Supreme Court remands appeal regarding insurance selection breach of good faith and duty to inform. The court found the insurer's conduct violated good faith principles. The case was remanded for retrial with costs awarded to the appellant.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece remanded the appeal against a final judgment regarding a shipping insurance dispute to the Piraeus Court of Appeal. The appellant argued the insurer breached good faith by selecting a high-premium policy without justification, while the insurer claimed the appellant continued cooperation despite complaints about premiums. The court held that the insurer's selection violated good faith principles and the duty to inform, necessitating a retrial. Consequently, the appeal was allowed in part, the case was remanded for re-examination, and the insurer was ordered to pay the appellant's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 914 and 919 of the Civil Code; The court established that a party's selection of an insurance provider, when made without proper justification and contrary to the principles of good faith and the duty to inform, constitutes a breach of contractual obligations and may give rise to liability for damages.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 783 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 783/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Αθανάσιο Καγκάνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: της εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΤΙΠΟΛΙΣ ΝΑΥΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", η οποία εδρεύει στο …και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Αντωνόπουλο.
Της αναιρεσιβλήτου: της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΑ Α.Ε", η οποία εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Τσοπελάκο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14 Νοεμβρίου 2006 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5698/2008 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 661/2010 του Εφετείου Πειραιώς (Ναυτικό Τμήμα). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27 Μαΐου 2013 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Καγκάνης, ανέγνωσε την από 9 Ιανουαρίου 2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, κατά την οποία όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, προκύπτει ότι, προϋποθέσεις της αδικοπρακτικής ευθύνης είναι οι εξής: 1) Ανθρώπινη συμπεριφορά, που μπορεί να συνίσταται σε θετική ενέργεια (πράξη) ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας, 2) η πράξη ή παράλειψη να είναι παράνομη, 3) υπαιτιότητα (πταίσμα) του δράστη, εκδηλουμένη είτε με τη μορφή του δόλου είτε με τη μορφή της αμέλειας, 4) επέλευση ζημιάς και 5) αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της συμπεριφοράς και της ζημίας.
Παράνομη, κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης, είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου. Κατά το άρθρο 919 ΑΚ, όποιος με πρόθεση ζημίωσε άλλον κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Από τη διάταξη αυτή, η οποία είναι ειδική και συμπληρώνει εκείνη του άρθρου 914 ΑΚ, αφού επεκτείνει την αδικοπρακτική ευθύνη και στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ευθέως δεν προσβλήθηκε ορισμένο δικαίωμα ή προστατευόμενο συμφέρον, σαφώς προκύπτει ότι προϋποθέσεις εφαρμογής της είναι: 1) Συμπεριφορά του δράστη (πράξη ή παράλειψη) αντικειμένη στα χρηστά ήθη, τέτοια δε συμπεριφορά υπάρχει όταν, κατ' αντικειμενική κρίση, σύμφωνα με τις αντιλήψεις του χρηστώς και εμφρόνως σκεπτόμενου κοινωνικού ανθρώπου, η συμπεριφορά του δράστη αντίκειται στην κοινωνική ηθική και στις θεμελιώδεις αρχές του δικαίου πάνω στις οποίες στηρίζεται το θετικό δίκαιο. 2) Η συμπεριφορά να συνοδεύεται από πρόθεση, έστω και με τη μορφή του ενδεχόμενου δόλου, προκλήσεως ζημιάς, δηλαδή δεν είναι απαραίτητο ο δράστης να προέβη στη ζημιογόνο πράξη ή παράλειψη με μόνο σκοπό τη ζημιά του άλλου αλλ' αρκεί να γνώριζε ότι με τη συμπεριφορά του αυτή ήταν δυνατή η επέλευση ζημιάς στον άλλο και παρά ταύτα αυτός δεν θέλησε να αποστεί από αυτήν. 3) η πρόκληση ζημιάς σε άλλον και 4) την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημιάς.
Υπάρχει δε αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης του δράστη και της ζημίας η οποία επήλθε στον άλλο, όταν η πράξη ή η παράλειψη, από μόνη της, ήταν ικανή και μπορούσε, αντικειμενικά λαμβανομένη, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα. Πότε τούτο συμβαίνει κρίνεται κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας. (ΑΠ 137/2005).
Περαιτέρω, γίνεται δεκτό ότι η δια του άρθρου 288 του ΑΚ θεσμοθετηθείσα αρχή, κατά την οποία ο οφειλέτης υποχρεούται να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, λαμβανομένων υπόψιν των συναλλακτικών ηθών, είναι εφαρμοστέα επί της εκπληρώσεως των υποχρεώσεων του οφειλέτη και του δανειστή, που απορρέουν από έγκυρη ενοχική σχέση, όταν δεν προβλέπεται από το νόμο άλλη προστασία των προσώπων αυτής, κατά την εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους, ή δεν συντρέχουν, οι δια την τυχόν προβλεπομένη προστασία, απαιτούμενες ειδικές προϋποθέσεις.
