Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, rejecting claim of procedural error regarding default judgment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn a first-instance judgment rendered in absentia. The appellant argued the lower court committed a procedural error by failing to address a specific claim of abusive litigation, but the court found this argument legally unfounded as it contradicted the core of the lawsuit. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the defendants' legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 553(1)(b), 309(a), 321, 495(1) of the Code of Civil Procedure; An appeal against a final default judgment is admissible only after the fifteen-day period for filing a motion for default judgment has expired or the right to file such a motion has been validly waived, rendering the judgment final and appealable.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 783 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 783/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα - Εισηγητή, Δήμητρα Κοκοτίνη και Γεώργιο Μιχολιά, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 14 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Μ. συζ. Δ. Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιχαήλ Ζαφειρόπουλο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Χ. Β. του Ι., κατοίκου ... και 2)Ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Σ. Κ. - Χ. Β. Ο.Ε." που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Ο πρώτος παραστάθηκε ατομικά και ως νόμιμος εκπρόσωπος της δεύτερης και διόρισε πληρεξούσιο δικηγόρο του τον Αναστάσιο Αναστόπουλο και για τη δεύτερη ο 1ος εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο, που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/3/2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 436/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 7129/2015 του Μονομελούς Πρωτοδικείο Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19/4/2016 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 553 παρ. 1 περ. β', 309 εδ. α', 321 και 495 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη κατά το χρόνο άσκησης του ως άνω ενδίκου μέσου, δηλαδή κατά το χρόνο της κατάθεσης του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Είναι δε τελεσίδικη η απόφαση, η οποία, απεκδύοντας το δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης (oλ.ΑΠ 5/2001 και 9/1996). Εξάλλου κατά την παρ. 1 του άρθρου 503 ΚΠολΔ η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας είναι δέκα πέντε ημερών, αν ο διάδικος που δικάσθηκε ερήμην διαμένει στην Ελλάδα και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης.
Συνεπώς η ερήμην οριστική απόφαση του Εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνο αφού έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας, είτε διότι παρήλθε η δεκαπενθήμερη προς άσκηση αυτής προθεσμία από την επίδοση της ερήμην απόφασης, είτε διότι ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής, ερημοδικασθείς διάδικος, παραιτήθηκε νομίμως από το δικόγραφο του ασκηθέντος ενδίκου μέσου της ανακοπής ή του δικαιώματος προς άσκηση αυτού, διότι έκτοτε αυτή καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 553 αρ. 1β' ΚΠολΔ (ΑΠ 2066/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτουν τα εξής: Η προσβαλλομένη υπ' αριθ. 7129/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επί εφέσεως της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθμ. 436/2012 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε ερήμην της και απέρριψε την έφεση ως ανυποστήρικτη, επιδόθηκε σ' αυτήν την 11.3.2016, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ..../11.3.2016 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Φ.
Π.. Κατά της αποφάσεως αυτής η ερήμην δικασθείσα εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα δεν άσκησε ανακοπή ερημοδικίας εντός της δεκαπενθήμερης προθεσμίας από της επιδόσεως, όπως προκύπτει από το …/2016 πιστοποιητικό του γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών. Έτσι η εν λόγω απόφαση κατέστη τελεσίδικη με την πάροδο της προθεσμίας αυτής την 26.3.2016, έκτοτε δε άρχισε η προθεσμία των τριάντα ημερών, για την αναίρεση.
Επομένως η κατατεθείσα στο γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών την 21.4.2016 κρινομένη αίτηση αναίρεσης (βλ. σχετική υπ' αριθμ. .../2016 έκθεση του γραμματέα αυτού παρά πόδας της αιτήσεως αναιρέσεως), έχει ασκηθεί εμπροθέσμως εντός της νόμιμης προθεσμίας και επομένως είναι παραδεκτή. Συνακόλουθα η, κατά τα άρθρα 152 επ.
