Legislator Case Law & Legislation
783/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against appellate court's rejection of company's claim for damages due to lack of clarity.

Case Number 783/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision rejecting a company's lawsuit for damages. The appellant argued the lower court erred in finding the claim vague and failed to consider the defendant's corporate structure, but the court found these arguments baseless. Consequently, the appeal was rejected, the appellant's costs were ordered to the public fund, and the appellant was fined for the defendants' legal expenses.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1), 559(14), 559(8) of the Code of Civil Procedure; The appellate court's finding of a claim's vagueness is not subject to appeal if the claimant provided sufficient factual details, and the defendant's corporate status does not preclude liability for its own independent acts.

Keywords

AI generated
vague claim corporate liability appellate review legal costs civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(14) of the Code of Civil Procedure
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 783 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 783/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Γεώργιο Αποστολάκη και Αναστασία Περιστεράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Δεκεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "....", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κουτσούκη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) εταιρείας δανικού δικαίου με την επωνυμία "..." που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικής διαδόχου της αγγλικού δικαίου εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη - Διονύσιο Φιλιώτη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-11-2012 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1044/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 3451/2015 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22-12-2015 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αναστασία Περιστεράκη ανέγνωσε την από 11-4-2017 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου, Αρεοπαγίτη Γεωργίου Κοντού, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, 3451/2015 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την από 8-7-2014 έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας υπό εκκαθάριση εταιρίας, κατά της 1044/2014 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει την αγωγή της για αξιώσεις της από σύμβαση αποκλειστικής διανομής και αδικοπραξία κατά των αναιρεσιβλήτων, που εδρεύουν, η μεν πρώτη στη Δανία, η δε δεύτερη στην Ελλάδα, κατ 'αποδοχή της ένστασης των τελευταίων περί ελλείψεως διεθνούς δικαιοδοσίας των ελληνικών δικαστηρίων για την πρώτη αυτών ερειδομένη σε, περιλαμβανόμενη στη μεταξύ της ενάγουσας και της εταιρίας που εδρεύει στην Αγγλία με την επωνυμία ...

σύμβαση, ρήτρας παρέκτασης, που προβλέπει δικαιοδοσία των αγγλικών δικαστηρίων, την οποία άνω εταιρία διαδέχθηκε η πρώτη εναγομένη και μετά τη διαδοχή η άνω σύμβαση ανανεώθηκε και τροποποιήθηκε, κατά τα αναφερόμενα στην από 26-11- 2008 επιστολή της πρώτης εναγομένης, στην οποία περιέχεται σχετική ρήτρα και κατ' απόρριψη της αντένστασης της αναιρεσείουσας περί ακυρότητας της συμφωνίας αυτής και ως προς την δεύτερη αυτών (εναγομένων) λόγω αοριστίας.

Κατά την διάταξη του άρθρου, 3 παρ. 1 του ΚΠολΔ, "στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων υπάγονται ημεδαποί και αλλοδαποί, εφόσον υπάρχει αρμοδιότητα ελληνικού δικαστηρίου". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι καθιερώνεται διεθνής δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων επί ιδιωτικών διαφορών, εφόσον αυτές συνδέονται με την Ελληνική Πολιτεία, με κάποιο στοιχείο που θεμελιώνει δωσιδικία και δη αρμοδιότητα ελληνικού δικαστηρίου (Α.Π. 1987/1988).

Κατά δε το άρθρο 4 εδ. γ' του Κ.Πολ.Δ.., το δικαστήριο απορρίπτει την αγωγή την αίτηση, αν δεν έχει δικαιοδοσία. Από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου, 3 παρ. 1 του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 42, 43 και 44 του ίδιου Κώδικος προκύπτει ακόμη, ότι με συμφωνία των μερών μπορεί να αποκλεισθεί η διεθνής δικαιοδοσία των ελληνικών πολιτικών δικαστηρίων επί υφισταμένων και αν η συμφωνία γίνει εγγράφως και επί διαφορών που θα προκύψουν στο μέλλον, από ορισμένη έννομη σχέση, εφόσον τούτο καθορίζεται κατά τρόπον σαφή.

Υπάρχει δε σαφής καθορισμός όταν προκύπτει από τη συμφωνία ότι αυτός θα γίνει κατά τις διατάξεις του δικονομικού δικαίου της αλλοδαπής πολιτείας. Στην περίπτωση αυτή, με βάση τη γενική αρχή της αυτονομίας της βουλήσεως, οι διάδικοι με τη συμφωνία τους εκφράζουν τη βούλησή τους και έτσι προβαίνουν στον καθορισμό του κατά τόπο αρμοδίου πολιτικού δικαστηρίου και η συμφωνία τους αυτή είναι έγκυρη, εκτός αν συντρέχουν άλλοι λόγοι νομίμου προσβολής της(ΟΛ ΑΠ 4/1992, ΑΠ 896/2014).

Η ως άνω συμφωνία των διαδίκων περί αποκλεισμού, των ελληνικών δικαστηρίων αποτελεί δικονομική σύμβαση, αφού έχει δικονομικές αποκλειστικώς επενέργειες, συνιστάμενες στον αποκλεισμό ή στη θεμελίωση της τοπικής αρμοδιότητος του δικαστηρίου. Άρα το δικαίωμα κάθε διαδίκου, να επικαλεστεί την εν λόγω συμφωνία παρεκτάσεως αρμοδιότητος και να προτείνει την ένσταση της ελλείψεως διεθνούς δικαιοδοσίας των ελληνικών δικαστηρίων, λόγω της δικονομικής του φύσης, δεν υπόκειται κατά τη άσκησή του, στον περιορισμό του άρθρου 281 Α.Κ., στο οποίο εμπίπτει η άσκηση των δικαιωμάτων που απορρέουν από κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Α.Π. 1542/2014, ΑΠ 1697/2013, ΑΠ 288/1994).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 2 (κεφ. II τμ.1) του Κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 της 22ας/12/2000 του Συμβουλίου, "για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση των αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις", ο οποίος αντικατέστησε από 1-3-2002 τη Σύμβαση των Βρυξελλών, που κυρώθηκε με τον ν. 1814/1988 και έχει αυξημένη τυπική ισχύ, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος "Με την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος κανονισμού τα πρόσωπα που έχουν την κατοικία τους στο έδαφος κράτους μέλους, ενάγονται ενώπιον των δικαστηρίων του κράτους μέλους, ανεξάρτητα από την ιθαγένειά τους".

Ωστόσο, κατά το άρθρο 5 του ιδίου ως άνω Κανονισμού "Πρόσωπο που έχει την κατοικία του στο έδαφος κράτους μέλους μπορεί να εναχθεί σε άλλο κράτος μέλος α) ως προς διαφορές εκ συμβάσεως, ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου όπου εκπληρώθηκε ή οφείλει να εκπληρωθεί η παροχή (1α).... Ως προς ενοχές εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας, ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου όπου συνέβη ή ενδέχεται να συμβεί το ζημιογόνο γεγονός".

Τέλος κατά το άρθρο 23 (Τμήμα 7 - παρέκταση διεθνούς δικαιοδοσίας) "Αν τα μέρη, από τα οποία ένα τουλάχιστον έχει την κατοικία του στο έδαφος κράτους μέλους, συμφώνησαν ότι ένα δικαστήριο ή τα δικαστήρια κράτους μέλους θα δικάζουν τις διαφορές που έχουν προκύψει ή που θα προκύψουν από συγκεκριμένη έννομη σχέση, το δικαστήριο αυτό ή τα δικαστήρια του κράτους αυτού έχουν διεθνή δικαιοδοσία.

Αυτή η δικαιοδοσία είναι αποκλειστική, εκτός αν τα μέρη συμφώνησαν άλλως. Μια τέτοια συμφωνία διεθνούς δικαιοδοσίας πρέπει να καταρτισθεί: α) είτε γραπτά είτε προφορικά με γραπτή επιβεβαίωση, β) είτε υπό τύπο ανταποκρινόμενο στην πρακτική που έχουν καθιερώσει οι συμβαλλόμενοι στις μεταξύ τους σχέσεις γ) είτε στο διεθνές εμπόριο, υπό τύπο ανταποκρινόμενο στις συνήθειες τις οποίες τα μέρη γνωρίζουν ή οφείλουν να γνωρίζουν και οι οποίες είναι ευρέως γνωστές σ' αυτού του είδους την εμπορική δραστηριότητα και τηρούνται τακτικά από τους συμβαλλόμενους σε συμβάσεις, του είδους για το οποίο πρόκειται, στη συγκεκριμένη εμπορική δραστηριότητα".

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η ανωτέρω συμφωνία, που επιτρέπει στα μέρη να παρεκκλίνουν από τις περί διεθνούς δικαιοδοσίας διατάξεις του Κανονισμού και να υποβάλλουν τις διαφορές τους στο δικαστήριο που αυτά θα συμφωνήσουν, αποσκοπεί στον καθορισμό, με σαφή και ακριβή τρόπο, ενός δικαστηρίου συμβαλλομένου κράτους, σύμφωνα με τη σύμπτωση βουλήσεώς των, εκφραζομένη κατά τις οριζόμενες στην άνω διάταξη αυστηρές τυπικές προϋποθέσεις.

Στην περίπτωση αυτή ιδρύεται αποκλειστική διεθνής δικαιοδοσία του δικαστηρίου ή των δικαστηρίων του κράτους που επιλέχθηκαν, εκτός αν τα μέρη συμφώνησαν διαφορετικά. Η ρήτρα αποκλειστικής δικαιοδοσίας έχει αποκλειστικώς δικονομικές επενέργειες, που συνίστανται στον αποκλεισμό ή στη θεμελίωση της τοπικής αρμοδιότητος του δικαστηρίου και το κύρος και η ισχύς της θα κριθεί από το δίκαιο της χώρας του δικαστή που δικάζει την υπόθεση, δηλαδή τη ....

Συνεπώς, το δικαίωμα κάθε διαδίκου να επικαλεσθεί τη συμφωνία αυτή και να προτείνει την ένσταση ελλείψεως διεθνούς δικαιοδοσίας του δικαστηρίου, λόγω του δικονομικού της χαρακτήρος, δεν υπόκειται, κατά την άσκησή του, στον περιορισμό του άρθρου 281 Α.Κ., στον οποίον εμπίπτει η άσκηση δικαιωμάτων που απορρέουν από κανόνα ουσιαστικού δικαίου Όμως ο δικονομικός χαρακτήρας της ανωτέρω συμφωνίας δεν αποκλείει, στην περίπτωση της καταχρήσεως της ελευθερίας της επιλογής δικαστηρίου των συμβαλλομένων και της αντιθέσεως της προς τα χρηστά ήθη και την καλή πίστη ή τη δημοσία τάξη, τον έλεγχο του κύρους και της ισχύος της (ΑΠ 423/2018).

Περαιτέρω, το αντικειμενικό πεδίο εφαρμογής της συμφωνίας περί παρεκτάσεως της διεθνούς δικαιοδοσίας για υφιστάμενες διαφορές καθώς και για μελλοντικές που θα προκύψουν από συγκεκριμένη έννομη σχέση (σύμβαση), καλύπτει και τις συναφείς αδικοπρακτικές αξιώσεις, που απορρέουν μεν από το νόμο και όχι από τη σύμβαση, πλην όμως έχουν αναγκαίο ιστορικό υπόβαθρο αυτή και συνδέονται στενά με τα βιοτικά περιστατικά της παραβάσεως της συμβάσεως, προκειμένου να αποφευχθούν λύσεις που θα μπορούσαν να είναι ασυμβίβαστες εάν οι υποθέσεις κρίνονταν χωριστά (Α.Π. 948/2015, 1542/2014, 1697/2013, 755/1993).

Τέλος, μετά την από 20/9/2005 απόφαση του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και την από 16/11/2005 συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και του Βασιλείου της Δανίας, συμφωνήθηκε η υπαγωγή και της Δανίας (η οποία είχε αρχικώς εξαιρεθεί) στην εφαρμογή του Κανονισμού 44/2001, επί θεμάτων διεθνούς δικαιοδοσίας όταν ο εναγόμενος έχει την κατοικία του στη Δανία.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. I του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ'αυτούς.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Περαιτέρω, ο εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (Ολ ΑΠ 1/1999.).

Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ ΑΠ 15/2006).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1420/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση το Εφετείο, καθόσον αφορά την προβληθείσα παρά των εναγομένων, ήδη αναιρεσιβλήτων, ένσταση περί ελλείψεως διεθνούς δικαιοδοσίας των ελληνικών δικαστηρίων και τις προς αντίκρουση αυτής προταθείσες αντενστάσεις της εναγούσης, ήδη αναιρεσειούσης, που ήχθησαν ενώπιον του με λόγους εφέσεως της τελευταίας, δέχθηκε τα εξής : "οι εναγόμενες με τις πρωτόδικες προτάσεις τους, προέβαλαν προεχόντως την ένσταση ελλείψεως διεθνούς δικαιοδοσίας των ελληνικών δικαστηρίων, ισχυριζόμενες ότι τόσο στην αρχική "από 1-1-2005 σύμβαση αποκλειστικής διανομής, όσο και στην από 2-11-2008 τροποποιητική συμφωνία, υπάρχει συμφωνημένη ρήτρα περί αποκλεισμού της διεθνούς δικαιοδοσίας των ελληνικών δικαστηρίων για όλες τις διαφορές που προκύπτουν από την παραπάνω σύμβαση, με ταυτόχρονη πρόβλεψη ότι αποκλειστικά αρμόδια για τις διαφορές αυτές είναι τα Αγγλικά Δικαστήρια.

Για τη θεμελίωση της ένστασης αυτής, οι εναγόμενες, όπως προκύπτει από τις προτάσεις τους, αναφέρουν με σαφήνεια το περιεχόμενο της σχετικής ρήτρας και ότι η άνω ρήτρα παρέκτασης είναι σύμφωνη με τις διατάξεις του ΕΚ 44/2001. Έχουσα το ανωτέρω περιεχόμενο η ένσταση αυτή είναι πλήρως ορισμένη, περιέχουσα τα αναγκαία και επαρκή για τη θεμελίωσή της πραγματικά περιστατικά και ο ισχυρισμός της εναγομένης, που αποτελεί και το περιεχόμενο του δεύτερου λόγου έφεσης, περί αοριστίας της παραπάνω ένστασης είναι αβάσιμα (ος).

