλη κατηγορία προσώπων για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που δικαιολογεί την ειδική αυτή μεταχείριση, η διάκριση είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική και προς αποκατάσταση της συνταγματικής αρχής της ισότητας πρέπει να εφαρμοσθεί η νομοθετική ρύθμιση και για εκείνους εις βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση, διότι μόνο με τον τρόπο αυτό αίρεται η κατά παράβαση των άνω διατάξεων του Συντάγματος δημιουργούμενη ανισότητα (ΟλΑΠ 12/1992). Ο κανόνας όμως αυτός δεν εφαρμόζεται επί συγκεκριμένης, βάσει διατάξεως νόμου, παροχής προς ορισμένη κατηγορία μισθωτών σε σχέση με μισθωτούς, οι οποίοι ανήκουν σε διαφορετικές κατηγορίες, όπως είναι αυτοί που έχουν διαφορετικό εργοδότη και διαφορετικούς, ενόψει του είδους της εργασίας τους, όρους απασχολήσεως και απολαβών. Ούτε επιτρέπεται η σύγκριση να γίνει επιλεκτικά με βάση ορισμένη μόνο μισθολογική παροχή χωρίς συσχετισμό προς το ευρύτερο σύνολο αποδοχών, στο οποίο αυτή περιλαμβάνεται.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε τα ακόλουθα: Οι ενάγοντες, ήδη αναιρεσίβλητοι, συνδέονται με το εναγόμενο ν.π.δ.δ με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου από τις κάτωθι ημερομηνίες έχοντας αναλάβει καθήκοντα στους εξής κλάδους:
α) στον κλάδο ΔΕ Πληρωμάτων Ασθενοφόρων, οι 1ος από 28.1.1991 έως 22.4.2001, ο 4ος από 4.1.1991 έως 22.4.2001, ο 7ος από 15.1.1991 έως 22.4.2001, ο 8ος από 15.1.1991 έως 22.4.2001, ο 9ος από 26.1.2001 έως 22.4.2001 και ο 14ος από 21.1.1991 έως 22.4.2001. Από 23.4.2001 όλοι οι παραπάνω μονιμοποιήθηκαν στην ίδια θέση (ΦΕΚ 83/23.4.2001). β) στον κλάδο ΥΕ βοηθητικού Υγειονομικού Προσωπικού ο 2ος από αυτούς από 29.6.2001, ο οποίος στις 2.5.2001 διεγράφη από τη δύναμη του ΕΚΑΒ λόγω συνταξιοδότησης, γ) στον κλάδο ΔΕ Τεχνικού, ο 3ος από 16.1.1991 έως 22.4.2001, καθόσον στις 23.4.2001 μονιμοποιήθηκε στην ίδια θέση (ΦΕΚ 83/23.4.2001).
δ) στον κλάδο ΔΕ Βοηθών Ασθενοφόρων ο 5ος από 7.2.1973, ο οποίος στις 21.6.2001 διεγράφη από τη δύναμη του ΕΚΑΒ λόγω συνταξιοδότησης, ε) στον κλάδο ΔΕ Οδηγών Ασθενοφόρων ο 6ος από 17.4.1979, ο οποίος διεγράφη στις 30.4.2002 λόγω συνταξιοδότησης, ο 10ος από 21.2.1980, ο 11ος από 25.4.1977, ο 12ος από 10.1.1977, ο 13ος από 1.11.1976, ο 15ος από 2.9.1981 και ο 16ος από 21.3.1973.
στ) στον κλάδο ΥΕ Προσωπικού Καθαριότητας ο 17ος από 9.1.1991 έως 22.4.2001, καθόσον στις 23.4.2001 μονιμοποιήθηκε σε θέση του κλάδου Δ/κού Λογιστικού (ΦΕΚ 83/23.4.2001) και ζ) ο 18ος ως οδηγός ασθενοφόρου από 8.9.1980 έως 17.11.1992, ο οποίος στις 18.11.1992 υπέβαλε παραίτηση διότι του χορηγήθηκε άδεια λεωφορείου, πλην όμως στις 3.5.1994 επανήλθε και ανέλαβε υπηρεσία με την ίδια σχέση εργασίας.
