Appeal dismissed because procedural errors regarding expert examination fall under first-instance review, not Supreme Court jurisdiction.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's decision on property boundaries. The appellant argued that the lower court violated the right to a fair trial by refusing a mandatory expert examination to verify the land's identity and limits. The court ruled that this claim was inadmissible because it alleged a procedural error in the first instance, which is subject to review only at that level, not by the Supreme Court.
Legislator headnote
AI generatedArticles 386 et seq. of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court lacks jurisdiction to review the refusal of an expert examination in the first instance, as such procedural errors are exclusively subject to review by the court of first instance.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 783 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 783/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ'Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου-Εισηγήτρια, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αγαθή Δερέ, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Φ. του Φ. και της Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ε. Π., με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. χήρας Α. Φ., το γένος Ι. και Π. Π., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 2) Β. Φ. του Α. και της Σ., 3) Α. Φ. του Α. και της Σ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Μακρή, και κατέθεσαν προτάσεις.
Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος των ως άνω αναιρεσιβλήτων, αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο, δήλωσε ότι η υπό στοιχείο 1 αναιρεσίβλητη, απεβίωσε στις 30-3-2023 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό ... ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου Πατρέων, και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτής, υπό στοιχείο 2 και 3 αναιρεσίβλητοι, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο, και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-7-2017 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ναυπάκτου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 114/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 97/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου .... Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21-2-2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των υπό στοιχείο 2 και 3 αναιρεσιβλήτων ζήτησε απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση από 21.02.2022 αίτηση αναιρέσεως στρέφεται κατά της 97/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., που δίκασε ως Εφετείο. Με την απόφαση αυτή έγινε τυπικά και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος κατά της 15/2017 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Ναυπάκτου, με την οποία είχε γίνει δεκτή διεκδικητική αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 4 και 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ. Επομένως αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 571 και 577 Κ.Πολ,Δικ.).
Από τις διατάξεις των άρθρων 62, 73, 286 περ.α, 287 ,290 291, 292 και 313 Κ.Πολ.Δ. που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 1846 και 1847 ΑΚ προκύπτει ,ότι η δίκη διακόπτεται και όταν μετά την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος, με αποτέλεσμα την ακυρότητα κάθε διαδικαστικής πράξης που ενεργείται μετά από αυτήν και πριν από την επανάληψή της, εκτός αν την ενεργήσει ο διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή.
Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής προς τον αντίδικο με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξης από εκείνον που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος.
Ως διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του), ο οποίος μπορεί να επισπεύσει την επανάληψη της δίκης, κοινοποιώντας στο διάδικο υπέρ του οποίου επήλθε διακοπή δικόγραφο για επανάληψη της δίκης. Οι διάδικοι αυτοί μπορούν να επαναλάβουν τη δίκη και χωρίς να έχει προηγηθεί γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής μη επικαλούμενοι την έλλειψη γνωστοποίησης και θεωρώντας ότι η διακοπή έχει επέλθει, η πρόσκληση όμως αυτή δεν μπορεί να επιδοθεί στον κληρονόμο του αποβιώσαντος διαδίκου πριν από την παρέλευση της τετράμηνης προθεσμίας του άρθρου 1847 ΑΚ για την αποποίηση της κληρονομιάς.
Έτσι ο θάνατος του διαδίκου που επιφέρει τη βίαιη διακοπή της δίκης, καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν διαδοχικά με ενιαία δήλωση στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης εφόσον δεν υπάρχει αμφισβήτηση της ιδιότητάς τους ως κληρονόμων, οπότε ακολουθεί η άμεση συζήτηση της υπόθεσης (Ολ.Α.Π. 22/2000).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο εμφανίσθηκε ο πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσιβλήτων Χ. Μ. και δήλωσε ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη, Σ. χήρα Α.
Φ., το γένος Ι. και Π. (Π.) Π. αποβίωσε στις 30.03.2023, μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, ενώ δήλωσε ότι τη δίκη που διακόπηκε βιαίως, λόγω του θανάτου της αναιρεσίβλητης αυτής, συνεχίζουν τα τέκνα της Β. Φ. του Α. και της Σ.. και Α. Φ. του Α. και της Σ.., δεύτερη και τρίτος των αναιρεσιβλήτων, αντίστοιχα. Από τα έγγραφα που προσκομίζονται μετ επικλήσεως από τους αναιρεσίβλητους ήτοι :
α) το ... απόσπασμα Ληξιαρχικής Πράξης Θανάτου του Ληξιαρχείου Δ Ε. Πατρέων του Δήμου Πατρέων, β) το με αριθμό πρωτοκόλλου ... πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του Δήμου Πατρέων, γ) το με αριθμό ... πιστοποιητικό της Γραμματέα του Ειρηνοδικείου ... περί μη αποποίησης της κληρονομιάς της θανούσας, δ) τα ... πιστοποιητικά του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Πάτρας και το ...
πιστοποιητικό του Γραμματέα του Πρωτοδικείου ..., περί μη δημοσιεύσεως διαθήκης, προκύπτει ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη, Σ. χήρα Α. Φ., το γένος Ι. και Π. (Π.) Π., αποβίωσε στις 30.03.2023 και κληρονομήθηκε από τους μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους της, δεύτερη και τρίτο των αναιρεσιβλήτων. Ενόψει τούτων νομίμως επαναλήφθηκε η προκειμένη δίκη, που διακόπηκε βιαίως, λόγω θανάτου της πρώτης αναιρεσίβλητης και νομίμως χωρεί η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως, με διαδίκους τους ως άνω εξ αδιαθέτου κληρονόμους της, δεύτερη και τρίτο των αναιρεσιβλήτων.
I. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 560 αριθμός 1 ΚΠολΔ, αναιρετικός λόγος για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε δηλαδή έννοια διαφορετική από την αληθινή ή δεν τον εφάρμοσε ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 10/2011 ΟλΑΠ 7/2006).
Αν το δικαστήριο απεφάνθη για την ουσία της υπόθεσης, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται βάσει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω λόγος, αν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή αν δεν τον εφάρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2018, 1/2013 ).Με τον παραπάνω λόγο ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της νομιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.
Ελέγχεται ,δηλαδή, αν η αγωγή, κυρία παρέμβαση, ένσταση κλπ ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή στην ουσία (ΟλΑΠ 10/2011, ΑΠ 1717/2022, ΑΠ 652/2022, 561/2022, ΑΠ 334/2021, ΑΠ 65/2020). Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (ΑΠ 175/2020, ΑΠ4979/2020, ΑΠ1103/2011).
Η ως άνω διάταξη δεν έχει εφαρμογή όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος από αυτήν, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως κατ'άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός εάν δεν είναι σαφές και πλήρες το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Δηλαδή, μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Οι ως άνω λόγοι αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ είναι δυνατόν να φέρονται ότι πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάσθηκε κανόνας δικαίου, να πλήττουν την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε οι λόγοι αναιρέσεως αυτοί θα απορριφθούν ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, γιατί πλήττει την ανέλεγκτη περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου. (ΑΠ 616/2023, ΑΠ 2105/2022, ΑΠ 1183/2021, 548/2021, 540/2021, 894/2020, ΑΠ 1141/2019).
