Legislator Case Law & Legislation
783/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeal as inadmissible because appeal court did not rely solely on distorted documents.

Case Number 783/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Third Athens Court of Appeal's decision, ruling the appeal inadmissible. The appellants argued the lower court distorted evidence regarding property ownership, but the court found the appeal court properly evaluated witness testimonies and other documents alongside the disputed papers. Since the lower court did not base its decision exclusively on the alleged distorted documents, the specific ground for appeal failed.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1)(a) and 559(20) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the lower court did not base its decision exclusively or primarily on distorted documents, as such distortion is an assessment of evidence beyond the Supreme Court's control.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure appeal admissibility distorted documents evidence assessment Supreme Court review property ownership legal costs

Cited Legislation

AI generated
Article 495(1) of the Code of Civil Procedure
Article 564(3) of the Code of Civil Procedure
Article 552 of the Code of Civil Procedure
Article 553(1)(b) of the Code of Civil Procedure
Article 556 of the Code of Civil Procedure
Article 558 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 559(1)(a) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 559(20) of the Code of Civil Procedure
Article 559(10) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OLAP 7/2006
OLAP 4/2005

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 783 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 783/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Αναστασία Περιστεράκη, Λάμπρο Καρέλο, Ζαμπέτα Στράτα -Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 8η Ιανουαρίου 2020 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1.Α. Η. του Ε., 2Ε. Η. του Ε., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Δημήτριο Παρασκευόπουλο-Κόλλια Της αναιρεσίβλητης : Α. συζ. Ι. Π., το γένος Δ. Μ., κατοίκου ... που παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου Αικατερίνης Γιαμπουράκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-5-2011 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4594/2013 μη οριστική, 1139/2018 οριστική ίδιου Δικαστηρίου, 1972/2019 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 26-6-2019 αίτησή τους . Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, η πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου να απορριφθεί, καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.Η κρινόμενη από 26/6/2019 (με αριθμό κατάθεσης 580/2019) αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμό 1972/2019 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, έχει ασκηθεί νομότυπα με την κατάθεση του δικογράφου αυτής στη γραμματεία του ως άνω δικαστηρίου (άρθρο 495 παράγραφος 1 ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της διετούς προθεσμίας από τη δημοσίευση της (άρθρο 564 παράγραφος 3 ΚΠολΔ), εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής. Ωσαύτως, έχει κατατεθεί από τις αναιρεσείουσες το παράβολο ποσού τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ, που προβλέπεται από την παράγραφο 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 35 παράγραφος 2 του νόμου 4446/2016.

Συνεπώς, ενόψει και των διατάξεων των άρθρων 552, 553 παράγραφος 1 β, 556, 558 και 577 του ΚΠολΔ, είναι παραδεκτή και πρέπει να εξεταστεί το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της.

2.Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 εδάφιο α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006 και 4/2005).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως εάν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την εν λόγω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1045 και 1051 ΑΚ συνάγεται ότι για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται η άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα του νομέα, εάν συντρέχει λόγος, να συνυπολογίσει τον δικό του χρόνο χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του.

Άσκηση νομής αποτελούν, όταν πρόκειται για ακίνητα, οι υλικές και εμφανείς πάνω σε αυτά πράξεις, που προσιδιάζουν στην φύση και τον προορισμό τους, με τις οποίες φανερώνεται η βούληση του νομέα να είναι το πράγμα δικό του. Τέλος, κατά το άρθρο 1041 του ιδίου, ως άνω, κώδικα, για την κτήση κυριότητας ακινήτων με τακτική χρησικτησία απαιτείται νόμιμος τίτλος, ο οποίος να έχει υποβληθεί σε μεταγραφή, καλή πίστη και νομή για χρονικό διάστημα τουλάχιστον 10 ετών.