ΚΠολΔ, υποβαλλόμενη με το αναιρετήριο αίτηση επαναφοράς πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, ώστε να θεωρηθεί εμπροθέσμως ασκηθείσα η κρινομένη αίτηση αναίρεσης, είναι άνευ αντικειμένου. Από τις διατάξεις των άρθρων 552 και 553 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, όταν η δικαζόμενη υπόθεση διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας των δικαστηρίων της ουσίας, με το ένδικο μέσο της αναιρέσεως προσβάλλεται μόνο η απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, εφόσον εξέτασε την ουσία και απέρριψε την έφεση, όχι δε και η πρωτόδικη απόφαση, η οποία ενσωματώθηκε στην απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου (oλ.
ΑΠ 40/1996, ΑΠ 888/2015, 714/2015, 128/2014,1719/2013). Από δε τη διάταξη του άρθρ. 524 παρ. 3 ΚΠολΔ, που ορίζει, ότι σε περίπτωση ερημοδικίας του εκκαλούντος η έφεση απορρίπτεται, προκύπτει ότι η απόρριψη της έφεσης λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος δεν είναι στην περίπτωση αυτή τυπική, αλλά γίνεται κατ` ουσίαν, διότι αν και οι λόγοι της έφεσης στην πραγματικότητα δεν εξετάζονται ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητά τους, ωστόσο θεωρούνται κατά πλάσμα του νόμου ότι είναι αβάσιμοι και για την αιτία αυτή πάντοτε απορριπτέοι, αφού το δικαστήριο δεν έχει τη δυνατότητα να εκδώσει αντίθετη απόφαση, δεχόμενο τους λόγους της έφεσης.
Επομένως και στην περίπτωση αυτή της απόρριψης της έφεσης λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος, αναιρεσιβαλλόμενη μπορεί να είναι μόνον η τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου, δηλαδή αυτή που δεν υπόκειται πλέον σε ανακοπή ερημοδικίας (άρθρ. 553 παρ.1 ΚΠολΔ), στην οποία και ενσωματώνεται έκτοτε η πρωτόδικη απόφαση.
Έτσι τα τυχόν σφάλματα της πρωτόδικης απόφασης, που με την έννοια αυτή επικυρώνεται από το Εφετείο, μπορούν να προταθούν με την αίτηση αναίρεσης ως σφάλματα της εφετειακής απόφασης, εφόσον συνιστούν και αναιρετικούς λόγους παραδεκτά προβαλλόμενους (oλ.ΑΠ 16/1990, ΑΠ 1266/2015, 1209/2015, 2066/2014). Περαιτέρω η σύμβαση, με την οποία ανατίθεται σε μηχανικό η εκπόνηση μελέτης, φέρει το χαρακτήρα της μισθώσεως έργου, βάσει της οποίας ο μηχανικός έχει υποχρέωση να εκτελέσει το έργο εκπονώντας την αναληφθείσα μελέτη (ΑΚ 681) και δικαιούται να λάβει τη συμφωνημένη αμοιβή (ΑΚ 694) ή, αν αμοιβή δεν συμφωνήθηκε ή η συμφωνηθείσα είναι μικρότερη της κατά νόμον ελάχιστης, να λάβει την αμοιβή που καθορίζεται από το π.δ. 696/1974, όπως αυτό έχει τροποποιηθεί και ισχύει (ΑΠ 82/2016, 1146/2012).
Κατά δε το άρθρο 700 του ΑΚ, το οποίο έχει εφαρμογή και στις μισθώσεις έργου με αντικείμενο την εκπόνηση μελετών κτιριακών έργων, ο εργοδότης έχει δικαίωμα έως την αποπεράτωση του έργου να καταγγείλει οποτεδήποτε τη σύμβαση, οφείλει όμως τότε στον εργολάβο ολόκληρη τη συμφωνηθείσα ή σε περίπτωση μη συμφωνηθείσας τη νόμιμη αμοιβή (ΑΠ 82/2016, 790/2008).