II. Εξάλλου, η από το ουσιαστικό δίκαιο συρροή αξιώσεων διαφέρει της σώρευσης αγωγών, δηλαδή, του δικαιώματος της άσκησης από ένα πρόσωπο περισσότερων για το ίδιο πράγμα αγωγών. Όταν οι συρρέουσες κατά το ουσιαστικό δίκαιο αξιώσεις ενωθούν στο ίδιο δικόγραφο, τότε πρόκειται για σώρευση συρρεουσών αγωγών.
Η δικονομικού δικαίου σώρευση αγωγών προβλέπεται από το άρθρο 218 ΚΠολΔ (αντικειμενική σώρευση). Η εν λόγω σώρευση υπάρχει όταν ενώνονται στο ίδιο δικόγραφο περισσότερες αιτήσεις του ίδιου ενάγοντος κατά του ίδιου εναγομένου, δηλαδή αιτήσεις παροχής δικαστικής προστασίας, επιτρέπεται δε κατά νόμο μόνο, εφόσον πηγάζουν από την ίδια ή διαφορετική αιτία, αφορούν το ίδιο ή διαφορετικό αντικείμενο και στηρίζονται στον ίδιο ή διαφορετικό λόγο, δεν είναι αντιφατικές μεταξύ τους, υπάγονται στο σύνολο τους λόγω ποσού στο δικαστήριο όπου εισάγονται, υπάγονται στην τοπική αρμοδιότητα του ίδιου δικαστηρίου και στο ίδιο είδος διαδικασίας, η σύγχρονη δε εκδίκασή τους δεν επιφέρει σύγχυση.
Η - αντικειμενική - σώρευση αγωγών αποτελεί δικαίωμα του ενάγοντος, εναπόκειται, δηλαδή, στη βούλησή του, αφού από καμιά διάταξη νόμου δεν υποχρεώνεται γι' αυτή, ούτε δημιουργείται, στην αντίθετη περίπτωση, τεκμήριο καταστρατήγησης των διατάξεων περί της καθ' ύλην αρμοδιότητας (ΟλΑΠ 451/1971). Η αντικειμενική σώρευση περισσότερων αγωγών (αιτήσεων) στο ίδιο δικόγραφο χωρίς τη συνδρομή των παραπάνω προϋποθέσεων, που ρητά ορίζονται στη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 218 παρ. 1 ΚΠολΔ, δεν επιφέρει ακυρότητα του δικογράφου, αλλά στην περίπτωση αυτή διατάσσεται ο χωρισμός τους σύμφωνα με το άρθρο 218 παρ. 2 Κ ΠολΔ. (ΟλΑΠ 451/1971, ΑΠ 646/2022, ΑΠ 109/2021, ΑΠ 1358/2018) και συνεπώς δεν ιδρύεται ο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για τη μη κήρυξη της αγωγής απαράδεκτης, εξαιτίας της σώρευσης στο δικόγραφο της περισσοτέρων αγωγών (ΑΠ 456/2021, ΑΠ 109/2021).
Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι με αυτή, μετά την εκτίμηση των προσκομισθέντων και επικληθέντων αποδεικτικών μέσων, έγιναν δεκτά ανελέγκτως τα εξής : "Οι ενάγοντες είναι κύριοι, νομείς και κάτοχοι κατά ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου η πρώτη και 2/8 εξ αδιαιρέτου έκαστος των λοιπών ενός αγροτεμαχίου, εμβαδού δύο στρεμμάτων περίπου, που βρίσκεται στην περιοχή Κάτω ...
του δδ ... του Δήμου ..., έχει ακανόνιστο σχήμα, συνορεύει δε βόρεια με ρέμα, νότια με αγροτικό δρόμο, ανατολικά εν μέρει με ιδιοκτησία ... και εν μέρει με ιδιοκτησία Η. Α. και δυτικά εν μέρει με ιδιοκτησία Ι. Φ.. και εν μέρει με δημοτικό δρόμο. Το ένδικο ακίνητο αποτυπώνεται στο επισυναπτόμενο στην αγωγή από Σεπτέμβριο 2017 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Θ.
Μ.. Οι ενάγοντες το απέκτησαν κατά τα ως άνω αναφερόμενα ποσοστά κυριότητάς τους, με την υπ'αριθμ. ... νόμιμα μεταγραμμένη πράξη αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου ... Ε. Τ., του θανόντος στις 22.3.2001 συζύγου της πρώτης και πατέρα των λοιπών εναγόντων Α. Φ... Ο ανωτέρω δικαιοπάροχος τους είχε αποκτήσει το ανωτέρω ακίνητο με το νόμιμα μεταγραμμένο ...
συμβόλαιο αγοραπωλησίας του Συμβολαιογράφου Ναυπάκτου Π. Λ., νεμόμενος αυτό έκτοτε αδιάλειπτα με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, όπως έπραξαν και οι νυν μετά το θάνατο του, φυτεύοντας καρυδιές, καλλιεργώντας αυτό, επιτηρώντας το και βόσκοντας ποίμνια. Είναι αληθές ότι το αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του έτους 1953 και η κατόπιν αντιγραφής αυτού πράξη αποδοχής κληρονομιάς του έτους 2001 διαφοροποιούνται σε σχέση με το τοπογραφικό διάγραμμα του έτους 2017 ως προς τον προσανατολισμό των ορίων του ένδικου ακινήτου, ωστόσο αυτό οφείλεται στην αλλαγή, με την πάροδο του χρόνου, την πρόοδο της επιστήμης και την χρήση πλέον τοπογραφικών μηχανημάτων υψίστης ακρίβειας, του τρόπου προσδιορισμού των σημείων του ορίζοντα, ο οποίος παλαιότερα γινόταν εμπειρικά.
Το έτος 2013 ο εναγόμενος προέβαλε για πρώτη φορά δικαιώματα στο ένδικο ακίνητο εισερχόμενος σε αυτό, κόβοντας τρεις καρυδιές, φυτεύοντας τριάντα ελαιόδενδρα και απαγορεύοντας σε τρίτο πρόσωπο που έβοσκε εκεί το ποίμνιο του, κατ'εντολή των εναγόντων, να εισέλθει σε αυτό, επανέλαβε δε τις ίδιες πράξεις το έτος 2017.
Ο ισχυρισμός του εκκαλούντος - εναγομένου ότι ασκούσε διακατοχικές πράξεις επί του ακινήτου από το έτος 2007 τυγχάνει αναπόδεικτος. Αναπόδεικτος εξάλλου τυγχάνει και ο ισχυρισμός του ότι το ένδικο ακίνητο αποτελεί τμήμα ενιαίας έκτασης εμβαδού περίπου 3.383 τμ το οποίο ανήκει κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου στον ίδιο και κατά ποσοστό 1/3 στους εναγομένους.
