Supreme Court allows appeal against labor court for failure to address specific claim regarding unilateral contract modification.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against the First Instance Court of Athens' decision in a labor dispute. The appellant argued that the lower court failed to rule on a specific claim regarding unilateral modification of the employment contract and moral damages. The court found this omission constituted a procedural error under Article 559 of the Code of Civil Procedure, mandating the case be remanded for further examination.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(8) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; A court decision is subject to appeal if it fails to rule on a specific claim raised by the parties, constituting a procedural error that requires remittal for further examination.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 783 / 2023 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 783/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη και Mαρία Σιμιτσή - Βετούλα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 11 Oκτωβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Δ. του Σ., κατοίκου …. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευστάθιο Γραμμένο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος δεν κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία: "Χ. Α. Ε. Α. Δ." και το διακριτικό τίτλο "Χ. Α..Ε..", η οποία εδρεύει στις …, όπως νόμιμα εκπροσωπείται, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Αγαπηνό, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 26-3-2018 και από 26-8-2018 αγωγές του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 88/2020 του ίδιου Δικαστηρίου και 3.110/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 29-11-2021 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 29.11.2021 και με αριθμό κατάθεσης …29.11.2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 3110/1.7.2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών- εργατικών διαφορών επί της από 26.2.2020 και με αριθμό κατάθεσης …2020 έφεσης του ενάγοντος -εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της με αριθμό 88/2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία επίσης είχε εκδοθεί κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών -εργατικών διαφορών αντιμωλία των διαδίκων και με την οποία, αφού συνεκδικάσθηκαν, απορρίφθηκαν οι από 26.3.2018 και με αριθμό κατάθεσης …2018 και από 26.8.2018 και με αριθμό κατάθεσης …2018 αγωγές του ενάγοντος -εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος.
Με τις αγωγές αυτές, ο ενάγων -αναιρεσείων, επικαλούμενος τη μεταξύ αυτού και της εναγομένης - αναιρεσίβλητης συναφθείσα στις 19.9.2013 σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και εκθέτοντας τις συνθήκες απασχόλησής του ως οδηγού των αυτοκινήτων της μέχρι και τις 15.5.2018, οπότε η εναγομένη-αναιρεσίβλητη κατήγγειλε τη σύμβαση αυτή και του κατέβαλε την αποζημίωση απόλυσης, ζητούσε:
α) με την πρώτη, από 26.3.2018, αγωγή να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει για υπερεργασία και για κατ' εξαίρεση υπερωριακή του απασχόληση κατά τα έτη 2013, 2014, 2015, 2016 και μέχρι τις 30.4.2017, για τις πρόσθετες εργασίες του φορτοεκφορτωτή και του πωλητή που εκτελούσε μέσα στο ωράριο εργασίας του κατά την ίδια χρονική περίοδο, για την απασχόλησή του τις Κυριακές που παρέθετε και αφορούν το διάστημα από τις 19.9.2013 μέχρι τις 31.10.2014 και για τη μη χορήγηση της εβδομαδιαίας του αναπληρωματικής ανάπαυσης κατά το ίδιο ως άνω χρονικό διάστημα, τα ποσά που αναλυτικά παρέθετε, με το νόμιμο τόκο κατά τις διακρίσεις της αγωγής και β)με τη δεύτερη, από 26.8.2018, αγωγή του ζητούσε:1) να υποχρεωθεί η εναγομένη -αναιρεσίβλητη να του καταβάλει για την υπερεργασία που πραγματοποίησε το διάστημα από τις 1.5.2017 μέχρι τις 30.9.2017 και για τις πρόσθετες εργασίες του φορτοεκφορτωτή -πωλητή που παρείχε μέσα στο ωράριο εργασίας του κατά το χρονικό διάστημα από τις 1.5.2017 μέχρι τις 25.4.2018 τα παρατιθέμενα ποσά με το νόμιμο τόκο κατά τις διακρίσεις της αγωγής.
Επιπλέον ζητούσε να αναγνωρισθεί ότι η κατά τη χρονική περίοδο από τις 30.4.2018 μέχρι τις 15.5.2018 μη ανάθεση σε αυτόν καθηκόντων οδηγού αυτοκινήτου για τη διανομή προϊόντων της εναγομένης, άλλως η απασχόλησή του σε υποδεέστερες και διαφορετικές της σύμβασής του εργασίες συνιστούσαν μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων αυτής και 2) να υποχρεωθεί η εναγομένη -αναιρεσίβλητη να του καταβάλει το ποσό των 20.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, για τη χρηματική ικανοποίηση της ηθικής του βλάβης που προκλήθηκε από την ως άνω μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του.
Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη, με αριθμό 3110/2021, απόφασή του, απέρριψε κατ' ουσίαν την από 26.2.2020 έφεση του ενάγοντος -εκκαλούντος -αναιρεσείοντος, επικυρώνοντας, έτσι, την εκκαλουμένη με αριθμό 88/2020, απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που όπως αναφέρθηκε, είχε απορρίψει τις ως άνω αγωγές.
Η ένδικη αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί από τον ηττηθέντα αναιρεσείοντα νόμιμα και εμπρόθεσμα, δεδομένου ότι κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών στις 29.11.2021 και η προσβαλλόμενη απόφαση, της οποίας δεν προκύπτει η επίδοση με επιμέλεια οποιουδήποτε από τους διαδίκους, δημοσιεύθηκε την 1.7.2021 (άρθρα 552, 553, 556, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ).
Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
1.Κατά το άρθρο 281 ΑΚ "η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος". Σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη, η οποία αποσκοπεί στην πάταξη της κακοπιστίας και της ανηθικότητας στις συναλλαγές και γενικώς στην άσκηση κάθε δικαιώματος, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος καταχρηστική, πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, ως αντιτιθεμένη στο περί δικαίου αίσθημα και την ηθική τάξη και προκαλούσα έντονη εντύπωση αδικίας.
Απαιτείται δηλαδή για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Επίσης, οι πράξεις του υπόχρεου και η κατάσταση πραγμάτων που διαμορφώθηκε υπέρ αυτού πρέπει να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγουμένη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστης, οι συνέπειες που απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτή τη συμπεριφορά δεν συγχωρείται να προβάλλονται προς απόκρουση του δικαιώματος.
Στην περίπτωση αυτή η επιχειρούμενη από τον δικαιούχο ανατροπή της κατάστασης προκαλεί επιπτώσεις στα συμφέροντα του υπόχρεου, οι οποίες, για την κατάφαση της καταχρηστικότητας, αρκεί να είναι δυσμενείς (ΟΛΑΠ 6/2016, ΑΠ 1313/2018). Το ζήτημα δε αν οι συνέπειες, που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος, είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει ν` αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες, που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποίησης του δικαιώματός του [ΟλΑΠ 10/2012, ΟλΑΠ 7/2002, ΑΠ 2115/2022, ΑΠ 308/2020].
Ειδικότερα, επί αξιώσεων απολυθέντος εργαζόμενου για την καταβολή οφειλομένων αποδοχών, επιδομάτων κλπ, μόνο η έλλειψη διαμαρτυρίας αυτού για τη μη καταβολή τους κατά το χρόνο που παρείχε την εργασία του στον εναγόμενο εργοδότη, δεν δικαιολογεί τη δημιουργία εύλογης πεποίθησης στον τελευταίο ότι δεν προτίθεται να ασκήσει τις αξιώσεις αυτές, έστω και αν παρήλθε μεγάλο χρονικό διάστημα (ΑΠ 543/2019, ΑΠ 768/2016, ΑΠ 1103/2013).
Εξάλλου, δεν είναι νόμιμος ο ισχυρισμός περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος κατά το άρθρο 281 του ΑΚ, όταν ουσιαστικά τα επικαλούμενα περιστατικά δεν αναφέρονται στον τρόπο άσκησης του δικαιώματος, αλλά κωλύουν τη γέννηση ή καταλύουν το δικαίωμα, ώστε να πλήττουν αυτήν την ίδια την ύπαρξη του δικαιώματος, το οποίο φέρεται ότι ασκείται καταχρηστικά, αφού στην περίπτωση αυτή ο ισχυριζόμενος τα ανωτέρω αρνείται απλά ή αιτιολογημένα την ύπαρξη του δικαιώματος και κατά συνέπεια δεν μπορεί να γίνει λόγος για καταχρηστική άσκηση αυτού από τον αντίδικό του (ΑΠ 2115/2022, ΑΠ 1475/2022, ΑΠ 144/2019, ΑΠ 1884/2013).
Επισημαίνεται δε ότι σε κάθε περίπτωση, ακόμη και αν ο ενάγων-εργαζόμενος παρατήθηκε σιωπηρά από τα νόμιμα εργασιακά του δικαιώματα, η παραίτησή του δεν του στερεί το δικαίωμα να διεκδικήσει αυτά μεταγενέστερα με αγωγή, αφού η συμφωνία περί παραίτησης του μισθωτού από τις νόμιμες εν γένει μισθολογικές αξιώσεις του είναι άκυρη είτε γίνει πριν από την παροχή εργασίας, είτε μετά από αυτή (ΑΠ 543/2019, ΑΠ 875/2018, ΑΠ 843/2002). 2.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 1082/2018, ΑΠ 1420/2013).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996).
Αντιθέτως δεν θεωρούνται "πράγματα" κατά την προαναφερθείσα έννοια οι αιτιολογημένες αρνήσεις των πιο πάνω ισχυρισμών, ούτε οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, αφού οι τελευταίοι δεν είναι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 8/2013, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1082/2018, ΑΠ 76/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση, με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Μονομελές Εφετείο Αθηνών εσφαλμένα έλαβε υπόψη του τον παρατιθέμενο κατά λέξη στο αναιρετήριο ισχυρισμό της εναγομένης -εφεσίβλητης -αναιρεσίβλητης περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του ενάγοντος-εκκαλούντος- αναιρεσείοντος να ζητήσει όσα εκτίθενται στις ένδικες αγωγές του, καθότι τα διαλαμβανόμενα στον εν λόγω ισχυρισμό περιστατικά συνιστούν αιτιολογημένες αρνήσεις των αξιώσεών του και δεν στοιχειοθετούν την κατά το άρθρο 281 ΑΚ κατάχρηση, αφού δεν αναφέρονται στον τρόπο άσκησης του δικαιώματός του, αλλά αρνούνται την ύπαρξή του.
