Supreme Court dismisses appeal on false interpretation and improper application of contract law.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellants' request to overturn the Second Instance Court's decision regarding a lease agreement dispute. The appellants argued the lower court misinterpreted the contract terms and admitted unproven facts about tenant consent to structural changes. The court found these grounds invalid because the errors concerned the lower court's discretionary evaluation of evidence rather than a clear misinterpretation of the law or document content.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 para. 6 lit. a, Art. 559 para. 19, Art. 559 para. 20, Art. 559 para. 10 lit. a of the Code of Civil Procedure: An appeal ground is inadmissible when it challenges the appellate court's evaluation of evidence or its interpretation of a document's content, provided the legal application was not erroneous.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 784 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 784/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Πετράκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου), Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Χ1, 2) Χ2, κατοίκων ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χαρίλαο Κοψαχείλη και δεν κατέθεσαν προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΤΡΑΚ Α.Ε." που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Δέσποινα Λοΐζου και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/12/2001 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 458/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 836/2006 οριστική του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20/12/2006 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ευτύχιος Παλαιοκαστρίτης, ανέγνωσε την από 8/9/2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 6 εδ. α' του ΚΠολΔ, ο κανόνας παραβιάζεται κι' έτσι ιδρύεται ο προβλεπόμενος από τη διάταξη αυτή λόγος αναίρεσης είτε με ψευδή ερμηνεία, η οποία υπάρχει, όταν αποδίδεται στον κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με μη ορθή εφαρμογή, η οποία εκδηλώνεται όταν δεν εφαρμόζεται κανόνας ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή όταν εφαρμόζεται κανόνας ενώ δεν έπρεπε να εφαρμοστεί, ή όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα.
Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ για έλλειψη νόμιμης βάσης ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της απόφασης δεν προκύπτουν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις εκείνα τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ο οποίος εφαρμόστηκε (υπαγωγικός συλλογισμός), ώστε να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης.
Ο λόγος άρα δεν ιδρύεται όταν οι ελλείψεις αναφέρονται στην αιτιολόγηση απλά του αποδεικτικού πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται με σαφήνεια. Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχτεί πραγματικά γεγονότα καταφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται σ' αυτό.
Κατά την αληθή έννοια της εν λόγω διατάξεως, ως "παραμόρφωση" νοείται το διαγνωστικό σφάλμα του δικαστηρίου, εξ αιτίας του οποίου αποδόθηκε στο έγγραφο περιεχόμενο διαφορετικό από το αληθινό και το οποίο ιδρύει λόγο αναιρέσεως εφόσον συνέβαλε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στη διαμόρφωση της κρίσης του δικαστηρίου.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχτηκε τα παρακάτω: "Δυνάμει του από 5-11-1986 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης καταρτισθέντος μεταξύ των εναγουσών (δια της ασκούσης τότε την γονική μεριμνά τους μητέρας τους) και της εναγομένης εταιρίας εκμίσθωσαν στην τελευταία τα κάτωθι ακίνητα ιδιοκτησίας τους ...
ήτοι δύο ισόγεια καταστήματα ... δηλαδή το υπ' αριθ. 2 ισόγειο κατάστημα επιφανείας 340,60 τ.μ. ιδιοκτησίας της πρώτης ενάγουσας και το υπ' αριθ. 1 ισόγειο κατάστημα ... ιδιοκτησίας της δεύτερης ενάγουσας, δύο υπόγεια των άνω καταστημάτων ... καθώς επίσης και τον έμπροσθεν των αναφερθέντων καταστημάτων χώρο ...
τον όπισθεν της οικοδομής ακάλυπτο χώρο ... . Μετά των επ' αυτού κτισμάτων δηλαδή δύο αποθηκών, επιφάνειας 60 τ.μ. και 136 τ.μ. και ενός υποστέγου ... και το δώμα του δευτέρου πάνω από το ισόγειο ορόφου της οικοδομής. Συμφωνήθηκε όπως τα άνω ακίνητα χρησιμοποιούν αποκλειστικά ως κατάστημα πώλησης μηχανημάτων και ανταλλακτικών διαφόρων οίκων, τους οποίους θα αντιπροσωπεύει η εναγομένη, αλλά και ως συνεργείο επισκευής των μηχανημάτων αυτών.
