Supreme Court dismisses appeal for unclear appeal grounds and overruling substantive court findings.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding a lease dispute. The appellants argued the lower court erred in finding ambiguity in the parties' intent to avoid liability for rent when the premises could not be used. The court held that the appeal grounds were vague and failed to clearly specify the exact legal provision violated, rendering them inadmissible under civil procedure law.
Legislator headnote
AI generatedArticles 118(4), 566(1), 577 of the Code of Civil Procedure; The appeal grounds must be clear and specific to identify the exact provision violated, and vague arguments regarding factual ambiguity are inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 784 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 784/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Δημήτριο Κυριτσάκη, Αχιλλέα Νταφούλη, Ανδρέα Μαρκάκη και Ελένη Μαραμαθά, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Μαρτίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. ......, 2. ....... , 3. ..... και 4......, , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλέξανδρο Ιωάννου.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. .....2. .....,3. ...... και 4. ....., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημοσθένη Μητακίδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 22 Μαρτίου 2004 δύο αγωγές των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2.385/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 269/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 25 Φεβρουαρίου 2005 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αχιλλέας Νταφούλης, ανέγνωσε την από 17 Φεβρουαρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει, ότι το δικόγραφο της αναίρεσης πρέπει να περιέχει κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο λόγο αναίρεσης, ώστε να εξάγεται απ΄ αυτόν σε ποιόν από τους λόγους του άρθρου 599 του ίδιου κώδικα υπάγεται, αλλά και να καθορίζονται τα πραγματικά γεγονότα τα οποία κατά τον αναιρεσείοντα στοιχειοθετούν την πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση με βάση τις παραδοχές της οι οποίες πρέπει επίσης να παραθέτονται στο αναιρετήριο (Ολ.
ΑΠ 28/1998, 32/1996). Η αοριστία του λόγου αναίρεσης δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα (Ολ. ΑΠ 57/1990). Ειδικότερα, για το ορισμένο του λόγου αναίρεσης από το εδάφιο 4 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. πρέπει να καθορίζεται στο αναιρετήριο με σαφήνεια και η σχέση υπέρβασης εξουσίας προς κάποια διάταξη της απόφασης.
Δεν συντρέχει τέτοια περίπτωση υπέρβασης δικαιοδοσίας όταν το πολιτικό δικαστήριο εξετάζει παρεμπιπτόντως το κύρος και τη νομιμότητα της διοικητικής πράξης, διότι τότε δεν ακυρώνει την πράξη αυτή, αλλά ερευνά αν για την έκδοσή της υπάρχουν οι όροι που προβλέπονται από το νόμο ή το Σύνταγμα. Με τον πρώτο λόγο οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια από το εδάφιο 4 του άρθρου 599 Κ.Πολ.Δικ., γιατί δέχθηκε ότι «δεν μπορεί να εκδοθεί άδεια λειτουργίας της επιχείρησης σταθμού αυτοκινήτων, που είχαν εγκαταστήσει οι τρεις πρώτοι των αναιρεσιβλήτων στους μίσθιους χώρους, καθήν στιγμή αυτοί ουδέποτε κατέθεσαν τα απαραίτητα έγγραφα προς τούτο στην αρμόδια δημόσια αρχή, καίτοι παρέμειναν στο μίσθιο άνω των πέντε μηνών και είχαν λάβει από αυτούς όλα τα σχετικά έγγραφα τέσσερις μήνες πριν από τη σύναξη της σύμβασης μίσθώσεως» και έτσι έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων.