Με τη με αριθμό 2/89151/0022/4.12.2000 Απόφαση των Υπουργών Οικονομικών - Υγείας και Πρόνοιας (ΦΕΚ Β 97/31-1-2001) χορηγήθηκε στους υπαλλήλους που υπηρετούν στην κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Υγείας και Πρόνοιας για το χρονικό διάστημα από 1.6.2000 έως 30.6.2001 μηνιαία αποζημίωση ύψους 100.000 δρχ. Περαιτέρω, δυνάμει της με αριθμό 2/65814/0022/12.11.2001 όμοιας κοινής Υπουργικής απόφασης παρατάθηκε η ισχύς της πρώτης για άλλους 6 μήνες, ήτοι μέχρι 31.12.2001.
Ως δικαιούμενοι της, ως άνω, αποζημίωσης ορίζονται αναλυτικά οι εξής : Α) οι μόνιμοι και με σύμβαση αορίστου χρόνου υπάλληλοι, που κατέχουν θέση στον Οργανισμό του Υπουργείου Υγείας - Πρόνοιας και Β) οι υπάλληλοι με απόσπαση, τοποθέτηση ή διάθεση καθώς και αυτοί που διορίζονται σε θέσεις μετακλητών ειδικών θέσεων και αυτοί που υπηρετούν στο γραφείο του Νομικού Συμβούλου, η δε χορήγηση αυτής έγκειται στο "γεγονός ότι είναι αναγκαία η άμεση ενεργοποίηση των υπαλλήλων για την αντιμετώπιση των ιδιαιτέρως αυξημένων υπηρεσιακών αναγκών, που απορρέουν από την υλοποίηση των προγραμματισμένων μεταρρυθμίσεων στο χώρο της Υγείας".
Οι ενάγοντες κατά το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα (1.6.2000-31.12.2001) υπηρετούσαν στο Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΑΜΕΣΗΣ ΒΟΗΘΕΙΑΣ" (στο εξής ΕΚΑΒ), εκτός από τους κάτωθι που απασχολήθηκαν σε αυτό για μερικότερο χρονικό διάστημα, ήτοι τους 1ο, 3ο, 4ο, 7ο, 8ο, 9ο, 14ο και 17ο που απασχολήθηκαν με σύμβαση δημοσίου δικαίου από 23.4.2001 καθώς και τους 2ο και 5ο που διεγράφησαν από τις 2.5.2001 και τις 21.6.2001 αντίστοιχα από τη δύναμη του ΕΚΑΒ λόγω συνταξιοδότησης.
Το ΕΚΑΒ υπάγεται στην εποπτεία του Υπουργείου Υγείας-Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και το έργο του συνίσταται στον συντονισμό της παροχής σε έκτακτες περιπτώσεις άμεσης βοήθειας και επείγουσας ιατρικής φροντίδας στους πολίτες, προς επίτευξη δε του σκοπού αυτού έχουν εισαχθεί σοβαρές μεταρρυθμίσεις σε αυτό, με αποτέλεσμα να διακρίνεται ο επιτελικός και συντονιστικός ρόλος του στο χώρο της Υγείας.
Η χορήγηση συνεπώς της προαναφερόμενης αποζημίωσης επιλεκτικά στους υπαλλήλους της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Υγείας-Πρόνοιας υπό μορφή κινήτρου παραγωγικότητας, με την ασαφή αιτιολογία και το σκεπτικό της ανάγκης άμεσης ενεργοποίησης τους για την υλοποίηση των προγραμματισμένων μεταρρυθμίσεων στον χώρο της Υγείας, στον οποίο υπάγονται και οι ενάγοντες, κατά τρόπο εντελώς αόριστο χωρίς να προσδιορίζεται ο ειδικότερος ρόλος της κατηγορίας αυτής υπαλλήλων στην υλοποίηση των μεταρρυθμίσεων αυτών σε σχέση με τους λοιπούς υπηρετούντες του ΕΣΥ -μέρος του οποίου είναι και το ΕΚΑΒ- και ο ταυτόχρονος αδικαιολόγητος αποκλεισμός τους από τη χορήγηση της συγκεκριμένης οικονομικής παροχής συνιστά ανεπίτρεπτη νομοθετική διάκριση και προνομιακή μεταχείριση μιας κατηγορίας υπαλλήλων σε βάρος άλλης, που εκτελεί τα ίδια καθήκοντα και είναι επιφορτισμένη με τις ίδιες ευθύνες και ίδιες αυξημένες υπηρεσιακές ανάγκες και με τα ίδια ή παρεμφερή καθήκοντα για την υλοποίηση των προγραμματισμένων αλλαγών και μεταρρυθμίσεων στο χώρο της Υγείας, χωρίς να υφίσταται συγκεκριμένος λόγος δημοσίου συμφέροντος που να δικαιολογεί τη διάκριση αυτή.