Και τούτο διότι, όπως προκύπτει από την υπ'αριθμ. .../1991 πράξη αποδοχής κληρονομιάς με την οποία οι δικαιοπάροχοι των διαδίκων, Φ. Φ. (πατέρας του εναγομένου), Α. Φ. (σύζυγος της πρώτης ενάγουσας και πατέρας των λοιπών εναγόντων) και ο αδελφός τους Χ. Φ. αποδέχθηκαν την κληρονομιά του πατέρα τους Α. Φ.. αφορά, μεταξύ άλλων, σε ένα ακίνητο (οικόπεδο με οικία) ευρισκόμενο στο δδ ...
του Δήμου ......". Ειδικότερα με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτό: α) ότι ενάγοντες είναι (συγ)κύριοι κατά τα αναφερόμενα ως άνω ποσοστά εξ αδιαιρέτου ο καθένας ενός αγροτεμαχίου εμβαδού δύο στρεμμάτων περίπου, που βρίσκεται στην περιοχή Κάτω ... του δδ ... του Δήμου ..., έχει ακανόνιστο σχήμα, συνορεύει δε βόρεια με ρέμα, νότια με αγροτικό δρόμο, ανατολικά εν μέρει με ιδιοκτησία ...
και εν μέρει με ιδιοκτησία Η. Α. και δυτικά εν μέρει με ιδιοκτησία Ι. Φ.. και εν μέρει με δημοτικό δρόμο, το οποίο αποτυπώνεται στο επισυναπτόμενο στην αγωγή από Σεπτέμβριο 2017 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Θ. Μ.. β) ότι την (συγ)κυριότητα του ακινήτου αυτού απέκτησαν οι ενάγοντες με παράγωγο τρόπο εκ κληρονομιάς από τον αληθή κύριο Α.
Φ.., σύζυγο της πρώτης και πατέρα των λοιπών, που αποβίωσε αδιάθετος στις 22.3.2001, αποδεχόμενοι την κληρονομιά του με την ... νόμιμα μεταγραμμένη πράξη αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου ... Ε. Τ.. γ) ότι ο ανωτέρω άμεσος δικαιοπάροχος τους είχε αποκτήσει το επίδικο ακίνητο με το νόμιμα μεταγραμμένο ...
συμβόλαιο αγοραπωλησίας του Συμβολαιογράφου Ναυπάκτου Π. Λ., νεμόμενος έκτοτε αυτό αδιάλειπτα με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, όπως έπραξαν και οι ενάγοντες μετά το θάνατο του, φυτεύοντας καρυδιές, καλλιεργώντας αυτό, επιτηρώντας το και βόσκοντας ποίμνια.
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά την αρίθμηση του δικαστηρίου, καθόσον στο αναιρετήριο δεν αριθμούνται οι λόγοι αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, αιτιώμενος ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο ..., που δίκασε ως Εφετείο, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1033, 1041, 1045 και 1094 Α.Κ., και δέχθηκε την αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, ενώ έπρεπε να την απορρίψει αυτεπαγγέλτως, διότι αυτή περιείχε αντιφατικές διατάξεις.
Ειδικότερα με τον λόγο αυτό αναιρέσεως, ο αναιρεσείων, αφού επικαλείται τις διατάξεις του ως άνω άρθρου 218 ΚΠολΔ, που αφορούν στην αντικειμενική σώρευση αγωγών, αιτιάται ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο χωρίς αιτιολογία, άλλως με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες δέχθηκε την ένδικη αγωγής ενώ σε αυτήν οι ενάγοντες σώρευσαν αντιφατικά παραλλήλως και όχι επικουρικώς περισσότερους τρόπους κτήσης (συγ)κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου, επικαλούμενοι ότι την απέκτησαν τόσο με παράγωγο τρόπο (αγοραπωλησία), όσο και με πρωτότυπο τρόπο (χρησικτησία).
Επί πλέον αιτιάται ο αναιρεσείων, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει αιτιολογίες, ως προς τον ακριβή τρόπο με τον οποίο οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι κατέστησαν (συγ)κύριοι του επιδίκου ακινήτου(αγρού), άλλως ότι αυτή με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες κατέληξε στο "αντιφατικό και μη λογικό" συμπέρασμα ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι κατέστησαν (συγ)κύριοι του επιδίκου ακινήτου (αγρού) τόσο με παράγωγο όσο και με πρωτότυπο τρόπο.
Ο πρώτος λόγος αυτός αναίρεσης όσον αφορά τις επικαλούμενες πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ ,κατά το μέρος του με το οποίο ο αναιρεσείων αιτιάται ότι η αγωγή έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτη εξαιτίας της σώρευσης στο δικόγραφο της περισσοτέρων αγωγών, χωρίς τη συνδρομή των προϋποθέσεων που ρητά ορίζονται στη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 218 ΚΠολΔ, στην οποία εκτενώς αναφέρεται ο ίδιος, και ότι έγινε κακή εκτίμησή της ως διαδικαστικού εγγράφου, κατά παράβαση του άρθρου 561 ΚΠολΔ, είναι πρωτίστως απαράδεκτος, διότι η απόρριψη ή μη αγωγής ως απαράδεκτης για τον ως άνω λόγο δεν ελέγχεται από τους επικαλούμενους ως άνω αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, καθόσον οι αναιρετικοί αυτοί λόγοι ιδρύονται μόνο αν παραβιάσθηκαν διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου και όχι όταν παραβιάσθηκαν διατάξεις του δικονομικού δικαίου, δηλαδή διατάξεις που καθορίζουν τη διαδικασία, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας για την πραγμάτωση των δικαιωμάτων που αναγνωρίζονται από το ουσιαστικό δίκαιο, όπως είναι τόσο η πληττόμενη διάταξη του άρθρου 218 παρ. 1 ΚΠολΔ, αλλά από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., ο οποίος ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, ο οποίος όμως δεν συμπεριλαμβάνεται στους λόγους αναιρέσεως κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδόθηκαν σε έφεση κατά αποφάσεων των Ειρηνοδικείων.(ΑΠ 299/2020, ΑΠ 994/2019, ΑΠ 886/2018, ΑΠ 2086/2014, ΑΠ 1106/2014), όπως συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση που προσβάλλεται απόφαση Μονομελούς Πρωτοδικείου, που εκδόθηκε σε έφεση κατά αποφάσεως Ειρηνοδικείου.
Επί πλέον, με τις διατάξεις του άρθρου 561 του ΚΠολΔ, με τις οποίες αφενός θεσπίζεται ο κανόνας ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου και αφετέρου ορίζεται ότι η εκτίμηση του περιεχομένου διαδικαστικών εγγράφων ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, δεν ιδρύεται ιδιαίτερος λόγος αναίρεσης, οπότε ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το μέρος του με τον οποίο ο αναιρεσείων αιτιάται παραβίαση του άρθρου 561 ΠολΔ.