Εν προκειμένω, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν ανελέγκτως δεκτά τα παρακάτω κρίσιμα περιστατικά: "Με το συμβόλαιο με αριθμό .../6/1/1938, του συμβολαιογράφου Αθηνών Γ. Μ., που μεταγράφηκε νόμιμα, ο Ι. Μ. του Α. απέκτησε κατά κυριότητα λόγω αγοράς από τον Π. Π. του Ι., ένα ελαιοτεμάχιο μετά δεκαπέντε (15) ελαιόδεντρων, εκτάσεως περίπου οκτώ (8) στρεμμάτων, ευρισκόμενο στη θέση "..." της περιφέρειας της κοινότητας Ελευσίνας.

Στον πωλητή το ακίνητο αυτό περιήλθε εκ κληρονομιάς του αποβιώσαντος το έτος 1882 πατέρα του Ι. Π. του Ε. Στη συνέχεια ο Ι. Μ. συνέστησε υπέρ της κόρης του Ε. το γένος Ι. Μ., προίκα δυνάμει του ...19/4/1955 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Ελευσίνας Κ. Ν., που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβιβάζοντας κατά ψιλή κυριότητα στην ίδια και κατά διοίκηση και επικαρπία στον σύζυγο της Μ.

Λ., το βόρειο τμήμα του ανώτερου αγρού, εκτάσεως τεσσάρων περίπου στρεμμάτων με τα εντός αυτού οκτώ (8) ελαιόδεντρα οριζομένου του τμήματος αυτού ανατολικά με κληρονόμους Γ. Νέζη, δυτικά με Ι. Ν., βόρεια με κληρονόμους Ε. Μ. και νότια με αγροτική οδό και πέραν αυτής με την υπόλοιπη έκταση του ενιαίου αγρού.

Με την με αριθμό 7893/1972 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο προικολήπτης Μ. Λ. έλαβε άδεια εκποίησης του εν λόγω προικώου αγρού και με το .../21/9/1974 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ελευσίνας Ε. Κ. Τ., που μεταγράφηκε νόμιμα, η Ε. σύζυγος Μ. Λ. το γένος Ι. Μ. και ο Μ. Λ. μεταβίβασαν λόγω πώλησης την κυριότητα του αγροτεμαχίου στην Ε.

χήρα Δ. Μ., το γένος Γ.. Η τελευταία αποβίωσε στις 15/7/2007 χωρίς να αφήσει διαθήκη και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τα τέκνα της Γ. Μ. του Δ. και την ενάγουσα. Με την .../3/6/2009 πράξη της συμβολαιογράφου Ελευσίνας Σ. Δ., που μεταγράφηκε νόμιμα, οι ανωτέρω αποδέχθηκαν την επαχθείσα κληρονομιά στην οποία περιλαμβανόταν και το ανωτέρω αγροτεμάχιο, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος και ακολούθως με το .../30/7/2009 συμβόλαιο της ίδιας συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα ο εξ αυτών Γ.

Μ. μεταβίβασε λόγω πώλησης στην κυριότητα του μεριδίου του επί του εν λόγω αγρού στην ενάγουσα αδελφή του. Έτσι η ενάγουσα απέκτησε κατά πλήρη κυριότητα ένα αγροτεμάχιο που βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του δήμου ... εκτάσεως 2.950,09 τετραγωνικών μέτρων. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι, κατόπιν αιτήσεως των εναγομένων και ήδη εκκαλουσών, εκδόθηκε από τη Διεύθυνση Πολεοδομίας της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Δυτικής Αττικής η από 24/11/2010 έγκριση εργασιών μικρής κλίμακας, με την οποία επιτράπηκε σε αυτές να περιφράξουν ένα αγροτεμάχιο συνολικής εκτάσεως 45 458,83 τετραγωνικών μέτρων, ευρισκόμενο στη θέση "..." του Δήμου ..., στο οποίο περιλαμβάνεται και το πιο πάνω επίδικο αγροτεμάχιο, ως ανήκον στην κυριότητά τους, ενέργεια που θέτει σε αμφισβήτηση εκ μέρους τους την κυριότητα της ενάγουσας επ αυτού.