Με τέτοια διατύπωση ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αόριστος, διότι στο αναιρετήριο δεν αναφέρονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο όλα τα πιο πάνω αναγκαία για το ορισμένο του στοιχεία και ιδίως οι πραγματικές κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης που τον στοιχειοθετούν, με τον αναγκαίο καθορισμό της σχέσης υπέρβασης εξουσίας προς κάποια διάταξη της απόφασης, σε κάθε δε περίπτωση ως αβάσιμος, διότι προκύπτει από το περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης, ότι το Εφετείο κανονικά, μέσα στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του για διαφορά (μισθωτική) ιδιωτικού δικαίου, έκρινε έφεση των αναιρεσιβλήτων (εναγομένων) κατά πρωτόδικης απόφασης (που είχε κάνει δεκτές αγωγές των αναιρεσειόντων από μισθωτική διαφορά) και παρεπιπτόντως, στο πλαίσιο έρευνας ισχυρισμού των εκκαλούντων για ύπαρξη πραγματικού ελαττώματος στα μίσθια, εξέτασε και τη δυνατότητα χορήγησης άδειας από τη διοίκηση για να λειτουργήσουν τα μίσθια ως επιχείρηση σταθμού αυτοκινήτων, με βάση τις προϋποθέσεις του νόμου.
ΙΙ. Για το ορισμένο των λόγων αναίρεσης που προβλέπονται από τα εδάφια 1 και 19 του άρθρου 599 Κ.Πολ.Δικ., χρειάζεται να αναφέρονται στο αναιρετήριο, αντίστοιχα, α) οι πραγματικές διαπιστώσεις της προσβαλλόμενης απόφασης, η έννομη συνέπεια που με βάση αυτές διαγνώστηκε, ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και που συγκεκριμένα βρίσκεται η παραβίαση (Ολ.ΑΠ 32/1996, 28/1998) και β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κ.λ.π.) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο παρουσιάζεται η έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση, η εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, καθώς και οι πραγματικές παραδοχές ή η μνεία ότι δεν έχει καθόλου αιτιολογία (Ολ.
ΑΠ 32/1996). Η αοριστία των λόγων αναίρεσης δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα (Ολ. ΑΠ 57/1990). Δεν αρκεί για το ορισμένο των λόγων από τα εδάφια 1 και 19 του άρθρου 599 Κ.Πολ.Δικ. η ανάλυση της έννοιας που ο αναιρεσείων αποδίδει στη φερόμενη ως παραβιασθείσα διάταξη και η παράθεση του συμπεράσματος του δικαστηρίου, διότι μόνο ενόψει των ουσιαστικών παραδοχών μπορεί να ελεγχθεί αν η αποδιδόμενη νομική πλημμέλεια οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο και εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναίρεσης κατά το άρθρο 578 Κ.Πολ.Δικ. (ΑΠ 1353/2001, 46/2003).
Στην υπόθεση που εξετάζεται οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται : Με το δεύτερο λόγο, ότι η προσβαλλομένη με το να δεχτεί ότι «υπάρχει πραγματικό ελάττωμα ως προς τις δύο συμβάσεις μισθώσεως, που συνίσταται στην αδυναμία εκδόσεως άδειας λειτουργίας της επιχείρησης των αντιδίκων ως σταθμού αυτοκινήτων, με την αιτιολογία ότι το άνοιγμα της πόρτας των μισθίων χώρων είναι 2,90 μέτρα, αντί των απαιτούμενων 7 μέτρων, συνεπώς ήταν νόμιμη η καταγγελία των αντιδίκων, λόγω του πραγματικού αυτού ελαττώματος» παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 585 Α.Κ., αφού δεν έχει ελέγξει πρώτη την αδυναμία άρσης του ελαττώματος αυτού και υπέπεσε στην πλημμέλεια από το εδάφιο 1 του άρθρου 599 Κ.Πολ.Δικ..
Με τον τρίτο λόγο, ότι το Εφετείο υπέπεσε στις πλημμέλειες από τα εδάφια 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., γιατί δέχτηκε εσφαλμένα ότι «δεν μπορεί να εκδοθεί άδεια λειτουργίας του σταθμού αυτοκινήτων λόγω του ότι το μίσθιο συνορεύει με το χώρο δεξαμενής καυσίμων και το λεβητοστάσιο της πολυκατοικίας ........., πλην το πρόβλημα αυτό υπάρχει μόνο για τη μία από τις δύο συμβάσεις μίσθωσης, συνεπώς μπορούσε να εκδοθεί η άδεια λειτουργίας του σταθμού αυτοκινήτων για το χώρο του μισθίου που περιλαμβάνεται στη δεύτερη μίσθωση που είναι και μεγαλύτερο, είναι δεδομένο ότι οι δύο μισθώσεις αφορούν διαφορετικούς μίσθιους χώρους, σε διαφορετικές πολυκατοικίες με διαφορετικό μίσθωμα», κατά παράβαση των άρθρων 574, 576-578 και 361 Α.Κ., με την ελλιπή αιτιολογία ότι «τα μίσθια που είναι συνενωμένα στην πράξη……», ενώ πρόκειται για δύο μισθώσεις, με την πρώτη μισθώθηκε ο χώρος που περιγράφεται στο από 20-10-2003 συμφωνητικό μίσθωσης (κατατέθηκε στη Δ.Ο.Υ.