Ειδικότερα με τον δεύτερο λόγο της έφεσης, η εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου απορρίφθηκε ο ισχυρισμός της περί αοριστίας της προβληθείσας ενστάσεως, συνισταμένης (της αοριστίας) στο ότι α) οι εναγόμενες δεν επικαλούνταν τις συγκεκριμένες νομικές διατάξεις στις οποίες στηριζόταν η εν λόγω ένσταση και β) δεν εκτίθετο με ποιο τρόπο δεσμευόταν η πρώτη εναγομένη και στη συνέχεια και η ενάγουσα, από την περιεχόμενη στην από 1/1/2005 σύμβαση ρήτρα παρέκτασης, δεδομένου ότι δε γινόταν ειδική αναφορά στον τρόπο διαδοχής της πρώτης εναγομένης στην εν λόγω σύμβαση.

Ο ανωτέρω ισχυρισμός, κατά το πρώτο σκέλος του πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι για το ορισμένο της ανωτέρω ενστάσεως δεν είναι ανάγκη να παρατίθενται οι συγκεκριμένες νομικές διατάξεις στις οποίες στηρίζεται η εν λόγω ένσταση, έργο το οποίο ανήκει στο επιλαμβανόμενο την εκδίκαση της υπόθεσης δικαστήριο, πέραν δε τούτου οι εναγόμενες ρητά επικαλέσθηκαν, για τη θεμελίωση της προταθείσας ενστάσεώς τους, την εφαρμογή του ΕΚ 44/2001.

Κατά το δεύτερο σκέλος του, ο ανωτέρω ισχυρισμός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι στις σχετικές προτάσεις των εναγόμενων επαρκώς εκτίθεται ότι "μεταξύ της ενάγουσας και της αγγλικού δικαίου εταιρείας "..." υπογράφηκε η από 5/1/2005-10/1/2005 σύμβαση μη αποκλειστικής διανομής, στην οποία περιέχεται η συνομολογηθείσα επίδικη ρήτρα παρέκτασης υπέρ των αγγλικών δικαστηρίων (άρθρο 15 σύμβασης) και ότι την ανωτέρω εταιρεία διαδέχθηκε η πρώτη εναγομένη και μετά την διαδοχή αυτή η ως άνω σύμβαση τροποποιήθηκε και ανανεώθηκε, κατά τα αναφερόμενα στην από 26/11/2008 επιστολή της πρώτης εναγομένης, στην οποία επίσης περιέχεται σχετική ρήτρα.

Επομένως, οι εναγόμενες επαρκώς επικαλέσθηκαν την ειδική διαδοχή της πρώτης εναγομένης στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της επίδικης σύμβασης και τη δέσμευση της ενάγουσας και της πρώτης εναγομένης από τους διαλαμβανόμενους σε αυτήν όρους και τη συνομολογηθείσα ρήτρα παρέκτασης. Εξάλλου, ο ανωτέρω ισχυρισμός της εκκαλούσας ενέχει αντιφατικότητα διότι η ίδια η ενάγουσα-εκκαλούσα συνομολογεί τόσο τη σύναψη της επίδικης σύμβασης διανομής όσο και την ιδιότητα της πρώτης εναγομένης ως ειδικής διαδόχου της αρχικής συμβαλλομένης, τη σύμβαση δε αυτή και την ειδική διαδοχή της πρώτης εναγομένης επικαλείται και θέτει ως ιστορική βάση των αγωγικών της αξιώσεων και βάσει αυτής της ειδικής διαδοχής ήγειρε κατά της πρώτης εναγομένης την ένδικη αγωγή και επομένως η ίδια η ενάγουσα συνομολογεί, με την αγωγή της, την ισχύ της επίδικης σύμβασης και των περιεχομένων σε αυτήν όρων, μεταξύ των οποίων και η ρήτρα περί παρεκτάσεως και όλως αντιφατικώς, αποσκοπώντας να αποφύγει τη δέσμευση από την παραπάνω ρήτρα, προτείνει τα ανωτέρω.

Β. Περαιτέρω η κατά τα άνω προταθείσα ένσταση ελλείψεως δικαιοδοσίας,, τυγχάνει, νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 3, 4, 262 παρ.1 ΚΠολΔ, και 23 Καν (ΕΚ) 44/2001... Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που...δέχθηκε ως νόμιμη την εν λόγω ένσταση η οποία, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, στηρίζεται στις προεκτεθείσες διατάξεις δεν έσφαλε, αλλά ορθά, κατ' αποτέλεσμα, ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο, έστω και με εν μέρει διαφορετική αιτιολογία η οποία συμπληρώνεται και αντικαθίσταται από την παρούσα..., και επομένως ο πρώτος λόγος της έφεσης, με τον οποίο η εκκαλούσα παραπονείται για εσφαλμένη παραδοχή της ένστασης ως νόμω βάσιμης ..., πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Γ. Με τον τρίτο λόγο της ένδικης έφεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι εσφαλμένα απορρίφθηκαν α) η αντένσταση της ενάγουσας περί απαραδέκτου της προταθείσας ενστάσεως ελλείψεως δικαιοδοσίας, λόγω ασάφειας και αντιφατικότητας των ισχυρισμών των εναγόμενων ως προς την αποκλειστική δικαιοδοσία των αγγλικών δικαστηρίων και β) η αντένσταση περί αβασίμου της ένστασης ελλείψεως δικαιοδοσίας.

Ειδικότερα η ενάγουσα επικαλέσθηκε και επαναφέρει με τον ανωτέρω λόγο έφεσης α) ότι οι προς επιστήριξη της ενστάσεώς τους ισχυρισμοί των εναγομένων τυγχάνουν ασαφείς και αντιφατικοί διότι το μεν άρθρο 15 του Παραρτήματος Δ της από 26/11/2008 τροποποιητικής συμφωνίας (που επικαλούνται οι εναγόμενες για την ένστασή τους) ορίζει ότι "ο αγοραστής αμετάκλητα αποδέχεται την υπαγωγή όλων των θεμάτων και διαφωνιών που πηγάζουν από την παρούσα συμφωνία στην αποκλειστική δικαιοδοσία των αγγλικών δικαστηρίων", πλην όμως, το άρθρο 15 της από 1/1/2005 σύμβασης ορίζει ότι "τα μέρη υποβάλλονται στην μη αποκλειστική δικαιοδοσία των αγγλικών δικαστηρίων", αυτό δε το άρθρο παρέμεινε σε ισχύ, αφού η ως άνω τροποποιητική συμφωνία τροποποίησε μόνο τους όρους πωλήσεων, τα ζητήματα ασφαλείας και την παράταση της σύμβασης, ενώ ρητά αναφέρεται σε αυτήν ότι "όλοι οι λοιποί όροι παραμένουν ίδιοι" και επομένως και το άρθρο 15 της από 1/1/2005 σύμβασης και β) ότι η προταθείσα ένσταση είναι αβάσιμη διότι οι εναγόμενες επικαλέσθηκαν ότι το 15 Παράρτημα Δ της από 26/11/2008 επιστολής-τροποποιητικής ορίζει ότι "ο αγοραστής αμετάκλητα αποδέχεται την υπαγωγή όλων των θεμάτων και διαφωνιών που πηγάζουν από την παρούσα συμφωνία στην αποκλειστική δικαιοδοσία των αγγλικών δικαστηρίων", πλην όμως η ρήτρα αυτή, λόγω του ότι τίθεται στο Παράρτημα Δ, αφορά μόνο τις διαφορές που αναφύονται από τις κατ' ιδίαν πωλήσεις της σύμβασης και όχι τις διαφορές που απορρέουν από την παράβαση ή τη λύση της σύμβασης διανομής ως συνόλου.

Από τα νομίμως προσκομιζόμενα μετ' επικλήσεως έγγραφα προκύπτουν τα εξής: ...Με το άρθρο 15 της από 1/1/05 σύμβασης μη αποκλειστικής διανομής ορίζεται ότι: "το παρόν θα ερμηνεύεται και θα διέπεται από το αγγλικό δίκαιο. Τα μέρη υποβάλλονται στην μη αποκλειστική δικαιοδοσία των αγγλικών δικαστηρίων". Στο Παράρτημα Γ της ανωτέρω Σύμβασης ορίζεται ότι: (Άρθρο 1): "Σ' αυτούς τους όρους ο όρος "πωλητής" σημαίνει η "...", ο όρος Αγοραστής σημαίνει το πρόσωπο στο οποίο τιμολογούνται τα προϊόντα που περιγράφονται στην αρχή του παρόντος", (Αρθρο 16):"Αυτή η συμφωνία θα διέπεται και θα ερμηνεύεται σύμφωνα με το Αγγλικό δίκαιο.

Ο αγοραστής αμετάκλητα υποβάλλεται όσον αφορά τα ζητήματα που προκύπτουν από αυτή τη συμφωνία στην αποκλειστική δικαιοδοσίατων αγγλικών δικαστηρίων". Στο δε Παράρτημα Δ (Οροί Συναλλαγών Πωλήσεων),της ανωτέρω σύμβασης, ορίζεται: (Άρθρο 1, Ορισμοί), "Σ'αυτούς τους όρους ο όρος "πωλητής" σημαίνει η ... o όρος Αγοραστής σημαίνει το πρόσωπο στο οποίο τιμολογούνται προϊόντα και περιγράφονται στην αρχή του παρόντος.

Συμφωνητικό σημαίνει τους παρόντες όρους μαζί με τους ρητούς όρους που αναφέρονται στην αρχή του παρόντος". (Άρθρο 15): " το παρόν θα διέπεται και θα ερμηνεύεται από το αγγλικό δίκαιο. Ο αγοραστής ανέκκλητα υποβάλλει όλες τις διαφορές και ζητήματα από το παρόν στην αποκλειστική δικαιοδοσία των αγγλικών δικαστηρίων".

Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι και στα δύο ως άνω Παραρτήματα (Γ και Δ) της επίδικης σύμβασης διανομής ορίσθηκε ότι η Συμφωνία θα διέπεται και θα ερμηνεύεται σύμφωνα με το αγγλικό δίκαιο και ότι ο Αγοραστής ανέκκλητα υποβάλλει όλα τα ζητήματα που προκύπτουν από αυτή τη συμφωνία στην αποκλειστική δικαιοδοσία των αγγλικών δικαστηρίων.

Εξάλλου, ως συμφωνία, που καταλαμβάνεται από τα παραπάνω άρθρα (συνομολογηθέντες όρους), νοείται όχι μόνο η συμφωνία που αφορά τα Παραρτήματα, αλλά και αυτή που αφορά την αρχική σύμβαση Τούτο προκύπτει αφενός μεν από την παραπομπή των ανωτέρω άρθρων "στους όρους που διαλαμβάνονται στην αρχή του παρόντος" (ήτοι την αρχική σύμβαση) και αφετέρου από την ρητή εξειδίκευση στο Παράρτημα Δ (άρθρ.1) της έννοιας "Συμφωνητικό (Agreement)", το οποίο ρητά καθορίζεται ότι περιλαμβάνει τους παρόντες όρους (ήτοι του Παραρτήματος Δ) μαζί με τους ρητούς όρους που αναφέρονται στην αρχή του παρόντος (ήτοι της αρχικής σύμβασης) και έτσι αποσαφηνίζεται πλήρως ότι η ρήτρα περί αποκλειστικής δικαιοδοσίας των αγγλικών δικαστηρίων καταλαμβάνει το σύνολο της συμφωνίας (σύμβαση διανομής ως συνόλου) και όχι μόνο τις διαφορές από το Παράρτημα Δ, ήτοι τις διαφορές από τις κατ ιδίαν πωλήσεις.

Αντίθετη εκδοχή, ήτοι περί εφαρμογής της ανωτέρω ρήτρας μόνο στις διαφορές που αναφύονται από την εφαρμογή του Παραρτήματος Δ , όπως αβασίμως υποστηρίζει η εκκαλούσα-ενάγουσα, τυγχάνει αβάσιμη δεδομένου ότι αντιβαίνει στην κατά τα άνω ρητή βούληση των μερών αλλά και διότι αποκόπτει από την κύρια από 1/1/2005 σύμβαση και υποβάλλει σε διαφορετική δικαιοδοτική μεταχείριση, ένα τμήμα της σύμβασης που αποτελεί όμως αναπόσπαστο τμήμα αυτής και δεν μπορεί να υποβάλλεται σε διαφορετική δικονομική μεταχείριση.

Εξάλλου, η χρήση του όρου "Buyer (Αγοραστής)" δεν εξειδικεύει το περιεχόμενο των αξιώσεων, αλλά το πρόσωπο της ενάγουσας διανομέα και αγοράστριας των προς μεταπώληση προϊόντων, ήτοι κατά τη σαφή βούληση των συμβαλλομένων μερών υπήγαγαν όλες τις διαφορές που απορρέουν από την επίδικη σύμβαση στην αποκλειστική δικαιοδοσία των αγγλικών δικαστηρίων, στην περίπτωση που η διανομέας-αγοράστρια προβάλλει κατά της παραγωγού εταιρείας οποιαδήποτε αξίωση από τη σύμβαση, ενώ στην αντιστροφή περίπτωση καθιερώνεται, βάσει του άρθρο 15 της κύριας σύμβασης, κατά παρέκταση συντρέχουσα αρμοδιότητα και των αγγλικών δικαστηρίων και η παραγωγός εταιρεία έχει το δικαίωμα επιλογής μεταξύ των περισσότερων αρμόδιων δικαστηρίων.

Ενόψει των ανωτέρω ουδεμία αντίφαση ή αντιφατικότητα ενέχουν οι ισχυρισμοί των εναγομένων ως προς τη θεμελίωση της ενστάσεώς τους περί αποκλειστικής αρμοδιότητας των αγγλικών δικαστηρίων, η σχετική δε ένσταση δεν τυγχάνει αβάσιμη για τον επικαλούμενο από την ενάγουσα ως άνω λόγο.

