Supreme Court dismisses appeal against administrative decision regarding road safety and property valuation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a Thessaloniki Court of Appeal decision concerning road safety and property valuation. The State argued that the lower court erred in applying substantive law regarding the removal of presumed benefits for property owners and failed to provide sufficient reasoning. The court rejected these claims, finding the lower court's reasoning clear, consistent, and legally sound regarding both the safety risks and the valuation of the properties.
Legislator headnote
AI generatedArticles 62, 73, 286, 558, 573 of the Code of Civil Procedure and Article 35 of the Civil Code; An appeal filed against a deceased person without knowledge of their death is valid if the appellant discovers the heirs, and the lower court's decision stands if its reasoning is clear and consistent.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 784 / 2010 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 784/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Σοφία Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην ..., το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Κωνσταντίνο Παπαγεωργίου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: Χ1 μέχρι Χ14, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Βάγια Αλεξάκη και κατέθεσαν προτάσεις.
Στο σημείο αυτό, η συνήγορος των ως άνω αναιρεσιβλήτων, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε ότι ο υπό στοιχείο 3 αναιρεσίβλητος Ψ3 απεβίωσε στις 17/2/2008 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό 8/Β/2008 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου ..., και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού 1) Ζ1 και 2) Ζ2, κάτοικοι ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την ίδια ως άνω δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/4/2003 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κατερίνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 98/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 395/2008 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 12/6/2008 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Καραχάλιου ανέγνωσε την από 19/2/2010 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 62, 73, 286, επ. 558, 573 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. και 35 του Α.Κ., συνάγεται, ότι η απευθυνομένη κατά αποβιώσαντος προσώπου αίτηση αναιρέσεως, όπως και κάθε άλλο ένδικο μέσο, είναι άκυρος, υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι ο αναιρεσείων είχε λάβει γνώση του θανάτου του αντιδίκου του, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και να απευθύνει την αίτηση αναιρέσεως κατ' αυτών.
Επομένως, η αίτηση αναιρέσεως που απευθύνεται κατά αποβιώσαντος, χωρίς, όμως, να γνωρίζει τον θάνατό του ο αναιρεσείων, δεν είναι άκυρος και νομίμως χωρεί η συζήτηση αυτής με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, οι οποίοι καλούνται ή εμφανίζονται, κατά την συζήτηση, με την ιδιότητα αυτή, στη θέση του αναιρεσιβλήτου, και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς.
Στην προκειμένη περίπτωση, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως απευθύνεται και κατά του Ψ3, αντιδίκου του αναιρεσείοντος στην κατ' έφεση δίκη, ο οποίος, όπως προκύπτει από την προσκομιζομένη υπ' αριθμ. ... ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιάρχου του ..., απεβίωσε την 17-2-2008, ήτοι προ της ασκήσεως της αιτήσεως αναιρέσεως (που κατατέθηκε στην γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλομένη απόφαση, Εφετείου Θεσσαλονίκης, την 19-6-2008).
Στην θέση αυτού, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα προς την παρούσα πρακτικά, εμφανίσθηκαν, ως μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, οι: α) Ζ1 και β) Ζ2 (τέκνα αυτού), οι οποίοι, με τις κατατεθείσες προτάσεις των, προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς, χωρίς να επικαλούνται, ότι γνωστοποίησαν τον θάνατο του ανωτέρω στο αναιρεσείον ή ότι το τελευταίο έλαβε οπωσδήποτε γνώση του θανάτου αυτού.
Εκ τούτων συνάγεται, ότι το αναιρεσείον δεν είχε λάβε γνώση, με οποιονδήποτε τρόπο,του θανάτου αυτού.Επομένος η αίτηση αναιρέσεως είναι έγκυρος και ισχυρή ως προς αυτόν και νομίμως χωρεί η παρούσα συζήτηση με τους προαναφερομένους κληρονόμους του.
Το αρμόδιο τμήμα του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με την υπ' αριθμ. ... γνωμοδότησή του, όπως προκύπτει από αυτή, γνωμοδοτεί αρνητικώς επί του πρώτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως (μετά την ΑΠ 1056/2008), με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., επειδή το Εφετείο δέχθηκε ότι οι διατάξεις των άρθρων 33 και 37 του Ν. 2971/2001 δεν καταλαμβάνουν τις απαλλοτριώσεις που συντελέσθηκαν μέχρι της ισχύος του Νόμου αυτού και έκρινε παραδεκτή την ένδικο αγωγή.
Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως (ο οποίος είναι πράγματι βάσιμος, εφ' όσον οι προαναφερόμενες διατάξεις δεν καταλαμβάνουν την απαλλοτρίωση που αφορά στην προκειμένη υπόθεση, ως συντελεσθείσα προ της ισχύος του Νόμου 2971/2001), δεν εισάγεται προς κρίση, κατ' άρθρον 12§2 του Ν. 2298/2995, όπως ίσχυε προ της καταργήσεώς του με το άρθρο 13§9 του Ν. 3790/2009.
Κατά την διάταξη του άρθρου 1§1 του ν. 653/1977 "Περί υποχρεώσεων των παροδίων ιδιοκτητών για την διάνοιξη εθνικών οδών κ.λ.π.", προκειμένου περί διανοίξεως εκτός σχεδίου πόλεων εθνικών οδών πλάτους κατάληξης έως 30 μέτρων, οι ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες κάθε πλευράς υποχρεούνται σε αποζημίωση ζώνης πλάτους 15 μέτρων, με την συμμετοχή τους στις δαπάνες της απαλλοτριώσεως των καταλαμβανομένων από τις οδούς αυτές ακινήτων.
Κατά την παράγραφο 3 δε του αυτού άρθρου, ως ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες, για την εφαρμογή του, θεωρούνται εκείνοι των οποίων τα ακίνητα αποκτούν πρόσωπο επί των διανοιγομένων οδών, ενώ κατά την παράγραφο 4 αυτού, "όταν οι δικαιούχοι της αποζημιώσεως για την απαλλοτρίωση είναι υπόχρεοι για την πληρωμή αυτής επέρχεται συμψηφισμός δικαιωμάτων και υποχρεώσεων.
Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 69§2 του Ν. 947/1979 "Περί οικιστικών περιοχών", οι διατάξεις του άρθρου 1 του Ν. 653/1977 εφαρμόζονται και για τις προς βελτίωση υφισταμένων οδών πραγματοποιούμενες νέες χαράξεις ή διαπλατύνσεις αυτών ή τμημάτων αυτών. Η αναφερόμενη στην διάταξη αυτή βελτίωση υφισταμένων οδών, με νέες χαράξεις ή διαπλατύνσεις, είναι ενδεικτική και όχι αποκλειστική.
Εκ τούτου έπεται ότι, κατά την αληθή έννοια της διατάξεως αυτής, βελτίωση της εθνικής οδού συνιστά και η κατασκευή ανισοπέδου κόμβου και εντεύθεν η αναγκαστική απαλλοτρίωση ακινήτων προς διεύρυνση εθνικής οδού και κατασκευή παραλλήλων προς αυτή παρακαμπτηρίων οδών προσπελάσεως προς τον ανισόπεδο οδικό κόμβο διέπεται από τις προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 1 του Ν. 653/1977 (Ολ.
ΑΠ 14/1991). Όμως, οι διατάξεις αυτές (του άρ. 1 του Ν. 653/1977) αντίκεινται στο άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, η οποία, μετά την επικύρωσή της με το Ν.Δ 53/1974, αποτελεί εσωτερικό δίκαιο και υπερισχύει κάθε άλλης διατάξεως του ημεδαπού δικαίου, κατ' άρθρον 28 του Συντάγματος και, επομένως, το καθιερούμενο με αυτές τεκμήριο ισχύει ως μαχητό και ο ισχυριζόμενος, στα πλαίσια της ποικιλίας των καταστάσεων και των διαφορών που προκύπτουν κυρίως από την φύση των εργασιών και την διαμόρφωση των τόπων, ότι το απομένον τμήμα του ακινήτου του δεν ωφελείται αλλά αντιθέτως ζημιώνεται από την απαλλοτρίωση, μπορεί, αποδεικνύοντας το αντίθετο της τεκμαιρομένης ωφελείας, δηλαδή την επικαλουμένη ζημία του, και ανατρέποντας το, ως άνω, μαχητό τεκμήριο, να αποζημιωθεί και για την αυτοαποζημιούμενη έκτασή του.