ΙΗ' Αθηνών με αριθμό .....) και βρίσκεται στην πολυκατοικία της οδού ........ στην ....., ενώ με τη δεύτερη μισθώθηκε ο χώρος που περιγράφεται στο από 20-10-2003 δεύτερο συμφωνητικό μίσθωσης (κατατέθηκε στην ίδια Δ.Ο.Υ. με ίδιο αριθμό .....) και βρίσκεται στις πολυκατοικίες της ίδιας ως άνω οδού, στους αριθμούς ..... και ...., στην .........
Με τέτοιο περιεχόμενο οι λόγοι αυτοί αναίρεσης, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, πρέπει να απορριφθούν προεχόντως ως αόριστοι, διότι στο αναιρετήριο δεν αναφέρονται με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα παραπάνω αναγκαία για το ορισμένο τους στοιχεία, δηλαδή τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που τους στοιχειοθετούν και ιδίως οι κρίσιμες στο σύνολό τους υπάρχουσες πραγματικές παραδοχές της προσβαλλομένης, η έννομη συνέπεια που με βάση αυτές διαγνώστηκε, τα συγκεκριμένα νομικά σφάλματά της (κατά την ερμηνεία ή εφαρμογή των κανόνων ουσιασιτκού δικαίου), οι ισχυρισμοί (αγωγικοί, ενστάσεις κ.λ.π.) με τα περιστατικά που προτάθηκαν για θεμελίωσή τους, ως προς τους οποίους παρουσιάζεται η έλλειψη αιτιολογίας, ανεπάρκεια ή αντίφαση, καθώς και ποιά επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην αναιρεσιβαλλομένη για να καταστεί η «ελλιπής» επαρκής αιτιολογία, ώστε να αποβαίνει εφικτή, με ασφάλεια, η διάγνωση της βασιμότητάς τους.
Οι αιτιάσεις των αναιρεσειόντων με τις προτάσεις τους, ότι τάχα καθόσον αφορά τον τρίτο λόγο αναίρεσης η μόνη αιτιολογία της αναιρεσιβαλλομένης είναι η προαναφερόμενη, είναι αβάσιμες, διότι θεωρούν και άλλες αιτιολογίες σχετικά με τα πραγματικά και νομικά ελαττώματα των μισθίων, καθώς και την έλλειψη των συμφωνηθεισών ιδιοτήτων τους, που καθιστούσαν αυτά ακατάλληλα για τη συμφωνηθείσα χρήση «λόγω αδυναμίας χορήγησης άδειας λειτουργίας τους» (βλ.
σε. 5 έως και 10 της απόφασης).
ΙΙΙ. Επίσης οι αναιρεσείοντες (ενάγοντες) ζητούν, με άλλους οκτώ λόγους του αναιρετηρίου, να αναιρεθεί η ίδια προσβαλλομένη 269/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, γιατί δέχτηκε την από 1-9-2004 έφεση των αναιρεσιβλήτων (εναγομένων) κατά της 2385/2004 απόφασης του μονομελούς πρωτοδικείου Αθηνών, εξαφάνισε την εκκληθείσα αυτή απόφαση και στη συνέχεια απέρριψε τις από 22-3-2004 δύο αγωγές τους (διαδικασίας άρθρου 647 επ.