Δ. Από το προεκτεθέν (υπό στοιχ.Γ) περιεχόμενο της επίδικης Σύμβασης και των Παραρτημάτων της προκύπτει ότι οι συμβαλλόμενοι συμφώνησαν ρητά ότι "η επίδικη σύμβαση θα ερμηνεύεται και θα διέπεται αποκλειστικά από το αγγλικό δίκαιο και ότι για κάθε διαφορά προερχόμενη από τη σύμβαση αρμόδια είναι τα αγγλικά δικαστήρια".

Από τη συμφωνία αυτή σαφώς προκύπτει ότι τα μέρη είχαν βούληση απονομής δικαιοδοσίας στα αγγλικά δικαστήρια και ότι η εκδίκαση των διαφορών από την επίμαχη σύμβαση θα γίνει κατά τις ουσιαστικές και δικονομικές διατάξεις του αγγλικού δικαίου, ήτοι η εν λόγω έγγραφη συμφωνία διαλαμβάνει ρητά ότι αρμόδια δικαστήρια για την επίλυση των προκειμένων διαφορών είναι τα προβλεπόμενα από το αγγλικό, δικονομικό δίκαιο αγγλικά δικαστήρια...

Η συμφωνία αυτή (ρήτρα παρεκτάσεως), που έγινε εγγράφως και αφορά διαφορά που έχει περιουσιακό αντικείμενο προερχόμενη από την ένδικη σύμβαση διανομής, καταρτίστηκε παραδεκτά, σύμφωνα με τα άρθρα 42, 43 και 44 ΚΠολΔ και καθιδρύει αρμοδιότητα, κατά παρέκταση, των αγγλικών δικαστηρίων, είναι δε έγκυρη, δεδομένου ότι υπάρχουν όλες οι προϋποθέσεις εγκυρότητάς της (έγγραφος τύπος, ορισμένη έννομη σχέση και ρητή μνεία του αρμόδιου δικαστηρίου).

Εξάλλου ο όρος "συμφώνησαν", τον οποίο περιέχει το πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρ. 23 του Κανονισμού 44/2001, ερμηνεύεται αυτονόμως και δεν απαιτεί να είναι κατά τέτοιο τρόπο διατυπωμένη η ρήτρα επιλογής διεθνούς δικαιοδοσίας, ώστε μόνο από το κείμενο της να δύναται να προσδιορισθεί το έχον την διεθνή δικαιοδοσία δικαστήριο.

Αρκεί η ρήτρα να προσδιορίζει τα αντικειμενικά στοιχεία, ως προς τα οποία τα μέρη ήλθαν σε συμφωνία, για να επιλέξουν το δικαστήριο ή τα δικαστήρια, στα οποία θέλουν να υποβάλουν τις διαφορές, που έχουν ανακύψει ή θα ανακύψουν. Τα στοιχεία αυτά, τα οποία πρέπει να είναι αρκούντως ακριβή για να παρέχουν στον δικάζοντα δικαστή τη δυνατότητα να καθορίσει αν κέκτηται διεθνή δικαιοδοσία, δύνανται εν ανάγκη να συγκεκριμενοποιηθούν από τις ιδιαίτερες περιστάσεις της υποθέσεως.

Εκ δε της ιδίας της γραμματικής ερμηνείας της διατάξεως του ανωτέρω άρθρου 23 παρ. 1 του Κανονισμού (αναφορά περί "δικαστηρίων") προκύπτει ότι δεν είναι αναγκαίο τα μέρη να κατονομάσουν ορισμένο δικαστήριο κράτους μέλους, αλλά δια της συμφωνίας παρεκτάσεως είναι δυνατό να απονεμηθεί διεθνής δικαιοδοσία προς εκδίκαση ορισμένης διαφοράς στα δικαστήρια συγκεκριμένου κράτους μέλους της Ε.Ε., χωρίς παραλλήλως να προσδιορισθεί το κατά τόπο αρμόδιο δικαστήριο.

Η συμφωνία παρεκτάσεως είναι ισχυρή, με συνέπεια τα δικαστήρια συγκεκριμένου κράτους μέλους να αποκτήσουν, κατά κανόνα αποκλειστική δικαιοδοσία προς εκδίκαση της διαφοράς. Στην περίπτωση αυτή, το συγκεκριμένο καθ' ύλην και κατά τόπο αρμόδιο δικαστήριο θα ορισθεί κατ' εφαρμογήν των εσωτερικών δικονομικών κανόνων του κράτους μέλους που επελέγη υπό τη συμφωνίας των μερών...Ενόψει των ανωτέρω , ο τέταρτος λόγος έφεσης με τον οποίο προβάλλεται ότι η συμφωνία περί παρέκτασης είναι άκυρη , διότι δεν καθορίζεται το κατά τόπον αρμόδιο αγγλικό δικαστήριο, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού σύμφωνα με τα ανωτέρω υπάρχει ρητή έγγραφη συμφωνία των μερών περί απονομής δικαιοδοσίας στα προβλεπόμενα από το αγγλικό δικονομικό δίκαιο δικαστήρια της Αγγλίας.

Ε. Με τους πέμπτο και έκτο λόγους της ένδικης έφεσης η ενάγουσα - εκκαλούσα επαναφέρει τους προταθέντες ισχυρισμούς της α) ότι η εναγόμενη ενεργεί καταχρηστικά , όταν προτείνει την ένσταση ελλείψεως δικαιοδοσίας και β) ότι η επίδικη ρήτρα παρέκτασης διεθνούς δικαιοδοσίας τυγχάνει άκυρη και επομένως ανεφάρμοστη, ως αντικειμένη στις γενικές αρχές του ευρωενωσιακού δικαίου, στις διατάξεις των άρθρων 3, 33, 281 ΑΚ, 3.7 παρ. 2 της σύμβασης της Ρώμης σε συνδ.με άρθρ.14 παρ. 4 ν. 3557/07, 9 παρ. 1 πδ/τος 219/1991 και 17,19 της Οδηγίας 86/653/ΕΟΚ, διότι ί) η εναγομένη ενεργώντας καταχρηστικά επέβαλε την ανωτέρω ρήτρα, ως το ισχυρότερο μέρος, εκμεταλλευόμενη την οικονομική εξάρτηση από αυτήν της ενάγουσας ii) διότι τα αγγλικά δικαστήρια δεν έχουν καμία σχέση ούτε με τις διαφορές από την ένδικη σύμβαση ούτε με τα μέρη, αφού η μεν εναγομένη, στην οποία μεταβιβάσθηκε η από 1/1/2005 σύμβαση, είναι εταιρεία δανικού δικαίου η δε ενάγουσα δραστηριοποιείται αποκλειστικά στην Ελλάδα, ίίί) διότι η επιλογή των αγγλικών δικαστηρίων, έγινε για να απωλέσει η ενάγουσα το δικαίωμα αποζημίωσης πελατείας, το οποίο προβλέπεται από το ελληνικό δίκαιο και μάλιστα ως κανόνας διεθνούς δημόσιας τάξης και αμέσου εφαρμογής, ενώ αντιθέτως δεν παρέχεται τέτοιο δικαίωμα κατά το αγγλικό δίκαιο.

Ο υπό στοιχείο (α) ισχυρισμός της εκκαλούσας-ενάγουσας ότι ενεργεί καταχρηστικά, επικαλούμενη την επίδικη ρήτρα παρεκτάσεως, πρέπει να απορριφθεί ως νόμω αβάσιμος δεδομένου ότι σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, το δικαίωμα προβολής της ένστασης έλλειψης διεθνούς δικαιοδοσίας των ελληνικών δικαστηρίων, λόγω της δικονομικής του φύσης, δεν υπόκειται κατά την άσκησή του, στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ.

Ο υπό στοιχείο β(ί) ισχυρισμός, περί ακυρότητας της ρήτρας παρεκτάσεως, λόγω καταχρηστικότητας, τυγχάνει αβάσιμος, καθόσον τα επικαλούμενα από την ενάγουσα ως άνω περιστατικά δεν καθιστούν την εν λόγω ρήτρα καταχρηστική, αφού μόνη η χρηματοδοτική και οικονομική δύναμη της εναγομένης δε συνεπάγεται άνευ ετέρου ότι η εναγομένη τελούσε σε διαπραγματευτική υπεροχή έναντι της ενάγουσας την οποία εκμεταλλεύθηκε επιβάλλοντας την ανωτέρω ρήτρα, λαμβανομένου υπόψη ότι η ενάγουσα ουδόλως επικαλείται ότι αντέλεξε στη εν λόγω ρήτρα και ότι η ενάγουσα (εννοεί προφανώς η εναγομένη) την απείλησε με διακοπή της συνεργασίας τους οπότε αυτή (ενάγουσα) αναγκάσθηκε να την αποδεχθεί.

Εξάλλου πρέπει να σημειωθεί ότι η ίδια ενάγουσα συνομολογεί στο αγωγικό δικόγραφο την μακροχρόνια συνεργασία τους, αρξαμένη ήδη από το έτος 1989 τις αλλεπάλληλες ανανεώσεις της συνεργασίας τους με την υπογραφή και την κατ' επανάληψη ανανέωση συμβάσεων αποκλειστικής διανομής, με τελευταία την επίδικη από 5/1/2005 σύμβαση, που καταλαμβάνεται από την επίδικη ρήτρα παρέκτασης, η οποία όπως και όλοι οι συνομολογηθέντες όροι, αποτέλεσε αντικείμενο διαπραγμάτευσης και συμφωνίας, συνεκτιμωμένου ότι η ενάγουσα την αποδέχθηκε δύο φορές υπογράφοντας δύο διαδοχικές συμβάσεις.

Η ενάγουσα πέραν της αναφοράς ότι φοβήθηκε μήπως διακοπεί η μεταξύ τους συνεργασία, δεν επικαλείται συγκεκριμένα περιστατικά που να δεικνύουν ότι προέβη στη συνομολόγηση της ανωτέρω ρήτρας ως ασθενέστερο και μη έχον διαπραγματευτική δύναμη μέρος και ότι αυτή κατέστη αντικείμενο εκμετάλλευσης από την αντισυμβαλλομένη της.

Εξάλλου, αν η ενάγουσα ήθελε να παύσει η ισχύς της ανωτέρω ρήτρας περί αποκλειστικής δικαιοδοσίας των αγγλικών δικαστηρίων, θα είχε επαναδιαπραγματευθει την εν λόγω ρήτρα, απεναντίας, όμως αυτή την είχε εξαρχής υπογράψει και περαιτέρω την είχε αποδεχθεί επί σειρά ετών, υπογράφοντας μάλιστα τη σχετική σύμβαση δύο φορές.

Ο υπό στοιχείο β (ii) ισχυρισμός περί ακυρότητας της επίδικης ρήτρας, διότι δεν υφίσταται συνδετικό στοιχείο που να τη δικαιολογεί, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού το γεγονός αυτό δεν επάγεται ακυρότητα της σχετικής ρήτρας, δεδομένου ότι στα πλαίσια της ελευθερίας των συμβάσεων και της απόλυτης αυτονομίας της βουλήσεως, τα μέρη επιλέγουν το εφαρμοστέο δίκαιο και τα δικαστήρια που επιθυμούν να δικάσουν τις μεταξύ τους διαφορές, αποφασίζοντας την υπεροχή της επιλεχθείσας δικαιοδοσίας και δικαίου έναντι άλλων, είτε γιατί τα θεωρούν ουδέτερα είτε πιο κατάλληλα.

Άλλωστε η επιλογή, εν προκειμένω, των δικαστηρίων της Αγγλίας είναι συμβατή και με την επιλογή από τα μέρη του αγγλικού δικαίου, ως εφαρμοστέου στις μεταξύ τους διαφορές, οπότε στα αγγλικά δικαστήρια καθίσταται ευχερέστερη η εύρεση νομικού παραστάτη γνώστη του Αγγλικού δικαίου. Τέλος, τα υπό στοιχείο β (iii) διαλαμβανόμενα δεν επάγονται ακυρότητα της επίμαχης ρήτρας, δεδομένου ότι με την υπαγωγή της ένδικης διαφοράς στα αρμόδια κατά παρέκταση αγγλικά δικαστήρια, η ενάγουσα δε στερείται προστασίας, όσον αφορά την αποζημίωση πελατείας, όπως αβασίμως επικαλείται, αφού και το αγγλικό δίκαιο προβλέπει πλήρη προστασία των δικαιωμάτων και συμφερόντων του εμπορικού αντιπροσώπου και μάλιστα κατά μεταφορά της επικαλούμενης από την ενάγουσα Οδηγίας 86/653/ΕΟΚ (σχετ.

άρθρ. 17 των Commercial Agents (Council Directive) Regulations 1993β - Κανονισμοί περί εμπορικών αντιπροσώπων (Οδηγία του Συμβουλίου) 1993).

ΣΤ. Για να καθορισθεί το ακριβές περιεχόμενο μιας συμφωνίας παρεκτάσεως απαιτείται κατά κανόνα ερμηνεία της. Αυτή, κατ' αρχάς, πρέπει να γίνει αυτονόμως, με τα κριτήρια τα οποία εκ της γραμματικής και τελολογικής ερμηνείας του άρθρου 23 του Κανονισμού συνάγονται, δηλονότι βάσει της βουλήσεως των συμβαλλομένων μερών, ως αποτυπώθηκε στη συμφωνία, η οποία έχει προτεραιότητα κατά τον Κανονισμό.

Κατά το ΔΕΕ η ερμηνεία των συμφωνιών παρεκτάσεως δεν θα πρέπει να παραγκωνίζει την ελευθερία διαθέσεως των διαδίκων μερών. Περαιτέρω, στο πλαίσιο της ερμηνείας του άρθρου 23, η συμφωνία παρεκτάσεως καλύπτει και αδικοπρακτικές αξιώσεις - κατά το εφαρμοστέο σε αυτές ουσιαστικό δίκαιο ανεξαρτήτως του χαρακτηρισμού των σχετικώς παραγόμενων διαφορών ως τοιούτων εξ αδικοπραξίας ή συμβάσεως.