για κακή εκτίμηση του διαδικαστικού εγγράφου της αγωγής, από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο είναι απαράδεκτος. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το οποίο, σύμφωνα με τα όσα διαλαμβάνονται στις παραδοχές του, δέχθηκε ότι οι εναγόμενοι -αναιρεσίβλητοι κατέστησαν κύριοι του επιδίκου ακινήτου τόσο με παράγωγο (κληρονομική διαδοχή), όσο και με πρωτότυπο (έκτακτη χρησικτησία) τρόπο, ορθά εκτίμησε και εφάρμοσε τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 1033, 1041, 1045 και 1094 ΑΚ, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, αφού οι προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές του πληρούσαν το πραγματικό τους και δικαιολογούσαν την εφαρμογή τους.
Τούτο δε, διότι, υπό τα ως άνω γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις εφαρμογής των ως άνω διατάξεων. Επίσης δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ως άνω διατάξεις ούτε στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της, διέλαβε σ' αυτήν σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες για να καταλήξει στο ως άνω αποδεικτικό πόρισμα, το οποίο δεν είναι αντιφατικό, ή μη λογικό, ούτε προκαλεί σύγχυση στους συμβαλλομένους όπως αιτιάται ο αναιρεσείων.
Συνεπώς ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το μέρος του με το οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τους ίδιους αναιρετικούς λόγους των άρθρων 1 και 6 για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των ως άνω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου και για στέρηση νόμιμης βάσης της είναι αβάσιμος.
III. Επιπλέον, ο από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, που είναι ταυτόσημος με τον λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν (περ. α'), όπως συμβαίνει όταν το δικαστήριο της ουσίας κρίνει επί ανύπαρκτης βάσης αγωγής ή λόγου έφεσης (Ολ.
Α.Π. 22/2005) ή λαμβάνει υπόψη θεμελιωτικά της αγωγής γεγονότα, τα οποία δεν περιέχονται σ' αυτή (Ολ. Α.Π. 294/1981), δηλαδή, πράγματα που δεν προτάθηκαν σ' αυτό από τον αναιρεσίβλητο, αλλά και όταν προτάθηκαν μεν, αλλά απαραδέκτως (Α.Π. 728/2010 ), όπως στην ως άνω περίπτωση της μη παραδεκτής μεταβολής της αγωγικής βάσεως ή λήψεως υπόψη γεγονότων μη περιεχομένων στην αγωγή ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα, που προτάθηκαν (περ.
β ) και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος και συνακόλουθα στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και άρα ως ουσιώδεις ισχυρισμοί, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (Ολ.
Α.Π. 25/2003, Ολ. Α.Π. 3/1997, Ολ. Α.Π. 11/1996) και τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Δεν συνιστούν όμως "πράγματα" οι αιτιολογημένες αρνήσεις των ισχυρισμών του αντιδίκου του αναιρεσείοντος, ούτε ισχυρισμοί αυτού που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, ή από το νόμο, ακόμη και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης, αλλά ούτε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (Ολ.ΑΠ 14/2004, Ολ ΑΠ 25/2003, ΑΠ 162/2020, ΑΠ 892/2019).
Επίσης δεν αποτελούν "πράγματα" με την παραπάνω έννοια τα οριζόμενα, περιοριστικά, στο άρθρο 339 ΚΠολΔικ αποδεικτικά μέσα, η λήψη ή μη λήψη των οποίων δεν ιδρύει τον ερευνώμενο εκ της διατάξεως του αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔικ λόγο, πολύ δε περισσότερο δεν ιδρύει τον συγκεκριμένο λόγο η αξιολόγηση από το δικαστήριο των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων. (ΑΠ 616/2023, ΑΠ 2105/2022, ΑΠ1183/2021, 548/2021, 540/2021, 894/2020, ΑΠ 1141/2019).
Επίσης, κατά την διάταξη του άρθρου 106 ΚΠολΔ, το δικαστήριο ενεργεί μόνο ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 224 του ίδιου Κώδικα, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 22 παρ. 1 ν. 3994/2011 "είναι απαράδεκτο να μεταβληθεί η βάση της αγωγής.
Με τις προτάσεις που κατατίθενται ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, μπορεί ο ενάγων να συμπληρώσει, να διευκρινίσει ή να διορθώσει τους ισχυρισμούς του, αρκεί να μην μεταβάλλεται η βάση της αγωγής". Ως βάση της αγωγής, της οποίας δεν επιτρέπεται η μεταβολή, νοείται η ιστορική βάση αυτής, ήτοι το σύνολο των γεγονότων (πραγματικών περιστατικών), επί των οποίων θεμελιώνεται το αίτημα αυτής (Ολ.
Α.Π. 2/1994) - ανεξαρτήτως του δοθέντος από τους διαδίκους νομικού χαρακτηρισμού - χωρίς την επίκληση των οποίων δεν είναι εφικτή η διάγνωση της επίδικης έννομης σχέσης (Α.Π. 1087/2014, Α.Π. 460/2013, Α.Π. 309/2011, Α.Π. 1261/1993). Μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής, που συνιστά και ταυτόχρονη μεταβολή του αντικειμένου της δίκης, κατά παράβαση της προβλεπόμενης από το άρθρο 111 του ΚΠολΔ αρχής της τηρήσεως προδικασίας και επάγεται το κατά τα ανωτέρω απαράδεκτο, αποτελεί κάθε μεταγενέστερη προσθήκη νέων περιστατικών παλαιότερων ή οψιγενών, με τα οποία τροποποιείται ή αντικαθίσταται η ιστορική βάση της αγωγής με άλλη ή προστίθεται στην αγωγή και νέα ιστορική βάση (Ολ.
Α.Π. 2/1994, ΑΠ 1183/2015, Α.Π. 962/2012, Α.Π. 389/2010). Αν στην ως άνω μεταβολή προέβη ο διάδικος και, στη συνέχεια αυτή κρίθηκε παραδεκτή από το Δικαστήριο της ουσίας και η αγωγή ερευνήθηκε περαιτέρω, ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Σε διαφορετική περίπτωση, δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος, αλλά εκείνος από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, για παρά το νόμο λήψη υπόψη " πραγμάτων " που δεν προτάθηκαν, εφόσον στην έννοια των πραγμάτων περιλαμβάνονται και οι διάφορες βάσεις της αγωγής (Α.Π. 148/2009, Α.Π. 1765/2005, Α.Π. 50/1992).
Δηλαδή ο λόγος αυτός (από τον αριθμό 8) ιδρύεται (και) εάν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του γεγονότα που δεν διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αγωγής και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Α.Π. 1152/2017 Α.Π. 1765/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με όλους τους λοιπούς, λόγους αναιρέσεως, πλήττει συλλήβδην την προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση των αριθμών 5 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με επαναλαμβανόμενες όμοιες αιτιάσεις. Ειδικότερα, κατά την εκτίμηση του αναιρετηρίου και την αρίθμηση των λόγων αναίρεσης από το δικαστήριο με τη σειρά της έκθεσης των περιλαμβανομένων σε αυτούς περιστατικών προκύπτουν τα εξής :
Στους δεύτερο και τρίτο λόγους αναίρεσης, (υπό τα στοιχεία 2, 3, 4, 5 και 6) ο αναιρεσείων, αιτιάται ότι οι αναιρεσίβλητοι με τις έγγραφες προτάσεις τους ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου μετέβαλαν απαραδέκτως τη βάση της αγωγής τους ως προς τη θέση και τα όρια του επίδικου ακινήτου, το οποίο εμφάνισαν ως ευρισκόμενο εντός του οικισμού του πρώην δημοτικού διαμερίσματος της Κοινότητας "..., ενώ, όπως προκύπτει αντίστοιχα από τα αποδεικτικά μέσα ήτοι τα ...