Ήδη, με την διάταξη του άρθρου 33§1 του Ν. 2971/2001, το ανωτέρω τεκμήριο της ωφέλειας των ιδιοκτητών κατά τις διατάξεις του Ν. 653/1977 καθιερώνεται μαχητό (και κρίνεται μετά την κήρυξη της απαλλοτριώσεως από το αρμόδιο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως Εφετείο, κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου αυτού).
Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν παραβιάσθηκε κανόνας εσωτερικού ουσιαστικού δικαίου. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ο κανόνας παραβιάζεται είτε με ψευδή ερμηνεία, η οποία υπάρχει όταν αποδίδεται στον κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με μη ορθή εφαρμογή, η οποία συντελείται, όταν εφαρμόζεται κανόνας ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή όταν δεν εφαρμόζεται κανόνας, ενώ έπρεπε να εφαρμοσθεί ή όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα.
Κατά την έννοια δε της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και έτσι ιδρύεται ο από την διάταξη αυτή προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως και όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να κριθεί αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε.
Αντιφατικότητα δε των αιτιολογιών υπάρχει όταν εξ αιτίας της δεν προκύπτει ποια περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν ορθώς εφήρμοσε τον νόμο. Στην παρούσα περίπτωση, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως προκύπτει από αυτή, το Εφετείο δέχθηκε, ανελέγκτως, ως αποδειχθέντα, τα κατωτέρω πραγματικά περιστατικά: "....Με την υπ' αριθμ. 1055148/3569/0010/17-5-1996 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και ΠΕΧΩΔΕ...κηρύχθηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για την κατασκευή του ανισόπεδου Κόμβου ..., έκταση 95.802 τ.μ.
που βρίσκεται στο νομό ...και στην κτηματική Περιφέρεια .... Η ανωτέρω απαλλοτρίωση κηρύχθηκε υπέρ του Δημοσίου και με δαπάνες αυτού και των ωφελούμενων παρόδιων ιδιοκτητών, κατά τις διατάξεις του άρθρου 1 του Ν. 653/1977, όπως έχουν τροποποιηθεί. Μεταξύ των απαλλοτριωθέντων ακινήτων περιλαμβάνονται: α) η με αριθμό κτηματολογίου ΚΠ 54 ιδιοκτησία από την οποία απαλλοτριώθηκε τμήμα αυτής εμβαδού 2990 τ.μ.
και απέμεινε τμήμα της 3337 τ.μ (μετά την δήλωση παραίτησης του πρώτου ενάγοντος για την διεκδικούμενη έκταση των 523 τ.μ. β) Η με αριθμό ΚΠ 47 ιδιοκτησία, από την οποία απαλλοτριώθηκε τμήμα αυτής εμβαδού 2853 τ.μ και απέμεινε τμήμα της 7039,36 τ.μ (μετά τη δήλωση παραίτησης του δεύτερου ενάγοντος για την διεκδικούμενη έκταση των 108 τ.μ), γ) η με αριθμό ΚΠ 33 ιδιοκτησία, από την οποία απαλλοτριώθηκε τμήμα αυτής εμβαδού 2592 τ.μ και απέμεινε τμήμα αυτής εμβαδού 3581 τ.μ.
δ) η με αριθμό ΚΠ 48 ιδιοκτησία από την οποία απαλλοτριώθηκε τμήμα αυτής εμβαδού 2434 τ.μ και απέμεινε τμήμα αυτής 4554,4 τ.μ και ε) η με αριθμό ΚΠ 13 ιδιοκτησία από την οποία απαλλοτριώθηκε τμήμα αυτής 1174 τ.μ και απέμεινε τμήμα αυτής εμβαδού 1255 τ.μ. Για την απαλλοτρίωση αυτή καθορίσθηκε, προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης με την 78/1999 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης και οριστική τιμή με την 1945/2001 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης...
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι για την με αριθμό ΚΠ 54 ιδιοκτησία κατεβλήθη στον πρώτο ενάγοντα αποζημίωση μόνο για τα 1604,37 τ.μ. του απαλλοτριωθέντος ακινήτου του, για τη με αριθμό ΚΠ 47 ιδιοκτησία κατεβλήθη στους δεύτερο και τρίτο των εναγόντων αποζημίωση μόνο για τα 141,64 τ.μ, του απαλλοτριωθέντος ακινήτου τους, για τη με αριθμό ΚΠ 33 ιδιοκτησία κατεβλήθη στον τέταρτο ενάγοντα αποζημίωση μόνο για τα 754 τ.μ.