Κ.Πολ.Δικ.), ως κατ΄ ουσίαν αβάσιμες. Ειδικότερα, με τους παρακάτω πέντε λόγους αναίρεσης που εξετάζονται στην παρούσα σκέψη, προβάλλουν : α) Με τον πέμπτο λόγο, ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην πλημμέλεια από το εδάφιο 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., γιατί οι αιτιολογίες για ύπαρξη νομικού ελαττώματος του μισθίου είναι δήθεν αντιφατικές και ελλιπείς, καθόσον αναφέρει ότι «με το άρθρο 26 των μισθωτηρίων συμφωνητικών στην πραγματικότητα τους εκμίσθωσαν την αποκλειστική χρήση 26 θέσεων στάθμευσης στον ακάλυπτο χώρο της πολυκατοικίας (........, ......
και ...), ο οποίος κατά την πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας και το νόμο είναι κοινόκτητος και κοινόχρηστος, οι εκμισθωτές – οικοπεδούχοι πούλησαν όλες τις οριζόντιες ιδιοκτησίες πλην των μισθίων και δεν μπορούν να προσαρτήσουν σ' αυτά θέσεις στάθμευσης του ακάλυπτου χώρου, οι ιδιοκτήτες των τριών πολυκατοικιών παρκάρουν τα αυτοκίνητά τους στον κοινό ακάλυπτο ως άνω χώρο, μπαινοβγαίνουν όποτε θέλουν, μέσω κοινής ράμπας των υπογείων μισθίων στον ακάλυπτο χώρο, καμία ασφαλιστική εταιρεία δεν αναλαμβάνει να ασφαλίσει τέτοιο χώρο, αν οι μισθωτές χρησιμοποιούσαν κατά τη σύμβαση τον ακάλυπτο χώρο για στάθμευση αυτοκινήτων, θα γινόταν δικαστήρια που απείλησαν, για τους λόγους αυτούς, κατά την ουσιαστικά βάσιμη ένσταση των άρθρων 576-578 Α.Κ., οι μισθωτές φοβούμενοι ποινικές διώξεις κ.λ.π.
έπαψαν από Ιανουάριο 2004 και έκτοτε να κάνουν χρήση του μισθίου …….», ενώ η αλήθεια είναι, ότι υπάρχει σιδερόμπαρα που ελέγχει την κίνηση των οχημάτων και υπάλληλοι για τον έλεγχο των εισερχομένων και εξερχομένων αυτοκινήτων, οι δε 26 αυτές θέσεις στάθμευσης καταλαμβάνουν χώρο το πολύ 250 τ.μ.. β) Με τον έκτο λόγο, ότι η προσβαλλομένη παραβίασε τον κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 583 Α.Κ., γιατί εδώ «δεν υπήρξε αφαίρεση της συμφωνημένης χρήσης του μισθίου, δεδομένου ότι οι 26 θέσεις στον ακάλυπτο χώρο δεν αποτελούν μέρος του μισθίου και δεν συνιστά αφαίρεση της χρήσης του μισθίου η είσοδος και έξοδος αυτοκινήτων των ενοίκων της πολυκατοικίας, επομένως εσφαλμένα δέχτηκε την ύπαρξη νομικού ελαττώματος του μισθίου», έτσι είναι αναιρετέα κατά το εδάφιο 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ..
γ) Με τον έβδομο λόγο, ότι η αναιρεσιβαλλομένη υπέπεσε στην πλημμέλεια από το εδάφιο 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., γιατί δέχτηκε «ότι οι μισθωτές έπαψαν από Ιανουάριο 2004 και έκτοτε να κάνουν χρήση του μισθίου, ήρθη η υποχρέωσή τους να καταβάλουν μισθώματα για τους μήνες Ιανουάριο, Φεβρουάριο, Μάρτιο 2004 και έγκυρα με το από 12.3.2004 εξώδικο κατήγγειλαν τις συμβάσεις μισθώσεως, το οποίο επιδόθηκε στις 15.3.2004 και επέφερε τη λύση των συμβάσεων, άρα μετά ταύτα, για το μήνα Απρίλιο του 2004 δεν οφείλουν οι μισθωτές μίσθωμα», χωρίς περαιτέρω « να προσδιορίσει τη νόμιμη καταγγελία των ενδίκων συμβάσεων μισθώσεως που έκαναν οι αναιρεσίβλητοι κατά το νόμο».