Εξ άλλου από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 1, 2 παρ. 1α , 3 παρ. 1, 4, 6, 80 παρ. 1, 229 παρ. 2 και 230 παρ. 2 του π.δ. 696/1974, όπως αυτά τροποποιήθηκαν με το π.δ. 515/1989, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 59 του ν.δ. της 17 Ιουλίου 1923 "περί σχεδίων πόλεως κ.λ.π.", προκύπτει ότι η αμοιβή ιδιωτικών μηχανικών για την εκπόνηση των αναφερομένων στο διάταγμα αυτό μελετών κτιριακών έργων καθορίζεται και σε ποσοστά επί της εκατό του προϋπολογισμού των μελετωμένων έργων με βάση προβλεπόμενο τύπο.
Ο προϋπολογισμός, ο οποίος λαμβάνεται υπόψη για το υπολογισμό της αμοιβής κάθε έργου, είναι αυτός που εξάγεται από τις ποσότητες όλων των κονδυλίων, από την αναλυτική προμέτρηση και τις τιμές μονάδας των σχετικών εργασιών που υπολογίζονται με βάση τις εγκεκριμένες αναλύσεις τιμών και τις βασικές τιμές ημερομισθίων, υλικών και μισθωμάτων μηχανημάτων κατά το χρόνο συντάξεως του προϋπολογισμού του τελευταίου σταδίου της μελέτης.
Η προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 του διατάγματος αυτού έγκριση από τον εργοδότη του προϋπολογισμού αφορά τα κονδύλια, δηλαδή τις εργασίες αυτού, όπως αυτές αναφέρονται σε σχετικό προϋπολογισμό που συντάσσει ο μηχανικός ως απαραίτητο στοιχείο της μελέτης του, και όχι τον ειδικό και αναλυτικό προϋπολογισμό που διαμορφώνεται με τα ως άνω αντικειμενικά στοιχεία.
Έγκριση από τον εργοδότη και των στοιχείων αυτών, που ορίζονται από το νόμο, δεν απαιτείται, ούτε ο αναλυτικός αυτός προϋπολογισμός πρέπει να υποβάλλεται και να παραδίδεται προηγουμένως στον εργοδότη προς έγκριση. Η εκδοχή, ότι για τη θεμελίωση της αξιώσεως του μηχανικού σχετικά με την αμοιβή του από την εκπόνηση της ανατεθείσας σ' αυτόν μελέτης, πρέπει να εγκρίνεται από τον εργοδότη και ο διαμορφούμενος, κατά τα ανωτέρω, ειδικός και αναλυτικός προϋπολογισμός ως προς το ύψος των επιμέρους κονδυλίων ή το συνολικό ύψος του, θα οδηγούσε σε αποκλεισμό κάθε αξιώσεως του μηχανικού για την αμοιβή του, αφού ο εργοδότης θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι δεν εγκρίνει το ύψος του αναλυτικού προϋπολογισμού.
Δηλαδή για τη θεμελίωση και τον προσδιορισμό του δικαιώματος μελετητή μηχανικού για την αμοιβή του από την εκπόνηση της ανατεθείσας σ' αυτόν μελέτης με βάση ποσοστά του προϋπολογισμού, απαιτείται η έγκριση από τον εργοδότη μόνο του αρχικού προϋπολογισμού, που εξάγεται με τις ποσότητες όλων των εργασιών του εκτελούμενου έργου και όχι του αναλυτικού προϋπολογισμού, ο οποίος συντάσσεται με βάση τα αναφερόμενα στο ίδιο άρθρο αντικειμενικά στοιχεία, που ισχύουν στο χρόνο συντάξεως του προϋπολογισμού του τελευταίου σταδίου της μελέτης και λαμβάνεται υπόψη για τον ακριβή προϋπολογισμό της αμοιβής (AΠ 82/2016, 2317/2009, 579/2009, 790/2008).