Προσήκει μία διασταλτική ερμηνεία της ρήτρας παρεκτάσεως, ούτως ώστε να καταλαμβάνονται όλες οι διαφορές, οι οποίες ανακύπτουν σε σχέση με τη σύμβαση, στην οποία εμπεριέχεται η ρήτρα παρεκτάσεως. Κατ' αυτόν τον τρόπο η ρήτρα καταλαμβάνει και τις αδικοπρακτικές αξιώσεις που ασκούνται μεταξύ των συμβαλλόμενων, εφόσον σχετίζονται με τη σύμβαση τους.

Τούτο δε προκειμένου να αποφευχθούν λύσεις που θα ηδύναντο να είναι ασυμβίβαστες, εάν οι υποθέσεις κρίνονταν κεχωρισμένως. Στην προκειμένη περίπτωση, από το προεκτεθέν περιεχόμενο της επικαλούμενης ρήτρας παρεκτάσεως, δεν καταλείπεται οιαδήποτε αμφιβολία ότι η ρήτρα καλύπτει όχι μόνο συμβατικές διαφορές, αλλά οιεσδήποτε, και εξωσυμβατικές, εντεύθεν και αδικοπρακτικής φύσεως αξιώσεις.

Στα δικαστήρια που προαναφέρθηκαν υπάγεται, χωρίς διάκριση, κάθε διαφορά που έχει ως αφετηρία και ιστορικό υπόβαθρο τη σύμβαση, ήτοι υπάγονται όλες οι διαφορές, που απορρέουν από την επίδικη σύμβαση διανομής όσο και οι συναφείς αδικοπρακτικές αξιώσεις, εφόσον και οι αξιώσεις αυτές σχετίζονται με τη σύμβαση διανομής, ενόψει του ότι δεν γίνεται διάκριση γι' αυτές.

Τούτο προκύπτει, χωρίς αμφιβολία, από τη σαφή διατύπωση "ο αγοραστής αμετάκλητα υποβάλλεται όσον αφορά τα ζητήματα που προκύπτουν από αυτή τη" συμφωνία στην αποκλειστική δικαιοδοσία των αγγλικών δικαστηρίων" και "Ο αγοραστής ανέκκλητα υποβάλλει όλες τις διαφορές και ζητήματα από το παρόν στην αποκλειστική δικαιοδοσία των αγγλικών δικαστηρίων" Οι αδικοπρακτικές αξιώσεις που προβάλλει η ενάγουσα, καλύπτονται από την πιο πάνω συμφωνία αφού δεν είναι άσχετες με τη σύμβαση καθεαυτή, συνδέονται άρρηκτα με την προβαλλόμενη έννομη σχέση (σύμβαση), δε στηρίζονται σε γεγονότα εκτός αυτής και άρα δεν κείνται εκτός του συμβατικού πεδίου, ήτοι η επίδικη συμφωνία (ρήτρα) καλύπτει και τις συναφείς αξιώσεις που απορρέουν από τη συγκεκριμένη έννομη σχέση και στηρίζονται στις περί αδικοπραξιών διατάξεις....

Το αίτημα της εκκαλούσας- ενάγουσας για την υποβολή προδικαστικού ερωτήματος προς το ΔΕΚ, σε σχέση με το ζήτημα αυτό πρέπει να απορριφθεί, αφού σύμφωνα με τα ανωτέρω, δεν καταλείπεται αμφιβολία περί αυτού στο δικαστήριο τούτο, ώστε να τίθεται ζήτημα κατ άρθρο 267 παρ.3 Συνθ ΛΕΕ για την υποβολή προδικαστικού ερωτήματος και εξάλλου περί αυτού έχει ήδη αποφανθεί το ΔΕΚ, καθορίζοντας σαφώς ότι τυχόν τέτοια συμφωνία καλύπτει και τις συναφείς αξιώσεις που απορρέουν από τη συγκεκριμένη έννομη σχέση και στηρίζονται στις περ αδικοπραξιών διατάξεις, προκειμένου να αποφευχθούν λύσεις που θα μπορούσαν να είναι ασυμβίβαστες εάν οι υποθέσεις κρίνονται χωριστά.

Οι ενοχές που έχουν ως πηγή προελεύσεώς τους τη σύμβαση ή που απορρέουν από αθέτηση συμβατικής υποχρεώσεως ακόμη και στη, περίπτωση συρροής συμβατικής και εξωσυμβατικής ευθύνης επιβάλλεται λόγω της συνάφειας να εκδικασθούν ταυτόχρονα από το ίδιο δικαστήριο, ώστε να αποφευχθεί η έκδοση ασυμβίβαστων, μεταξύ τους αποφάσεων αν τυχόν οι υποθέσεις εκδικάζονταν χωριστά...Επομένως, ο έβδομος λόγος της έφεσης με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου κρίθηκε ότι η ανωτέρω ρήτρα περί παρεκτάσεως καλύπτει και τις αδικοπρακτικές αξιώσεις της ενάγουσας πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Ζ. Ο όγδοος λόγος της έφεσης, με τον οποίο η εκκαλούσα διατείνεται ότι η εκκαλουμένη, κατ'εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, έκρινε ως εφαρμοστέο στην ένδικη διαφορά το αγγλικό και όχι το ελληνικό δίκαιο, πρέπει να απορριφθεί ως στηριζομένος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού δεδομένης της ελλείψεως δικαιοδοσίας του δικαστηρίου, δεν έλαβε χώρα ουσιαστική διερεύνηση της υπόθεσης και επομένως δεν τίθεται ζήτημα εφαρμοσθέντος δικαίου, αφού τούτο έπεται της κατάφασης της δικαιοδοσίας του δικάζοντος δικαστηρίου...".

Με τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο, έκρινε ότι η επίμαχη συμφωνία περί αποκλειστικής δικαιοδοσίας των αγγλικών δικαστηρίων είναι έγκυρη και απέρριψε τις αντενστάσεις της ήδη αναιρεσειούσης περί ακυρότητος άλλως περί μη εφαρμογής της εν λόγω συμφωνίας, που είχαν εισαχθεί ενώπιον του με λόγους εφέσεως κατά της ομοίως αποφανθείσης πρωτοδίκου αποφάσεως, η οποία είχε απορρίψει την αγωγή ως απαράδεκτη, ελλείψει δικαιοδοσίας των ελληνικών δικαστηρίων.

Η αναιρεσείουσα με την υπό κρίση αίτηση μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση , με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου που αφορά την απόρριψη του τρίτου λόγου εφέσεώς της, για παράβαση των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ισχυριζομένη ειδικότερα ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τους αλλά και εκ πλαγίου με ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες τις διατάξεις των άρθρων 23 Κανονισμού 44/2001, 361 Α.Κ.

σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 173, 200 Α.Κ. στις οποίες και προσέφυγε για την ανεύρεση της αληθούς βουλήσεως των μερών κατά την ερμηνεία των ρητρών του άρθρου 15 της αρχικής από 5-1-2005 συμβάσεως καθώς και των ρητρών 16 και 15 των Παραρτημάτων Γ και Δ της ιδίας συμβάσεως. Ωστόσο εάν ερμήνευε αληθώς την βούληση των μερών , όπως διατυπώθηκε στις ανωτέρω ρήτρες, λαμβανομένων υπόψη και των αντικειμενικών κριτηρίων της καλής πίστεως και των χρηστών συναλλακτικών ηθών, έπρεπε να δεχθεί ότι η διαλαμβανομένη στην από 5-1-2005 σύμβαση διανομής ρήτρα του άρθρου 15 περί μη αποκλειστικής δικαιοδοσίας των αγγλικών δικαστηρίων δεν καταργήθηκε ή τροποποιήθηκε ολικώς με τις αντίστοιχες ρήτρες των Παραρτημάτων Γ και Δ αυτής που προβλέπουν αποκλειστική δικαιοδοσία των αγγλικών δικαστηρίων, αλλά τροποποιήθηκε μερικώς και καθόσον αφορά τις διαφορές που θα προκόψουν από τα θέματα που ρυθμίζουν, ήτοι επιμέρους τμήματα της συμβάσεως διανομής και δη τις εκτελεστικές επί μέρους συμβάσεις πωλήσεως, οι οποίες και μόνο υπάγονται στην αποκλειστική δικαιοδοσία των αγγλικών δικαστηρίων, ενώ οι αξιώσεις που ερείδονται στη σύμβαση διανομής και στη λύση της με υπαιτιότητα της πρώτης εναγομένης, όπως είναι οι ένδικες, δεν υπάγονται στην αποκλειστική δικαιοδοσία των αγγλικών δικαστηρίων με βάση τις ρήτρες παρεκτάσεως δικαιοδοσίας των Παραρτημάτων.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος, προεχόντως, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον το Εφετείο όπως προκύπτει από τις ανωτέρω σχετικές παραδοχές του, δεν δέχθηκε αμέσως ή εμμέσως την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας ως προς το περιεχόμενο των επίμαχων συμβατικών ρητρών περί αποκλειστικής δικαιοδοσίας των αγγλικών δικαστηρίων, ούτε προέβη σε ερμηνεία των ρητρών τούτων. Αντιθέτως το Εφετείο έκρινε ότι κατά την ρητή και σαφή βούληση των συμβαλλομένων μερών η ρήτρα περί αποκλειστικής δικαιοδοσίας των αγγλικών δικαστηρίων καταλαμβάνει το σύνολο της μεταξύ των διαδίκων συμβάσεως διανομής και όχι επί μέρους εξ αυτής διαφορές. Με την κρίση του δε αυτή, η οποία ανταποκρίνεται πλήρως προς το παρατιθέμενο στην απόφασή του περιεχόμενο των σχετικών συμβατικών όρων και εκφέρεται με σαφήνεια και χωρίς αντιφατικές ή ενδοιαστικές διατυπώσεις ή αιτιολογίες, το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις ρηθείσες ουσιαστικού δικαίου..

Κατά τη διάταξη του όρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ αν το δικαστήριο παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης η απόφασή του υπόκειται σε αναίρεση. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος δηλαδή οι ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι συνιστούν την ιστορική βάση της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (Ολ.ΑΠ 3/1993, ΑΠ 1530/2001, ΑΠ 511/2003, ΑΠ 1255/2004). Για να υπάρξει λόγος για λήψη υπόψη μη προταθέντων ισχυρισμών, πρέπει αυτοί να έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όπως όταν το δικαστήριο της ουσίας κρίνει επί ανύπαρκτης βάσης αγωγής ή λόγου έφεσης (Ολ.ΑΠ 22/2005).Ομοίως, για να υπάρξει λόγος για τη μη λήψη υπόψη προταθέντων ισχυρισμών πρέπει αυτοί να έχουν ουσιώδη επιρροή στη δίκη((ΑΠ20/2017) Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περίπτ. γ του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (Ολ. ΑΠ 2/2001, ΑΠ498/2017) ενώ οι ακυρότητες από το ουσιαστικό δίκαιο ελέγχονται μέσω του λόγου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 1518/2008, ΑΠ 558/2008).

Η αναιρεσείουσα με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση για την απόρριψη των πέμπτου και έκτου λόγων εφέσεώς της και ειδικότερα ισχυρίζεται ότι :α) Η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ.8 Κ.Πολ.Δ. δεχθείσα ισχυρισμό (αντένσταση) μη προταθέντα και ειδικότερα ότι η επίκληση από την εναγομένη των ρητρών παρεκτάσεως δικαιοδοσίας υπέρ των αγγλικών δικαστηρίων, συνιστά κατάχρηση δικαιώματος, κατ' άρθρο 281 Α.Κ., τον οποίο και απέρριψε ως νόμω αβάσιμο, ενώ η ίδια είχε προβάλλει την αντίθεση των εν λόγω ρητρών προς το άρθρο 23 του Κανονισμού 44/2001 σε συνδυασμό προς την γενική ενωσιακή αρχή της απαγορεύσεως καταχρήσεως δικαιώματος ενωσιακής προελεύσεως, η οποία συνιστά ιδιαιτέρα κατηγορία καταχρήσεως που δεν ταυτίζεται προς εκείνη του άρθρου 281 Α.Κ., αλλά επάγεται ακυρότητα κατ' άρθρο 174 Α.Κ.

β) Με το να απορρίψει ως αβάσιμο τον πέμπτο λόγο εφέσεως και την περιεχομένη σ' αυτόν αντένσταση ακυρότητας, άλλως μη εφαρμογής της ρήτρας παρεκτάσεως διεθνούς δικαιοδοσίας συνδυασμένης με επιλογή του αγγλικού δικαίου ως εφαρμοστέου, λόγω αντιθέσεώς της στις γενικές αρχές του ευρωενωσιακού δικαίου και συγκεκριμένα στη γενική αρχή της απαγορεύσεως καταχρήσεως δικαιώματος συνδυαζομένη με την γενική αρχή της αναλογικότητος και την αρχή της μη καταστρατηγήσεως του ευρωενωσιακού δικαίου, καθώς και στο δικαίωμα στην ιδιοκτησία - περιουσία (άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, 17 Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων EE), και να κρίνει ότι οι ανωτέρω ρήτρες δεν αντίκεινται στο άρθρο 23 του Κανονισμού 44/2001 ερμηνευόμενο σε συνδυασμό με τις ανωτέρω γενικές αρχές και θεμελιώδη δικαιώματα του ενωσιακού δικαίου, αλλά και τον έκτο λόγο εφέσεως και την διαλαμβανομένη σε αυτόν αντένσταση ακυρότητος της ιδίας ως άνω ρήτρας λόγω αντιθέσεώς της στις διατάξεις των άρθρων 3,33 Α.Κ., 14 παρ. 4 ν. 3557/2007, που θεσπίζει την αναλογική εφαρμογή του π.δ. 219/1991 στους αποκλειστικούς διανομείς σε συνδυασμό με τα άρθρα 17-19 Οδηγίας 86/653/ΕΟΚ, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ.