Επομένως, συνεχίζει το Δικαστήριο της ουσίας, οι ενάγοντες, για το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα (1.6.2000 μέχρι 31.12.2001) και για τα μερικότερα χρονικά διαστήματα που υπηρέτησε έκαστος από τους προαναφερόμενους στο εναγόμενο, δικαιούνται την, ως άνω, μηνιαία αποζημίωση. Έτσι το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, έκρινε, ότι η εξαίρεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων από την επίδικη αποζημίωση, χωρίς να συντρέχει λόγος γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, παραβιάζει τη μισθολογική ισότητα και είναι αντίθετη με τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 25 παρ. 3 του Συντάγματος και ότι προς αποκατάσταση της συνταγματικής αρχής της ισότητας οφείλει το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον την αποζημίωση αυτή και σ αυτούς.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1, 22 παρ. 1 εδ. β' Συντάγματος, 13 του Ν. 2470/1997 και των κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθεισών 2/89151/0022/4.12.2000, 2/65814/0022/12.11.2001 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομικών - Υγείας και Πρόνοιας, που δεν μπορούσαν να εφαρμοσθούν στην ένδικη περίπτωση.
Διότι πρόκειται για διαφορετικές κατηγορίες μισθωτών, που είχαν διαφορετικό εργοδότη (ήτοι οι ενάγοντες - αναιρεσίβλητοι το Εθνικό Κέντρο Άμεσης Βοήθειας και οι υπάλληλοι του Υπουργείου Υγείας και Πρόνοιας το Ελληνικό Δημόσιο) και παρέχουν τις υπηρεσίες τους, ενόψει του διαφορετικού είδους της εργασίας τους, υπό διαφορετικούς όρους απασχολήσεως και απολαβών.
Ούτε μπορούσε, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, να γίνει σύγκριση μεταξύ των δύο ως άνω κατηγοριών μισθωτών ως προς μόνη τη συγκεκριμένη ειδική αποζημίωση, απομονούμενη από τα εκατέρωθεν σύνολα των αποδοχών. Επομένως, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 παρ. 1 του ΚΠολΔ, κατά το βάσιμο μοναδικό λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως.
Συνεπώς, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 579 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. "αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση".
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι με την αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση ο αιτών μπορεί να ζητήσει επί χρηματικής παροχής να του επιστραφούν το κεφάλαιο, οι τόκοι επί του κεφαλαίου τους οποίους κατέβαλε, καθώς και τα δικαστικά έξοδα, τα έξοδα της επιταγής και της παραγγελίας προς εκτέλεση.
Η αίτηση επαναφοράς πρέπει να είναι σαφής, ορισμένη, να περιέχει τα από τα άρθρα 118 -120 ΚΠολΔικ προβλεπόμενα στοιχεία και επί χρηματικής παροχής πρέπει να αναφέρεται σ' αυτή το ζητούμενο χρηματικό ποσό που ο αναιρεσείων κατέβαλε. Εξάλλου, στην περίπτωση κατά την οποία αντικείμενο της αρχικής διαφοράς ήταν η διάγνωση με αναγνωριστική απόφαση μιας έννομης σχέσεως, η αίτηση επαναφοράς είναι απαράδεκτη.
Έτσι δεν μπορεί να ζητηθεί η απόδοση καταβληθέντος χρηματικού ποσού σε εκτέλεση διαταγής πληρωμής, που εκδόθηκε με βάση αναγνωριστική απόφαση, αφού, η διαταγή πληρωμής αποτελεί τίτλο εκτελεστό διαφορετικό και ανεξάρτητο από την εν λόγω απόφαση.
Στην προκείμενη περίπτωση το αναιρεσείον με το αναιρετήριο υποβάλλει το αίτημα "να υποχρεωθούν οι αναιρεσίβλητοι στην επιστροφή των καταβληθέντων χρηματικών ποσών σε εκτέλεση και για την εξόφληση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών υπ' αριθμ. 6831/2008". Η αίτηση αυτή επαναφοράς των πραγμάτων, ενόψει και του ότι η απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, έχει αναγνωριστικό χαρακτήρα, είναι, προεχόντως, απαράδεκτη και πρέπει να απορριφθεί.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 6.831/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Απορρίπτει την αίτηση του αναιρεσείοντος, περί επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν την εκτέλεση. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Φεβρουαρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Μαΐου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