Πράγματι, με την .../16/12/2008 πράξη του συμβολαιογράφου Αθηνών Δ. Κ. που μεταγράφηκε νόμιμα, οι εναγόμενες αποδέχθηκαν κατά ποσοστό ενός τετάρτου (1/4) εξ αδιαιρέτου εκάστη, την κληρονομιά της γιαγιάς τους Α. χήρας Κ. Η., το γένος Ε. και Μ. Λ., που απεβίωσε την 27/1/1986 χωρίς να αφήσει διαθήκη και στην οποία κατά δήλωσή τους περιλαμβανόταν το πιο πάνω αγροτικό ακίνητο, όπως απεικονίζεται με τα στοιχεία ...

στο από 12/2/2008 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου - τοπογράφου Γ. Π. που προσαρτάται στην πράξη αποδοχής και που σύμφωνα με την επ αυτού δήλωση του συντάχθηκε καθ' υπόδειξη των ορίων από τις ιδιοκτήτριες και χωρίς έλεγχο τίτλων, περιήλθε δε κατά δήλωσή τους (17 σελ. της .../2008 πράξης) στην αποβιώσασα μετά από άτυπη δωρεά από τον πατέρα της Ε.

Λ. που έλαβε χώρα το έτος 1928 και την άσκηση επ αυτού όλων των διαδοχικών πράξεων νομής και κατοχής με καλή πίστη και χωρίς να ενοχληθεί από κανέναν έως τον θάνατό της, ήτοι με έκτακτη χρησικτησία. Ειδικότερα, οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της ανωτέρω θανούσης ήταν αρχικά η κόρη της Ε. Η. κατά ποσοστό ενός δεύτερου (1/2) εξ αδιαιρέτου και ο γιος της, (3ος εναγόμενος που απεβίωσε μετά την έκδοση της εκκαλουμένης) Ε.

Η., κατά το ίδιο ποσοστό, ο οποίος αποποιήθηκε την επαχθείσα σε αυτόν κληρονομιά επ'ωφελεία των τέκνων του Α. και Ε. Η. (εναγόμενες -εκκαλούσες), ενώ η προαναφερόμενη Ε. Η. η οποία απεβίωσε στις 30/5/1991 κληρονομήθηκε κατά το εν λόγω ποσοστό επί του ανωτέρω ακινήτου από τις εναγόμενες δυνάμει της από 20/2/1990 ιδιόγραφης διαθήκης της που δημοσιεύθηκε νόμιμα, αποδέχθηκαν δε την επαχθείσα κληρονομιά με την ...30/1/2013 πράξη του συμβολαιογράφου Αθηνών Μ.

Μ., που μεταγράφηκε νόμιμα. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο Ε. Λ. του Ι. αποβίωσε στις 19/7/1929 χωρίς να αφήσει διαθήκη και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη σύζυγό του και τα έξι τέκνα του μεταξύ των οποίων και η κόρη του Α. χήρα Κ. Η., δηλαδή η γιαγιά των εναγομένων, οι οποίοι με την .../7/5/1970 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Αθηνών Κ.

Κ. που μεταγράφηκε νόμιμα αποδέχθηκαν την κληρονομιά του, αποτελούμενη από δώδεκα ακίνητα μεταξύ των οποίων και ελαιόκτημα στη θέση "... εκτάσεως 45 στρεμμάτων μετά 350 ελαιόδεντρων. Ωστόσο κρίσιμο εν προκειμένω είναι το γεγονός ότι από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε η άτυπη μεταβίβαση του αγροκτήματος των 45.458,83 τετραγωνικών μέτρων από τον Ε.

Λ. στην κόρη του Αθηνά το έτος 1928, ήτοι ένα έτος πριν το θάνατο του και μάλιστα όπως προκύπτει από την .../2008 πράξη του συμβολαιογράφου Αθηνών Δ. Κ. φέρεται να της δώρισε άτυπα το ίδιο έτος οκτώ αγροκτήματα στην ίδια περιοχή μολονότι είχε έξι τέκνα και δεν προκύπτουν αντίστοιχες δωρεές σε αυτά, πόσο μάλλον που κατά τον ισχύοντα τότε θεσμό της προίκας και ενόψει του επικείμενου γάμου της με το .../7/1929 προικοσύμφωνο του συμβολαιογράφου Ελευσίνας Δ.