δ) Με τον ένατο λόγο, ότι το Εφετείο υπέπεσε στις πλημμέλειες από τα εδάφια 1, 8 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., γιατί «παραβίασε ευθέως τον κανόνα του ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 332 Α.Κ., το οποίο απαιτεί για την εφαρμογή του την ύπαρξη δόλου ή βαρείας αμέλειας, καθόσον επικαλείται ότι εκεί έγκειται ο δόλος των εκμισθωτών για απόκρυψη του σχετικού ελαττώματος, το οποίο γνώριζαν αυτοί (οι εκμισθωτές) λόγω της ιδιότητας του πρώτου των εναγόντων ως πολιτικού μηχανικού – κατασκευαστή των τριών αυτών πολυκατοικιών, οι εκμισθωτές δεν αποδείχθηκε ότι ενημέρωσαν τους νεαρής ηλικίας μισθωτές κατά σαφή τρόπο περί της αδυναμίας έκδοσης άδειας λειτουργίας των μισθίων χώρων για τη χρήση που συμφωνήθηκε», με ελλιπείς αιτιολογίες, χωρίς να ασχοληθεί με την υπαιτιότητα των αντιδίκων και δίχως να λάβει υπόψη πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή τους ισχυρισμούς τους ότι « οι αντίδικοι έλαβαν σχέδια και έχουν έγραφα από τον Ιούνιο 2003 μαζί με τον πολιτικό μηχανικό τους και επιπλέον οι συμβάσεις μισθώσεων έγιναν μετά από έλεγχο που πραγματοποίησαν οι αντίδικοι μέσω πολιτικού μηχανικού και του πληρεξούσιου δικηγόρου τους».
ε) Με τον ενδέκατο λόγο, ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση είναι αναιρετέα κατά το εδάφιο 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. γιατί δέχτηκε «ότι υπάρχει ασάφεια των συμβατικών όρων των συμβάσεων μισθώσεως, χωρίς κάποιος των διαδίκων να έχει ισχυριστεί ότι υπάρχει τοιαύτη ασάφεια, με αποτέλεσμα το δικαστήριο να λάβει υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν».
Με τέτοιο περιεχόμενο, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στις προηγούμενες σκέψεις της παρούσας, όλοι οι παραπάνω λόγοι αναίρεσης είναι επίσης αόριστοι, διότι κατά παράβαση των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 Κ.Πολ.Δικ. στο αναιρετήριο δεν αναφέρονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο όλα εκείνα τα αναγκαία για το ορισμένο τους στοιχεία που προαναφέρθηκαν, δηλαδή τα πραγματικά γεγονότα που τους στοιχειοθετούν και ιδίως οι κρίσιμες στο σύνολό τους υπάρχουσες πραγματικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης (δεν αρκούν οι μεμονωμένες και κατ' επιλογή αποσπασματικές παραδοχές), η έννομη συνέπεια που με βάση αυτές διαγνώστηκε, τα συγκεκριμένα νομικά σφάλματά της (κατά την ερμηνεία ή εφαρμογή των κανόνων ουσιαστικού δικαίου) και οι ισχυρισμοί (αγωγικοί, ενστάσεις κλπ), με τα περιστατικά που προτάθηκαν για θεμελίωσή τους, ως προς τους οποίους παρουσιάζεται η έλλειψη αιτιολογίας, ανεπάρκεια ή αντίφαση, καθώς επίσης και ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην αναιρεσιβαλλομένη για την επαρκή αιτιολογία της, ώστε να καθίσταται εφικτή η διάγνωση με ασφάλεια της βασιμότητάς τους.
Αναφορικά με την αιτίαση του ένατου λόγου από το εδάφιο 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. πρέπει να λεχθεί ακόμη και ότι αυτή είναι απαράδεκτη, διότι οι επικαλούμενοι ως άνω αρνητικοί ισχυρισμοί – επιχειρήματα, καθόσον αφορά την απόκρυψη του σχετικού ελαττώματος των μισθίων που αποδίδεται στους αναιρεσείοντες (ενάγοντες), δεν ιδρύουν το λόγο αυτό.
Συνακόλουθα, πρέπει να απορριφθούν προεχόντως ως αόριστοι και απαράδεκτοι οι λόγοι αυτοί αναίρεσης.