Επίσης, με το τρίτο, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι, κρίνοντας ότι καθένα από τα περιστατικά τα οποία εκτίθενται στον περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του ενάγοντος-αναιρεσείοντος ισχυρισμό της εναγομένης -αναιρεσίβλητης και τα οποία δέχθηκε ως αποδεδειγμένα, συνιστά καταχρηστική άσκηση του αγωγικού του δικαιώματος, παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, αιτιώμενος ότι τα περιστατικά αυτά δεν προσβάλλουν τον τρόπο άσκησης των αγωγικών του αξιώσεων, αλλά τις καταλύουν.
Από την κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης και της προσβαλλόμενης απόφασης, στην οποία προβαίνει ο Άρειος Πάγος για την έρευνα της βασιμότητας ή μη του πρώτου (κατά το πρώτο του σκέλος) λόγου αναίρεσης, προκύπτουν τα εξής: Με την από 26.3.2018 και με αριθμό κατάθεσης …2018 αγωγή του ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, επικαλούμενος τη μεταξύ αυτού και της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας καταρτισθείσα στις 19.9.2013 σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και τις μέχρι τις 30.4.2017 συνθήκες της εργασιακής του απασχόλησης ως οδηγού των αυτοκινήτων της, ζήτησε με βάση τη σύμβαση αυτή και κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, να υποχρεωθεί η εναγομένη -αναιρεσίβλητη να του καταβάλει:
α) για υπερεργασία και κατ' εξαίρεση υπερωριακή απασχόληση τα ακόλουθα ποσά: 1) για το έτος 2013 το ποσό των 851,98 ευρώ για υπερεργασία και το ποσό των 5.701,82 ευρώ για κατ' εξαίρεση υπερωριακή απασχόληση, 2) για το έτος 2014 το ποσό των 2.623,57 ευρώ για υπερεργασία και το ποσό των 16.974,41 ευρώ για κατ' εξαίρεση υπερωρία, 3) για το έτος 2015 το ποσό των 2.397,52 ευρώ για υπερεργασία και το ποσό των 11.811,24 ευρώ για κατ' εξαίρεση υπερωρία, 4) για το έτος 2016 το ποσό των 2.421,80 ευρώ για υπερεργασία και το ποσόν των 6.504,03 για κατ' εξαίρεση υπερωριακή απασχόληση και 5) για το έτος 2017 και μέχρι την 30.4.2017 το ποσό των 844,48 ευρώ για υπερεργασία και το ποσό των 1.402,83 ευρώ για κατ' εξαίρεση υπερωριακή απασχόληση, β) για αμοιβή και νόμιμη προσαύξηση αυτής των Κυριακών που παρέθετε ότι εργάσθηκε μέσα στο χρονικό διάστημα από τις 19.9.2013 μέχρι τις 31.10.2014 τα ποσά των 2.248,26 ευρώ και 931,74 ευρώ αντίστοιχα, γ) για τη μη χορήγηση εβδομαδιαίας ανάπαυσης κατά το ίδιο ως άνω χρονικό διάστημα το ποσό των 1.218,88 ευρώ, δ) για τις πρόσθετες εργασίες του φορτοεκφορτωτή και του πωλητή που παρείχε μέσα στο ωράριο εργασίας του : 1) για το έτος 2013 το ποσό των 942,05 ευρώ, 2) για το έτος 2014 το ποσό των 3.507,87 ευρώ, 3)για το έτος 2015 το ποσό των 3.121,35 ευρώ, 4) για το έτος 2016 το ποσό των 3.155,30 ευρώ και 5) από την 1.1.2017 μέχρι τις 30.4.2017 το ποσό των 1.100,95 ευρώ, όλα δε τα ανωτέρω ποσά ζήτησε με το νόμιμο τόκο κατά τις διακρίσεις της αγωγής του.
Επίσης, με την από 26.8.2018 και με αριθμό κατάθεσης …2018 (δεύτερη) αγωγή του ο ενάγων -αναιρεσείων, επικαλούμενος την ίδια σύμβαση εργασίας και τις συνθήκες απασχόλησής του κατά τη χρονική περίοδο από την 1.5.2017 μέχρι τις 25.4.2018, ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη - αναιρεσίβλητη να του καταβάλει με βάση τη σύμβαση εργασίας του, άλλως κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού το ποσό των 906,64 ευρώ για υπερεργασία και το ποσό των 1.412,64 ευρώ για κατ' εξαίρεση υπερωριακή απασχόληση που παρείχε κατά το χρονικό διάστημα από 1.5.2017 έως 30.9.2017 και τα ποσά των 1.403,36 ευρώ και 674,20 ευρώ για αμοιβή των ιδίων ως άνω πρόσθετων εργασιών που παρείχε μέσα στο ωράριό του, τις χρονικές περιόδους από 1.5.2017 μέχρι 31.12.2017 και από 1.1.2018 μέχρι 25.4.2018, με το νόμιμο τόκο κατά τις διακρίσεις της αγωγής.
Επιπλέον, με τη δεύτερη, από 26.8.2018, αγωγή του, ο ενάγων -αναιρεσείων ζήτησε: 1) να αναγνωρισθεί ότι η μη ανάθεση σε αυτόν από τις 30.4.2018 μέχρι και την καταγγελία της εργασιακής του σύμβασης στις 15.5.2018 καθηκόντων φορτηγού αυτοκινήτου για τη διανομή των προϊόντων της εναγομένης -αναιρεσίβλητης, άλλως η απασχόλησή του σε υποδεέστερες και διαφορετικές της σύμβασής του εργασίες συνιστούσαν μονομερή βλαπτική μεταβολή των εργασιακών του όρων, που του προκάλεσαν ηθική βλάβη και 2) να υποχρεωθεί η εναγομένη -αναιρεσίβλητη να του καταβάλει το ποσό των 20.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής για τη χρηματική του ικανοποίηση λόγω της ανωτέρω ηθικής βλάβης.
Η εναγομένη - αναιρεσίβλητη, με τις από 18.1.2019 προτάσεις, που κατέθεσε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αρνήθηκε τις ως άνω αγωγές και μεταξύ των άλλων ισχυρισμών της, προέβαλε κατά δικονομική επικουρικότητα τον ισχυρισμό της περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του ενάγοντος, τον οποίο ανέπτυξε κατά το πραγματικό του μέρος, ως εξής: "Στην υπό κρίση περίπτωση η εταιρεία μας δεν οφείλει κανένα απολύτως ποσό στον ενάγοντα.
Ουδέποτε ο ενάγων απασχολήθηκε στην εταιρεία μας υπερεργασιακά ή υπερωριακά, ουδέποτε του ανατέθηκε πρόσθετη εργασία εκτός της συμπεφωνημένης, βάσει της σχετικής ατομικής σύμβασης εργασίας. (α) Ωστόσο, σε κάθε περίπτωση, ο αντίδικος, κάθε μήνα όπου ελάμβανε την αμοιβή του, υπέγραφε ανεπιφύλακτα στη σχετική εξοφλητική απόδειξη, συνομολογώντας ότι ουδεμία άλλη απαίτηση έχει από την εταιρεία και ότι έχει εξοφληθεί πλήρως.
Το αυτό μάλιστα συνομολόγησε και κατά τη λήψη της αποζημίωσης απόλυσής του ο αντίδικος, όπως προκύπτει από την Απόδειξη Πληρωμής Αποδοχών Αποζημίωσης Απόλυσης Μαΐου 2018. Επιπροσθέτως: ο αντίδικος ελάμβανε και σχετικά ποσά από ελευθεριότητα της εταιρίας μας και άνευ σχετικής υποχρέωσής της προς τούτο, υπό τη μορφή διατακτικών.
Επομένως, ο αντίδικος, όχι μόνο λάμβανε το συνολικό ύψος των αποδοχών του, βάσει της εργασίας που πραγματοποίησε στην εταιρεία μας, αλλά επιπροσθέτως, καθ' όλη τη διάρκεια της εργασίας του, του καταβαλλόταν ο μισθός του στο σύνολό του, ενώ του καταβλήθηκαν διάφορα χρηματικά ποσά υπό τη μορφή διατακτικών από αποκλειστική ελευθεριότητα της εταιρείας μας και χωρίς καμία υποχρέωσή μας προς τούτο.
Επιπροσθέτως, καταβλήθηκε στον αντίδικο και η αποζημίωση απόλυσής του και ο τελευταίος συνομολόγησε τόσο κατά την υπογραφή της Απόδειξης Πληρωμής Αποδοχών Αποζημίωση Απόλυσης Μαΐου 2018, όσο και με την ανεπιφύλακτη υπογραφή στο έντυπο της καταγγελίας, όσο και κατά την υπογραφή μίας έκαστης Απόδειξης Πληρωμής Αποδοχών, ότι ουδεμία άλλη απαίτηση έχει από την εταιρεία.
Και παρόλα ταύτα, ενώ η εταιρεία μας κατέβαλλε στον αντίδικο το σύνολο των αποδοχών και επιπρόσθετα ποσά δια διατακτικών, αυτός διεκδικεί από την εταιρεία μας και διαφορές αποδοχών, οι οποίες ουδόλως οφείλονται από εμάς στον αντίδικο. (β) Σημειωτέον ότι ενώ ο αντίδικος στις 15-5-2018 απολύθηκε, άσκησε την υπό κρίση αγωγή του πριν την απόλυσή του και την έτερη αγωγή του [...] μετά την απόλυσή του (επικαλούμενος μάλιστα κοινή απόφασή μας).