του ακινήτου του, για τη με αριθμό ΚΠ 48 ιδιοκτησία κατεβλήθη στους πέμπτο έως και ενδέκατη των εναγόντων αποζημίωση μόνο για τα 1278 τ.μ. του ακινήτου τους και για τη με αριθμό ΚΠ 13 ιδιοκτησία κατεβλήθη στους δωδέκατο έως και δέκατο τέταρτο των εναγόντων αποζημίωση μόνο για τα 550 τ.μ. του ακινήτου τους, ενώ για τα υπόλοιπα 1385,63 τ.μ.
της ΚΠ 54 ιδιοκτησίας, τα 2711,36 τ.μ της ΚΠ 47 ιδιοκτησίας, τα 1838 τ.μ της ΚΠ 33 ιδιοκτησίας, τα 1156 τ.μ της ΚΠ 48 ιδιοκτησίας και τα 624 τ.μ της ΚΠ 13 ιδιοκτησίας δεν αποζημιώθηκαν οι ιδιοκτήτες αυτών, διότι, κατά τους ισχυρισμούς του εναγομένου και ήδη εκκαλούντος, σύμφωνα με την παραπάνω υπουργική κοινή απόφαση και το άρθρο 1 παρ. 3 και 4 Ν. 653/1977, οι ενάγοντες ως ωφελούμενοι, παρόδιοι ιδιοκτήτες βαρύνονται με συμμετοχή στις δαπάνες απαλλοτρίωσης για την κατασκευή του συγκεκριμένου έργου και για το μη καταβληθέν ποσό της αποζημίωσης επήλθε - συμψηφισμός δικαιωμάτων και υποχρεώσεων.
Από την εκτίμηση, όμως, όλου του προαναφερθέντος αποδεικτικού υλικού, αποδείχθηκε ότι τα εναπομείναντα, μετά την απαλλοτρίωση τμήματα των πιο πάνω ακινήτων ΚΠ 54, ΚΠ 47, ΚΠ 48, ΚΠ 33 και ΚΠ 13, δεν ωφελούνται από την κατασκευή του συγκεκριμένου έργου (κατασκευή ανισόπεδου κόμβου ...). Ειδικότερα τα εναπομείναντα, μετά την κατασκευή του κόμβου δύο τμήματα του ΚΠ 54 ακινήτου, που είχε εμβαδόν 6850 τμ και ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο, ήτοι τα τμήματα των 332,89 και 3.000,31 τμ δεν είναι άρτια και οικοδομήσιμα σύμφωνα με την ισχύουσα πολεοδομική νομοθεσία (βλ...).
Επίσης τα εναπομείναντα μετά την κατασκευή του κόμβου δύο τμήματα του ΚΠ 33 ακινήτου, που είχε εμβαδόν 6173 τμ και ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο, ήτοι τα τμήματα των 2.090 και 1491 τμ δεν είναι άρτια και οικοδομήσιμα σύμφωνα με την ισχύουσα πολεοδομική νομοθεσία ( βλ...). Πέραν της απώλειας της αρτιότητας και οικοδομησιμότητάς τους τα εν λόγω ακίνητα (ΚΠ 54 και ΚΠ 33) καθώς και το ΚΠ 13, (το οποίο ήταν πριν την απαλλοτρίωση και εξακολουθεί να είναι μη άρτιο και οικοδομήσιμο), κατέστησαν εγκλωβισμένες ιδιοκτησίες, λόγω της ιδιομορφίας του έργου, καθόσον ο ανισόπεδος κόμβος στο συγκεκριμένο τμήμα του είναι υπερυψωμένος έως έξι μέτρα από το έδαφος πλησίον των ορίων των εναπομενουσών της απαλλοτρίωσης εκτάσεων, η δε οδός ταχείας κυκλοφορίας, είναι κλειστή, περιφραγμένη με στηθαίο και έτσι οι ως άνω ιδιοκτησίες δεν έχουν δυνατότητα πρόσβασης στην οδό αυτή.