IV.- Ο λόγος αναίρεσης από το εδάφιο 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. για παραμόρφωση εγγράφου ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται ως περιεχόμενο εγγράφου καταδήλως διαφορετικό από το αληθινό και καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα, δηλαδή όταν υποπίπτει σε διαγνωστικό σφάλμα του κειμένου του εγγράφου (λάθος στην ανάγνωση).
Δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αν η αιτίαση αναφέρεται όχι σε λαθεμένη ανάγνωση, αλλά στην εκτίμηση του περιεχομένου του για συναγωγή αποδεικτικού συμπεράσματος διαφορετικού από εκείνο που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων. Πάντως για να θεμελιωθεί ο ίδιος λόγος θα πρέπει να δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει απλά συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου θέματος.
Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες επικαλούνται την πιο πάνω διάταξη και προβάλλουν την αιτίαση με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των δύο από 20-10-2003 συμφωνητικών μισθώσεως, γιατί δέχτηκε πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται σ' αυτά, δηλαδή δέχτηκε ότι οι πιο πάνω 26 θέσεις στάθμευσης στον ακάλυπτο χώρο εκμισθώθηκαν απ' αυτούς προς τους τρείς πρώτους των αναιρεσιβλήτων, ενώ τα συμφωνητικά αναφέρουν με σαφήνεια ποιοί χώροι εκμισθώθηκαν στους αναιρεσίβλητους αυτούς, στους οποίους οι 26 θέσεις στάθμευσης (των οποίων την αποκλειστική χρήση έχουν οι αναιρεσείοντες) παραχωρήθηκαν απλά για εξυπηρέτησή τους και μόνο, αφού προοριζόταν για τη διαρκή εξυπηρέτηση των ενοίκων (ιδιοκτητών ή ενοικιαστών) των πολυκατοικιών» και δεν έχουν σχέση με τις ένδικες μισθώσεις.
Όμως από την προσβαλλομένη προκύπτει, ότι το Εφετείο δεν ανέγνωσε εσφαλμένα τα έγγραφα αυτά, αλλά τα συνεκτίμησε απλά μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις μαρτύρων και άλλα έγγραφα που προσκόμισαν νόμιμα με επίκληση τα διάδικα μέρη), για να καταλήξει σε σαφές πόρισμα, χωρίς να εξαίρει τα δύο συμφωνητικά μίσθωσης, ότι στην πραγματικότητα με το άρθρο 26 των μισθωτηρίων συμφωνητικών (όπου γίνεται λόγος για «παραχώρηση») εκμίσθωσαν οι αναιρεσείοντες την αποκλειστική χρήση 26 θέσεων στάθμευσης στον ακάλυπτο χώρο της πολυκατοικίας (....., ........
και ........), ο οποίος, κατά την πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας και το νόμο, είναι κοινόκτητος και κοινόχρηστος. Σύμφωνα με αυτά δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη πλημμέλεια και πρέπει ο λόγος αυτός να απορριφθεί εδώ ως απαράδεκτος. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά την αιτίασή του, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια από το εδάφιο 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ.
γιατί δέχτηκε ότι «υπάρχει σύμβαση μισθώσεως επί των πιο πάνω χώρων σταθμεύσεως στον ακάλυπτο χώρο, ενώ αυτοί οι 26 χώροι στάθμευσης κατά ρητή συμφωνία προορίζονταν για εξυπηρέτηση διαρκή των ενοίκων των πολυκατοικιών», πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αόριστος και απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, εκτός από άλλα, σε τι συνίσταται εδώ το σφάλμα του Εφετείου, κατά την ερμηνεία ή εφαρμογή κάποιων συγκεκριμένων κανόνων ουσιαστικού δικαίου, ενώ με πρόσχημα την επίκληση αναιρετικής πλημμέλειας πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη για πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
V.- Με τον όγδοο λόγο του αναιρετηρίου οι αναιρεσείοντες επικαλούνται το εδάφιο 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. και ισχυρίζονται, ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην πλημμέλεια από τη διάταξη αυτή, γιατί παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη της πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό τους που προβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ότι «με πρόταση των αναιρεσιβλήτων καταρτίστηκε η σύμβαση μισθώσεων των ενδίκων χώρων, ύστερα από μελέτη όλων των σχετικών εγγράφων και σχεδίων από δικηγόρο και πολιτικό μηχανικό τους που κατέληξαν σε κρίση ότι ήταν δυνατή η έκδοση άδειας λειτουργίας της επιχείρησής τους στους χώρους που μίσθωσαν, άρα οι ίδιοι ως εκμισθωτές δεν έχουν ευθύνη για πραγματικό ελάττωμα που αναφέρεται στην προσβαλλομένη», σύμφωνα με το άρθρο 579 Α.Κ.