Σημειωτέον ότι ενώ έχει ήδη προβάλει με την υπό κρίση αγωγή του αξιώσεις, επικαλείται δήθεν συναινετικό κλίμα λύσης της εργασιακής μας σύμβασης, προκειμένου ο ίδιος να εισπράξει την αποζημίωση, υπογράφει ανεπιφύλακτα ότι ουδεμία άλλη αξίωση διατηρεί κατά της εταιρίας και παρόλα αυτά μετά την αποχώρησή του ασκεί και την έτερη αγωγή του [...] η οποία αποτελεί ΜΝΗΜΕΙΟ ΚΑΤΑΧΡΗΣΤΙΚΟΤΗΤΑΣ, επιπλέον όμως καταδεικνύει και την αθέμιτη και κακόπιστη συμπεριφορά του αντιδίκου, καθώς:
Ο αντίδικος στις 26-3-2018 κοινοποιεί την υπό κρίση αγωγή στην εταιρία με την οποία επικαλείται ότι διατηρεί διάφορες αξιώσεις εναντίον της. Και ενώ έχουν φτάσει έτσι τα πράγματα και η εμπιστοσύνη έχει ήδη πολλαπλώς κλονιστεί κατά τους ισχυρισμούς του ο αντίδικος υπογράφει τον Απρίλιο του 2018[...]. (ήτοι ΜΕΤΑ ΚΑΙ ΑΠΟ AΥΤΗΝ ΑΚΟΜΗ ΤΗΝ ΑΣΚΗΣΗ ΤΗΣ ΑΓΩΓΗΣ ΤΟΥ) εξοφλητική απόδειξη με ΥΠΕΥΘΥΝΗ ΔΗΛΩΣΗ ΟΤΙ:
Δηλώνω ανεπιφύλακτα ότι κατά την ανωτέρω μισθολογική περίοδο 1) πραγματοποίησα τα ως άνω ημερομίσθια και τις αντίστοιχες ώρες που αναφέρονται στο παρόν εκκαθαριστικό σημείωμα- απόδειξη πληρωμής για κανονική εργασία, υπερωρία, νυχτερινή εργασία, Κυριακές ή εορτές και αργίες, 2) Με την παρούσα εκκαθάριση και απόδειξη πληρωμής δέχομαι ότι εξοφλούνται οι αποδοχές για την ως άνω μισθολογική περίοδο και ουδεμία άλλη αξίωση έχω ή διατηρώ απαίτηση εκ του λόγου αυτού κατά του εργοδότη μου, 3) Η παρούσα της οποίας παρέλαβα όμοιο αντίγραφο ανεγνώστη και εφόσον υπογράφεται από εμένα καθίσταται έγκυρος για οποιαδήποτε χρήση ακόμη και ενώπιον παντός πολιτικού, διοικητικού ή ποινικού Δικαστηρίου.
Δηλαδή σε χρόνο που έχουν δυναμιτιστεί πλήρως οι σχέσεις μας και ο αντίδικος έχει ήδη και νομική κάλυψη από τον δικηγόρο του νομικό πληρεξούσιο υπογράφει τα παραπάνω!!! χωρίς κανένα λόγο, χωρίς καμία εξάρτηση από εμάς και ο λόγος είναι προφανής: Ουδεμία αξίωση έχει κατά της εταιρίας μας!! Ήδη βεβαίως για τις ενέργειες αυτές στις οποίες ο αντίδικος από κοινού με άλλους εργαζόμενους, υπό την καθοδήγηση του Κ.
προέβη, η εταιρία μας έχει υποβάλλει μήνυση [...] η οποία εκκρεμεί [...], ενώ στην κακότεχνη προσπάθεια του αντιδίκου και των συν αυτώ εντάσσεται και η προσπάθεια να προβούν στην δέσμευση της κινητής και ακίνητης περιουσίας της εταιρίας μας ασκώντας την από 23-7-2018 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων [...], που μετά βεβαίως την απόρριψη του αιτήματος προσωρινής διαταγής οι αντίδικοι παραιτήθηκαν του δικογράφου [...] καταδεικνύοντας ότι επρόκειτο για μια αμιγώς εκβιαστική ενέργεια (γι' αυτό γίνεται αναφορά σε εγκληματική ομάδα και σε οργανωμένο σχέδιο εκβίασης της επιχείρησής μας).
Στην περίπτωση που το αίτημα της προσωρινής διαταγής γινόταν δεκτό και δεδομένου ότι αυτό περιλαμβάνει και τη δέσμευση του συνόλου των εταιρικών λογαριασμών, η εταιρίας μας θα βρισκόταν σε αδιέξοδο και θα εξαναγκαζόταν να πληρώσει τα διεκδικούμενα από τους πρώην εργαζομένους της κονδύλια, παρότι δεν τα οφείλει, προκειμένου να μην διακόψει την λειτουργία της, όπως μετά βεβαιότητος θα συνέβαινε αν δεσμεύονταν οι εταιρικοί λογαριασμοί καθώς δεν θα μπορούσαμε να πραγματοποιήσουμε κανενός είδους πληρωμή (μισθοδοσίες, δημόσιο, προμηθευτές, επιταγές, ασφαλιστικούς οργανισμούς ) κλπ καθώς το σύνολο των πληρωμών υλοποιείται (είναι και υποχρεωτικό κατά νόμον) μέσω των τραπεζικών λογαριασμών της εταιρίας μας. (γ) Με την ανωτέρω αγωγή του (και ιδιαίτερα με την από 26-8-2018 έτερη αγωγή του [...]) ο αντίδικος όχι μόνον μας αιφνιδίασε, αλλά αντίθετα η όλη στάση του έρχεται σε προφανή αντίθεση με τη συμπεριφορά που διατηρούσε απέναντι στην εταιρεία μας κατά το διάστημα από την πρόσληψή του, αλλά και αργότερα και ιδία κατά το χρόνο της απολύσεώς του που ρητά και ανεπιφύλακτα πιστοποίησε εγγράφως ότι ουδεμία αξίωση διατηρεί κατά της εταιρίας μας.
Συνεπώς, η συμπεριφορά του αντιδίκου μας είναι καταχρηστική, εφόσον αυτός αφενός συνομολογεί στις σχετικές εξοφλητικές αποδείξεις ότι ουδεμία άλλη απαίτηση έχει από την εταιρία, αφετέρου ασκεί την επίδικη αγωγή διεκδικώντας ποσά τα οποία έχει συνομολογήσει σε προγενέστερο χρόνο ότι δεν του οφείλονταν (και τα οποία πράγματι δεν του οφείλονται από την εταιρία μας).
Σημειωτέον δε ο αντίδικος παρέλειπε και αδρανούσε να ασκήσει την επίδικη αγωγή του κατά της εταιρείας μας ή να αναζητήσει καθ ' οιονδήποτε τρόπο τα ποσά που δήθεν του όφειλε η εταιρεία μας σε διάστημα ιδιαίτερα μεγάλο. Επειδή σύμφωνα με όλα τα ανωτέρω συνάγεται ότι η επίδικη αγωγή του αντιδίκου μας είναι ούτως ή άλλως καταχρηστικώς ασκηθείσα και απορριπτέα" (βλ.
σελ. 47-51 των από 18.1.2019 προτάσεων). Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με τη με αριθμό 88/2020 απόφασή του, αφού έκρινε ότι τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στον ως άνω ισχυρισμό της εναγομένης -αναιρεσίβλητης υπάγονται στην ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, μετά την εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τον ισχυρισμό αυτό και απέρριψε τις ένδικες αγωγές, ως προς τα κεφάλαιά τους, τα οποία δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμα.
Κατά της πρωτόδικης απόφασης ο ενάγων -εκκαλών -αναιρεσείων άσκησε την από 26.2.2020 έφεσή του και η εναγομένη -εφεσίβλητη -αναιρεσίβλητη, προς αντίκρουση της (και ιδίως του πρώτου λόγου αυτής), επανέφερε με τις από 18.5.2021 προτάσεις, που κατέθεσε στο Μονομελές Εφετείο Αθηνών (βλ. σελ. 62 και 67-68) τον, ως άνω, πρωτοδίκως προβληθέντα ισχυρισμό της.
Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, μετά από την εκτίμηση των με επίκληση προσκομισθέντων από τους διαδίκους αποδεικτικών μέσων, σε σχέση με τον παρατεθέντα ισχυρισμό της εναγομένης- εκκαλούσας - αναιρεσίβλητης αναφέρει κατά λέξη τα εξής (βλ. 13ο έως και 15ο φύλλο): "[...] Ο ενάγων, προς διεκδίκηση των ανωτέρω αξιώσεών του άσκησε αρχικά την από 26.3.2018 κρινόμενη αγωγή του, που κοινοποιήθηκε στην εναγομένη στις 26.3.2018 και ακολούθως, μετά την καταγγελία της συμβάσεώς του στις 15.5.2018 και τη λήψη από αυτόν της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης, άσκησε την έτερη από 26.8.2018 συνεκδικαζόμενη αγωγή του.
Ο ενάγων καθόλη τη διάρκεια της απασχόλησής του, μετά την άσκηση της πρώτης αγωγής, παρείχε προσηκόντως τις υπηρεσίες του και αμειβόταν με τις συμφωνημένες μηνιαίες αποδοχές του, στις οποίες όμως δεν περιλαμβάνονταν [...] αμοιβή για ώρες υπερεργασίας, ούτε και για την πρόσθετη απασχόλησή του. Ο ενάγων, υπέγραφε δε ανεπιφυλάκτως όλες τις αποδείξεις πληρωμής αποδοχών έως και τον μήνα Μάιο του έτους 2018, δηλαδή χωρίς καν να διατυπώσει επιφύλαξη σχετικά με τις αξιώσεις, που είχε ήδη ασκήσει, αλλά και τις μεταγενέστερες, τις οποίες διεκδίκησε με την δεύτερη αγωγή του.
Πρέπει δε να επισημανθεί ότι στην από 30-04-2018 απόδειξη πληρωμής αποδοχών μηνός Απριλίου 2018, ο ενάγων υπέγραψε την με την ανωτέρω ημερομηνία "Υπεύθυνη δήλωση εργαζομένου" με το εξής περιεχόμενο: "Δηλώνω ανεπιφύλακτα ότι κατά την ανωτέρω μισθολογική περίοδο: 1) πραγματοποίησα τα ως άνω ημερομίσθια και τις αντίστοιχες ώρες που αναφέρονται στο παρόν εκκαθαριστικό σημείωμα-απόδειξη πληρωμής για κανονική εργασία, υπερωρία, νυχτερινή εργασία, Κυριακές ή εορτές και αργίες, 2) Με την παρούσα εκκαθάριση και απόδειξη πληρωμής δέχομαι ότι εξοφλούνται οι αποδοχές για την ως άνω μισθολογική περίοδο και ουδεμία άλλη αξίωση έχω ή διατηρώ απαίτηση εκ του λόγου αυτού κατά του εργοδότη μου, 3) Η παρούσα της οποίας παρέλαβα όμοιο αντίγραφο ανεγνώστη και εφόσον υπογράφεται από εμένα καθίσταται έγκυρος για οποιαδήποτε χρήση ακόμη και ενώπιον παντός πολιτικού, διοικητικού ή ποινικού Δικαστηρίου.".