Ο κατά τον προαναφερόμενο τρόπο υπολογισμός της αμοιβής του μελετητή μηχανικού ισχύει και για τα ενδιάμεσα στάδια μελέτης, δηλαδή και για την αρχιτεκτονική προμελέτη και οριστική αρχιτεκτονική μελέτη (ΑΠ 82/2016, 790/2008). Τέλος ο από το άρθρο 560 αριθμ. 6, αντίστοιχος του από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης, ιδρύεται όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του κατάλληλου κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων.
Για να είναι ορισμένος και παραδεκτός ο λόγος αυτός πρέπει να αναφέρεται σε τι συνίσταται ειδικότερα η έλλειψη νόμιμης βάσης, ποιες αιτιολογίες της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης και για ποιο λόγο είναι ανεπαρκείς ή αντιφατικές, ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης και μάλιστα σε πληρότητα και όχι αποσπασματικά και επιλεκτικά καθώς και τα συγκεκριμένα "ουσιώδη" ζητήματα, ως προς τα οποία κατά τον αναιρεσείοντα υπάρχουν ελλείψεις (ΑΠ 639/2015, 1581/2012, 1363/2011).
Γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν αρκούν (ΑΠ 1586/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια, για έλλειψη νόμιμης βάσης. Ειδικότερα σε σχέση με τον λόγο αυτό εκτίθενται στο αναιρετήριο τα εξής: "Η προσβαλλόμενη απόφαση στην ελάσσονα σκέψη της διαλαμβάνει την παραδοχή ότι τον Νοέμβριο του έτους 2003 ανέθεσα παρουσία του συζύγου μου στους αντιδίκους την ένδικη αρχιτεκτονική μελέτη, ότι αυτοί προέβησαν στην εκπόνηση των παρατιθέμενων στην ίδια απόφαση εργασιών- μελετών, ότι εν συνεχεία ζήτησαν από εμένα και μετά τη σύνταξη της οριστικής μελέτης και του οριστικού σχεδίου να υπογράψω το σχετικό φάκελο πλην όμως για άγνωστους λόγους εγώ ανέθεσα στον πολιτικό μηχανικό Τ.
Κ. εκ νέου την αρχιτεκτονική μελέτη. Κατόπιν αυτών δεχόμενη επίσης η προσβαλλόμενη απόφαση ότι αποδείχθηκε η ολοκλήρωση της αρχιτεκτονικής μελέτης, χωρίς όμως να διαλαμβάνει ουδεμία αναφορά περί της αναγκαίας κατά τα άνω εγκρίσεως από μέρους μου των εν λόγω δεχόμενων από αυτήν (απόφαση) ως εκπονηθεισών μελετών, με υποχρεώνει παρά ταύτα να καταβάλλω στους αντιδίκους τα προαναφερόμενα χρηματικά ποσά.
Έτσι όμως που έκρινε η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε στην ελάσσονα πρότασή της, ελλιπείς και ασαφείς αιτιολογίες, αφού ουδέν αναφέρει περί της άνω αναγκαίας εκ του νόμου δικής μου εγκρίσεως, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί της συνδρομής ή μη των προϋποθέσεων που προβλέπουν οι άνω διατάξεις και ειδικότερα η διάταξη του άρθρου 3 παρ.1 εδ.
α' του π.δ. 696/1974, σύμφωνα με την οποία είναι αναγκαία η προηγούμενη έγκριση από τον εργοδότη των μελετών που εκπόνησε ο μηχανικός, ώστε να δικαιούται αυτός την αξιουμένη αμοιβή του". Ο λόγος αυτός πρέπει προεχόντως ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, διότι γίνεται αποσπασματική, επιλεκτική και επιγραμματική μόνο αναφορά των παραδοχών του δικαστηρίου της ουσίας και όχι οι πλήρεις σχετικές αιτιολογίες, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το Ειρηνοδικείο, ως αποδειχθέντα, με την ενσωματωθείσα στην προσβαλλομένη, απόφασή του, στα οποία στήριξε την κρίση του για αποδοχή της αγωγής των αναιρεσιβλήτων κατά της αναιρεσείουσας.