Ειδικότερα, όπως προκύπτει και από το υπ' αριθμ. πρωτ. ... έγγραφο της ΕΥΔΕ ΠΑΘΕ, τα εναπομείναντα τμήματα των ιδιοκτησιών ΚΠ 54, 33 και 13 δεν έχουν πρόσβαση στο παράπλευρο δίκτυο (εγκλωβισμένες ιδιοκτησίες), ενώ η πρόσβαση στον αυτοκινητόδρομο δεν επιτρέπεται, με αποτέλεσμα να καταστούν αναξιοποίητα, χωρίς τη δυνατότητα καλλιέργειας, νωρίς αγοραστικό ενδιαφέρον από υποψήφιους αγοραστές, χωρίς καμία επικοινωνία, καθώς ο μοναδικός αγροτικός δρόμος από τον οποίο είχαν πρόσβαση δεν υφίσταται πλέον αφού και αυτός απαλλοτριώθηκε για την κατασκευή του ανισόπεδου κόμβου.
Συνεπώς τα ως άνω ακίνητα δεν αποκτούν καμία ωφέλεια από την εκτέλεση του έργου και ως εκ τούτου οι ιδιοκτήτες δεν θεωρούνται, σύμφωνα με την έννοια του ανωτέρω νόμου 653/1977, ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες και δεν πρέπει να επιβαρυνθούν με αυτοαποζημίωση. Περαιτέρω όσον αφορά το ΚΠ 47 ακίνητο αυτό είχε έκταση, όπως προαναφέρθηκε, πριν την απαλλοτρίωση 10.000 τ.μ και ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο.
Μετά την απαλλοτρίωση απέμειναν δύο ξεχωριστά τμήματα ένα εκτάσεως 2.275 τ.μ, το οποίο δεν είναι άρτιο και οικοδομήσιμο και ένα εκτάσεως 4764,34 τ.μ, το οποίο με την εφαρμογή του κόμβου στην περιοχή περικλείεται στην ευρύτερη ζώνη των κύκλων και παρά την έκταση του "κινδυνεύει να χαρακτηριστεί ως μη άρτιο λόγω της μη ύπαρξης οδού προσέγγισης" (βλ...).
Τέλος όσον αφορά το ΚΠ 48 ακίνητο, το οποίο είχε εμβαδόν 6988,40 τ.μ και ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο, απέμειναν μετά την απαλλοτρίωση δύο ξεχωριστά τεμάχια, εμβαδού 3.160,90 και 943,50 τ.μ, τα οποία είναι μη άρτια και οικοδομήσιμα αφού το εμβαδόν τους είναι μικρότερο των τεσσάρων (4) στρεμμάτων (βλ...). Τα ανωτέρω δύο ακίνητα (ΚΠ 47 και ΚΠ 48), τα οποία πριν την απαλλοτρίωση επικοινωνούσαν με αγροτικό δρόμο (βλ...), έχουν ήδη πρόσβαση στο παράπλευρο δίκτυο (βλ.
το πιο πάνω υπ' αριθμ πρωτ. ... έγγραφο της ΕΥΔΕ ΠΑΘΕ), πλην όμως βρίσκονται "μέσα σε λάκκο με επικινδυνότητα τροχαίων ατυχημάτων (βλ...), ενώ η υψομετρική διαφορά του ΚΠ. 47 ακινήτου με την οδό του ανισόπεδου κόμβου υπερβαίνει, παρά την επιχωμάτωση του από τους ιδιοκτήτες του, τα δύο μέτρα ( βλ...), λόγω δε των ανωτέρω και του μικρού εμβαδού των επιμέρους τεμαχίων, που απέμειναν μετά την απαλλοτρίωση, καθίσταται ασύμφορη η γεωργική τους εκμετάλλευση και εν γένει αξιοποίηση τους.
Συνεπώς για τους ανωτέρω λόγους και τα ως άνω ακίνητα (ΚΠ 47 και ΚΠ 48) δεν αποκτούν κατά την κρίση των Δικαστηρίων ωφέλεια από την εκτέλεση του έργου και ως εκ τούτου οι ιδιοκτήτες δεν θεωρούνται σύμφωνα με την έννοια του ανωτέρω νόμου 653/1977 ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες και δεν πρέπει να επιβαρυνθούν με αυτοαποζημίωση...".