στο οποίο στηρίζεται ο ισχυρισμός τους. Με τέτοια διατύπωση, ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αόριστος και απαράδεκτος, διότι στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται, όπως θάπρεπε (άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ.), ο χρόνος και ο (νόμιμος) τρόπος (με κάποιες προτάσεις ή με έφεση) πρότασης του ισχυρισμού αυτού στο δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (Ολ.
ΑΠ 43/1990), ενώ σε κάθε περίπτωση ο ισχυρισμός αυτός δεν αποτελεί «πράγμα» κατά την έννοια του εδαφίου 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., αλλά επιχείρημα για μη ύπαρξη ευθύνης των αναιρεσειόντων (εκμισθωτών) από ελάττωμα των μισθίων, την οποία ευθύνη έτσι αρνήθηκαν, άρα ο λόγος δεν ιδρύεται (σχ. Ολ. ΑΠ 3/1997 και 469/1984).
VI.- Οι κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που υπάρχει κενό στη σύμβαση ή αμφιβολία για τις βουλήσεις που δηλώθηκαν. Η διαπίστωση από το δικαστήριο της ουσίας της ύπαρξης κενού ή αμφιβολίας δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Η διαπίστωση αυτή μπορεί είτε να αναφέρεται στην απόφαση ρητά, είτε να προκύπτει απ' αυτή έμμεσα, όταν, παρά τη μη ρητή αναφορά της διαπίστωσης, ή ακόμα και παρά τη ρητή διαβεβαίωση της ανυπαρξίας της, το δικαστήριο της ουσίας προβαίνει σε ερμηνεία της σύμβασης.
Αν παρά την άμεση ή έμμεση αυτή διαπίστωση της ύπαρξης κενού ή αμφιβολίας το δικαστήριο της ουσίας δεν προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες για να ανεύρει την αληθινή βούληση των συμβληθέντων παραβιάζει με τη μη εφαρμογή τους εκείνους τους κανόνες που καθιερώνουν οι πιο πάνω διατάξεις του αστικού κώδικα.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δέκατο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες επικαλούνται το εδάφιο 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. και ισχυρίζονται, ότι το εφετείο υπέπεσε στην από τη διάταξη αυτή πλημμέλεια, γιατί παρά τη σαφήνεια των όρων 9 εδ. β', 10 και 23 των δύο συμφωνητικών ως προς τα θέματα [που ρυθμίζουν και συγκεκριμένα σε σχέση με την ευθύνη των συμβαλλομένων μερών από πραγματικά και νομικά ελαττώματα του μισθίου και ειδικότερα με την ευθύνη για την έκδοση άδειας λειτουργίας της επιχείρησης, προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 Α.Κ.
για να ανεύρει την αληθινή βούληση των συμβληθέντων, με την αιτιολογία ότι διαπίστωσε «κάποια ασάφεια ως προς το κρίσιμο από πλευράς εννόμων συνεπειών ζήτημα του αν τα συμβαλλόμενα μέρη είχαν τη βούληση να ευθύνονται ή μη οι μισθωτές για την καταβολή του μισθώματος και τη λειτουργία των μισθώσεων, ακόμη και αν ήταν αδύνατη η χρήση των μισθίων χώρων λόγω μη χορήγησης άδειας λειτουργίας της επιχείρησής τους», παραβιάζοντας έτσι την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθρο 361 Α.Κ.) και τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 5 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος.