Εξάλλου, όπως ο ίδιος ο εκκαλών-ενάγων συνομολογεί, η λύση της συμβάσεως εργασίας του έγινε "συμφωνημένα", ήτοι [...] η καταγγελία εκ μέρους της εναγόμενης απέβλεπε στο να λάβει ο ενάγων τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσής του και να εγγραφεί στα μητρώα ανέργων. Αν και είχαν διαταραχθεί οι σχέσεις μεταξύ των διαδίκων μερών ήδη και κατά τον χρόνο άσκησης της πρώτης αγωγής, ο ενάγων δεν προσέφυγε στην Επιθεώρηση Εργασίας, αλλά παρείχε τις υπηρεσίες του, γνωστοποιώντας μόνο, με την από 25-04-2018 εξώδικη δήλωσή του, την πρόθεση του να μην παράσχει στο εξής πρόσθετη εργασία φορτοεκφορτωτή και στη συνέχεια απευθύνθηκε στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας.
Με κανέναν τρόπο, μέχρι και την άσκηση της δεύτερης αγωγής, ο ενάγων δεν είχε διαμαρτυρηθεί για την μη πληρωμή από την εναγόμενη των ένδικων αξιώσεών του. Αντιθέτως, αν και η ανεπιφύλακτη υπογραφή των αποδείξεων είσπραξης δεν συνιστά παραίτηση από το σχετικό δικαίωμα, το γεγονός ότι, ενώ είχε ασκήσει την πρώτη αγωγή του, εισέπραττε κανονικά τις μηνιαίες αποδοχές του, χωρίς διαμαρτυρία για πρόσθετη αμοιβή για εργασία πέραν του συμφωνημένου ωραρίου του, αποτελεί συμπεριφορά που κατάδηλα υπερβαίνει σύμφωνα με τον μέσο συνετό άνθρωπο τα χρηστά ήθη και την καλή πίστη, που θα πρέπει να διέπουν τις συναλλαγές.
Έτι, περαιτέρω, η συμπεριφορά του ενάγοντος ήταν καθόλο το χρονικό διάστημα αντιφατική και ξεπερνούσε τα όρια του κοινωνικού και οικονομικού σκοπού του δικαιώματος, διότι το Δικαστήριο κρίνει ότι ο εκκαλών-ενάγων δεν απέβλεπε στην διατήρηση της θέσης εργασίας του, αλλά στη νόμιμη (με τη λήψη της αποζημίωσης απόλυσης) λύση αυτής και ακολούθως μετήλθε κάθε μέσου για την αποκόμιση πρόσθετου οικονομικού κέρδους από την εναγόμενη ασκώντας τις ένδικες αξιώσεις.
Επιπρόσθετα, σύμφωνα με τους βάσιμους ισχυρισμούς της εφεσίβλητης-εναγόμενης εταιρείας, ενώ η πρώτη κρινόμενη αγωγή ασκήθηκε στις 26-03-2018 και η δεύτερη στις 06-09-2018 με το ίδιο περιεχόμενο, κατά της εναγόμενης εταιρείας, ήτοι μέσα σε χρονικό διάστημα έξι (6) μηνών, ο ενάγων εργαζόταν χωρίς αυτός να έχει προβάλει κάποια προφορική ή έγγραφη διαμαρτυρία ούτε κατά το χρονικό αυτό διάστημα ούτε και προγενέστερα (από το 2013 όπου εξικνούνται οι αξιώσεις του και μόνο μετά την άσκηση της πρώτης αγωγής και πριν την απόλυσή του προσέφυγε στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας) και υπέγραφε ανεπιφυλάκτως τις αναλυτικές αποδείξεις πληρωμών, χωρίς την αναγραφή υπερεργασιακής ή υπερωριακής του απασχόλησης ή απασχόλησης τις Κυριακές, δημιουργώντας ευλόγως την πεποίθηση στην εναγόμενη ότι (ο ενάγων) δεν είχε καμία αξίωση προς την εταιρεία για πρόσθετη αμοιβή άλλως ότι είχε εξοφληθεί γι' αυτές.
Επιπλέον, [...] έχουν ασκηθεί περί τις 10 και πλέον αγωγές με παρόμοιο περιεχόμενο (ήτοι με αίτημα την πληρωμή υπερεργασίας, κατ' εξαίρεση υπερωρίας, αμοιβής για πρόσθετη εργασία ή εργασία τις Κυριακές). Το προσωπικό δε που εμπίπτει στην ίδια περίπτωση ανέρχεται σε 10 άτομα περίπου, ήτοι σε περίπτωση ασκήσεως αγωγών με το ίδιο αίτημα από το προσωπικό αυτό, τα διεκδικούμενα ποσά σε βάρος της εναγόμενης ανέρχονται, κατ' εκτίμηση, συνολικά σε 30.000,00 ευρώ (και χωρίς να υπολογίζονται στο ανωτέρω ποσό οι οφειλόμενοι τόκοι υπερημερίας και τα δικαστικά έξοδα).
Τα πραγματικά αυτά περιστατικά δεν αντικρούστηκαν ειδικώς από τον ενάγοντα με την προσθήκη του, με την οποία απλώς επανέλαβε τους ένδικους ισχυρισμούς του. Περαιτέρω, αποδείχτηκε ότι η εφεσίβλητη-εναγόμενη τυγχάνει ανώνυμη εταιρεία, που δραστηριοποιείται στην εμπορία, αγορά, πώληση σιγαρέτων, πούρων, καπνικών όλων των κατηγοριών καθώς και ζαχαρωδών και συναφών προϊόντων.
Ανήκει στο οργανωμένο σύστημα διανομής, από το οποίο διανέμονται στην Ελλάδα τα brands (μάρκες) τσιγάρων της πολυεθνικής εταιρείας "J. T. I.", αποκλειστική αντιπρόσωπος-διανομέας της οποίας στην ελληνική αγορά είναι η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Ε. Α..Ε.. Α.". Ο νόμιμος εκπρόσωπος της εναγόμενης, κατά τον χρόνο (2013) εφαρμογής του νέου συστήματος διανομής υποχρεώθηκε να συστήσει ανώνυμη εταιρεία (την εναγόμενη) με υψηλή κεφαλαιακή επάρκεια.
Εξαιτίας του συστήματος διανομής και των συμβατικών δεσμεύσεων της εναγόμενης, για την άσκηση της δραστηριότητάς της έχει συγκεκριμένο πελατολόγιο στα σημεία λιανικής πώλησης (ψιλικά- περίπτερα), που βρίσκονται στη συγκεκριμένη περιοχή. Ωστόσο, λόγω της κατά την παρούσα χρονική συγκυρία οικονομικής κρίσεως, που λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο, ως δίδαγμα της κοινής πείρας (εφόσον πρόκειται για γενική αρχή, που συνάγεται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας και της συμμετοχής στις συναλλαγές και χρησιμοποιείται από το Δικαστήριο για την εξειδίκευση της αόριστης νομικής έννοιας της καταχρήσεως δικαιώματος, για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων και για την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν από τους διαδίκους, [...]), έχει πληγεί και ο χώρος της εμπορίας εν γένει και δη καπνοβιομηχανικών προϊόντων.
Τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, τα οποία στηρίζουν έκαστο αυτοτελώς την προταθείσα ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του ενάγοντος και τα οποία πρότεινε βάσιμα η εναγόμενη, ήτοι, η έλλειψη οποιοσδήποτε προφορικής ή έγγραφης διαμαρτυρίας εκ μέρους του ενάγοντος καθ' όλο το επίδικο χρονικό διάστημα, που δημιούργησαν έτσι ευλόγως στην εφεσίβλητη-εναγόμενη την πεποίθηση ότι αυτός (ενάγων) δεν πρόκειται να προβάλει τις ένδικες απαιτήσεις του καθώς και ότι δεν διατηρεί εν γένει σε βάρος της οποιεσδήποτε αξιώσεις από τις ένδικες αιτίες, αλλά και ότι αυτός είχε σαφώς αποδεχτεί τη μισθολογική του κατάσταση με βάση τις μηνιαίες αποδείξεις πληρωμών του που υπέγραφε ανεπιφυλάκτως ακόμη και μετά την άσκηση της πρώτης αγωγής χωρίς να προβάλλει οποιαδήποτε αντίρρηση ως προς τον υπολογισμό αυτών, η άσκηση άλλων αγωγών εκ μέρους του προσωπικού της εναγόμενης με όμοιο περιεχόμενο, οι οποίες αποδεδειγμένα θα προκαλέσουν δυσμενείς οικονομικές συνέπειες σε βάρος της εναγόμενης και στα πλαίσια της οικονομικής κρίσεως, που λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, εφόσον πρόκειται για ανώνυμη εταιρεία που δραστηριοποιείται στην αγορά των καπνοβιομηχανικών προϊόντων, συνιστούν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, το πραγματικό της ενδίκου ενστάσεως της ΑΚ 281 και ειδικότερα τις ιδιαίτερες εκείνες συνθήκες και περιστάσεις, που καθιστούν τη μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος του ενάγοντος αντικειμενικώς καταχρηστική, διότι πρόκειται για προφανή υπέρβαση των ορίων του δικαιώματος που επιβάλλονται από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη, τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό αυτού και προσδίδουν την εντύπωση της προφανούς αδικίας σε σχέση με το όφελος του ενάγοντος σε βάρος της εναγόμενης, εφόσον μάλιστα ο ενάγων δεν επικαλέστηκε με τις προτάσεις του και την προσθήκη του, ούτε ανταπέδειξε, τυχόν αντίστοιχες οικονομικές ή άλλες συνέπειες, που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του από την παρακώλυση της ικανοποίησης του δικαιώματός του Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφασή του, έκρινε τα ίδια, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και τις αποδείξεις εκτίμησε και πρέπει άπαντες οι λόγοι εφέσεως του εκκαλούντος ν' απορριφθούν, ως ουσιαστικά αβάσιμοι".
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, υπέπεσε στις από τους αριθμούς 1 και 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικές πλημμέλειες. Τούτο διότι ο ισχυρισμός της εναγομένης -αναιρεσίβλητης, όπως έχει διατυπωθεί στις από 18.1.2019 παρατεθείσες πρωτόδικες προτάσεις της και επαναλαμβάνεται στις από 18.5.2021 προτάσεις, που αυτή κατέθεσε στο Εφετείο, διαλαμβάνει περιστατικά, τα οποία δεν αναφέρονται στον τρόπο άσκησης του δια των ενδίκων αγωγών ασκουμένου δικαιώματος του ενάγοντος -αναιρεσείοντος, αλλά πλήττουν αυτήν την ίδια την ύπαρξη του δικαιώματός του αυτού, καθότι επιστηρίζουν τον επαναλαμβανόμενο ισχυρισμό της εναγομένης - αναιρεσίβλητης, ότι ουδέν οφείλει στον αντίδικό της και ότι ο τελευταίος μετέρχεται κάθε μέσο για την απόκτηση πρόσθετου οικονομικού οφέλους, το οποίο δεν δικαιούται.