Π. που συντάχθηκε εντός του επόμενου έτους της έδωσε προίκα 200.000 δραχμές με ταυτόχρονη δήλωση της ότι ουδέν έλαβε ως δωρεά σε προηγούμενο χρόνο. Εξάλλου δεν αποδείχθηκε ότι η Α. χήρα Κ. Η. από το έτος 1928 μέχρι το θάνατό της το 1986 άσκησε οποτεδήποτε πράξεις νομής με διάνοια κυρίου στο αγροτεμάχιο αυτό συνεχώς και αδιαταράκτως για χρονικό διάστημα που υπερβαίνει την εικοσαετία έτσι ώστε να αποκτήσει την κυριότητα του με έκτακτη χρησικτησία, καθόσον δεν προσκομίστηκε καμία περί αυτού επαρκής και πειστική απόδειξη εκ μέρους των εναγομένων.

Οι πράξεις νομής που επικαλούνται οι εναγόμενες, όπως συλλογή ελαιοκάρπου, μίσθωση για βοσκή, χρονικά τοποθετούνται μετά το θάνατο της γιαγιάς τους ενώ ο ισχυρισμός τους ότι η τελευταία καλλιεργούσε στο αγρόκτημα αυτό δημητριακά και ψυχανθή, συνέλεγε τον καρπό τους και το παραχωρούσε για βοσκή προβάτων πλέον του ότι δεν αποδείχθηκε από κανένα από τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν, αντιβαίνει στην κοινή πείρα και λογική αφού πρόκειται για έναν άγρο με έδαφος κυρίως πετρώδες πρόσφορο μόνο για ελαιόδεντρα.

Ο μάρτυρας τους καταθέτοντας στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου αναφέρει ότι ο ίδιος το μίσθωσε για βοσκή από το 2002 ενώ γνωρίζει ότι πριν από αυτόν το χρησιμοποιούσε για τον ίδιο λόγο άλλος κτηνοτρόφος της περιοχής, γεγονός βέβαια που δεν ασκεί εν προκειμένω επιρροή αφού αναφέρεται σε μεταγενέστερο του κρίσιμου χρονικό διάστημα και πάντως ένεκα της απουσίας περίφραξης η βόσκηση ποιμνίων παρίστατο ευχερής.

Στο ίδιο ζήτημα της βόσκησης του ποιμνίου τους στο εν λόγω κτήμα αναφέρονται και μάλιστα με αόριστες αναφορές οι μάρτυρες Γ. Μ. και Α. Ρ. στις .../2013 ένορκες βεβαιώσεις τους ενώπιον του Ειρηνοδίκη Ελευσίνας. Τέλος όλοι οι μάρτυρες των εναγομένων κάνουν λόγο για την εγχάραξη επί των ελαιόδεντρων του αρχικού γράμματος του επωνύμου του ιδιοκτήτη κατά την συνήθεια στην περιοχή και εν προκειμένω του κεφαλαίου γράμματος Λ που παραπέμπει στον Ε.

Λ.. Όμως ακόμη και στην περίπτωση που υφίστατο τέτοια εγχάραξη με βάση τους κανόνες της λογικής και της κοινής πείρας με την ανάπτυξη του ελαιόδεντρου σε συνδυασμό με την παρέλευση χρονικού διαστήματος πλέον των 80 ετών δεν είναι δυνατόν να διατηρείται το σημείο αυτό παρά όπως καταθέτει ο μάρτυρας της ενάγουσας ένα μόνο βαθούλωμα στον κορμό, με συνέπεια να μην μπορεί να αξιολογηθεί για την συναγωγή διαφορετικών συμπερασμάτων.