γ) Με την απόρριψη ως κατ' ουσίαν αβασίμου της προειρημένης αντενστάσεώς της περί ακυρότητος των ρητρών παρεκτάσεως διεθνούς δικαιοδοσίας, το Εφετείο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ. λόγω ελλείψεως ή ελλιπών αιτιολογιών, καθόσον δεν αναφέρει στην απόφαση ποιος ήταν ο επιδιωκόμενος σκοπός από την δικαιοπάροχο της πρώτης αναιρεσιβλήτου με την επιλογή των δικαστηρίων της Αγγλίας και του αγγλικού δικαίου και ποιες αντικειμενικές περιστάσεις έλαβε υπόψη για να καταλήξει στην κρίση ότι επιτεύχθηκε ο επιδιωκόμενος σκοπός και άρα ότι δεν υπήρξε πρόθεση καταστρατηγήσεως του Κανονισμού 44/2001 με σκοπό την αποφυγή καταβολής αποζημιώσεως πελατείας και περαιτέρω ζημίας που η ίδια (αναρεσείουσα) δικαιούται με βάση τα άρθρα 5 παρ. 1, 3 Κανονισμού 44/2001, 4 παρ. 1 της Συμβάσεως της Ρώμης, 9 π.δ. 219/1991 και 14 παρ. 4 ν. 3557/2007.

δ) Η προσβαλλομένη απόφαση με την σιγή απόρριψη του προβληθέντος με τον πέμπτο λόγο εφέσεως αιτήματος αυτής (αναιρεσειούσης) περί παραπομπής προδικαστικών ερωτημάτων στο ΔΕΕ, κατ' άρθρο 267 ΣΛΕΕ, για την ερμηνεία του άρθρου 23 Κανονισμού 44/2001 σε συνδυασμό με τις προαναφερθείσες αρχές του ευρωενωσιακού δικαίου, ήτοι τη γενική αρχή της απαγορεύσεως καταχρήσεως δικαιώματος, συνδυαζομένη με την γενική αρχή της αναλογικότητος και την αρχή της μη καταστρατηγήσεως του ευρωενωσιακού δικαίου, καθώς και με το δικαίωμα στην ιδιοκτησία-περιουσία (άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, 17 Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων EE, και την απόρριψη εν συνεχεία ως απαραδέκτου της αγωγής λόγω ελλείψεως διεθνούς δικαιοδοσίας υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 σε συνδυασμό με τον αριθμό 14 του άρθρου 559 Κ .Πολ.Δ.

ε) Η προσβαλλομένη απόφαση με την απόρριψη ως αβασίμου του έκτου λόγου εφέσεώς της και την διαλαμβανόμενη σε αυτόν αντένσταση ακυρότητος της ρήτρας παρεκτάσεως διεθνούς δικαιοδοσίας υπέρ των αγγλικών δικαστηρίων συνδυασμένης με τη ρήτρα επιλογής του αγγλικού δικαίου ως εφαρμοστέου ουσιαστικού δικαίου, λόγω αντιθέσεώς της στις διατάξεις των άρθρων 3, 33 Α.Κ., 9 παρ. 1 ΠΔ 219/1991, 14 παρ. 4 Ν. 3557/2007 που θεσπίζει την αναλογική εφαρμογή του ΠΔ 219/1991 στους αποκλειστικούς διανομείς σε συνδυασμό με άρθρα 17-19 Οδηγίας 86/653/ΕΟΚ και άρθρα 3 και 7 παρ. 2 Σύμβασης της Ρώμης (και ήδη άρθρα 3 παρ. 1, 3 και 9 του Κανονισμού 593/2008 της 17ης Ιουνίου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου) και συνακόλουθα και την αγωγή ως απαράδεκτη υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., παραβιάζοντας με ψευδή ερμηνεία που οδήγησε σε εσφαλμένη εφαρμογή τις προπαρατεθείσες διατάξεις.

Ωστόσο, κατ' αληθή ερμηνεία των διατάξεων αυτών έπρεπε να δεχθεί ότι το άρθρο 9 ΠΔ 219/1991 που ενσωματώνει στο ελληνικό δίκαιο τα άρθρα 17-19 της Οδηγίας 86/653/ΕΟΚ, τόσο στην ευθεία όσο και στην αναλογική του εφαρμογή (στους αποκλειστικούς διανομείς, κατ' άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 3557/2007) είναι στην ελληνική έννομη τάξη κανόνας αμέσου εφαρμογής της ημεδαπής και διεθνούς εννόμου τάξεως, κατά την έννοια του άρθρου 7 παρ. 2 Συμβάσεως της Ρώμης, εφαρμοζόμενο έτσι αναγκαστικά και ανεξαρτήτως επιλεγέντος από τα μέρη δικαίου στις ένδικες συμβάσεις εμπορικής αντιπροσωπείας και αποκλειστικής διανομής και στ) η προσβαλλομένη απόφαση με την παραδοχή της ότι με την υπαγωγή της ενδίκου διαφοράς στα αρμόδια κατά παρέκταση αγγλικά δικαστήρια, η ενάγουσα-ήδη αναιρεσείουσα δε στερείται προστασίας, όσον αφορά την αποζημίωση πελατείας, αφού και το αγγλικό δίκαιο προβλέπει πλήρη προστασία των δικαιωμάτων και συμφερόντων του εμπορικού αντιπροσώπου και μάλιστα κατά μεταφορά της Οδηγίας 86/653/ΕΟΚ που η ίδια επικαλείται και ότι η έλλειψη συνδετικού στοιχείου που δικαιολογεί την επίμαχη ρήτρα δεν επάγεται ακυρότητα αυτής δεδομένου ότι στα πλαίσια της ελευθερίας των συμβάσεων και της απόλυτης αυτονομίας της βουλήσεως, τα μέρη επιλέγουν το εφαρμοστέο δίκαιο και τα δικαστήρια επιθυμούν να δικάσουν τις μεταξύ τους διαφορές, αποφασίζοντας την υπεροχή της επιλεχθείσας δικαιοδοσίας και δικαίου έναντι άλλων, υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 8, 11 γ' και 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., καθόσον το γενόμενο δεκτό ως άνω γεγονός δεν είχε προταθεί παρ' ουδενός των διαδίκων, δεν έλαβε υπόψη αντίθετη ομολογία των αναιρεσιβλήτων ότι δηλαδή το αγγλικό δίκαιο δεν προβλέπει δικαιώματα αποζημιώσεως πελατείας και περαιτέρω ζημίας στους αποκλειστικούς διανομείς μετά τη λύση της συμβάσεως και παρεβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή το άρθρο 1 παρ. 1 της Οδηγίας 86/653/ΕΟΚ που ενσωματώθηκε στο αγγλικό δίκαιο και των ανωτέρω γενικών αρχών και θεμελιωδών δικαιωμάτων του ενωσιακού δικαίου σε συνδυασμό προς το άρθρο 23 Κανονισμού 44/2001 .

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος στο σύνολο του, διότι όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων το Εφετείο, με την απόρριψη των πέμπτου και έκτου λόγων εφέσεως, δεν υπέπεσε σε οποιαδήποτε από τις προσαπτόμενες στην προσβαλλομένη απόφασή του, ως άνω, αναιρετικές πλημμέλειες.

Ειδικότερα, ως προς την πρώτη αναιρετική του αιτίαση ο συγκεκριμένος λόγος τυγχάνει αβάσιμος ως αλυσιτελής, αφού και υπό την εκδοχή ότι δεν είχε προβληθεί ισχυρισμός (αντένσταση) ότι επίκληση από την εναγομένη των ρητρών παρεκτάσεως δικαιοδοσίας υπέρ των αγγλικών δικαστηρίων, συνιστά κατάχρηση δικαιώματος, κατ' άρθρο 281 Α.Κ., η απόρριψη τούτου από το Εφετείο δεν στοιχειοθετεί την αποδιδομένη σ' αυτό αναιρετική πλημμέλεια, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., αφού δεν είχε οποιαδήποτε επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Τούτο δε διότι, κατά τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο, το Εφετείο έλαβε υπόψη τον πράγματι, κατά την αναιρεσείουσα προβληθέντα σχετικό ισχυρισμό, περί αντιθέσεως των εν λόγω ρητρών προς το άρθρο 23 του Κανονισμού 44/2001 σε συνδυασμό προς την γενική ενωσιακή αρχή της απαγορεύσεως καταχρήσεως δικαιώματος ενωσιακής προελεύσεως, τον οποίο και απέρριψε ουσία.

Περαιτέρω, ο αυτός λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και κατά τις λοιπές αιτιάσεις του, διότι από τις προεκτεθείσες σχετικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο πόρισμά του περί αβασιμότητος των ισχυρισμών (αντενστάσεων) της αναιρεσειούσης περί ακυρότητος ή μη εφαρμογής των επίμαχων ρητρών παρεκτάσεως και στην απόρριψη συνακολούθως των αντιστοίχων λόγων εφέσεως, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προδιαληφθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 3, 33 Α.Κ., 9 π.δ. 219/1991, 14 παρ. 4 ν. 3557/2007, 17-19 Οδηγίας 86/653/ΕΟΚ, 5 παρ. 1, 3, 23 Κανονισμού 44/2001, 4 παρ. 1 Συμβάσεως της Ρώμης, 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, 17 Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων EE, τις οποίες έτσι και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες.

Τούτο δε διότι οι επίμαχες ρήτρες αποτελούν εκδήλωση της αυτονομίας της βουλήσεως και ρύθμιση που προβλέπεται από το άρθρο 23 του Κανονισμού 44/2001 και συνεπώς δεν αντίκειται στο άρθρο 6 της Ε.Σ.Δ.Α., που απαγορεύει την παρά την βούληση προσώπου στέρηση του δικαιώματος του για προσφυγή στο δικαστήριο. Περαιτέρω οι ρήτρες αυτές δεν αντιβαίνουν στις ενωσιακές αρχές, τα θεμελιώδη ενωσιακά δικαιώματα, που επικαλείται η αναιρεσείουσα, αφού, κατά τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, η εν λόγω συμφωνία συνήφθη κατόπιν διαπραγματεύσεων και χωρίς εκμετάλλευση της αναιρεσείουσας από την αναιρεσίβλητη, η οικονομική δύναμη της οποίας και μόνο δεν συνεπάγεται άνευ ετέρου και την διαπραγματευτική της υπεροχή έναντι της αναιρεσειούσης, την οποία εκμεταλλεύθηκε επιβάλλοντας τις σχετικές ρήτρες.

Άλλωστε και η αναιρεσείουσα, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, δεν ισχυρίζεται ότι αντέλεξε στην εν λόγω ρήτρα και ότι η αναιρεσίβλητη την εξανάγκασε με οποιοδήποτε τρόπο να την αποδεχθεί. Μάλιστα αυτή, κατά την διάρκεια της μακροχρόνιας συνεργασίας της με την αναιρεσείουσα που χρονολογείται από το έτος 1989 και κατά τις αλλεπάλληλες ανανεώσεις της συμβάσεως αποκλειστικής διανομής δεν εναντιώθηκε στην ρήτρα αυτή, αλλ' αντιθέτως την αποδέχθηκε δύο φορές, υπογράφοντας τις αντίστοιχες συμβάσεις.

Επίσης η προβαλλομένη ως λόγος ακυρότητος, έλλειψη συνδετικού στοιχείου της ενδίκου υποθέσεως προς την Αγγλία και τα δικαστήριά της, δεν επάγεται ακυρότητα της σχετικής ρήτρας, καθόσον στα πλαίσια της ελευθερίας των συμβάσεων και της απολύτου αυτονομίας της βουλήσεως, τα μέρη επιλέγουν το εφαρμοστέο δίκαιο και τα δικαστήρια που επιθυμούν να δικάσουν τις μεταξύ τους διαφορές, αποφασίζοντας την υπεροχή της επιλεχθείσας δικαιοδοσίας και δικαίου έναντι άλλων.

Τέλος, ούτε ο συνδυασμός επιλογής αγγλικών δικαστηρίων και αγγλικού δικαίου ως εφαρμοστέου ουσιαστικού δικαίου, καθιστά άκυρη ως καταχρηστική τη ρήτρα, διότι, πέραν του ότι με βάση τη Σύμβαση της Ρώμης επιτρέπεται η επιλογή δικαίου από τα συμβαλλόμενα μέρη και μάλιστα ακόμη και δικαίου που δεν έχει κάποιο σύνδεσμο με αυτά, η υπαγωγή της ενδίκου συμβάσεως στο επιλεγέν αγγλικό δίκαιο δεν έχει καταστρατηγικό χαρακτήρα υπό την έννοια της μη εφαρμογής του ελληνικού δικαίου και συγκεκριμένα της διατάξεως του άρθρου 9 παρ. 1 του ΠΔ 219/1991, που προβλέπει την αποζημίωση πελατείας και εφαρμόζεται αναλογικά και στους αποκλειστικούς διανομείς, σε αντίθεση με το αγγλικό δίκαιο, το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, δεν προβλέπει δικαίωμα αποζημιώσεως πελατείας, με αποτέλεσμα να επέρχεται μείωση των δικαιωμάτων της αναιρεσείουσας και προσβολή στο προστατευόμενο από το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου πρωτοκόλλου Ε.Σ.Δ.Α.

δικαίωμα επί της περιουσίας της, δεδομένου ότι, κατά τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, ως ήδη εξετέθη, δεν υπήρξε κατά την κατάρτιση της συμβάσεως έλλειμμα διαπραγματεύσεως και εκμετάλλευση προεχούσης θέσεως εκ μέρους της αναιρεσίβλητης, και κατά συνέπεια το γεγονός και μόνον ότι το αγγλικό δίκαιο δεν είναι εξίσου προστατευτικό για τα δικαιώματα της αναιρεσείουσας, με εκείνο των δημοσίας τάξεως και αμέσου εφαρμογής διατάξεων του άρθρου 9 του ΠΔ 219/1991 δεν καθιστά την ένδικη ρήτρα άκυρη.