O από το άρθρο 560 αριθμ. 5, αντίστοιχος του από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και στηρίζουν το αίτημα της αγωγής ενστάσεως ή αντενστάσεως, καθώς και οι λόγοι εφέσεως που αφορούν πραγματικούς ισχυρισμούς, όχι δε και οι αιτιολογημένες αρνήσεις (ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 41/2016, 8/2015, 1421/2014, 1033/2014, 644/2013) ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων αλλ` ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 177/2016, 127/2016, 76/2016, 3/2016).
Εξ άλλου στο άρθρο 281 ΑΚ ορίζεται ότι "Η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε, ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκηση του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο με το επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο (ολ.ΑΠ 17/95, ΑΠ 1414/2015, 42/2015).
Καταχρηστική υπό την ανωτέρω έννοια, μπορεί να είναι η άσκηση μόνο υπαρκτού δικαιώματος (ολ.ΑΠ 17/1995, ΑΠ 1414/2015), δεν είναι δε νόμιμος ο εκ του εν λόγω άρθρου 281 ΑΚ ισχυρισμός όταν με αυτόν προτείνεται απλώς το νόμω αβάσιμο του αγωγικού δικαιώματος και αποκρούεται η εφαρμογή του ως μη αναγνωριζομένου από το νόμο ή προβάλλεται άρνηση της δια της αγωγής ασκούμενης αξιώσεως του ενάγοντος (ΑΠ 1414/2015, 1884/2013).
Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προβάλλει την από το ως άνω άρθρο 560 αριθ. 5 ΚΠολΔ πλημμέλεια ισχυριζόμενη ότι προέβαλλε με τις πρωτόδικες προτάσεις της την ένσταση της καταχρηστικής άσκησης του αγωγικού δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων, αιτούμενη να μην επιδικασθεί υπέρ αυτών ουδέν χρηματικό ποσό, παραθέτοντας για τη θεμελίωσή του ως ιστορικό ότι " ως κυρία, νομέας και κάτοχος δύο όμορων οικοπέδων στην Γλυφάδα Αττικής (όρια Δήμου Ελληνικού) περί τα τέλη του μηνός Σεπτεμβρίου του έτους 2003 αποφάσισε με το σύζυγο της την αξιοποίηση του ενός εξ' αυτών ανοικοδομώντας την κύρια κατοικία τους.
Ότι ακολούθως ο σύζυγος της απευθύνθηκε στον Α. Α., πολιτικό μηχανικό, ο οποίος εν συνεχεία τους συνέστησε τον Σ. Κ., ο οποίος όπως εκ των υστέρων αποδείχθηκε δεν ήταν διπλωματούχος αρχιτέκτονας μηχανικός - μέλος του ΤΕΕ. Ότι άρχισαν στο μεταξύ οι σχετικές συνεννοήσεις μεταξύ του συζύγου της που ενεργούσε για λογαριασμό της και των Α.
και Κ., οι οποίοι και τους δήλωσαν ότι ενεργούν για τον εαυτό τους ατομικά και όχι ως μέλη ή συνεργάτες κάποιας εταιρείας, ενώ ποτέ δεν ανέφερε ο δεύτερος εξ' αυτών ότι δεν θα εκπονήσει ο ίδιος τα σχέδια ή ότι δεν θα τα υπογράφει ως μη έχων προς τούτο δικαίωμα, όπως εκ των υστέρων αποκαλύφθηκε, ή ότι ενεργεί ως εκπρόσωπος τρίτου προσώπου και συγκεκριμένα της δεύτερης των αντιδίκων - της οποίας είναι ομόρρυθμος εταίρος - όπως εκ των υστέρων ισχυρίστηκαν για λόγους προφανούς σκοπιμότητας οι αντίδικοι.