Σύμφωνα με τα παραπάνω αφού η Α. χήρα Κ. Η., κατά το χρόνο του θανάτου της (27/1/1986) δεν ήταν κυρία του ενιαίου αγροκτήματος στο οποίο κατά τους ισχυρισμούς των εναγομένων περιλαμβάνεται και το επίδικο, μετά το θάνατο της η κυριότητα αυτού δεν περιήλθε με κληρονομική διαδοχή εξ αδιαθέτου στους κληρονόμους της, δηλαδή την κόρη της Ε.

Η. κατά ποσοστό ένα δεύτερο (1/2) εξ αδιαιρέτου και στις εναγομένες εγγονές της (μετά την αποποίηση του πατέρα τους και εναγομένου Ε. Η.), στην καθεμία κατά ποσοστό ένα τέταρτο (1/4) εξ αδιαιρέτου. Επίσης αφού η Ε. Η. δεν απέκτησε την κυριότητα του ποσοστού ενός δεύτερου (1/2) εξ αδιαιρέτου του όλου αγροκτήματος με κληρονομική διαδοχή εξ αδιαθέτου από τη μητέρα της Α.

χήρα Κ. Η., δεν απέκτησαν την κυριότητα αυτού ούτε οι εναγόμενες με την ανωτέρω από 20/1/1990 ιδιόγραφη διαθήκη της. Εξάλλου, αφού η Α. χήρα Κ. Η. και η Ε. Η. δεν ήταν νομείς του όλου αγροκτήματος στο οποίο κατά τις εναγομένες περιλαμβάνεται το επίδικο, με το θάνατο τους η νομή αυτού δεν περιήλθε αυτοδικαίως στις εναγόμενες κληρονόμους τους, δεδομένου ότι προϋπόθεση της αυτοδίκαιης κτήσης της νομής από τον κληρονόμο είναι να είχε ο κληρονομούμενος κατά το χρόνο του θανάτου του τη νομή του κληρονομιαίου.

Επίσης από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενες άσκησαν πράξεις νομής με διάνοια συγκυριών στο ενιαίο ακίνητο συμπεριλαμβανομένου του επίδικου, επί του ενός δεύτερου (1/2) εξ αδιαιρέτου από το 1986 που αποποιήθηκε ο πατέρας τους Ε. Η. και επί του άλλου ενός δεύτερου (1/2) εξ αδιαιρέτου από το 1991 που απεβίωσε η θεία τους Ε.

Η., συνεχώς και αδιατάρακτως μέχρι την άσκηση της υπό κρίση αγωγής. Προσκομίζουν βέβαια οι εναγόμενες τα από 1/9/2002 και από 1/9/2008 μισθωτήρια με τα οποία φέρεται ότι εκμισθώνουν στον Κ. Σ. για χρονικό διάστημα έξι ετών αντίστοιχα (2002 έως 2008 και 2008 έως 2014) αγροβοσκότοπους με ελαιόδενδρα στις θέσεις ... χωρίς ωστόσο να προκύπτει ότι περιλαμβάνεται σ' αυτούς και το εν λόγω αγρόκτημα.

Επίσης οι εναγόμενες κατά το έτους 2008 ανέθεσαν στον τοπογράφο -μηχανικό Γ. Π., την εμβαδομέτρηση του μείζονος ακινήτου και τη σύνταξη τοπογραφικού διαγράμματος, ενώ με ενέργειες τους εκδόθηκε το έτος 2010 από την Διεύθυνση Πολεοδομίας Δυτικής Αττικής άδεια κατασκευής περίφραξης αυτού. Όμως οι πιο πάνω μεμονωμένες πράξεις νομής που άσκησαν στο ακίνητο και μάλιστα μετά το έτος 2002, δεν αρκούν για την εφαρμογή ούτε του άρθρου 1041ΑΚ με τίτλο την .../16/12/2008 πράξη αποδοχής κληρονομιάς, ούτε του άρθρου 1045 ΑΚ.