Ούτε επίσης μπορεί να γίνει λόγος και για παραβίαση του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α, που κατοχυρώνει το δικαίωμα στην ιδιοκτησία, στην οποία περιλαμβάνεται και η περιουσία, εκ του ότι στην Ελλάδα ίσως υπήρχε η δυνατότητα ευνοϊκωτέρας μεταχειρίσεως ως προς την αποζημίωση της αναιρεσείουσας.

Σε κάθε περίπτωση όμως, είναι σύμφωνο προς το πνεύμα του δικαίου να μπορεί ευχερώς το επιληφθέν εθνικό δικαστήριο να αποφαίνεται επί της αρμοδιότητάς του, βάσει των κανόνων του Κανονισμού, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να προχωρήσει στην κατ' ουσίαν έρευνα της υπόθεσης. Έτσι η επιλογή του υποδειχθέντος δικαστηρίου εκτιμάται μόνον ενόψει των παραμέτρων που άπτονται των επιταγών του άρθρου 23 του Κανονισμού44/2001 και αποκλείονται ως εκ τούτου παράμετροι που αφορούν πλην άλλων, και τους ουσιαστικούς κανόνες περί ευθύνης που τυγχάνουν εφαρμογής ενώπιον του επιλεγέντος δικαστηρίου (βλ.υπόθεση Trusparti Castelleti /Hugo Trumpy (1999) υπό το πρίσμα του σχεδόν ομοίου άρθρου 17 της Συμβάσεως των Βρυξελλών.

Συνακολούθως δε η παραδοχή του Εφετείου ότι με την υπαγωγή της ενδίκου διαφοράς στα αρμόδια κατά παρέκταση αγγλικά δικαστήρια, η αναιρεσείουσα δεν στερείται προστασίας, όσον αφορά αποζημίωση πελατείας, αφού και το αγγλικό δίκαιο προβλέπει πλήρη προστασία των δικαιωμάτων και συμφερόντων του εμπορικού αντιπροσώπου και μάλιστα κατά μεταφορά της Οδηγίας 86/653/ΕΟΚ, τυγχάνει, ενόψει των λοιπών ως άνω συναφών παραδοχών του, πλεοναστική και μη αναγκαία, για την στήριξη του πορίσματος του περί μη ακυρότητος εκ της αιτίας ταύτης της επίμαχης ρήτρας.

Επομένως, οι προσαπτόμενες ,στην προσβαλλομένη απόφαση για την άνω παραδοχή της πλημμέλειες από τους αριθμούς 8,11 γ' και 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.,(μη προβολή σχετικού ισχυρισμού, αντίθετη ομολογία των αναιρεσιβλήτων και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή το άρθρο 1 παρ. 1 της Οδηγίας 86/653/ΕΟΚ που ενσωματώθηκε στο αγγλικό δίκαιο και των ανωτέρω γενικών αρχών και θεμελιωδών δικαιωμάτων του ενωσιακού δικαίου σε συνδυασμό προς το άρθρο 23 Κανονισμού 44/2001), ελέγχονται ως αλυσιτελείς καθόσον αφορούν γεγονός που δεν ασκεί επίδραση στη διαμόρφωση του αντιστοίχου πορίσματος και εν γένει στην έκβαση της δίκης.

Εξάλλου, ο αυτός λόγος αναιρέσεως ως προς την αιτίασή του που αφορά την απόρριψη από το Εφετείο του αιτήματος της αναιρεσειούσης για αποστολή προδικαστικών ερωτημάτων στο ΔΕΕ, κατ' άρθρο 267 ΣΛΕΕ, για την ερμηνεία του άρθρου 23 Κανονισμού 44/2001 σε συνδυασμό με τις προαναφερθείσες αρχές του ευρωενωσιακού δικαίου, είναι απαράδεκτος, αφού η σχετική κρίση του Εφετείου, αναγομένη σε πραγματικό ζήτημα δεν ελέγχεται αναιρετικώς, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ,.

Τέλος το Εφετείο με την απόρριψη ως απαραδέκτου της ενδίκου αγωγής, λόγω ελλείψεως δικαιοδοσίας δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 14 Κ.Πολ.Δ. και η αντίστοιχη αιτίαση που προβάλλεται με τον ίδιο αναιρετικό λόγο τυγχάνει αβάσιμη.

Εξάλλου, η αναιρεσείουσα με το τρίτο λόγο, της αιτήσεως αναιρέσεως κατά το πρώτο και τρίτο μέρος του, προβάλλει, την αιτίαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ισχυριζομένη ειδικότερα ότι το Εφετείο, κατά παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 173, 200 και 361 ΑΚ σε συνδυασμό προς το άρθρο 23 του Κανονισμού 44/2001 του Συμβουλίου, ερμήνευσε την ρήτρα περί αποκλειστικής δικαιοδοσίας των αγγλικών δικαστηρίων σε σχέση με τις καταλαμβανόμενες από αυτήν αξιώσεις, περιλαμβάνοντας σ' αυτές και τις αδικοπρακτικής φύσεως αξιώσεις των διαφυγόντων κερδών και της χρηματικής ικανοποιήσεως, ερειδόμενες στις διατάξεις των άρθρων 1, 18 α Ν. 146/1914, 297, 298, 281, 914, 919, 932, 57 και 58 του Α.Κ., που δεν συνέχονται με την αθέτηση των συμβατικών υποχρεώσεων των αναιρεσιβλήτων αλλά πηγάζουν από πράξεις αθέμιτες και παρά το νόμο δέχθηκε την ένσταση ελλείψεως διεθνούς δικαιοδοσίας των ελληνικών δικαστηρίων και κήρυξε απαράδεκτη την αγωγή και κατά τις ανωτέρω βάσεις της.

Το Εφετείο, ως ήδη εξετέθη, επί του ζητήματος τούτου που αποτελούσε αντικείμενο του εβδόμου λόγου εφέσεως της αναιρεσειούσης, δέχθηκε τα εξής : " ... από το ... περιεχόμενο της....ρήτρας παρεκτάσεως, δεν καταλείπεται οιαδήποτε αμφιβολία ότι η ρήτρα καλύπτει όχι μόνο συμβατικές διαφορές, αλλά οιεσδήποτε, και εξωσυμβατικές, εντεύθεν και αδικοπρακτικής φύσεως αξιώσεις.

Στα δικαστήρια που προαναφέρθηκαν υπάγεται, χωρίς διάκριση, κάθε διαφορά που έχει αφετηρία και ιστορικό υπόβαθρο τη σύμβαση, ήτοι υπάγονται όλες οι διαφορές, που απορρέουν από την επίδικη σύμβαση διανομής όσο και οι συναφείς αδικοπρακτικές αξιώσεις, εφόσον και οι αξιώσεις αυτές σχετίζονται με τη σύμβαση διανομής, ενόψει του ότι δεν γίνεται διάκριση γι' αυτές.

Τούτο προκύπτει, χωρίς αμφιβολία, από τη σαφή διατύπωση "ο αγοραστής αμετάκλητα υποβάλλεται όσον αφορά τα ζητήματα που προκύπτουν από αυτή τη συμφωνία στην αποκλειστική δικαιοδοσία των αγγλικών δικαστηρίων" και "Ο αγοραστής ανέκκλητα υποβάλλει όλες τις διαφορές και ζητήματα από το παρόν στην αποκλειστική δικαιοδοσία των αγγλικών δικαστηρίων" Οι αδικοπρακτικές αξιώσεις που προβάλλει η ενάγουσα, καλύπτονται από την πιο πάνω συμφωνία, αφού δεν είναι άσχετες με τη σύμβαση καθεαυτή, συνδέονται άρρηκτα με την προβαλλόμενη έννομη σχέση (σύμβαση), δε στηρίζονται σε γεγονότα εκτός αυτής και άρα δεν κείνται εκτός του συμβατικού πεδίου, ήτοι η επίδικη συμφωνία (ρήτρα) καλύπτει και τις συναφείς αξιώσεις που απορρέουν από τη συγκεκριμένη έννομη σχέση και στηρίζονται στις περί αδικοπραξιών διατάξεις....

Το αίτημα της εκκαλούσας - ενάγουσας για την υποβολή προδικαστικού ερωτήματος προς το ΔΕΚ, σε σχέση με το ζήτημα αυτό πρέπει να απορριφθεί, αφού σύμφωνα με τα ανωτέρω, δεν καταλείπεται αμφιβολία περί αυτού στο δικαστήριο τούτο, ώστε να τίθεται ζήτημα κατ' άρθρο 267 παρ.3 Συνθ ΛΕΕ για την υποβολή προδικαστικού ερωτήματος και εξάλλου περί αυτού έχει ήδη αποφανθεί το ΔΕΚ, καθορίζοντας σαφώς ότι τυχόν τέτοια συμφωνία καλύπτει και τις συναφείς αξιώσεις που απορρέουν από τη συγκεκριμένη έννομη σχέση και στηρίζονται στις περί αδικοπραξιών διατάξεις, προκειμένου να αποφευχθούν λύσεις που θα μπορούσαν να είναι ασυμβίβαστες εάν οι υποθέσεις κρίνονται χωριστά.

Οι ενοχές που έχουν ως πηγή προελεύσεώς τους τη σύμβαση ή που απορρέουν από αθέτηση συμβατικής υποχρεώσεως ακόμη και στην περίπτωση συρροής συμβατικής και εξωσυμβατικής ευθύνης επιβάλλεται λόγω της συνάφειας να εκδικασθούν ταυτόχρονα από το ίδιο δικαστήριο, ώστε να αποφευχθεί η έκδοση ασυμβίβαστων μεταξύ τους αποφάσεων αν τυχόν οι υποθέσεις εκδικάζονταν χωριστά Επομένως, ο έβδομος λόγος της έφεσης ...πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος".

Υπό τις ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως τυγχάνει, αβάσιμος προεχόντως, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον το Εφετείο, δεν δέχθηκε αμέσως ή εμμέσως την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας ως προς το περιεχόμενο της επίμαχης ρήτρας και δη ως προς τις αξιώσεις που ρυθμίζονται από αυτή και δεν προέβη στην ερμηνεία ταύτης.

Ούτε προκύπτει εμμέσως ότι προέβη σε ερμηνεία από την φράση "ενόψει και του ότι δεν γίνεται διάκριση γι' αυτές", καθόσον αυτή περιελήφθη προς επιβεβαίωση της ως άνω παραδοχής του. Αντιθέτως το Εφετείο έκρινε ότι από το ... περιεχόμενο της....ρήτρας παρεκτάσεως, δεν καταλείπεται οιαδήποτε αμφιβολία ότι η εν λόγω ρήτρα καλύπτει όχι μόνο συμβατικές διαφορές αλλά και αδικοπρακτικής φύσεως αξιώσεις.

Οι αδικοπρακτικές δε αξιώσεις που προβάλλει η αναιρεσείουσα, καλύπτονται από την ως άνω ρήτρα, αφού δεν είναι άσχετες με τη σύμβαση καθεαυτή, αλλά έχουν αναγκαίο ιστορικό υπόβαθρο τη σύμβαση και συνδέονται άρρηκτα μετ' αυτής.Μετά ταύτα, το Εφετείο με την ως άνω κρίση του δεν παραβίασε τις ανωτέρω διατάξεις και δεχόμενο την ένσταση περί ελλείψεως δικαιοδοσίας και για τις προβαλλόμενες με την αγωγή αδικοπρακτικές αξιώσεις, δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτη αυτή (αγωγή).

Ενόψει δε όλων των προαναφερομένων, δεν υφίσταται λόγος για αποστολή προδικαστικών ερωτημάτων στο ΔΕΕ ούτε παραπομπής στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου τούτου κατ'αρθρο 563 ΚΠολΔ, όπως αβάσιμα αιτείται η αναιρεσείουσα. Εξάλλου ,ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστό διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσειων θεωρεί ορθό.

Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΟΛΑΠ2/2008).

Με τον ίδιο ως άνω λόγο αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, κατά παραμόρφωση του περιεχομένου των άρθρων 15 της από 1-1-2005 συμβάσεως διανομής, 16 του Παραρτήματος Γ και 15 του Παρατήματος Δ αυτής που τροποποιήθηκε με την από 26-11-2008 επιστολή, δέχθηκε ότι στην ρήτρα παρεκτάσεως υπέρ των αγγλικών δικαστηρίων υπάγονται και οι αδικοπρακτικές αξιώσεις.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι όπως προκύπτει από το περιεχόμενο των συγκεκριμένων συμβατικών όρων που παρατίθενται στην απόφαση και στο αναιρετήριο, η προβαλλομένη σχετική αιτίαση δεν αφορά διαγνωστικό λάθος της αποφάσεως, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση των εν λόγω συμβατικών όρων, με την απόδοση σ' αυτούς περιεχομένου διαφορετικού από εκείνο που πράγματι έχουν, αλλά εκτιμητικό τοιούτο, τουτέστιν συναγωγή από το Εφετείο με βάση το ορθώς διαγνωσθέν περιεχόμενο των ιδίων εγγράφων αποδεικτικού πορίσματος διαφορετικού από εκείνο που η αναιρεσείουσα θεωρεί ορθό, πρόκειται δηλαδή για παράπονο, αναγόμενο στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου.

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αριθ. 4 και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.

Η έκθεση δε στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξιώσεως, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν Δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξιώσεως που θεμελιώνεται επ' αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση (Α.Π. 2048/2013, 882/2013, 481/2012).

Εξάλλου, η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνος ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αν το Δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσεώς του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του ασκουμένου δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα (Ολ.

Α.Π. 18/1998). Η δε ποιοτική αοριστία, δηλαδή η επίκληση των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά περιστατικών και η ποσοτική αοριστία, δηλαδή η μη αναφορά όλων των στοιχείων που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχονται από τους αριθμούς 8 και 14 αντιστοίχως του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. (Ολ.ΑΠ. 15/2000), Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ.

λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά την μη επαρκή έκθεση σ' αυτήν των στοιχείων, που είναι αναγκαία για την στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη( Α.Π.536/2011, 705/2011, 604/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο καθόσον αφορά τη δευτέρα εναγομένη-ήδη δευτέρα αναιρεσίβλητη, για την οποία η αναιρεσείουσα επικαλείται παραβίαση των άρθρων 914 και 919 Α.Κ., δέχθηκε τα ακόλουθα : "Στην ένδικη αγωγή διαλαμβάνονται τα εξής: .... "ο σχεδιασμός του αζήμιου σφετερισμού της σημαντικής πελατείας της ενάγουσας, μετά την εξαγορά της εναγομένης (ενν.πρώτης) από τον όμιλο D.