Με βάση τις παραδοχές του αυτές, το Εφετείο έκρινε ότι ουδεμία ωφέλεια έχουν οι ιδιοκτήτες των προαναφερομένων ακινήτων, από την εκτέλεση του έργου, οι οποίοι αντιθέτως ζημιώνονται από την εκτέλεση αυτού και, απορρίπτοντας την έφεση που ασκήθηκε από το εναγόμενο ήδη αναιρεσείον, επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, η οποία είχε κρίνει ομοίως.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, αναφορικώς με τα εναπομείναντα τμήματα των υπ' αριθμ. ΚΠ 47 και 48 ιδιοκτησιών, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, τις οποίες εφήρμοσε, διότι τα πραγματικά περιστατικά τα οποία δέχεται, παρά το γεγονός ότι αμφότερες οι ως άνω ιδιοκτησίες έχουν πρόσβαση στο παράπλευρο δίκτυο (ήτοι ότι αμφότερα τα υπ' αριθμ.
Κ.Π 47 και 48 ακίνητα βρίσκονται μέσα σε λάκκο με κίνδυνο τροχαίων ατυχημάτων, προσέτι δε ότι η υψομετρική διαφορά του πρώτου με την οδό του ανισοπέδου κόμβου, παρά την επιχωμάτωση που έγινε από τους ιδιοκτήτες του, υπερβαίνει τα δύο μέτρα, ενώ το τμήμα αυτού εμβαδού 4.764,34 τ.μ. περικλείεται στην ευρύτερη ζώνη των κύκλων), στηρίζουν την διαγνωσθείσα έννομο συνέπεια της άρσεως της τεκμαιρομένης ωφελείας των ιδιοκτητών τούτων από την εκτέλεση του έργου.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για ευθεία παραβίαση, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερομένων διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος. Εξ άλλου, με τις ανωτέρω παραδοχές του, αναφορικώς προς όλα τα ακίνητα, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, λόγω ασαφούς, ανεπαρκούς και αντιφατικής αιτιολογίας, αλλά διέλαβε στην απόφασή του πλήρη σαφή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία, ως προς το ανωτέρω ζήτημα της ελλείψεως ωφελείας των ιδιοκτητών των ακινήτων, από την εκτέλεση του έργου, που καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των αυτών, ως άνω, ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, ενώ οι επικαλούμενες ελλείψεις που αφορούν στα υπ' αριθμ.
Κ.Π 54, 33 και 13 ακίνητα, αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην πληρέστερη ανάλυση αυτών, το εκ των οποίων, όμως, πόρισμα εκτίθεται στην απόφαση σαφώς. Ωσαύτως: α) η επικαλουμένη με το αναιρετήριο έλλειψη της αιτιολογίας, αναφορικώς με το υπ' αριθμ. Κ.Π 47 ακίνητο, εν όψει της παραδοχής του Εφετείου, ότι αυτό "κινδυνεύει να χαρακτηρισθεί μη άρτιο", ερείδεται σε αναληθή προϋπόθεση και επομένως κρίνεται αβάσιμος, διότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται, στο σημείο αυτό, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, είναι ότι το τμήμα του ακινήτου αυτού (από τα δύο που απέμειναν), εμβαδού 4.764,34 τ.μ, με την εφαρμογή του κόμβου στην περιοχή, "περικλείεται στην ευρύτερη ζώνη των κύκλων" και λόγω της μη ύπαρξης οδού προσέγγισης, παρά την έκτασή του, κινδυνεύει να χαρακτηρισθεί μη άρτιο.
β) τα επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά, εν σχέσει προς το ίδιο ακίνητο και το υπ' αριθμ. Κ.Π 48 όμοιο, δεν συνιστούν αντίφαση. Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση, για έλλειψη νομίμου βάσεως αυτής, λόγω ανεπαρκούς και αντιφατικής αιτιολογίας, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν των προεκτεθέντων, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, στο σύνολό της να καταδικασθεί δε το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρ. 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 22 του Ν. 3693/1957, όπως στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-6-2008 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 395/2008 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε τριακόσια πενήντα (350) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Μαρτίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 6 Μαίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