Ειδικότερα, τα από την εναγομένη -αναιρεσείουσα επικληθέντα με τον εν λόγω ισχυρισμό πραγματικά περιστατικά ότι, δηλαδή, καθ' όλη τη διάρκεια της σύμβασης εργασίας του ο ενάγων - αναιρεσείων ουδέποτε απασχολήθηκε υπερεργασιακά ή υπερωριακά, ουδέποτε του ανατέθηκε πρόσθετη- μη συμφωνημένη εργασία, υπέγραψε ανεπιφύλακτα τις εξοφλητικές αποδείξεις της μισθοδοσίας του και την απόδειξη πληρωμής της αποζημίωσης απόλυσής του συνομολογώντας ότι ουδεμία άλλη απαίτηση έχει κατ' αυτής και ότι έχει εξοφληθεί πλήρως, ότι ελάμβανε και επιπλέον της συμφωνηθείσας αμοιβής ποσά από ελευθεριότητα της αναιρεσίβλητης και ότι μετά από μακροχρόνια αδράνεια άσκησε τις ένδικες αγωγές, επιδιώκοντας την είσπραξη ποσών που δεν του οφείλονται, και αληθή υποτιθέμενα, δεν θεμελιώνουν την κατά το άρθρο 281 ΑΚ καταχρηστική άσκηση δικαιώματος, όπως αυτή αναπτύχθηκε στη με αρίθμηση 1 νομική σκέψη της παρούσας καθότι, όπως ήδη εκτέθηκε, δεν πλήττουν τον τρόπο άσκησης υφιστάμενου δικαιώματος του ενάγοντος -αναιρεσείοντος, αλλά το καταλύουν.
Επομένως, ο ως άνω κατά λέξη εκτεθείς ισχυρισμός της εναγομένης -εφεσίβλητης -αναιρεσίβλητης δεν είναι νόμιμος ισχυρισμός περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος και δεν συνιστά "πράγμα" κατά την έννοια του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, όπως αυτή αναλύθηκε στη με αρίθμηση 2 νομική σκέψη. Κατά συνέπεια, το Εφετείο, κρίνοντας ότι καθένα αυτοτελώς από τα διαλαμβανόμενα στον εν λόγω ισχυρισμό περιστατικά στηρίζει την προταθείσα από την εναγομένη -εφεσίβλητη -αναιρεσίβλητη ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του ενάγοντος- εκκαλούντος -αναιρεσείοντος και ερευνώντας την ένσταση αυτή, υπέπεσε στις από τους αριθμούς 1 και 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικές πλημμέλειες, καθότι παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και έλαβε υπόψη του "πράγμα" που δεν προτάθηκε.
Κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο του σκέλος από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και κατά το τρίτο σκέλος αυτού από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου του ΚΠολΔ, με τα οποία υποστηρίζονται τα ίδια, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος, ενώ πλέον παρέλκει η έρευνα του ίδιου λόγου αναίρεσης κατά τα επικουρικά προβαλλόμενα δεύτερο και τέταρτο σκέλη του, με τα οποία προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από τους αριθμούς 14 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικές πλημμέλειες. 3.
Κατά το άρθρο 522 του ΚΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Η διάταξη αυτή ρυθμίζει ειδικώς, σε σχέση με την έφεση, την καθιερούμενη από το άρθρο 106 του ΚΠολΔ γενική αρχή της διάθεσης, σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο ενεργεί μόνον ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά.
Το αίτημα συνεπώς της έφεσης και οι λόγοι αυτής, που το στηρίζουν, οριοθετούν το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, για να αποφασίσει, αν πρέπει ή όχι να εξαφανίσει την εκκαλούμενη απόφαση, είναι υποχρεωμένο να περιοριστεί στην έρευνα μόνον των παραπόνων που διατυπώνονται με τους λόγους της έφεσης ή τους πρόσθετους λόγους και των ισχυρισμών που, ως υπεράσπιση κατά των λόγων αυτών, προβάλλει, σύμφωνα με το άρθρο 527 αριθμό 1 του ΚΠολΔ, ο εφεσίβλητος, καθώς και εκείνων των ζητημάτων, η έρευνα των οποίων προηγείται, ως αναγκαίο προαπαιτούμενο για να ληφθεί απόφαση σε σχέση με τα παράπονα που διατυπώνονται με τους λόγους έφεσης και τα οποία κατά νόμο εξετάζει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, όπως είναι το ορισμένο ή η νομική βασιμότητα της αγωγής ή της ένστασης, που αυτεπαγγέλτως τα εξετάζει το εφετείο στην περίπτωση που με την έφεση διατυπώνονται παράπονα μόνον για την κρίση ως προς την ουσιαστική βασιμότητα αυτών (ΑΠ 781/2017, 226/2016, ΑΠ 845/2011, ΑΠ 279/2010).
Εξάλλου κατά το άρθρο 520 παρ.1 του ιδίου Κώδικα, οι λόγοι έφεσης πρέπει να είναι σαφείς και ορισμένοι και να αναφέρονται σε συγκεκριμένες νομικές ή ουσιαστικές πλημμέλειες που αποδίδονται από τον εκκαλούντα στην προσβαλλομένη με την έφεση οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου. Σφάλματα ή παραλείψεις του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που δεν προσβάλλονται με λόγο έφεσης από τον εκκαλούντα, δεν μπορούν να ερευνηθούν αυτεπαγγέλτως από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, του οποίου η εξουσία οριοθετείται κατά τα ανωτέρω από τους λόγους έφεσης και το αίτημα που στηρίζεται σε αυτούς (ΑΠ 781/2017, ΑΠ 1529/2001).
Επομένως η παραδοχή από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ανύπαρκτου λόγου έφεσης ή η επανάκριση κεφαλαίου της απόφασης έξω από τα όρια της έφεσης και των προσθέτων λόγων συνιστούν πλημμέλειες που εμπίπτουν στον από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο, εκτός αν πρόκειται για ισχυρισμούς που κατά τα ανωτέρω όφειλε να ερευνήσει και αυτεπαγγέλτως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο (ΟλΑΠ 22/2005.
ΑΠ 781/2017). Στη προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι παραβίασε το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της ασκηθείσας έφεσης του αναιρεσείοντος, καθότι δεν περιορίστηκε στην έρευνα μόνον των παραπόνων που διατυπώνονται με τους λόγους της έφεσής του και των ισχυρισμών τους οποίους, ως υπεράσπιση κατά των λόγων αυτών, προέβαλε η αναιρεσίβλητη, αλλά προέβη σε επανάκριση των παρατιθέμενων κονδυλίων των ένδικων αγωγών του, τα οποία είχαν γίνει δεκτά πρωτοδίκως και είτε τα απέρριψε είτε τα περιόρισε χωρίς να έχει ασκηθεί αντίθετη έφεση από την αναιρεσίβλητη.
Από τη με αριθμό 88/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την από 26.2.2020 έφεση του ενάγοντος - εκκαλούντος -αναιρεσείοντος και την προσβαλλόμενη με αριθμό 3110/2021 απόφαση, του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών που επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ), για την έρευνα της βασιμότητας ή μη του δεύτερου αναιρετικού λόγου, προκύπτουν τα ακόλουθα:
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με τη με αριθμό 88/2020 απόφασή του, μετά την εκτίμηση των με επίκληση από τους διαδίκους προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε ότι:" ο ενάγων (δηλαδή ο αναιρεσείων) καθ' όλη τη διάρκεια της απασχόλησής του στην εναγομένη (δηλαδή στην αναιρεσίβλητη) εργαζόταν 54 ώρες εβδομαδιαίως, από τις οποίες οι 40 ώρες αποτελούν το συμβατικό του ωράριο, οι 8 επόμενες (από 41η μέχρι και την 48η) αποτελούν υπερεργασία και υπόλοιπες έξι υπερωρία.
Η υπερωρία αυτή είχε το χαρακτήρα της κατ' εξαίρεση υπερωρίας, διότι η εναγομένη δεν είχε τηρήσει τις προβλεπόμενες από το νόμο διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης. Για την ως άνω υπέρβαση του συμβατικού και νόμιμου ωραρίου του αποδεικνύεται ότι ο ενάγων δεν έλαβε αμοιβή. [...]. Ο ενάγων δεν εργαζόταν μόνο ως οδηγός φορτηγού αυτοκινήτου, αλλά πραγματοποιούσε παράλληλα με την κύρια εργασία του σταθερά και μόνιμα καθ' όλο το επίδικο χρονικό διάστημα καθημερινά και πρόσθετες εργασίες φορτοεκφόρτωσης -διανομής μικροδεμάτων και πώλησης των εμπορευμάτων της εναγομένης διάρκειας κατά μέσο όρο μιας ώρας ημερησίως για εκάστη εργασία, η παροχή των οποίων (εργασιών) δεν είχε ρητά συμφωνηθεί και ούτε συμπεριλαμβανόταν στα καθήκοντά του ως οδηγού φορτηγού αυτοκινήτου. [...].
Περαιτέρω ο ενάγων ως οδηγός -πωλητής δικαιούται την προβλεπόμενη από το δεύτερο εδάφιο του παραπάνω άρθρου [ενν. του άρθρου 5 της Δ.Α. 9/2005] πρόσθετη αμοιβή που καθορίστηκε, ελλείψει ειδικής συμφωνίας μεταξύ εργοδότη και εργαζόμενου, στο ελάχιστο ποσό των 65 ευρώ μηνιαίως". Με την από 26.2.2020 έφεσή του ο ενάγων -εκκαλών -αναιρεσείων επικαλέσθηκε ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο κακώς εφάρμοσε το νόμο και κακώς εκτίμησε τις αποδείξεις, μεταξύ άλλων και ως προς τα κεφάλαια της αγωγής του, που έγιναν εν μέρει δεκτά, δηλαδή αυτά που αφορούσαν τις αξιώσεις του για κατ' εξαίρεση υπερωριακή απασχόληση και πρόσθετη εργασία, ζητώντας να γίνουν δεκτά στο σύνολό τους.
Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, μετά την εκτίμηση των με επίκληση προσκομισθέντων από τους διαδίκους αποδεικτικών μέσων, προέβη στις ακόλουθες, κρίσιμες για την έρευνα του ως άνω δεύτερου λόγου αναίρεσης, παραδοχές (βλ. 12ο και 13ο φύλλα της προσβαλλόμενης απόφασης): "Υπό τα προεκτεθέντα, ο ενάγων, κατά τη χρονική διάρκεια της απασχόλησής του ως οδηγός στην εναγομένη (19.9.2013 έως 16.5.2017) εργαζόταν συνολικά (8 ώρες Χ 6 ημέρες) σαράντα οκτώ (48) ώρες σε εβδομαδιαία βάση, ήτοι μια (1) ώρα και είκοσι (20) λεπτά ημερησίως πλέον του νομίμου και συμβατικού του ωραρίου, η οποία συνιστά υπερεργασία, αφού σε εβδομαδιαία βάση πραγματοποιούσε συνολικά οκτώ (8) ώρες πλέον του νομίμου ωραρίου του (41η έως 48η ώρα της εβδομαδιαίας εργασίας του).
Για την ως άνω υπέρβαση του συμβατικού και νομίμου ωραρίου αποδεικνύεται ότι ο ενάγων δεν έλαβε αμοιβή, ενώ αντίθετα δεν πραγματοποιούσε υπερωριακή εργασία και συνεπώς δεν δικαιούται κανένα ποσό για αμοιβή υπερωριακής εργασίας. [....]. Περαιτέρω ο ενάγων ως οδηγός -πωλητής δικαιούται την προβλεπόμενη από το δεύτερο εδάφιο του παραπάνω άρθρου (ενν.
του άρθρου 5 της ΔΑ 9/2005) πρόσθετη αμοιβή που καθορίσθηκε, ελλείψει ειδικής συμφωνίας μεταξύ εργοδότη και εργαζόμενου, στο ελάχιστο ποσό των 65 ευρώ μηνιαίως". Από το εκτεθέν περιεχόμενο των ως άνω διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, επανέκρινε τις αξιώσεις του ενάγοντος -εκκαλούντος -αναιρεσείοντος, που αφορούσαν την κατ' εξαίρεση υπερωριακή απασχόλησή του και την πρόσθετη εργασία του, τις οποίες είχε ήδη δεχθεί το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, απέρριψε στο σύνολό της, ως ουσιαστικά αβάσιμη, την κατ' εξαίρεση υπερωριακή του απασχόληση και δέχθηκε ότι ο ενάγων -εκκαλών-αναιρεσείων δικαιούται αμοιβή (μόνο) για την πρόσθετη εργασία του ως πωλητή (και όχι και ως φορτοεκφορτωτή, όπως είχε δεκτό πρωτοδίκως), χωρίς να έχει ασκηθεί αντίθετη έφεση κατά της με αριθμό 88/2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών από την εναγομένη - εφεσίβλητη -αναιρεσίβλητη.
Συνεπώς, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, επανακρίνοντας τα ως άνω κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης, τα οποία βρίσκονται έξω από τα όρια της έφεσης του ενάγοντος -εκκαλούντος αναιρεσείοντος και για τα οποία δεν έχει ασκηθεί αντίθετη έφεση από την εναγομένη -εφεσίβλητη -αναιρεσίβλητη, υπέπεσε στην από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, της λήψης υπόψη πραγμάτων μη προταθέντων (ΑΠ 781/2017), όπως βάσιμα υποστηρίζεται με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, ο οποίος, ως εκ τούτου, πρέπει να γίνει δεκτός.
4. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 653 και 659 Α.Κ. προκύπτει ότι αν κατά τη διάρκεια της σύμβασης εργασίας συμφωνηθεί μεταξύ των συμβαλλομένων, είτε με την αρχική είτε με μεταγενέστερη συμφωνία, η παροχή από το μισθωτό εντός του νομίμου ωραρίου πρόσθετης εργασίας διαρκούς φύσεως, η οποία σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής δεν είναι συναφής με τη συμφωνηθείσα αρχικώς κύρια απασχόλησή του ούτε περιλαμβάνεται μεταξύ των καθηκόντων του μισθωτού που προβλέπονται από κανόνα δικαίου και κατά τις συνήθεις περιστάσεις παρέχεται μόνο με μισθό, χωρίς συγχρόνως να καθορισθεί και ο πρόσθετος αυτός μισθός ή ο τρόπος προσδιορισμού του και χωρίς να συμφωνηθεί ότι δεν θα καταβληθεί πρόσθετος μισθός, ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλει στο μισθωτό το συνηθισμένο για τέτοια εργασία μισθό, δηλαδή το μισθό που καταβάλλεται σε άλλους μισθωτούς που παρέχουν την ίδια εργασία κάτω από τις ίδιες συνθήκες (ΟλΑΠ 861 και 862/1984, ΑΠ 1466/2021, ΑΠ 1073/2018, ΑΠ 270/2017).
Τέτοια πρόσθετη και εντελώς διαφορετική εργασία συνιστά, επί οδηγών φορτηγών αυτοκινήτων, η ανάθεση σ' αυτούς της φορτοεκφόρτωσης των μεταφερομένων με το φορτηγό αυτοκίνητο εμπορευμάτων (ΑΠ 270/2017, ΑΠ 1062/2001). Η πρόσθετη αυτή αμοιβή διακρίνεται σαφώς των επιδομάτων που καταβάλλονται και αυτά πέραν του βασικού μισθού ως αντάλλαγμα της κύριας εργασίας, είτε σε σχέση με την υπηρεσιακή κατάσταση του μισθωτού (π.χ.
οικογενειακά επιδόματα, επίδομα σπουδών), είτε σε σχέση με τις συνθήκες εργασίας (π.χ. επίδομα τριετιών ή πολυετίας, επίδομα θέσης) είτε σε σχέση με τις συνθήκες εργασίας (π.χ. επίδομα ανθυγιεινής εργασίας, επίδομα επικίνδυνης εργασίας, επίδομα διαχειριστικών λαθών κλπ) (ΑΠ 1466/2021). Περαιτέρω, στο άρθρο 5 "Αμοιβή πρόσθετης εργασίας οδηγών-πωλητών" της κατά την παρ. 8 του άρθρου 16 του ν. 1876/1990 (ΦΕΚ Α 27) εξομοιούμενης με συλλογική σύμβαση εργασίας Δ.Α. 9/2005 "Για τη ρύθμιση των όρων αμοιβής και εργασίας των οδηγών των πάσης φύσεως φορτηγών κλπ, αυτοκινήτων, που απασχολούνται σε οποιονδήποτε εργοδότη όλης της χώρας", η οποία κηρύχθηκε υποχρεωτική από την 4.5.2005 με την ΥΑ 11869/1.6.2005 (ΦΕΚ Β 794/10.6.2005) ορίζεται ότι: "α) Οδηγοί -πωλητές κατά την έννοια της παρούσας θεωρούνται οι οδηγοί οι οποίοι, πέραν της οδήγησης ως κύριου αντικειμένου της εργασίας τους έχουν και τα ακόλουθα καθήκοντα: - παραλαβής από το εργοστάσιο ή την αποθήκη της επιχείρησης, στην οποία απασχολούνται, αυτοκινήτου αυτής με φορτίο αποτελούμενο από τυποποιημένα προϊόντα ή εμφιαλωμένα ποτά, - περιόδευσης με το αυτοκίνητο σε προκαθοριζόμενα από την επιχείρηση σημεία της πόλης ή της υπαίθρου, - πώλησης σε επιχειρήσεις του τομέα κάθε οδηγού -πωλητή ποσοτήτων τυποποιημένων προϊόντων ή εμφιαλωμένων ποτών και ταυτόχρονης παράδοσης αυτών στους αγοραστές - έκδοσης των οικείων τιμολογίων και είσπραξης του τιμήματος ή μέρους αυτού ή ποσού έναντι παλαιότερης οφειλής, με την έκδοση σχετικής απόδειξης ή με τη σχετική σημείωση στο τιμολόγιο, -παραλαβής επιστρεφόμενων από τους πελάτες κενών ειδών συσκευασίας με τη χορήγηση σχετικής απόδειξης, -τήρησης του λογαριασμού της ημέρας με τις πωληθείσες ποσότητες, τα εισπραχθέντα ποσά και τα επιστρεφόμενα κενά είδη συσκευασίας, -απόδοσης του λογαριασμού κατά τη λήξη της καθ' ημέρα εργασίας στον αρμόδιο της επιχείρησης.
Οι ανωτέρω οδηγοί θεωρούνται οδηγοί-πωλητές και στις περιπτώσεις κατά τις οποίες οι πωλήσεις πραγματοποιούνται από τις επιχειρήσεις με το σύστημα των προτιμολογημένων προπωλήσεων ή τηλεπωλήσεων, κατά την κρίση των επιχειρήσεων. β) Στους οδηγούς που υπάγονται στην παρούσα με την ειδικότητα του οδηγού -πωλητή, στους οποίους με εντολή του εργοδότη τους ανατίθενται, επιπλέον της οδήγησης και καθήκοντα πωλητού των προϊόντων που μεταφέρουν, καταβάλλεται κατά μήνα τέτοιας απασχόλησης πρόσθετη αμοιβή, πέραν των όσων ορίζονται στην παρούσα απόφαση.
Η εν λόγω αμοιβή: -καθορίζεται με ελεύθερη συμφωνία μεταξύ των μερών, με ελάχιστο ποσό 65,00 ευρώ μηνιαίως -δεν συμψηφίζεται με το διαχειριστικό επίδομα του όρου Β4 του άρθρου 5 της 20/2004 ΔΑ, όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 3 παρ. ε της παρούσας απόφασης". Η ως άνω πρόσθετη αμοιβή του οδηγού -πωλητή διατηρήθηκε στο ελάχιστο ποσό των 65 ευρώ μηνιαίως με το άρθρο 7 παρ.