Διάρκεια της μισθώσεως ορίστηκε η διετία, αρχομένη την 1-11-1986, λήγουσα δε την 31-10-1988 με μηνιαίο μίσθωμα ύψους 270.000 δρχ. Κατόπιν διαδοχικών παρατάσεων της μίσθωσης, καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων το από 10-11-1998 ιδιωτικό συμφωνητικό, σύμφωνα με το οποίο η μίσθωση παρατάθηκε μέχρι την 30-10-2001, τροποποιηθέν στη συνέχεια με τα από 21 -9-2000 συμφωνητικό με το οποίο συμφωνήθηκε να λήξει την 31-5- 2001, υποχρεωμένης της μισθώτριας εναγομένης σε άμεση παράδοση του μισθίου.
Ορίστηκε δε μηνιαίο μίσθωμα από 1-10-2000 το ποσό του 1.200.000 δρχ.. Ενόψει των ανωτέρω συμφωνηθέντων παρελθούσης της ημερομηνίας παράδοσης του μισθίου η εναγομένη προσκάλεσε επανειλημμένως τις εκμισθώτριες να αναλάβουν το μίσθιο, καθόσον η ίδια είχε μισθώσει καινούριο κατάστημα, ήδη από το Νοέμβριο του 2000, πλην, όμως αυτές αρνήθηκαν την παραλαβή του μισθίου, με αποτέλεσμα η εναγομένη να κοινοποιήσει την από 27-6-2001 εξώδικη πρόσκληση διαμαρτυρία της, επιδοθείσα με την υπ' αριθ. ...
έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ... και να παραδώσει τα κλειδιά την 29-6-01 ... . Ο ισχυρισμός των εκμισθωτριών ότι η μισθώτρια αντισυμβατικά και αυθαίρετα κατεδάφισε δύο αποθήκες στο πίσω μέρος των δύο καταστημάτων, καθώς και ένα υπόστεγο στον ακάλυπτο χώρο αυτών για την αποκατάσταση των οποίων απαιτείται το ποσόν των 6.372.000 δρχ για τις αποθήκες και το ποσόν των 21.800.000 δρχ.
για το υπόστεγο, που αποτελεί και λόγο έφεσης των εκκαλούντων - εκμισθωτριών, κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος. Στη σκέψη αυτή άγεται το δικαστήριο, από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, ιδία την κατάθεση της μάρτυρος της μισθώτριας ..., κατά την οποία οι αποθήκες ήταν σε πολύ κακή κατάσταση, με φουσκωμένους από την υγρασία τοίχους, με γκρεμισμένα κεραμίδια με συνέπεια το 1995 με συναίνεση των εκμισθωτριών και για τις ανάγκες της επιχείρησης να κατεδαφιστούν και να κτιστούν νέα, τα οποία σύμφωνα με τους όρους της εμπορικής μίσθωσης έμειναν προς ωφέλεια του μισθίου (βλ.
κατάθεση και 9ο όρο του ιδιωτικού μισθωτηρίου). 'Αλλωστε ήδη οι εκμισθώτριες έχουν προβεί σε νέα μίσθωση του μισθίου με τις ως άνω κατασκευές. 'Ετσι όπως έκρινε το Εφετείο αναφορικά με το ζήτημα της κατεδάφισης των δύο μίσθιων αποθηκών και του υποστέγου και την ανέγερση νέων και τη μη απόδοση αυτών κατά τη λήξη της μίσθωσης στην κατάσταση που τα παρέλαβε, δεν παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 529 και 1103 ΑΚ, αφού δέχεται ότι η κατεδάφιση των ανωτέρω μισθίων και η κατασκευή των νέων έγινε μετά από συμφωνία των εκμισθωτριών και της μισθώτριας και ότι η μη αποκατάσταση της προηγούμενης κατάστασης κατά τη λήξη της μίσθωσης και την απόδοση των μισθίων έγινε κατ' εφαρμογή του 9ου όρου της μίσθωσης.