Ότι προς αποφυγή μάλιστα κάθε τυχόν παρανόησης δήλωσε στον Κ. και το αποδέχθηκε ότι οι σκέψεις και οι ιδέες του θα αποτυπώνονταν σε σκαρίφημα- προσχέδιο επί δείγματι, το οποίο δεν θα αποτελούσε ανάθεση έργου, αλλά επ' αυτού θα γίνονταν οι διαπραγματεύσεις για τη σύμβαση μίσθωσης έργου, με εξουσιαστική διαλυτική αίρεση και με ελάχιστη καταβολή αμοιβής εκ μέρους της.
Ότι οι πρώτες συζητήσεις έλαβαν χώρα στην οικία της, όπου αναπτύχθηκαν προφορικά κάποιες ιδέες. Ότι αργότερα οι ανωτέρω εκπόνησαν κάποια σκίτσα - προσχέδια, επί τη βάσει των οποίων συζητήθηκαν εκ νέου κάποιες ιδέες. Ότι στη συνέχεια ο μηχανικός Α. συνέταξε τοπογραφικό διάγραμμα του οικοπέδου, εργασία για την οποία και του κατέβαλλε το χρηματικό ποσό των 2.000 ευρώ και εν συνεχεία σε συνάντηση που πραγματοποιήθηκε στο γραφείο του Σ.
Κ. στην οποία παρίστατο και ο Α., κατέβαλλε επίσης ως προκαταβολή αμοιβής τους για το προσχέδιο - προμελέτη που θα εκπονούσαν το ποσό των 2.000 ευρώ. Ότι μετά από μικρό χρονικό διάστημα ο Α. για προσωπικούς του λόγους αποσύρθηκε και διέκοψε τη συνεργασία, παρά το γεγονός ότι αυτός της είχε συστήσει τον Σ. Κ..
Ότι στο μεταξύ έχοντας ανακαλύψει ότι αυτός δεν ήταν διπλωματούχος αρχιτέκτονας - μηχανικός, μέλος του ΤΕΕ , κλονίστηκε η εμπιστοσύνη της προς το πρόσωπο του και έπαυσε κάθε διαπραγμάτευση μαζί του και αναζήτησε άλλο πολιτικό μηχανικό και αρχιτέκτονα για την ανάληψη του έργου, το οποίο εν τέλει ανέλαβε ο πολιτικός μηχανικός Α.
Κ.. Ότι αργότερα εμφανίστηκε ο Σ. Κ. και ζήτησε να του καταβάλλει την αμοιβή του για την κατάθεση του φακέλου στην Πολεοδομία, ενώ δεν είχαν εκπονηθεί καν τα οριστικά σχέδια με πλήρη αρχιτεκτονική και στατική μελέτη. Ότι τότε του δήλωσε ότι δεν θα συνεχίσει τη συνεργασία μαζί του και βεβαίως επειδή δεν μπορούσε να γνωρίζει κατά πόσο η εργασία του ήταν επαρκής καθόσον άλλα ζητούσε και άλλα της παρουσίαζε, απευθύνθηκε στο μηχανικό Κ.
προκειμένου να συντάξει νέα αρχιτεκτονική μελέτη, ώστε ουδέποτε έγινε χρήση των προσχεδίων τα οποία όπως αναληθώς ισχυρίζονται οι αντίδικοι τροποποιήθηκαν και χρησιμοποιήθηκαν από εμάς. Ότι το γεγονός της καταβολής εκ μέρους της, το έτος 2004, του συνολικού χρηματικού ποσού των 4.000 ευρώ στους Α. και Κ. κατά τα προαναφερόμενα σχετικά για την εκπόνηση των πιο πάνω προσχεδίων, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ουδέποτε ανέθεσε στους αντιδίκους την εκπόνηση οιασδήποτε μελέτης, ουδέποτε επίσης είχε οιαδήποτε συνεργασία ή συναλλαγή μαζί τους, ούτε βέβαια και ενέκρινε εκπονηθείσα από αυτούς μελέτη, ευλόγως της δημιούργησε την πεποίθηση ότι αυτοί δεν θα προέβαιναν στην άσκηση της ένδικης αγωγής τους τρία χρόνια αργότερα".