α της επακολουθήσασας Δ.Α. 14/2006 "Για τη ρύθμιση των οδηγών των πάσης φύσεως φορτηγών κλπ αυτοκινήτων, που απασχολούνται σε οποιονδήποτε εργοδότη όλης της χώρας", η οποία κηρύχθηκε υποχρεωτική από 16.6.2006 με την ΥΑ 11981/12.7.2006 (ΦΕΚ Β 1079/8.8.2006). Ακολούθως, η πρόσθετη αμοιβή του οδηγού -πωλητή: α) με το άρθρο 3 της από 11.4.2007 Σ.Σ.Ε "Για τη ρύθμιση των όρων αμοιβής και εργασίας των οδηγών των πάσης φύσεως φορτηγών κλπ αυτοκινήτων, που απασχολούνται σε οποιονδήποτε εργοδότη όλης της χώρας", που κηρύχθηκε υποχρεωτική από την 9.5.2007 με την ΥΑ 11871/26.6.2007 (ΦΕΚ Β 1190/12.7.2007) διαμορφώθηκε στο ελάχιστο ποσό των 66,89 ευρώ μηνιαίως, β) με το άρθρο 3 περ. 1 της Δ.Α. 15/2008, που φέρει τον ίδιο τίτλο με τις προηγούμενες ΔΑ και ΣΣΕ και που κηρύχθηκε υποχρεωτική από την 19.6.2008 με την ΥΑ 51877/2442/11.7.2008 (ΦΕΚ Β 1448/23.7.2008) διαμορφώθηκε στο ελάχιστο ποσόν των 70,97 ευρώ μηνιαίως και γ) με το άρθρο 3 της με τον αυτό ως άνω τίτλο ΔΑ 11/2009, που κηρύχθηκε υποχρεωτική από την 27.5.2009 με την ΥΑ 22074/1783/3.7.2009 (ΦΕΚ 1431/17.7.2009) διαμορφώθηκε στο ελάχιστο ποσό των 75,66 ευρώ/μηνιαίως και στο ύψος αυτό διατηρήθηκε με το άρθρο 4 της Δ.Α. 37/2010 "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας των οδηγών των πάσης φύσεως φορτηγών κλπ αυτοκινήτων, που απασχολούνται σε οποιονδήποτε εργοδότη όλης της χώρας", που κηρύχθηκε υποχρεωτική από την 7.10.2010 με την ΥΑ 11327/673/15.6.2011 (ΦΕΚ Β 1449/17.6.2011).
Από τις ως άνω Δ.Α και Σ.Σ.Ε., που έχουν κηρυχθεί υποχρεωτικές, προκύπτει ότι η πρόσθετη αμοιβή των οδηγών -πωλητών, που για πρώτη φορά ορίσθηκε στο ελάχιστο ποσό των 65 ευρώ μηνιαίως με τη Δ.Α. 9/2005, τελικά διαμορφώθηκε στο ελάχιστο ποσό των 75,66 ευρώ μηνιαίως με τη Δ.Α. 11/2009 και στο ύψος αυτό (δηλαδή των 75,66 ευρώ μηνιαίως) διατηρήθηκε με το άρθρο 4 της Δ.Α. 37/2010.
Και ναι μεν με τις πιο κανονιστικές διατάξεις των διαιτητικών αποφάσεων και της συλλογικής σύμβασης εργασίας τα συμβαλλόμενα μέρη χαρακτηρίζουν την ανωτέρω παροχή ως "επίδομα πρόσθετης εργασίας οδηγών -πωλητών", πλην όμως ο χαρακτηρισμός αυτός δεν μεταβάλλει τη φύση της πιο πάνω μισθολογικής αμοιβής ως πρόσθετης αμοιβής για πρόσθετη εργασία, κατά τις ήδη εκτεθείσες διατάξεις των άρθρων 648, 649, 653 και 659 Α.Κ., ανεξαρτήτως του δοθέντος από τα μέρη χαρακτηρισμού της παροχής αυτής, στον ορθό νομικό χαρακτηρισμό της οποίας προβαίνει το δικαστήριο στο πλαίσιο της κατά τα άρθρα 26 παρ. 3 και 87 παρ. 2 του Συντάγματος δικαιοδοτικής του λειτουργίας.
Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 4 της υπ' αριθ.6/28.2.2012 Πράξης Υπουργικού Συμβουλίου (ΦΕΚ Α 38), [εφεξής Π.Υ.Σ.] που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 1 παρ. 6 του Ν. 4046/2012 "Έγκριση των Σχεδίων Συμβάσεων Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης μεταξύ του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΕΤΧΣ), της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Τράπεζας της Ελλάδος, του Σχεδίου του Μνημονίου Συνεννόησης μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Τράπεζας της Ελλάδος και άλλες επείγουσες διατάξεις για τη μείωση του δημοσίου χρέους και τη διάσωση της εθνικής οικονομίας" (ΦΕΚ Α 28) και στο πλαίσιο της χορηγηθείσας εξουσιοδότησης (ΟλΣτΕ 2307/2014, ΑΠ 1466/2021) ορίζεται ότι: "Oι κανονιστικοί όροι Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας που θα λήξει ή θα καταγγελθεί εξακολουθούν να ισχύουν επί ένα τρίμηνο από τη λήξη ή την καταγγελία τους.
Κανονιστικοί όροι Συλλογικής Σύμβασης που έχει ήδη λήξει ή καταγγελθεί ισχύουν για ένα τρίμηνο από την ισχύ του Ν. 4046/2012. Με την πάροδο του τριμήνου και εφόσον εν τω μεταξύ δεν έχει συναφθεί νέα Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, εξακολουθούν να ισχύουν από τους κανονιστικούς όρους εργασίας αποκλειστικώς εκείνοι οι όροι που αφορούν α) το βασικό μισθό ή το βασικό ημερομίσθιο και β) τα επιδόματα ωρίμανσης, τέκνων, σπουδών και επικινδύνου εργασίας, εφόσον τα επιδόματα αυτά προβλέπονταν στις Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας που έληξαν ή καταγγέλθηκαν, ενώ παύει αμέσως να ισχύει κάθε άλλο προβλεπόμενο σε αυτές επίδομα.
Η προσαρμογή των συμβάσεων στις διατάξεις του προηγουμένου εδαφίου γίνεται χωρίς να απαιτείται προηγούμενη σύμφωνη γνώμη των εργαζομένων. Οι όροι του τρίτου εδαφίου εξακολουθούν να ισχύουν μέχρις ότου αντικατασταθούν από εκείνους της νέας Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας ή της νέας ή τροποποιημένης ατομικής σύμβασης".
Με τη διάταξη της παρ. 6 του ιδίου άρθρου ορίσθηκε ότι οι διατάξεις του παρόντος άρθρου ισχύουν και για τις διαιτητικές αποφάσεις. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι με την έκδοση της ΠΥΣ 6/28.2.2012 (και σε αντίθεση προς τα μέχρι τότε ισχύοντα κατά τις καταργούμενες διατάξεις του άρθρου 9 του ν. 1876/1990), η λεγόμενη "μετενέργεια" των ΣΣΕ, ήτοι η παράταση της ισχύος κανονιστικών όρων μετά την κατά το νόμο (παρ. 2, 3 και 4 του άρθρου 2 της ως άνω ΠΥΣ) πάροδο της χρονικής διάρκειας ενός τριμήνου (υπό το καθεστώς του ν. 1876/1990 ενός εξαμήνου) από τη λήξη της χρονικής διάρκειας ή την καταγγελία της ΣΣΕ στην οποία περιέχονται, περιορίστηκε ως προς τη διάρκεια και το περιεχόμενο (ΑΠ 256/2023).
Κατά το στάδιο της μετενέργειας, ήτοι κατά τη χρονική περίοδο μετά τη πάροδο του προβλεπομένου ως άνω τριμήνου από τη λήξη ή τη καταγγελία συλλογικής σύμβασης εργασίας, οι κανονιστικοί όροι Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας ή εξομοιουμένων με αυτές Διαιτητικών Αποφάσεων που αφορούν το βασικό μισθό και τα ανωτέρω επιδόματα εξακολουθούν να ισχύουν ως προσωρινά πλέον ενσωματωμένοι ενοχικοί όροι των ήδη εν ισχύει ατομικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας (ΑΠ 1466/2021, ΑΠ 453/2010) μέχρι την τυχόν κατάρτιση νέας συλλογικής σύμβασης εργασίας ή τροποποιημένης ατομικής σύμβασης εργασίας, ενώ παύουν αμέσως να ισχύουν ρυθμίσεις που προβλέπουν τη καταβολή οποιουδήποτε άλλου επιδόματος.
Η ανωτέρω ρύθμιση, αποβλέπουσα στη μείωση του μισθολογικού κόστους με σκοπό την αύξηση της ανταγωνιστικότητας των επί μέρους κλάδων της ελληνικής οικονομίας, αφορά τις αποδοχές των μισθωτών στο πλαίσιο της κύριας απασχόλησης αυτών και κατά τη διάρκεια του νόμιμου ωραρίου εργασίας των και δεν αφορά τις προσαυξήσεις του μισθού που από τη φύση τους δεν αποτελούν αναγκαστικά μέρος των τακτικών αποδοχών του μισθωτού, αλλά η καταβολή τους συνδέεται με ειδικές περιστάσεις που δεν είναι αναγκαίο να συντρέχουν σε κάθε μισθολογική περίοδο, όπως είναι η αμοιβή της υπερωριακής απασχόλησης, η αμοιβή για παροχή νυκτερινής εργασίας ή εργασίας κατά τη διάρκεια Κυριακών ή αργιών, η αποζημίωση για εκτός έδρας πραγματοποιηθείσα απασχόληση και συνακόλουθα στην προκειμένη περίπτωση η αμοιβή για πρόσθετη (διαφορετική) εργασία (ΑΠ 1466/2021, ΑΠ 1002/2017).