έγινε με την ενεργό συμμετοχή των οργάνων και στελεχών, με σκοπό την αύξηση των κερδών της δεύτερης εναγόμενης", "ο όμιλος D. δια της δεύτερης εναγόμενης πρέπει να συνέλαβε στρατηγικό σχέδιο με σκοπό την αζήμια υφαρπαγή της πελατείας της ενάγουσας και την εκτόπισή της από την αγορά".... "Τα στελέχη που υλοποιούσαν τις συμφωνίες και τους σχεδιασμούς της εναγομένης (ενν.πρώτης), απαίτησαν να αφαιρέσουν από την πελατεία της ενάγουσας τους μεγάλους πελάτες.

Στη διαμαρτυρία της ενάγουσας ότι η σύμβαση ήταν αποκλειστική, τα στελέχη των εναγομένων εταιρειών, υποσχέθηκαν ότι ως αντιστάθμισμα θα της χορηγούσαν το δικαίωμα διανομής άλλης γκάμας προϊόντων και έτσι τα έσοδα που θα έχανε από τους πελάτες αυτούς θα τα αντιστάθμιζε με τον τζίρο από την πελατεία αυτή.

Έτσι το 2010 υφάρπαξαν τον πελάτη B. M. και μερικώς τον πελάτη D., την υφαρπαγή του οποίου ολοκλήρωσαν το 2011 και πραγματοποίησαν πωλήσεις στην εταιρεία ..., το 2012 επιχείρησαν να υφαρπάσουν την εταιρεία .... Ειδικότερα ρσον αφορά τον πελάτη ..., που ήταν πελάτης της ενάγουσας πριν την υπογραφή της σύμβασης με την εναγόμενη (ενν.πρώτη) υφαρπάσθηκε από την εναγόμενη (ενν.πρώτη) με παραπλανητικό τρόπο", (σελ, 16) : "Δεύτερη παρεμποδιστική τακτική ήταν η αρξαμένη από το έτος 2010 άρνηση πώλησης των ακρυλικών γαλακτωμάτων παραγωγής της εναγόμενης (ενν.πρώτης) με την επίκληση δήθεν έλλειψης αυτών, ενώ η ίδια η δεύτερη εναγόμενη τα δήθεν υπό έλλειψη προϊόντα πωλούσε σε πελάτες της που σημαίνει ότι δεν υπήρχε έλλειψη....

Αυτή η πολιτική της εναγόμενης (ενν.πρώτης) προκάλεσε σημαντική ζημία στην ενάγουσα διότι α) της στερήθηκε η δυνατότητα να ικανοποιήσει όλες τις παραγγελίες των πελατών β) η εναγόμενη ουσιαστικά υποχρέωσε την ενάγουσα να επιλέξει και να ικανοποιήσει τις παραγγελίες του πελάτη ... σε βάρος των άλλων πελατών, πράγμα αντίθετο στα συμφέροντα της ενάγουσας, δοθέντος ότι το ποσοστό μικτού κέρδους στη ...

ήταν μικρότερο του ποσοστού για οποιοδήποτε άλλο πελάτη γ) έπληξε καίρια την αξιοπιστία και φήμη της ενάγουσας στην αγορά".. "Τρίτον, η κακόπιστη και αντισυμβατική συμπεριφορά των στελεχών της δεύτερης εναγόμενης που λειτουργούσαν και στο όνομα και για λογαριασμό της εναγόμενης (ενν. πρώτης) εντάθηκε το 2012.

Όπως εκτέθηκε παραπάνω συνεπεία της μείωσης του τζίρου λόγω της κρίσης αλλά κυρίως των αντισυμβατικών και παράνομων συμπεριφορών της εναγόμενης, δια των στελεχών της δεύτερης εναγόμενης, δημιουργήθηκε υστέρηση στην καταβολή ληξιπρόθεσμων τιμολογίων πώλησης τον μήνα Ιανουάριο 2012. Η ίδια η εναγόμενη προέβη σε ρύθμιση αυτών, τα οποία και θα εξοφλούνταν με ρυθμό που είχε συμφωνηθεί μεταξύ των μερών.

Ωστόσο η εναγόμενη τον Απρίλιο του 2012 αρνήθηκε να πωλήσει συμβατικά προϊόντα επικαλούμενη τις ληξιπρόθεσμες οφειλές. Και όχι μόνο αυτό αλλά εφεξής ζητούσε την προμήθεια των προϊόντων με προκαταβολή έως και 200 % της αξίας των εμπορευμάτων"..."Τέταρτο, πρέπει να αναφερθεί η παρακάτω προσπάθεια της εναγόμενης (εν.πρώτης) διά της άσκησης πίεσης προς την ενάγουσα να αποδεχθεί να πωλήσει/μεταβιβάσει την υπό κρίση σύμβαση και άλλες στον όμιλο R., ενταγμένη αναμφιβόλως στο σχεδιασμό της για αζήμια εκτόπιση της ενάγουσας από την αγορά τα στελέχη της εναγόμενης και εν γένει του ομίλου D.

ήλθαν περί το Ιανουάριο 2012 προφανώς σε επαφή με την πολυεθνική εταιρία R., η οποία έχει θυγατρική στην Ελλάδα (την ... ΑΕ), που διανέμει οικοδομικά προϊόντα της D. Ο εμπορικός υπεύθυνος της δεύτερης εναγόμενης κ. Δ. Ν. δήλωσε στην ενάγουσα στις αρχές Φεβρουάριου 2012 ότι τον προσέγγισε εταιρία διανομής η οποία ενδιαφερόταν για την απόκτηση της πελατείας της ενάγουσας σε σχέση με τα προϊόντα της εναγόμενης.

Ο κ. Ν. δεν κατονόμασε την εταιρία παρόλο που ρωτήθηκε, αλλά δήλωσε ότι δεν παρείχε στην εταιρία αυτή καμία πληροφορία για τυχόν οφειλές της ενάγουσας προς την εναγόμενη, αν και δεν ρωτήθηκε σχετικά. Και πράγματι, χωρίς η ενάγουσα να ανακοινώσει ότι προβαίνει σε πώληση της επιχείρησής της, η R., προσέγγισε τον μήνα Απρίλιο 2012 την ενάγουσα και πρότεινε να εξαγοράσει την υπό κρίση σύμβαση αποκλειστικής διανομής, ενώ τα στελέχη της εναγόμενης (ενν.πρώτης) τόνιζαν στην ενάγουσα ότι μια τέτοια ενέργεια θα ήταν θετική για τον όμιλο D.

άρα και για την εναγόμενη. Μετά από πολύμηνες διαπραγματεύσεις, η ενάγουσα αρνήθηκε την πρόταση της R., παρά τις προτροπές της εναγόμενης. Αντίθετα διαμαρτυρήθηκε για την πτώση του τζίρου που επήλθε από τις παραπάνω αντισυμβατικές ενέργειες της εναγόμενης, και ζήτησε να επανέλθουν στα αρχικώς συμφωνηθέντα οι συναλλακτικοί όροι.

Η εναγόμενη κώφευε στις επανειλημμένες εκκλήσεις της ενάγουσας στο παραπάνω αυτό εύλογο και δίκαιο αίτημα. Έτσι το έθεσε με επίταση και πάλι με το από 17-10- 12 ηλεκτρονικό μήνυμα προς το αρμόδιο στέλεχος της εναγόμενης κ Ρ. D., εμπορικό υπεύθυνο των εναγόμενων, ο οποίος με το από 17-10-12 μήνυμά του απάντησε ότι θα δώσει επίσημη απάντηση "σε λίγες ημέρες".

Ωστόσο επανήλθε την 19η Οκτωβρίου 2012 δηλώνοντας ότι είχε ανεπίσημα πληροφορηθεί ότι είχε επέλθει συμφωνία μεταξύ της ενάγουσας και R.. Όταν η ενάγουσα την επόμενη εργάσιμη ημέρα τον ενημέρωσε ότι αυτό δεν ήταν αληθές και ότι το αίτημά της ισχύει, σε απάντησή του την 23η Οκτωβρίου 2012 υποσχέθηκε απάντηση "σε εύλογο χρόνο".

Ωστόσο απάντησε μόλις την 15η Νοεμβρίου 2012 με μήνυμα στο οποίο εξέφρασε την απογοήτευσή του για την μη αποδοχή της αναθεωρημένης προσφοράς της R. και ανέφερε ότι αποδοχή της προσφοράς θα βελτίωνε τις οικονομικές σχέσεις μεταξύ των δύο εταιρειών, πράγμα αναληθές, αφού αποδοχή της προσφοράς θα διέκοπτε τη συνεργασία (αφού οι συμβάσεις διανομής μεταξύ της ενάγουσας και της εναγόμενης θα περιέρχονταν στην R.).

Με το ίδιο μήνυμα προειδοποίησε την ενάγουσα ότι καθώς δεν επήλθε συμφωνία με την R., το πιστωτικό όριο (που ουδέποτε είχε συμφωνηθεί) θα αναθεωρούνταν μονομερώς στο τέλος του έτους. Από την αλληλογραφία αυτή καθίσταται προφανές ότι η εναγόμενη πίεζε την ενάγουσα να συναινέσει σε εξαγορά των συμβάσεων από τη R., με προφανή στόχο να αποδεσμευθεί αζημίως από τη μακρόχρονα σύμβαση με την ενάγουσα"... "οι σχέσεις είχαν διαταραχθεί λόγω των ενεργειών των εναγόμενων εταιρειών και ιδίως της εναγόμενης (ενν.πρώτης) από το 2011, με την υφαρπαγή του πελάτη ....

Ωστόσο αξίζει να αναφερθούν και οι παρακάτω αντισυμβατικές και παράνομες ενέργειες των εναγόμενων εταιρειών που έλαβαν χώρα το 2012 που οδήγησαν στη λύση της σύμβασης αποκλειστικής διανομής. Τον Ιανουάριο του 2012, η ενάγουσα εμφάνισε καθυστέρηση πληρωμών. Αυτή οφείλονταν σε μείωση ταμειακών εισροών. Η μείωση αυτή ήταν αναμενόμενη από τον Νοέμβριο του 2012 και ο Διευθ.Σύμβουλος της ενάγουσας είχε ενημερώσει και τον τότε οικονομικό υπεύθυνο της δεύτερης εναγόμενης αρμόδιο για τις πληρωμές της ενάγουσας στην εναγόμενη, κ.Κ.Τ., ότι θα υπάρξει πρόβλημα πληρωμών στα τέλη Δεκεμβρίου 2011 ή στις αρχές του Ιανουάριου Η απάντησή του ήταν "σας εμπιστευόμαστε, όταν προκύψει το πρόβλημα θα το αντιμετωπίσουμε μαζί και θα σας δώσουμε χρόνο να μας εξοφλήσετε".

Μετά από προσπάθειες της ενάγουσας, οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δεκεμβρίου εξοφλήθηκαν πλήρωσε και το πρόβλημα προέκυψε τον Ιανουάριο του 2012. Σε σύσκεψη στα γραφεία της ενάγουσας με συμμετοχή στελεχών της εναγόμενης και της δεύτερης εναγόμενης από το εμπορικό τμήμα (G.P., B.O. και Δ. Ν.) αλλά και του Κ. Τ., οικονομικού υπεύθυνου της δεύτερης εναγόμενης, συμφωνήθηκε να δοθεί στην ενάγουσα χρόνος τριών μηνών (έως τα τέλη Μάιου 2012) να εξοφλήσει τις οφειλές, οι οποίες κατά την ημερομηνία της σύσκεψης ήταν 280.000 Ευρώ.

Ωστόσο, στις αρχές Απριλίου του 2012, η εναγόμενη (ενν.πρώτη) σταμάτησε να παραδίδει στην ενάγουσα εμπορεύματα, επικαλούμενη την ανάγκη μείωσης του πιστωτικού ορίου και ζητώντας από την ενάγουσα πληρωμή τοις μετρητοίς ή την γραπτή εξουσιοδότηση της ενάγουσας ώστε η δεύτερη εναγόμενη να πουλήσει απευθείας στην ..., το μεγαλύτερο πελάτη της ενάγουσας.

Μάλιστα η εναγόμενη απαιτούσε την μείωση του πιστωτικού ορίου .... Η απαίτηση αυτή αποτελούσε στην ουσία έμμεση αλλά σαφή καταστρατήγηση της συμφωνίας για πίστωση 90 ημερών, και καθιστούσε εξαιρετικά δύσκολη την αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών, την οποία η ενάγουσα ως τότε πραγματοποιούσε με ρυθμό μεγαλύτερο από αυτόν που είχε συμφωνηθεί.

Στα πλαίσια του σχεδίου της για εκτόπιση της ενάγουσας από να προκαλέσει στην ενάγουσα αδυναμία εκπλήρωσης υποχρεώσεων, για να την εκτοπίσει αζημίως από την αγορά"... "Με πρόφαση τον πιστωτικό κίνδυνο (ο οποίος ήταν εξαιρετικά περιορισμένος καθώς οι πωλήσεις της ενάγουσας προς τη ... ήταν κατά 80% ασφαλισμένες....

η εναγόμενη (ενν.πρώτη) επέμενε εκ νέου τον Απρίλιο 2012 να πουλήσει απευθείας στον πελάτη αυτό, επικαλούμενη τη στρατηγική σημασία του πελάτη ... (παραγνωρίζοντας ότι η ... είναι πελάτης της ενάγουσας και της εναγόμενης). Ανάλογο αίτημα να πουλήσει απευθείας στην ... η εναγόμενη είχε απευθύνει στην ενάγουσα και στις 25 Ιανουάριου 2012 (πριν προκύψει το θέμα των πληρωμών), επικαλούμενη τότε περιορισμένα περιθώρια κέρδους, πράγμα εντελώς ανακριβές....