Αποδίδει δε στην πρωτόδικη απόφαση που ενσωματώθηκε στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπ' όψιν της τον ανωτέρω προβληθέντα ισχυρισμό της και οδηγήθηκε στην αποδοχή της ένδικης αγωγής, χωρίς να διαλάβει καμία σχετική αναφορά ή μνεία γι' αυτόν. Ο ισχυρισμός αυτός περί καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος, είναι προδήλως νόμω αβάσιμος, αφού τα προς στήριξη του επικαλούμενα από την αναιρεσείουσα περιστατικά αποτελούν άρνηση της αγωγικής αξίωσης , η βασιμότητά τους δηλαδή οδηγεί στο ανύπαρκτο του ασκηθέντος με την ένδικη αγωγή δικαιώματος, ενώ όπως προαναφέρθηκε ως καταχρηστική νοείται η άσκηση μόνο υπαρκτού δικαιώματος.
Συνακόλουθα το Ειρηνοδικείο, που, στην ενσωματωθείσα στην προσβαλλομένη, απόφασή του δεν απάντησε επ' αυτού δεν υπέπεσε στην αποδιδομένη από τον αριθμό 560 αριθ. 5 πλημμέλεια και ο λόγος αυτός αναιρέσεως που της αποδίδει την πλημμέλεια αυτή είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττηθείσα, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
Σύμφωνα με το άρθ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως είχε διαμορφωθεί με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 και πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 35 του ν. 4446/2016, που έχει στην προκειμένη περίπτωση εφαρμογή, σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις του άρθρου ένατου παρ. 4 του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 και του άρθρου 44 του ν. 4446/2016, αφού η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε την 21.4.2016, δηλαδή μετά την 1.1.2016, αλλά πριν τη θέση σε ισχύ του ν. 4446/2016 (22.12.2016), εκείνος που ασκεί το ένδικο μέσο της έφεσης, της αναίρεσης και της αναψηλάφησης υποχρεούται να καταθέσει παράβολο ποσού 200, 300 και 400 ευρώ αντίστοιχα, το οποίο επισυνάπτεται στην έκθεση που συντάσσει ο γραμματέας, διαφορετικά (σε περίπτωση δηλ. μη κατάθεσης του αντίστοιχου παραβόλου) το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, η υποχρέωση, όμως, αυτή δεν ισχύει, μεταξύ άλλων, για τις διαφορές του άρθ. 614 αριθ. 5 ΚΠολΔ (διαφορές από αμοιβές, στις οποίες περιλαμβάνονται και οι διαφορές από αμοιβές διπλωματούχων μηχανικών). Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα, αν και δεν υπεχρεούτο, από προφανή παραδρομή κατέθεσε, για το παραδεκτό της ασκηθείσας απ' αυτήν ένδικης αίτησης αναίρεσης, παράβολο ποσού 300 ευρώ, όπως προκύπτει από την βεβαίωση της αρμόδιας γραμματέως στην συνταχθείσα απ' αυτήν σχετική έκθεση κατάθεσης του ενδίκου αυτού μέσου, και επομένως πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του σ' αυτήν (βλ. και ΑΠ 2061/2014, 1125/2013).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 19.4.2016, με αριθ. εκθέσεως καταθέσεως .../21.4.2016, αίτηση της Μ. συζ. Δ. Α. κατά των Χ. Β. και της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "Σ. Κ.-Χ. Β… ΟΕ", περί αναιρέσεως της υπ` αριθ. 7129/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή στην αναιρεσείουσα των με αρ. ..., ..., ... Δημοσίου και ..., ..., ... ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ. παραβόλων, συνολικού ποσού 300 ευρώ. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Μαρτίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Μαΐου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