Συνεπώς, η ελάχιστη αμοιβή της πρόσθετης εργασίας των οδηγών -πωλητών, όπως αυτή είχε ορισθεί με την κηρυχθείσα υποχρεωτική ΔΑ 11/2009 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 4 της επίσης κηρυχθείσας υποχρεωτικής ΔΑ 37/2010, δεν καταλαμβάνεται από τις προεκτεθείσες διατάξεις των παρ. 2, 3 και 4 του άρθρου 2 της ΠΥΣ 6/2012. Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης που επιτρεπτά ερευνάται πριν από τους τρίτο και τέταρτο αναιρετικούς λόγους, εφόσον ο Άρειος Πάγος δεν δεσμεύεται από τη σειρά των λόγων αναίρεσης που καθορίζουν οι διάδικοι (ΑΠ 1466/2021, ΑΠ 1446/2018, ΑΠ 462/2017) ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι κατ' εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 653 και 659 ΑΚ, του άρθρου 2 παρ. 2, 3 και 4 της ΠΥΣ 6/2012 και των Δ.Α. 9/2005 και Δ.Α. 14/2006, της από 11.4.2007 ΣΣΕ, της Δ.Α. 15/2008, της Δ.Α. 11/2009 και της Δ.Α. 37/2010, το Εφετείο έκρινε ότι αυτός, ως οδηγός -πωλητής δικαιούται πρόσθετη αμοιβή, η οποία, ελλείψει ειδικής συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων, ορίζεται με βάση το άρθρο 5 εδαφ. β' της Δ.Α. 9/2005 στο ελάχιστο ποσό των 65 ευρώ μηνιαίως, αιτιώμενος ότι αφενός το ως άνω ποσό έχει αυξηθεί με τις παρατιθέμενες στο λόγο αυτό μεταγενέστερες Δ.Α και Σ.Σ.Ε και αφετέρου η τελευταία χρονικά Δ.Α. 37/2010 καταργήθηκε με την ΠΥΣ 6/2012.
Από την κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε σχετικά με τον ως άνω λόγο αναίρεσης τα εξής: "[...] ο ενάγων δεν εργαζόταν μόνο ως οδηγός φορτηγού αυτοκινήτου, αλλά πραγματοποιούσε παράλληλα με την κύρια εργασία του σταθερά και μόνιμα καθ' όλο το επίδικο χρονικό διάστημα καθημερινά και πρόσθετες εργασίες φορτοεκφόρτωσης - διανομής μικροδεμάτων και πώλησης των εμπορευμάτων της εναγομένης διάρκειας κατά μέσο όρο μιας ώρας ημερησίως για εκάστη εργασία, η παροχή των οποίων (εργασιών) δεν είχε ρητά συμφωνηθεί και ούτε συμπεριλαμβανόταν στα καθήκοντά του ως οδηγού φορτηγού αυτοκινήτου. [...] Υπό τα δεδομένα αυτά η ύπαρξη των λοιπών πωλητών της εναγομένης δεν αναιρεί την ιδιότητα του ενάγοντος ως οδηγού -πωλητή της εναγομένης, την οποία είχε επειδή αυτός ασκούσε, πέραν της οδήγησης, και τα αναλυτικώς περιγραφόμενα παραπάνω καθήκοντα που προβλέπονται από τη διάταξη του άρθρου 5 εδαφ.
α της ΔΑ 9/2005. Περαιτέρω, ο ενάγων, ως οδηγός -πωλητής, δικαιούται την προβλεπόμενη από το δεύτερο εδάφιο του παραπάνω άρθρου [ενν. το άρθρο 5 εδαφ β της Δ.Α. 9/2005) πρόσθετη αμοιβή που καθορίσθηκε, ελλείψει ειδικής συμφωνίας μεταξύ εργοδότη και εργαζόμενου, στο ελάχιστο ποσό των 65 ευρώ μηνιαίως". Το Εφετείο, δεχόμενο ότι ο αναιρεσείων -οδηγός των αυτοκινήτων της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας-, παρέχοντας καθ' όλο το αναφερόμενο στις ένδικες αγωγές χρονικό διάστημα και την πρόσθετη εργασία του πωλητή των προϊόντων της, δικαιούται πρόσθετης αμοιβής, η οποία, ελλείψει ειδικής συμφωνίας των διαδίκων, ανέρχεται στο κατά το άρθρο 5 εδαφ.
β' της Δ.Α. 9/2005 ελάχιστο ποσό των 65 ευρώ μηνιαίως, εσφαλμένα εφάρμοσε την ως άνω Δ.Α. η οποία δεν ήταν εφαρμοστέα. Τούτο διότι, όπως αναφέρθηκε στη με αρίθμηση 4 προηγηθείσα νομική σκέψη, το εδαφ. β' του άρθρου 5 της Δ.Α. 9/2005 διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 7 παρ. α' της Δ.Α 14/2006, στη συνέχεια όμως αντικαταστάθηκε ως προς το ελάχιστο οριζόμενο ποσό της πρόσθετης αμοιβής:
α) αρχικά με το άρθρο 3 της κηρυχθείσας υποχρεωτικής από 11.4.2007 Σ.Σ.Ε, β) ακολούθως με το άρθρο 3 περ. 1 της κηρυχθείσας υποχρεωτικής Δ.Α. 15/2008 και γ) τελικώς με το άρθρο 3 της κηρυχθείσας υποχρεωτικής Δ.Α. 11/2009, που όρισε την πρόσθετη αμοιβή των -οδηγών πωλητών στο ελάχιστο ποσό των 75,66 ευρώ μηνιαίως, το τελευταίο δε άρθρο 3 της Δ.Α. 11/2009 διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 4 της κηρυχθείσας υποχρεωτικής Δ.Α. 37/2010.
Εξάλλου, η αμοιβή του οδηγού αυτοκινήτου για πρόσθετη (διαφορετική) εργασία δεν καταλαμβάνεται από τις ρυθμίσεις των παρ. 2, 3 και 4 του άρθρου 2 της ΠΥΣ 6/2012, όπως αβάσιμα υποστηρίζεται από τον αναιρεσείοντα, διότι, όπως αναπτύσσεται στη ίδια νομική σκέψη, οι ως άνω ρυθμίσεις της ΠΥΣ 6/2012 αφορούν τις αποδοχές των οδηγών στο πλαίσιο της κύριας απασχόλησής τους και δεν καταλαμβάνουν και την αμοιβή τους για πρόσθετη (διαφορετική) εργασία, διότι η τελευταία, από τη φύση της, δεν αποτελεί αναγκαστικά μέρος των τακτικών αποδοχών τους, καθώς η καταβολή της συνδέεται με ειδικές περιστάσεις, όταν, δηλαδή, οι οδηγοί αυτοκινήτων παρέχουν μέσα στο νόμιμο ή συμβατικό ωράριό του και πρόσθετη (διαφορετική) εργασία και οι ειδικές αυτές συνθήκες δεν είναι αναγκαίο να συντρέχουν σε κάθε μισθολογική περίοδο.
Ενόψει αυτών, ο ως άνω εκτεθείς πέμπτος, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης είναι κατά ένα μέρος βάσιμος.
Περαιτέρω, με τον έβδομο (και τελευταίο) από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης (και όχι και από τον αριθμό 14 του άρθρου αυτού του ίδιου Κώδικα, όπως λανθασμένα αναγράφεται στο αναιρετήριο), ο αναιρεσείων προβάλλει την πλημμέλεια ότι η προσβαλλομένη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου δεν έλαβε υπόψη της τον ειδικό λόγο της έφεσής του, με τον οποίο παραπονείτο κατά της εκκαλουμένης πρωτόδικης απόφασης για την παράλειψή της να αποφανθεί επί των αιτημάτων της από 26.8.2018 (με αριθμό κατάθεσης …2018) αγωγής του, που αφορούσαν:
α) την αναγνώριση ότι η μετά την 30.4.2018 μη ανάθεση σε αυτόν καθηκόντων οδηγού φορτηγού αυτοκινήτου για τη διανομή των προϊόντων της εναγομένης -αναιρεσίβλητης και συνάμα η τοποθέτησή του σε θέση αργόμισθου, άλλως η απασχόλησή του με υποδεέστερες και διαφορετικές της σύμβασής του εργασίες, όπως αυτές περιγράφονται στο ιστορικό της ως άνω αγωγής του, συνιστούσαν μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασιακής του σύμβασης και αποτελούσαν ενέργειες παράνομες και καταχρηστικές και β) την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης της ηθικής του βλάβης, την οποία υπέστη από την ως άνω μονομερή βλαπτική μεταβολή.
Σχετικά με τη βασιμότητα ή μη του ως άνω αναιρετικού λόγου, από τα ήδη επισκοπηθέντα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτουν τα εξής: Στο σημείο (3) της από 26.8.2018 αγωγής του ο ενάγων -αναιρεσείων εξέθετε ότι από τις 30.4.2018 (και μέχρι την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του στις 15.5.2018) η εναγομένη -αναιρεσίβλητη είχε προχωρήσει στην μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας του, την οποία με λεπτομέρεια περιέγραφε και ότι εξαιτίας αυτής υπέστη ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας ζητούσε χρηματική ικανοποίηση ύψους 20.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής του.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με τη με αριθμό 88/2020 απόφασή του, δεν διέλαβε αιτιολογίες και κρίση επί της συγκεκριμένης αγωγικής βάσης. Για το σφάλμα αυτό του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ο ενάγων -εκκαλών -αναιρεσείων παραπονέθηκε με το με αρίθμηση VI λόγο της από 26.2.2020 έφεσής του (βλ. σελ. 62 και 68 αυτής).
Εν τούτοις, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη, με αριθμό 3110/2021, απόφασή του δεν αποφάνθηκε επί του ως άνω σχετικού λόγου έφεσης και, συνακόλουθα, δεν ερεύνησε την προεκτεθείσα βάση που σωρευόταν στην από 26.8.2018 αγωγή. Κατά συνέπεια, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών έχει υποπέσει στην από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, όπως βάσιμα υποστηρίζεται με τον ως άνω έβδομο (και τελευταίο) λόγο της ένδικης αίτησης αναίρεσης, ο οποίος, ως εκ τούτου, πρέπει να γίνει δεκτός.
Κατ' ακολουθίαν των προεκτεθέντων πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη, με αριθμό 3110/2021, απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ενώ παρέλκει η έρευνα των τρίτου από τον αριθμό 1 εδαφ. β', τέταρτου από τον αριθμό 13 και έκτου από τον αριθμό 11 εδαφ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγων της ένδικης αίτησης αναίρεσης, συνεπεία της πλήρους αναιρετικής εμβέλειας των ως άνω πρώτου (κατά τα πρώτο και τρίτο σκέλη αυτού), δεύτερου, πέμπτου (κατά ένα μέρος) και έβδομου λόγων αναίρεσης, που έγιναν δεκτοί. Περαιτέρω, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή κατά την παράγραφο 3 του αρθρ. 580 ΚΠολΔ. Η αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία, που νικήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, που παρέστη, αλλά δεν κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του που διαλαμβάνεται στην ένδικη από 29.11.2021 αίτηση αναίρεσης (άρθρα 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί τη με αριθμό 3110/1.7.2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο Δικαστή για περαιτέρω εκδίκασή της.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Απριλίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Μαΐου 2023.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