Μετερχόμενη δηλαδή διάφορες προφάσεις η εναγόμενη επιζητούσε με επιμονή τη συναίνεση της ενάγουσας για πραγματοποίηση απευθείας πωλήσεων στην .... Η ενάγουσα ουδέποτε συναίνεσε και διαμαρτυρόταν για την συμπεριφορά αυτή της εναγόμενης. Η εναγομένη επέμενε να αρνείται την παράδοση εμπορευμάτων στην ενάγουσα επικαλούμενη κίνδυνο και απαιτούσε να της επιτραπεί, να προβεί σε απευθείας πωλήσεις προς την ....

Η εναγόμενη επέμεινε και όλως αντισυμβατικά πραγματοποίησε απευθείας πωλήσεις προς την ... τον Μάιο/Ιούνιο/Ιούλιο του 2012, παρά την αντίρρηση της ενάγουσας και παρά το γεγονός ότι η ενάγουσα είχε ικανοποιήσει τις απαιτήσεις που προέβαλε η εναγόμενη. Μάλιστα εκμεταλλευόμενη τη σχέση της απόλυτης εξάρτησης εξανάγκασε την ενάγουσα εκ των υστέρων να υπογράψει σύμβαση με την οποία δεχόταν προμήθεια 2% για τις πωλήσεις που η εναγόμενη εντελώς αντισυμβατικά είχε ήδη πραγματοποιήσει στη ....

Η ενάγουσα, υπέγραψε τη σύμβαση με την οποία η εναγόμενη της υποσχέθηκε προμήθεια 2% επί των πωλήσεων που αντισυμβατικά είχαν πραγματοποιηθεί προς τη ... διότι αφενός είχε τεθεί προ τετελεσμένου γεγονότος, και αφετέρου διότι λόγω της μακρόχρονης συνεργασίας, αλλά και της σχέσης της απόλυτης εξάρτησης της από την εναγόμενη, επιθυμούσε τη συνέχιση της συνεργασίας για εύλογο χρονικό διάστημα προκειμένου να αποσβεστούν οι επενδύσεις που η ενάγουσα κατόπιν παρότρυνσης της ίδιας της εναγόμενης είχε πραγματοποιήσει.

Παρόλο που η ενάγουσα προέβη στην χειρονομία αυτή στα πλαίσια της καλής πίστης, η εναγόμενη αθέτησε τη συμφωνία, και μέχρι την ημερομηνία λύσης της σύμβασης αποκλειστικής διανομής δεν είχε παράσχει στην ενάγουσα στοιχεία για τον όγκο και την αξία των πωλήσεων που είχαν πραγματοποιηθεί απευθείας στη ..., ούτε φυσικά κατέβαλε την συμφωνηθείσα προμήθεια",... "Η διοίκηση της ενάγουσας, στα πλαίσια της καλής πίστης, κατέβαλε κάθε προσπάθεια ώστε να συνεχίσει η λειτουργία της, παρά τις βλαπτικές ενέργειες των εναγόμενων εταιρειών, και κατόρθωσε τον Ιούλιο του 2012 να εξοφλήσει το σύνολο των ληξιπρόθεσμων οφειλών.

Ωστόσο η εναγομένη συνέχισε να προβάλλει απαράδεκτους όρους (προκαταβολή του 150% της αξίας των παραγγελιών κ.α). Η ενάγουσα καλώντας την εναγομένη προς συμμόρφωση στους συμβατικούς όρους απέστειλε το από 17/10/2012 ηλεκτρονικό μήνυμα προς το αρμόδιο στέλεχος-εμπορικό διευθυντή της εναγομένης D. Σε σύντομη απάντηση του ο Κ.

D. απέστειλε το μήνυμα: "Ευχαριστώ για το Email σας. Καταλαβαίνω τη δύσκολη κατάσταση και θα σας απαντήσω επίσημα σε λίγες μέρες. Το συμβόλαιο σας με την D. περιλαμβάνει εξάρτηση από την πιστοληπτική σας ικανότητα και αυτή έχει τρωθεί λόγω της οικονομικής κρίσης. Θα επανεξετάσουμε την κατάστασή σας και θα επανέλθουμε όπως αναφέρθηκε".

Ωστόσο, αντί να επανέλθει όπως υποσχέθηκε, απέστειλε μήνυμα: " η είδηση ότι έχετε έλθει σε συμφωνία για την πώληση της εταιρίας σας στη R. έφτασε ανεπίσημα σε εμένα. Είναι αληθινή αυτή η είδηση; Αν είναι έτσι, θα χρειαστεί να συναντήσουμε τη νέα διεύθυνση και να καταλάβουμε (τη) νέα οικονομική δομή δύναμη.

Ευελπιστούμε σε συνέχιση της μακρόχρονης συνεργασίας μας". Όταν η ενάγουσα τον πληροφόρησε ότι δεν έχει επέλθει συμφωνία, και το από 17/10/2012 αίτημά της είναι ακόμα εκκρεμές, απάντησε με μήνυμα : "Σας ευχαριστώ για την ενημέρωση σχετικά με την κατάσταση των διαπραγματεύσεών σας με R.......Τους προηγούμενους 8-9 μήνες, η εταιρία σας είχε σημαντικές ληξιπρόθεσμες οφειλές προς την D., θα ήθελα να σας ευχαριστήσω για την επιστροφή σας σε κατάσταση μηδενικών ληξιπρόθεσμων οφειλών.

Προσπαθήσαμε με τον καλύτερο και πιο ευέλικτο δυνατό τρόπο να συνεχίσουμε να εξυπηρετούμε τους στρατηγικής σημασίας πελάτες και να μην διαταράξουμε την αμοιβαία μας δουλειά με αυτούς. Έχω ξεκινήσει τη διαδικασία μέσω των κυρίων C.D. Κ. Τ. και της ομάδας πιστώσεων και ελπίζω ότι εντός ενός εύλογα σύντομου χρονικού διαστήματος θα μπορέσουμε να έχουμε μια σύσταση που θα επιτρέψει αμοιβαία συνέχιση και ανάπτυξη της δουλειάς".

Μετά το παραπάνω μήνυμα η ενάγουσα απευθύνθηκε στους κ. D. και Τ. οι οποίοι δήλωναν (ο κD. μέσω της υφιστάμενης του κας Σ.Λ. και Τ. σε απευθείας τηλεφωνική συνομιλία με τον Διευθύνοντα Σύμβουλο της ενάγουσας) ότι το αίτημα βρίσκεται υπό εξέταση και ότι τόσο Κ. D. όσο και το τμήμα πιστώσεων υπό τον κ. Τ. έχουν εισηγηθεί την ικανοποίησή του",... "η δεύτερη εναγόμενη διά των αρμοδίων διευθυντικών στελεχών συντέλεσε στην υλοποίηση του σχεδίου για εκτόπιση της ενάγουσας στην αγορά, τόσο με την υφαρπαγή μεγάλων πελατών και την άρνηση πωλήσεων και με το σχεδίασμά και την επιβολή πίεσης στην ενάγουσα για αποδοχή -πρότασης εξαγοράς της σύμβασης από την εταιρεία R.

κ.α..". Υπό τα ως άνω εκτιθέμενα η ενάγουσα επικαλείται αντισυμβατική, παράνομη και αδικοπρακτική συμπεριφορά της πρώτης εναγομένης, συνισταμένη σε μεθοδεύσεις και πιέσεις που η τελευταία μετήλθε για να επιτύχει τον εκτοπισμό της ενάγουσας από την αγορά. Όσον αφορά όμως τη δεύτερη εναγομένη, όλως αορίστως επιχειρεί να θεμελιώσει παράλληλη αδικοπρακτική ευθύνη αυτής, επικαλούμενη ότι δια των αρμοδίων στελεχών της συντέλεσε στην υλοποίηση του σχεδίου για εκτόπιση της από την αγορά, τόσο με την υφαρπαγή μεγάλων πελατών και την άρνηση πωλήσεων όσο και με το σχεδίασμά και την επιβολή πίεσης για αποδοχή της πρότασης εξαγοράς της σύμβασης από τη R., χωρίς όμως να μνημονεύει πράξεις ή παραλείψεις συγκεκριμένων οργάνων ή προστηθέντων της δεύτερης εναγόμενης που σκοπούσαν και συντέλεσαν στην επίτευξη των ανωτέρω και οι οποίες συνιστούν αδικοπρακτική ή αντικείμενη στα χρηστά ήθη.

συμπεριφορά σημειουμένου ότι όσες πράξεις των οργάνων-προστηθέντων της δεύτερης εναγομένης αναφέρονται δε συνιστούν αδικοπρακτική συμπεριφορά. Εξάλλου, το γεγονός ότι η δεύτερη εναγομένη τυγχάνει θυγατρική εταιρεία του ομίλου εταιρειών "...", που εξαγόρασε την πρώτη εναγομένη, δεν αρκεί για να αποδοθεί σε αυτήν, τυχόν τελεσθείσα από την πρώτη εναγομένη ή τον παραπάνω όμιλο αδικοπραξία, αφού η δεύτερη εναγομένη συνιστά αυτόνομο και ανεξάρτητο νομικό πρόσωπο, με μοναδική σχέση την παραλαβή των παραγγελιών της ενάγουσας και τη διαβίβασή τους στην πρώτη εναγόμενη.

Είναι δε χαρακτηριστικό ότι η ενάγουσα στο αγωγικό δικόγραφο αναφέρεται κατ'εξοχήν σε δράση της πρώτης εναγομένης και όλως αορίστως και συγκεχυμένα εμπλέκει τη δεύτερη εναγομένη, μνημονεύοντας πότε αυτήν πότε την πρώτη εναγομένη πότε και τις δύο, χωρίς όμως να προβαίνει σε αναφορά συγκεκριμένων αδικοπρακτικών ενεργειών της δεύτερης εναγομένης.

Ενόψει των ανωτέρω, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο...που απέρριψε την ένδικη αγωγή, ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, όσον αφορά την δεύτερη εναγομένη ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε το νόμο και τα αντιθέτως υποστηριζόμενα με την ένδικη έφεση τυγχάνουν αβάσιμα. Συνακόλουθα των ανωτέρω...πρέπει η ένδικη έφεση να απορριφθεί ως αβάσιμη...".., Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παρεβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων, 18, 22 του ν. 2190/1920, 70, 71 , 914 και 919 του Α.Κ., αξιώνοντας για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσεώς του στοιχεία περισσότερα από εκείνα που προβλέπονται από τις διατάξεις αυτές για την θεμελίωση των αντιστοίχων αγωγικών αξιώσεων.

Επομένως ο περί του αντιθέτου τέταρτος λόγος του αναιρετηρίου, κατά το πρώτο μέρος του, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., υπό την έννοια ότι το Εφετείο, κατ' εσφαλμένη εφαρμογή των προαναφερομένων διατάξεων έκρινε την αγωγή ως αόριστη , αξιώνοντας στοιχεία περισσότερα των απαιτουμένων από τις ρηθείσες διατάξεις για την νομική θεμελίωση της αγωγής και δη πράξεις και παραλείψεις συγκεκριμένων οργάνων ή προστηθέντων της δευτέρας εναγομένης, εντός των ορίων της αντιπροσωπευτικής των εξουσίας, τυγχάνει αβάσιμος.

Αβάσιμος ωσαύτως τυγχάνει ο ίδιος, ως άνω, λόγος αναιρέσεως και κατά την εκ του αριθμού 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. αιτίασή του (δεύτερο μέρος του), της εσφαλμένης δηλαδή απορρίψεως ως αορίστου της αγωγής παρά την επαρκή έκθεση στο δικόγραφο της των αναγκαίων για την θεμελίωσή της γεγονότων και δη των πράξεων και παραλείψεων των οργάνων και προστηθέντων της δευτέρας εναγομένης που συνιστούν την αδικοπρακτική ή αντίθετη στα χρηστά ήδη συμπεριφορά τους.

Τέλος, με τον ίδιο, ως άνω, λόγο αναιρέσεως, κατά τρίτο μέρος του, προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., συνισταμένη στο ότι το Εφετείο με την κρίση του ότι η ιδιότητα της δευτέρας εναγομένης και νυν δευτέρας αναιρεσιβλήτου, ως θυγατρικής του ομίλου εταιρειών "...", που εξαγόρασε την πρώτη εναγόμενη δεν αρκεί για να αποδοθεί σε αυτήν, τυχόν τελεσθείσα από την πρώτη εναγομένη ή τον ανωτέρω όμιλο αδικοπραξία, αφού η δευτέρα εναγομένη συνιστά αυτόνομο και ανεξάρτητο νομικό πρόσωπο, έλαβε υπόψη πράγματα μη προταθέντα, δεδομένου ότι για την θεμελίωση των κατά της τελευταίας αξιώσεών της δεν επικαλέσθηκε την ρηθείσα ιδιότητα αυτής ως μέλους του ομίλου εταιρειών "...", αλλά αυτοτελείς και διακριτές παράνομες πράξεις των στελεχών της.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως τυγχάνει απαράδεκτος, διότι και υπό την εκδοχή ότι η προβαλλομένη δι' αυτού, ως άνω, αιτίαση αφορά πράγμα, ήτοι θεμελιωτικό της αγωγής ισχυρισμό, η απόρριψη τούτου δεν άσκησε οποιαδήποτε επίδραση στην διαμόρφωση του διατακτικού της αποφάσεως, αφού η αγωγή κρίθηκε, ως ήδη εξετέθη, αόριστη και απαράδεκτη, λόγω μη αναφοράς σ' αυτήν των θεμελιωτικών της ευθύνης της δευτέρας εναγομένης πράξεων ή παραλείψεων των οργάνων της που συνιστούν αδικοπρακτική ή αντικείμενη στα χρηστά ήθη συμπεριφορά.

Κατ' ακολουθίαν των όλων ανωτέρω, η αίτηση αναιρέσεως, που δεν περιέχει άλλους λόγους, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την απο22-12-2015 αίτηση αναίρεσης κατά της 3451/2015 απόφασης του Εφετείου Αθηνών

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) για καθεμιά τους.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Μαρτίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Απριλίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