και ... αγοραπωλητήρια συμβόλαια των συμβολαιογράφων Αποδοτίας Ν. Δ. και Ναυπάκτου Π. Λ., και την ... συμβολαιογραφική πράξη αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου ... Ε. Ο. - Τ., τα οποία αποτελούν, τους τίτλους κτήσης του επίδικου ακινήτου των αναιρεσιβλήτων, όπως ομολογούν οι ίδιοι στην αγωγή τους, το επίδικο ακίνητο αποτελούσε αγρό τόσο κατά την αγορά του κατά τα έτη 1950, 1953, αλλά και το έτος 2001 οπότε οι αναιρεσίβλητοι αποδέχθηκαν την κληρονομιά του πατέρα τους, ο οποίος δεν βρίσκεται στη θέση "Κάτω ..." εντός του οικισμού του πρώην δημοτικού διαμερίσματος της Κοινότητας "..., αλλά στην περιφέρεια της ως άνω Κοινότητας.
Στη συνέχεια ο αναιρεσείων, παραθέτει στους ως άνω αναιρετικούς λόγους, αυτούσιο το περιεχόμενο των προαναφερόμενων αγοραπωλητηρίων συμβολαίων και της συμβολαιογραφικής πράξης αποδοχής κληρονομιάς, καθώς και το περιεχόμενο των εγγράφων προτάσεών του ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, με τις οποίες αμφισβήτησε, όπως και πρωτοδίκως, ότι το ακίνητο την αναγνώριση της κυριότητας του οποίου αιτήθηκαν με την αγωγή τους οι αναιρεσίβλητοι βρίσκεται εντός του ως άνω οικισμού και αποτελεί το επίδικο, δηλαδή εκείνο που πράγματι αγόρασε ο δικαιοπάροχος τους από την προηγούμενη αληθή κυρία του Ε.
χήρα Ε. Ν. και επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς του ότι το ακίνητο που διεκδικούν αυτοί, αποτελεί το αγροτικό /γεωργικό τμήμα ευρύτερης ενιαίας έκτασης εμβαδού 3.383 τ.μ. περίπου, με συνεχόμενο χώρο με οικία, αυλή και αποθήκες, η οποία ενιαία έκταση ανήκε στην κυριότητα του παππού των διαδίκων Α. Φ.., μέχρι το έτος 1989, οπότε αυτός αποβίωσε και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου από καθένα από τα τέκνα του, ήτοι στους άμεσους δικαιοπαρόχους των διαδίκων, Φ.
Φ., πατέρα του αναιρεσείοντος, Α. Φ.. σύζυγο της ήδη αποβιώσασας πρώτης των αναιρεσιβλήτων και πατέρα των λοιπών) και τον θείο τους Χ. Φ.., που αποδέχθηκαν την κληρονομιά του με την .../1991 συμβολαιογραφική πράξη αποδοχής κληρονομιάς και συνεπώς η ευρύτερη αυτή εδαφική έκταση ανήκει κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου στον ίδιο και κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου στους αναιρεσίβλητους, οπότε έχει δικαίωμα να ασκεί επί αυτού πράξεις νομής, όπως εκείνες που του αποδίδουν οι τελευταίοι ότι άσκησε επί του επιδίκου ακινήτου.
Με βάση τα παραπάνω ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση των αριθμών 5 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις : 1) ότι χωρίς απόδειξη και αναιτιολόγητα, άλλως με ανεπαρκείς αιτιολογίες δέχθηκε ότι ο επίδικος αγρός βρίσκονταν εντός του ως άνω χωρίου (οικισμού) "..., ενώ από τα αναγραφόμενα στα προαναφερόμενα συμβόλαια - τίτλους κτήσεως των αναιρεσιβλήτων, και τις εν γένει ομολογίες αυτών προέκυπτε ότι το επίδικο δεν βρίσκεται εντός του οικισμού αυτού, αλλά στην περιφέρεια της Κοινότητας "..., 2) ότι δέχθηκε τη διόρθωση της αγωγής ως προς τη θέση και τα όρια του επιδίκου ακινήτου, ενώ αυτή συνιστούσε απαράδεκτη μεταβολή της βάσης της αγωγής, με αποτέλεσμα να προκύπτει σύγχυση ως προς την ταυτότητα αυτού. 3) ότι απέρριψε σιγή το αίτημά του για διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, την οποία όφειλε να διατάξει για να διαπιστωθεί ποιος ακριβώς ήταν ο αγρός που αγόρασε ο δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων και αν αυτός βρίσκεται εντός του ως άνω οικισμού. 4) ότι δεν δέχθηκε τον ισχυρισμό του ότι ο ίδιος είναι (συγ)κύριος του επιδίκου ακινήτου, το οποίο, κατά τα προεκτιθέμενα αποτελεί το αγροτικό τμήμα του ως άνω ενιαίου ακινήτου προερχομένου από την κληρονομιά του παππού των διαδίκων Α.
Φ... Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης (υπό τα στοιχεία 7 και 8) ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις ίδιες πλημμέλειες από τους αριθμούς 5 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, για παραβίαση των άρθρων 1033, 1045, 1094, 974,976 Α.Κ. και των άρθρων 118.216,224 ΚΠολΔ., αιτιώμενος ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παρόλο που δέχθηκε ότι υφίσταται διαφοροποίηση των ορίων του επιδίκου ακινήτου ως προς τον προσανατολισμό των πλευρών του μεταξύ της περιγραφής του στην αγωγή και εκείνης των ως άνω συμβολαιογραφικών πράξεων, δηλαδή ως προς την ταυτότητα του επιδίκου ακινήτου, απέρριψε τον σχετικό με το ζήτημα αυτό ισχυρισμό του περί απαραδέκτου της συμπληρώσεως της αγωγής και περί του ότι το επίδικο ακίνητο δεν ταυτίζεται πράγματι με εκείνο που δέχθηκε ότι ανήκει στην (συγ)κυριότητα των αναιρεσιβλήτων, χωρίς η ταυτότητα του επιδίκου ακινήτου να αποδεικνύεται από κάποιο αποδεικτικό μέσο, ούτε να προκύπτει ότι το αναφερόμενο στα διαδικαστικά έγγραφα τοπογραφικό σχεδιάγραμμα του Σεπτεμβρίου 2017 απεικονίζει πράγματι τον ως άνω αγρό και το που τοποθετείται αυτός, άλλως, ότι με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες δέχθηκε ότι οι αναιρεσίβλητοι κατέστησαν (συγ)κύριοι του ακινήτου τόσο με πρωτότυπο, όσο με παράγωγο τρόπο, ζήτημα που, κατά τον αναιρεσείοντα δημιουργεί αντιφατικότητα και παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας "εφόσον ο κύριος ακινήτου δεν νοείται να ασκεί επί του ιδίου ακινήτου νομή με διάνοια κυρίου για την απόκτηση κυριότητας επί αυτού με χρησικτησία.