Ως εκ τούτου οι σχετικές ενστάσεις ίδιας κυριότητας των εναγομένων είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν". Με τις κρίσεις του αυτές, στις οποίες το Εφετείο στήριξε την κρίση του ως προς την απόρριψη της ενστάσεως των εναγομένων περί ιδίας κυριότητας αυτών επί του επίδικου, κτηθείσας με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, δεν παραβίασε τις ουσιαστικές διατάξεις, που αναφέρονται στην αρχή αυτής της σκέψης, ως προς την έλλειψη διενέργειας πράξεων νομής στο επίδικο από τις εναγόμενες και την άμεση δικαιοπάροχο τους και διέλαβε στην απόφασή του σαφή, πλήρη και μή αντιφατική αιτιολογία ως προς το ουσιώδες ζήτημα της μη κτήσης κυριότητας των εναγομένων στο επίδικο με τον πιο πάνω πρωτότυπο τρόπο.

Συνεπώς, οι πρώτος, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, και τρίτος λόγοι αναίρεσης από τους αριθμούς 1 εδάφιο α' και 19, αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

3. Σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθμός 1 εδάφιο β' του ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως, ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, μόνον, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή τις γενικές και αφηρημένες αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με την βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχόλησης και έχουν γίνει κοινό κτήμα, για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου (ιδίως όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες, δηλαδή, για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών) ή για την υπαγωγή ή όχι σ' αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς και όχι όταν παραβιάζει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλαδή της ουσίας της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Εν προκειμένω, με τον πρώτο, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από την ως άνω διάταξη αναιρετική πλημμέλεια της παραβίασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας, που συνίσταται στο ότι αυτή (προσβαλλόμενη), απορρίπτοντας τον ισχυρισμό των εναγομένων περί κτήσεως της κυριότητας του επιδίκου απ' αυτούς με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, με τις ειδικότερες αιτιολογίες α) << ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι η άμεση δικαιοπάροχος αυτών Α.

χήρα Κ. Η. καλλιεργούσε στο αγρόκτημα στο επίδικο δημητριακά και ψυχανθή, συνέλεγε τον καρπό τους και το παραχωρούσε για βοσκή προβάτων αντιβαίνει στην κοινή πείρα και λογική, αφού πρόκειται για έναν αγρό με έδαφος κυρίως πετρώδες πρόσφορο μόνο για ελαιόδεντρα" και β) << οι μάρτυρες των εναγομένων κάνουν λόγο για εγχάραξη επί των ελαιόδεντρων του αρχικού γράμματος του επωνύμου του ιδιοκτήτη κατά τη συνήθεια στην περιοχή και εν προκειμένω του κεφαλαίου γράμματος Λ, πού παραπέμπει στον Ε.

Λ. Όμως ακόμη και στην περίπτωση που υφίστατο τέτοια εγχάραξη, με βάση τους κανόνες της λογικής και της κοινής πείρας, με την ανάπτυξη των ελαιόδεντρων σε συνδυασμό με την παρέλευση πλέον των 80 ετών, δεν είναι δυνατόν να διατηρείται στο σημείο αυτό παρά μόνο ένα βαθούλωμα στον κορμό, με συνέπεια να μην μπορεί να αξιολογηθεί για τη συναγωγή διαφορετικών συμπερασμάτων", παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας με την μη υπαγωγή των ως άνω πραγματικών περιστατικών στις διατάξεις των άρθρων 1041 και 1045 του ΑΚ, καθόσον: 1) αναφορικά με την πρώτη ως άνω παραδοχή, οι εναγόμενοι είχαν επισημάνει με τις προτάσεις τους ότι "η ιδιοκτησία τους είχε μικτή γεωργοκτηνοτροφική χρήση και συνεπώς με την μικτή χρήση του ακινήτου τους ουδόλως αντιβαίνει στα διδάγματα της κοινής πείρας η καλλιέργεια του επίδικου με δημητριακά και ψυχανθή" και 2) σχετικά με την δεύτερη ως άνω παραδοχή, από την κατάθεση του μάρτυρα ....