Περαιτέρω, το Εφετείο με όσα ως άνω δέχθηκε διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, αναφορικά με το ίδιο ως άνω κρίσιμο ζήτημα, με συνέπεια να μην καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για το αποδεικτικό πόρισμά του στο οποίο κατέληξε Ειδικότερα περιγράφει με σαφήνεια και πληρότητα τις μεταβολές όπου επέφερε στους πιο πάνω μίσθιους χώρους (αποθήκες και υπόστεγο) η μισθώτρια, το λόγο για τον οποίο έγιναν, όπως και όλα τα , πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν τον ισχυρισμό για έλλειψη ευθύνης του μισθωτή για τις μεταβολές αυτές και τη μη αποκατάσταση των εν λόγω μισθίων στην κατάσταση, που η μισθώτρια τα παρέλαβε.
Επομένως, δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου τις διατάξεις. Κατά συνέπεια ο πρώτος λόγος της αναίρεσης κατά το μέρος αυτού με το οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ είναι αβάσιμοι ουσιαστικά και πρέπει να απορριφθούν. Περαιτέρω με το άλλο μέρος του ως άνω πρώτου λόγου της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του από 5-11-1986 συμφωνητικού μισθώσεως ως προς τον 9ο όρο αυτού.
Συγκεκριμένα, ενώ με τον ως άνω όρο του μισθωτηρίου συμφωνήθηκε α) η μισθώτρια εταιρία θα είχε το δικαίωμα να διαμορφώσει τον ακάλυπτο χώρο, και όχι τα άλλα υφιστάμενα κτίσματα έμπροσθεν και όπισθεν του μισθίου και να προβαίνει στις απαραίτητες βελτιώσεις και προθήκες β) οι επωφελείς δαπάνες που κατά τη λήξη της μισθώσεως δεν θα είναι δυνατόν να αφαιρεθούν άνευ βλάβης του κτίσματος θα παραμένουν επ' ωφελεία των μισθίων χώρων και των εκμισθωτριών, το Εφετείο εσφαλμένα δέχθηκε ότι με τον ως άνω όρο του συμφωνητικού μισθώσεως συμφωνήθηκε και οι νέες αυθαίρετες κατασκευές στη θέση των παλαιών αποθηκών και του υποστέγου να παραμείνουν στο μίσθιο ως επωφελείς.
Οι αιτιάσεις, όμως αυτές αναφέρονται στην κρίση του Εφετείου μετά από εκτίμηση του αληθινού περιεχομένου του ως άνω εγγράφου, οποία είναι διαφορετική από εκείνη, την οποία οι αναιρεσείουσες θεωρούν ως ορθή και όχι σε κάποιο διαγνωστικό σφάλμα του ως προς το πραγματικό περιεχόμενο του εγγράφου. 'Ετσι;
δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος και κατά συνέπεια αυτός είναι απαράδεκτος.
ΙΙΙ. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 εδ. α' του ΚΠολΔ. που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά. Με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης οι αναιρεσείουσες, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την ως άνω πλημμέλεια ισχυριζόμενες, ότι με αυτήν έγινε δεκτός ο ισχυρισμός της αναιρεσίβλητης ότι οι εκμισθώτριες ενέκριναν τις αλλαγές που επέφερε στο μίσθιο κατεδαφίσεις των παλαιών κτισμάτων και ανέγερση νέων χωρίς να υπάρχει σχετικό αποδεικτικό στοιχείο, αλλά την κρίση της αυτή την στήριξε στην κατάθεση της μάρτυρος της μισθώτριας ..., αν και αυτή, ουδέν κατέθεσε για τον ως άνω ισχυρισμό περί συναινέσεως . Ο λόγος αυτός ως προς το πρώτο μέρος του είναι αβάσιμος, διότι στην απόφαση μνημονεύονται τα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, από τα οποία το Εφετείο σχημάτισε το αποδεικτικό του πόρισμα ως προς το δεύτερο δε μέρος του είναι απαράδεκτος διότι πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση από το δικαστήριο αποδεικτικού μέσου
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20 Δεκεμβρίου 2006 αίτηση για αναίρεση της. 836/2006 απόφασης του Εφετείου Λάρισας.
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Δεκεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Μαρτίου 2009.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