Όπως ήδη εκτέθηκε, η προσβαλλόμενη απόφαση σχετικά με το ζήτημα της ταυτότητας του επίδικου ακινήτου και των ισχυρισμών του εναγομένου ότι αυτό στην πραγματικότητα αποτελεί το γεωργικό τμήμα ενιαίου ακινήτου, το οποίο ανήκει κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου για τον καθένα, τόσο στον ίδιο ,όσο και στους αναιρεσίβλητους, προερχόμενο από την κληρονομιά του παππού τους Α.
Φ.., και ότι αυτός ως (συγ)κύριος του ακινήτου, είχε δικαίωμα να προβαίνει σε πράξεις νομής επί αυτού, και δεν πρόκειται περί αυτοτελούς ακινήτου, το οποίο αγόρασε ο πατέρας των αναιρεσιβλήτων διέλαβε στις παραδοχές της : α) ότι στο επισυναπτόμενο στην αγωγή από Σεπτέμβριο 2017 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Θ.
Μ. παρουσιάζονται μεν διαφοροποιήσεις ως προς τον προσανατολισμό των ορίων του επιδίκου ακινήτου σε σχέση με το αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του έτους 1953 και της κατόπιν αντιγραφής αυτού πράξης αποδοχής κληρονομιάς του έτους 2001 ωστόσο αυτό οφείλεται στην αλλαγή, με την πάροδο του χρόνου, την πρόοδο της επιστήμης και την χρήση πλέον τοπογραφικών μηχανημάτων υψίστης ακρίβειας, του τρόπου προσδιορισμού των σημείων του ορίζοντα, ο οποίος παλαιότερα γινόταν εμπειρικά και β) ότι οι ισχυρισμοί του αναιρεσίβλητου ότι ο ίδιος ασκούσε διακατοχικές πράξεις επί του ακινήτου από το έτος 2007, ότι το ένδικο ακίνητο αποτελεί τμήμα ενιαίας έκτασης εμβαδού περίπου 3.383 τμ το οποίο ανήκει κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου στον ίδιο και κατά ποσοστό 1/3 στους αναιρεσίβλητους δεν αποδείχθηκαν, διότι, όπως προκύπτει από την .../1991 πράξη αποδοχής κληρονομιάς με την οποία οι δικαιοπάροχοι των διαδίκων, Φ.
Φ. (πατέρας του εναγομένου), Α. Φ. (σύζυγος της πρώτης ενάγουσας και πατέρας των λοιπών εναγόντων) και ο αδελφός τους Χ. Φ. αποδέχθηκαν την κληρονομιά του πατέρα τους Α. Φ.. αφορά, μεταξύ άλλων, σε ένα ακίνητο (οικόπεδο με οικία) ευρισκόμενο στο δδ ... του Δήμου ......", δηλαδή ότι αφορά σε διαφορετικό όμορο με το επίδικο ακίνητο.
Με τις συνοπτικές αλλά πλήρεις αυτές παραδοχές, σχετικά με το ζήτημα των ορίων του επίδικου ακινήτου, η προσβαλλόμενη απόφαση επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει επίσης δεκτό ότι η αιτία της εν λόγω διαφοροποίησης είναι ότι η περιγραφή των σημείων του ορίζοντα στα συμβόλαια των ετών 1953 και 2001 ως αντιγραφή του έτους 1953 ήταν εμπειρική και συχνά λανθασμένη, αφού στηρίζονταν μόνο σε φυσικά φαινόμενα (δύση, ανατολή ηλίου) εν αντιθέσει με τα τοπογραφικά μηχανήματα, που χρησιμοποιούνται κατά την τελευταία δεκαετία και αποτυπώνουν αυτόματα και με ακρίβεια τα σημεία του ορίζοντα σε κάθε ακίνητο .
Υπό τα δεδομένα αυτά το Μονομελές Πρωτοδικείο ... που δίκασε ως Εφετείο, που δέχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο ταυτίζεται με εκείνο που απέκτησε ο δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων με το αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του έτους 1953 και στη συνέχεια άσκησε επί αυτού με διάνοια κυρίου τις συγκεκριμένες πράξεις νομής, τις οποίες εξακολούθησαν να ασκούν και οι ίδιοι, μετά τον επισυμβάντα θάνατο του δικαιοπαρόχου τους το έτος 1989, καθιστάμενοι (συγ)κύριοι αυτού, τόσο με παράγωγο, όσο και με πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία), δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 1033, 1045, 1094, 974,976 ΑΚ., ούτε στέρησε την απόφασή του από νόμιμη, βάση, εφόσον κατέληξε στο ως άνω σαφές αποδεικτικό πόρισμα με πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες.
Συνεπώς, όλοι οι ως άνω (δεύτερος, τρίτος, τέταρτος) λόγοι αναιρέσεως, ως προς το μέρος τους με το οποίο πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση του αριθμού 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ είναι αβάσιμοι. Τα παραπάνω ισχύουν ανεξαρτήτως του ότι οι ίδιοι ως άνω λόγοι αναιρέσεως, είναι απαράδεκτοι και επειδή, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στις ως άνω διατάξεις του αριθμού 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, για εκ πλαγίου παραβίαση διατάξεων ουσιαστικού δικαίου και έλλειψης νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης εξαιτίας ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, πλήττεται αποκλειστικά η αναιρετικά ανέλεγκτη περί την εκτίμηση πραγματικών περιστατικών κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Κατά το μέρος τους δε με το οποίο οι ως άνω λόγοι αναιρέσεως αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτοι, πρωτίστως, διότι οι φερόμενοι ως μη ληφθέντες υπόψη ισχυρισμοί δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως, αλλά συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής των αναιρεσιβλήτων, ως αρνητικοί δε ισχυρισμοί λήφθηκαν υπόψη από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο και απορρίφθηκαν.
Κατά τα λοιπά ,οι ίδιοι λόγοι αναίρεσης είναι απαράδεκτοι διότι με αυτούς πλήττονται συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα (συμβόλαια, αποδοχές κληρονομιάς, φερόμενες ομολογίες των αναιρεσιβλήτων), που δεν αποτελούν "πράγματα" καθώς και η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών από το δικάσαν ως Εφετείο, Μονομελές Πρωτοδικείο ..., εφόσον με τις συγκεκριμένες αιτιάσεις του ο αναιρεσείων εκφράζει εκτενώς την άποψη, ότι η διαφορετική εκτίμηση των συγκεκριμένων αποδεικτικών μέσων σε συνδυασμό με τα δικά του συμπεράσματα από την αξιολόγησή τους θα οδηγούσε το δικαστήριο σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από το εξαχθέν.