και τις προσκομισθείσες φωτογραφίες προέκυψε ότι πράγματι τα ελαιόδεντρα, που βρίσκονταν στο επίδικο, ήταν μαρκαρισμένα με το γράμμα Λ, ενώ η αντίδικος δεν είχε μαρκάρει τα δικά της. Έχοντας το παραπάνω περιεχόμενο ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, το μεν λόγω αοριστίας, διότι δεν προσδιορίζοντα ποια είναι τα διδάγματα της κοινής πείρας που φέρονται ότι παραβιάστηκαν, το δε, διότι με τις ως άνω επικαλούμενες αιτιάσεις αποδίδεται στην προσβαλλόμενη η πλημμέλεια της παραβίασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, που είναι ανέλεγκτη αναιρετικά.

4. Το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, για να καταλήξει στην κρίση του ότι η άμεση δικαιοπάροχος των εναγομένων και ήδη αναιρεσειουσών δεν ήταν κυρία κατά το χρόνο του θανάτου της του ενιαίου αγροκτήματος, στο οποίο περιλαμβάνεται και το επίδικο ακίνητο, με αποτέλεσμα να μην περιέλθει η κυριότητα αυτού στις εναγόμενες με κληρονομική διαδοχή εξ αδιαθέτου, απορρίπτοντας έτσι την ένσταση ιδίας κυριότητας αυτών, προέβη στη συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων ήταν και τα αναφερόμενα έγγραφα στο δεύτερο λόγο αναιρέσεως, ήτοι: 1) η από 10-7-2013 τεχνική έκθεση φωτοερμηνείας και 2) η από 13/9/2017 τεχνική έκθεση αντίκρουσης πραγματογνωμοσύνης του τεχνικού συμβούλου των εναγομένων Α.

Η.. Στην περίπτωση όμως αυτή, εφόσον το εκ της συνεκτιμήσεως αυτής πόρισμα δεν βασίστηκε αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο στα παραπάνω φερόμενα ως παραμορφωθέντα έγγραφα, δεν ιδρύεται ο από το άρθρο 559 αριθμός 20 ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης, διότι πρόκειται για εκτίμηση των αποδείξεων, που διαφεύγει τον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Επομένως, ο ως άνω λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου των ανωτέρω εγγράφων, πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος διότι, όπως προαναφέρθηκε, το Εφετείο δεν στήριξε την παραπάνω απορριπτική αποδεικτική κρίση του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στα επίμαχα έγγραφα, αλλά προέβη στην συνεκτίμηση τούτων, μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα. 5.

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 10 του ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή, αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποιά αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά.

Εν προκειμένω, με τον τέταρτο (και τελευταίο) λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από την ως άνω διάταξη προβλεπόμενη αναιρετική πλημμέλεια, που συνίσταται στο ότι με αυτήν απορρίφθηκαν, ως αναπόδεικτες, οι πράξεις νομής των εναγομένων επί του επιδίκου, που θεμελίωναν τον ισχυρισμό τους περί ιδίας κυριότητας επ' αυτού, κτηθείσας με έκτακτη χρησικτησία, χωρίς να μνημονεύονται τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία άντλησε την ως άνω απορριπτική κρίση της, παρά την κατάθεση του εξετασθέντος με πρόταση τους στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο μάρτυρα Κ.

Σ., ο οποίος επιβεβαίωσε τις ως άνω πράξεις. Έχοντας το παραπάνω περιεχόμενο ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο στην απόρριψη του ως άνω ισχυρισμού των εναγομένων κατέληξε ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων, των ενόρκων βεβαιώσεων ενώπιον του Ειρηνοδίκη Ελευσίνας, της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης και των εγγράφων, τα οποία με επίκληση προσκόμισαν οι διάδικοι και, συνεπώς, στην εν λόγω παραδοχή του (το Εφετείο) δεν κατέληξε χωρίς απόδειξη.

Μετά ταύτα, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του παράβολου στο δημόσιο ταμείο, λόγω της ήττας των αναιρεσειουσών (άρθρο 495 παράγραφος 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183, 191 παράγραφος 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 26 Ιουνίου 2019 αίτηση αναιρέσεως κατά της 1972/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παράβολου στο δημόσιο ταμείο, και

Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Μαΐου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Ιουλίου 2020.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