Η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως απ' αυτή προκύπτει, δέχτηκε πράγματι ότι υπάρχει κάποια ασάφεια (αμφιβολία) στις βουλήσεις που δηλώθηκαν στην κατάρτιση της μίσθωσης των επίδικων χώρων, ως προς «το κρίσιμο από πλευράς εννόμων συνεπειών ζήτημα του αν τα συμβαλλόμενα μέρη είχαν τη βούληση να ευθύνονται ή μη οι μισθωτές για την καταβολή του μισθώματος και τη λειτουργία των μισθώσεων ακόμη και αν ήταν αδύνατη η χρήση των μισθίων χώρων για αναφερόμενους στην απόφαση λόγους «μη χορήγηση άδειας λειτουργίας από ύπαρξη ελαττωμάτων των μισθίων κ.λ.π.», γι' αυτό και έχει προβεί στην ερμηνεία των παραπάνω όρων των συμφωνητικών μίσθωσης, κατά τα άρθρα 173 και 200 Α.Κ., για να κρίνει τελικά, ότι η αληθινή βούληση των συμβαλλομένων ήταν α) να μην ευθύνονται οι μισθωτές (αναιρεσίβλητοι) για την καταβολή των μισθωμάτων και τη λειτουργία της μίσθωσης, αν ήταν αδύνατη η χρήση των μισθίων λόγω μη χορήγησης άδειας λειτουργίας της επιχείρησής τους, β) οι εκμισθωτές (αναιρεσείοντες) δεν έχουν ευθύνη αποζημίωσης των μισθωτών σε περίπτωση μη χορήγησης άδειας λειτουργίας της επιχείρησης των αναιρεσιβλήτων, της οποίας απλά είχαν την επιμέλεια χορήγησής της (η οποία διακρίνεται από την αδυναμία παροχής της για λόγους που ανάγονται στο ότι οι μίσθιοι χώροι δεν είχαν τις απαιτούμενες για τη χρήση που μισθώθηκαν προδιαγραφές) και γ) οι μισθωτές δεν μπορούν να ζητήσουν εκτέλεση των συμβάσεων με τέτοια δεδομένα, αφού άδεια λειτουργίας της επιχείρησής τους δεν μπορεί να ληφθεί όχι από υπαιτιότητα των ίδιων, ούτε μπορούν να έχουν την ανενόχλητη χρήση των 26 θέσεων στάθμευσης στον κοινόχρηστο ακάλυπτο χώρο των τριών πολυκατοικιών.
Περαιτέρω δέχτηκε το Εφετείο και ότι, ναι μεν οι σχετικές διατάξεις για τη μίσθωση είναι ενδοτικού δικαίου, όμως με βάση τη γενική αρχή του δικαίου κανένας δεν υποχρεούται στα αδύνατα, όπως αβάσιμα επιχειρούν οι εκμισθωτές. Με τις παραδοχές αυτές, έκανε δεκτή την από 1-9-2004 έφεση των αναιρεσιβλήτων, κατά τους σχετικούς λόγους της, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση 2385/2004 του μονομελούς πρωτοδικείου Αθηνών και στη συνέχεια κράτησε και δίκασε τις δύο αγωγές των αναιρεσειόντων, τις οποίες απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμες.
Συνεπώς, με τέτοια δεδομένα, ο λόγος αυτός αναίρεσης, κατά το μέρος του εκείνο με το οποίο παραπονείται για τη διαπίστωση της ύπαρξης ασάφειας και αμφιβολίας στις βουλήσεις των διαδίκων μερών που δηλώθηκαν στη σύμβαση της μίσθωσης, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, κατά δε το υπόλοιπο μέρος του σε κάθε περίπτωση είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
VII.- Τέλος, όλοι οι λόγοι του αναιρετηρίου, κατά τα οικεία μέρη τους με τα οποία πλήττουν, με πρόσχημα την απλή επίκληση αναιρετικών πλημμελειών, την αναιρετικά ανέλεγκτη για πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, πρέπει να απορριφθούν προεχόντως ως απαράδεκτοι (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25-2-2005 αίτηση των 1) ....., 2) ...., 3) ..... και 4) ......, για αναίρεση της 269/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.Και.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Μαρτίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Απριλίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