Ειδικά δε ως προς την αιτίαση ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο όφειλε να απορρίψει την αγωγή, εξαιτίας απαράδεκτης μεταβολής της βάσης της, επισημαίνεται, ότι ο εφόσον ο ισχυρισμός αυτός, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην οικεία ως άνω νομική σκέψη, απορρίφθηκε από το Δικαστήριο του ουσίας και η αγωγή κρίθηκε παραδεκτή και ερευνήθηκε περαιτέρω, το απαράδεκτο της μεταβολής της βάσεως αυτής ελέγχεται από τον αριθμό 14 του άρθρου 559, ο οποίος δεν ιδρύεται στην προκειμένη περίπτωση που η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε από Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο κατά αποφάσεως Ειρηνοδικείου, ανεξαρτήτως του ότι ο ισχυρισμός αυτός είναι αβάσιμος, διότι η διόρθωση της αγωγής ως προς τον προσανατολισμό των ορίων του επίδικου ακινήτου, χωρίς να δημιουργείται αμφιβολία ως προς την ταυτότητα του, δεν μετέβαλε την ιστορική βάση της, ούτε το αντικείμενο της, με την προσθήκη νέων περιστατικών.
IV. Επίσης με το εδάφιο β' του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ως παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ελέγχεται η παράβαση των διδαγμάτων κοινής πείρας, μόνον εάν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών γεγονότων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, μόνον όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία πρέπει να εξειδικεύονται, δηλαδή τις γενικές και αφηρημένες αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με την βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχόλησης και έχουν γίνει κοινό κτήμα, για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου (ιδίως όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες, δηλ.
για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών) ή για την υπαγωγή ή όχι σ' αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς και όχι όταν παραβιάζει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλ. της ουσίας της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1285/2021, ΑΠ 1106/2020 589/2020, 334/2019, ΑΠ 757/2015).
Αντίθετα, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει εν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά, ή για να εκτιμήσει την αξία των αποδεικτικών μέσων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 8/2005, ΑΠ 20302022, ΑΠ 1273/2022, ΑΠ 1285/2021, ΑΠ 1106/2020 ΑΠ 589/2020, 334/2019, ΑΠ 13332018).
Με τον, κατά την αρίθμηση του δικαστηρίου, πέμπτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας. Με τον λόγο αυτό, κατά την εκτίμησή του, ο αναιρεσείων, αναφέρεται καταρχήν στις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης με τις οποίες έγινε δεκτό ότι τα όρια του επίδικου ακινήτου, παραδεκτά διορθώθηκαν ήδη ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου με τις προτάσεις των αναιρεσιβλήτων και είναι αυτά που αποτυπώνονται στο από Σεπτεμβρίου 2017 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Θ..
Μ., και ότι ο δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων από το έτος 1953^ οπότε προέβη στην αγορά του επιδίκου ακινήτου, ενεργούσε σε αυτό αδιάλειπτα με διάνοια κυρίου και καλή πίστη τις ως άνω πράξεις νομής τις οποίες συνέχισαν να ασκούν μετά τον θάνατο του οι ίδιοι. Αιτιάται δε ο αναιρεσείων ότι η προσβαλλόμενη απόφαση ανήγαγε το ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα σε μείζονος αποδεικτικής αξίας αποδεικτικό μέσο, και κατέληξε στο εσφαλμένο, κατά τον ίδιο, συμπέρασμα ότι αυτό αποτυπώνει με ακρίβεια τον τρόπο προσδιορισμού των σημείων του ορίζοντα σε σύγκριση με τον αρχαιότερο εμπειρικό τρόπο προσδιορισμού τους, παραβλέποντας το γεγονός ότι τα όρια του επιδίκου ακινήτου (αγρού) υποδείχθηκαν στον συντάκτη του από τους αναιρεσίβλητους και απαραδέκτως δέχθηκε την γενόμενη με τις προτάσεις των ιδίων διόρθωση της αγωγής ως προς τα όρια του επιδίκου ακινήτου, χωρίς να αιτιολογεί τους λόγους για τους οποίους ήταν εσφαλμένος ο με εμπειρικό τρόπο προσδιορισμός τους, ενώ, εσφαλμένα και χωρίς αιτιολογία εκτίμησε τα διαδικαστικά και αποδεικτικά έγγραφα (αγωγή, συμβόλαια), στα οποία αποτυπώνονταν τα πραγματικά όρια του επιδίκου ακινήτου.
Μετά τις αναφορές αυτές, κατά τις αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, η προσβαλλόμενη απόφαση προκειμένου να υπαγάγει τους εν γένει ισχυρισμούς των αναιρεσιβλήτων στις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1003, 974, 976 επ. ΑΚ, παραβίασε, άλλως δεν έλαβε υπόψη της τα διδάγματα της κοινής πείρας, σύμφωνα με τα οποία:
ι) τα όρια του επιδίκου ακινήτου ήταν εκείνα που προέκυπταν από τα διαδικαστικά έγγραφα της αγωγής των αναιρεσιβλήτων, των προτάσεων του ιδίου ενώπιον του πρωτοβαθμίου και του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου και των αναφερομένων στην αγωγή ως άνω συμβολαίων κτήσης αυτού, και όχι εκείνα τα οποία διορθώθηκαν και αποτυπώνονται στο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα, ιι) εφόσον ο δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων και οι ίδιοι μετά τον θάνατο του, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, βρίσκονταν επί χρονικό διάστημα που υπολογίζεται σε 64 έτη, στη νομή του ακινήτου θα έπρεπε να γνωρίζουν επακριβώς τα όρια του, σύμφωνα με την ανατολή και τη δύση του ηλίου και να είναι σε θέση να προσδιορίζουν έστω και εμπειρικά τουλάχιστον το δυτικό και το ανατολικό όριο του επιδίκου ακινήτου ,χωρίς να χρειάζεται ανάγκη χρήσης μηχανημάτων υψίστης ακριβείας που μεταβάλλουν όλα τα σημεία του ορίζοντος Στον ίδιο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς του περί του ότι το επίδικο ακίνητο δεν είναι εκείνο που αγόρασε ο δικαιοπάροχος των αναιρεσειβλήτων το έτος 1953, αλλά αποτελεί το γεωργικό τμήμα ενιαίου ακινήτου στο οποίο είναι (συγ)κύριος και ο ίδιος κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου, αιτιώμενος ότι η προσβαλλόμενη απόφαση με το να μη δεχθεί τον ουσιώδη αυτό ισχυρισμό του παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας.
Υπό τα δεδομένα αυτά ο πέμπτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος, διότι τα παραπάνω αναφερόμενα ως διδάγματα κοινής πείρας και λογικής, δεν έχουν τον χαρακτήρα αυτό, ούτε άλλωστε χρησιμοποιήθηκαν για την ερμηνεία του ουσιαστικού κανόνα δικαίου των άρθρων 1033, 974, 976 ΑΚ ή την υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σε αυτόν, αλλά αναφέρονται στην ουσία της υποθέσεως, υπό την επίφαση δε της παραβίασής τους, οι αναιρεσείοντες πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων.
V. Επιπροσθέτως, με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της από 4 Νοεμβρίου 1950 Ευρωπαϊκής Σύμβασης της Ρώμης "για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών", η οποία κυρώθηκε από την Ελλάδα αρχικά με το άρθρο μόνο του Ν. 2329/1953 και στη συνέχεια με το άρθρο πρώτο του Ν.Δ/τος 53/1974, ορίζεται ότι "παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθεί δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερόληπτου δικαστηρίου νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του αστικής φύσεως, είτε επί του βάσιμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως...".
Με την ανωτέρω διάταξη, καθ' ο μέρος ορίζεται ότι οι υποθέσεις δικάζονται από αμερόληπτα, ανεξάρτητα και νόμιμα λειτουργούντα δικαστήρια α) δίκαια, β) δημόσια και γ) εντός λογικής προθεσμίας, θεσπίζονται αντίστοιχα ουσιαστικά δικαιώματα των προσώπων στα οποία αφορά η Σύμβαση, τα οποία δικαιούνται να αξιώσουν να τύχουν της κατά τα ανωτέρω δικαστικής προστασίας.
Με τη διάταξη αυτή καθορίζεται δηλαδή ποια δικαιώματα δίδονται κατά την απονομή της δικαιοσύνης. Πρόκειται συνεπώς για διάταξη ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση της οποίας εμπίπτει στο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ή από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ιδίου Κώδικα, εφόσον πρόκειται για απόφαση Ειρηνοδικείου ή Πρωτοδικείου εκδοθείσα σε έφεση κατ' απόφασης Ειρηνοδικείου.
Δεν στοιχειοθετείται όμως παραβίαση της άνω διάταξης, όταν πολιτικό δικαστήριο, το οποίο πληροί τις προϋποθέσεις της παραπάνω αυξημένης τυπικής ισχύος (κατά το άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος) διάταξης, ήτοι είναι ανεξάρτητο, αμερόληπτο και λειτουργεί νόμιμα με βάση κανόνες δικαίου και με οργανωμένη διαδικασία για τα ζητήματα της αρμοδιότητας του, εφαρμόσει εσφαλμένα σε συγκεκριμένη υπόθεση διάταξη ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, αλλά η πλημμέλεια αυτή της απόφασης ελέγχεται με τα προβλεπόμενα από τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ένδικα μέσα (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 62/2022, ΑΠ 1142/2020.
Ακόμη, κατά τις διατάξεις του άρθρου 368 παρ. 1 ΚΠολΔ το δικαστήριο μπορεί να διορίσει έναν ή περισσότερους πραγματογνώμονες, αν κρίνει ότι πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν για να γίνουν αντιληπτά ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης. Κατά δε την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, το δικαστήριο οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονα αν το ζητήσει κάποιος διάδικος και κρίνει ότι χρειάζονται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης.
Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό και με εκείνες των άρθρων 386 και 388 ΚΠολΔ. προκύπτει, ότι η συμπλήρωση των αποδείξεων με τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, εναπόκειται στην κυριαρχική και μη ελεγχόμενη αναιρετικά κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο εκτιμά ελεύθερα την ανάγκη χρησιμοποίησης του αποδεικτικού αυτού μέσου (ΑΠ 1286/2022, ΑΠ 827/2020, ΑΠ 187/2018), με εξαίρεση την περίπτωση κατά την οποία κάποιος από τους διαδίκους ζητήσει τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης και το δικαστήριο κρίνει ότι χρειάζονται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, οπότε οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονα ή πραγματογνώμονες.
Συνεπώς, αν δεν υπάρχει παραδοχή του δικαστηρίου ότι πρόκειται για ζητήματα που απαιτούνται για να γίνουν αντιληπτά ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, η απόρριψη ρητά ή σιωπηρά αιτήματος του διαδίκου για διενέργεια πραγματογνωμοσύνης δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. (ΑΠ 1525/2022, ΑΠ 187/2018).
Με τον έκτο, κατά την αρίθμηση του δικαστηρίου και τελευταίο λόγο αναίρεσης υπό το στοιχείο 11 του αναιρετηρίου, ο αναιρεσείων επικαλούμενος πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, αιτιώμενος ότι δεν έτυχε δίκαιης δίκη από αμερόληπτο δικαστή, επειδή δεν δέχθηκε το αίτημά του για διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης, αλλά, αντιθέτως, δέχθηκε, ως αληθές ότι το επίδικο ακίνητο ανήκει στην (συγ)κυριότητα των αναιρεσιβλήτων και βρίσκεται εντός του χωρίου Α., και ότι τα όριά του είναι εκείνα που διορθώθηκαν με τις προτάσεις των αναιρεσιβλήτων ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, χωρίς να διατάξει, όπως όφειλε πραγματογνωμοσύνη για να διαπιστωθεί η ταυτότητα του ακινήτου.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης, κατά τα εκτιθέμενα στην αμέσως προηγηθείσα νομική σκέψη, είναι απαράδεκτος όσον αφορά την παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, εφόσον ο αναιρεσείων προσδιορίζει στο αναιρετήριο τους λόγους παραβίασης του άρθρου αυτού σε εσφαλμένη εφαρμογή διατάξεων δικονομικού δικαίου, όπως είναι οι σχετικές με τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης διατάξεις των άρθρων 386 επ., δηλαδή σε πλημμέλειες οι οποίες ελέγχονται από τα προβλεπόμενα από τον ΚΠολΔ ένδικα μέσα, ανεξαρτήτως του ότι το Εφετείο οδηγήθηκε στην πλήρη διάγνωση της διαφοράς με τη συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων διασφαλίζοντας τα δικαιώματα του αναιρεσείοντος για παροχή έννομης προστασίας.
Επισημαίνεται, ότι ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, κατά τον οποίο το Εφετείο όφειλε να δεχθεί το σχετικό αίτημά του και να διατάξει πραγματογνωμοσύνη, τον οποίο επαναλαμβάνει ο ίδιος σε όλους τους λόγους αναιρέσεως, (πλην του πρώτου) με τις ίδιες αιτιάσεις, υπό την επίκληση της παραβίασης των αριθμών 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος.
Τούτο δε, πρωτίστως, διότι με τους αναιρετικούς αυτούς λόγους ελέγχεται μόνο η παραβίαση ουσιαστικών και όχι δικονομικών κανόνων δικαίου, όπως είναι οι προαναφερόμενοι, σε κάθε δε περίπτωση, διότι η σιωπηρή απόρριψη του αιτήματος του αναιρεσείοντος για διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, εφόσον δεν διαλήφθηκε στις παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας ότι υφίσταται ζήτημα που απαιτεί για να γίνει αντιληπτό ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.
Συνακόλουθα με τα παραπάνω, μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί η από 21.02.2022 αίτηση του Α. Φ.. του Φ. για αναίρεση της 97/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., που δίκασε ως Εφετείο και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, ως ηττηθείς διάδικος, στην δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων, που παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά το σχετικό αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παράβολου που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21.02.2022 αίτηση του Α. Φ.. του Φ. για αναίρεση της 97/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., που δίκασε ως Εφετείο.
Διατάσσει να εισαχθεί το κατατεθέν παράβολο στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Μαρτίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Μαΐου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