Λειτουργεί δε η άνω αρχή τόσο ως συμπληρωματική των δικαιοπρακτικών βουλήσεων ρήτρα, όσο και ως διορθωτική αυτών, σε όσες περιπτώσεις, λόγω συνδρομής ειδικών συνθηκών, μεταβλήθηκαν οι προϋποθέσεις εκπληρώσεως, στο συμφωνημένο μέτρο, των συμβατικών παροχών (Ολ.ΑΠ 927/82). Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 330 Α.Κ.
η από δόλο ή αμέλεια μη εκπλήρωση της εκ της διατάξεως του αρθ. 288 Α.Κ. υποχρεώσεως οδηγεί σε τροπή της πρωτογενούς υποχρεώσεως σε δευτερογενή υποχρέωση αποζημιώσεως. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι, ο προβλεπόμενος, απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες, αφού το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1254/10, ΑΠ 179, 495/13).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθ. 559 αρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ'αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως (Ολ.
ΑΠ 10/2011, ΑΠ 191/2013, ΑΠ 486, 568/13, 495/2013, απ 609/2013). Προς εξεύρεση της παραβιάσεως ελέγχεται ο δικανικός συλλογισμός που διατυπώνεται, έστω και ατελώς, και συγκροτείται από τη μείζονα πρόταση (νομική διάταξη), την ελάσσονα πρόταση (πραγματικές παραδοχές) και το συμπέρασμα. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ'ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. (ΑΠ 609/13, ΑΠ 495/13).
Με τους πρώτο, δεύτερο και τρίτο αφενός και έβδομο και όγδοο λόγους της αναίρεσης αφετέρου προβάλλονται από την αναιρεσείουσα οι από το άρθρο 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, αντίστοιχα αιτιάσεις με την επίκληση ότι, η προσβαλλομένη απόφαση, κατ'εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων των άρθρων 281, 288, 330, 914 και 919 ΑΚ, απέρριψε, την κατά της αναιρεσίβλητης εγερθείσα και επί των παραπάνω διατάξεων θεμελιουμένη αγωγή της, δεχθείσα, αφ' ενός μεν ότι δεν θεμελιώνεται νομικά στις ίδιες διατάξεις και αφετέρου δε με ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες της ελάσσονος πρότασης του δικανικού συλλογισμού, που αναφέρεται στο πραγματικό των εν λόγω διατάξεων, δέχθηκε την ανυπαρξία συμβατικής ή αδικοπρακτικής ευθύνης της αναιρεσίβλητης στην προκληθείσα από την αποδιδομένη σ'αυτήν συμπεριφορά ζημίας της (αναιρεσείουσας) με την εσφαλμένη, κατά τους παραπάνω λόγους, παραδοχή αφενός ότι η αναιρεσείουσα ζημιωθείσα εγνώριζε το ύψος των χορηγηθεισών από την επιλεγείσα τελικώς ασφαλιστική εταιρεία τιμών επασφαλίστρων και αφετέρου ότι η αναιρεσίβλητη δεν ενήργησε κατά την άσκηση του σχετικού δικαιώματος επιλογής του ασφαλιστή "εναντίον της καλής πίστης, των χρηστών και συναλλακτικών ηθών κατά κατάχρηση του σχετικού συμβατικού δικαιώματος και με πρόθεση βλάβης των συμφερόντων της αναιρεσείουσας".
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, που ως εκδοθείσας ερήμην της αναιρεσίβλητης και τότε εφεσίβλητης εναγομένης, δεν μπορούσε να στηριχθεί σε κανένα αποδεικτικό μέσο προσκομιζόμενο από εκείνη πλην του πρακτικού συνεδριάσεως του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου με την κατάθεση του μάρτυρά της) η τελευταία (απόφαση) κατά την εκτίμηση αφενός του νόμω βασίμου της ένδικης αγωγής και αφετέρου των προσκομισθεισών από την αναιρεσείουσα αποδείξεων δέχθηκε τ'ακόλουθα, αναφορικά με τα παραπάνω κρίσιμα ζητήματα "Μεταξύ των διαδίκων, κατά το χρονικό διάστημα των ετών 2003 - 2006, συνήφθησαν είκοσι εννιά (29) συμβάσεις, με τις οποίες η ενάγουσα (αναιρεσείουσα) εταιρεία εκναύλωσε εμπορικά πλοία της εκμετάλλευσης ή διαχείρισής της, ελληνικής ή ξένης σημαίας, στην εναγομένη, (αναιρεσίβλητη) μεταφέροντας με αυτά αργό πετρέλαιο και τα προϊόντα του, από το εξωτερικό προς την Ελλάδα.
Οι συμβάσεις, κατά το πλείστον, καταρτίζονταν μετά από διαγωνισμούς, στους οποίους πλειοδοτούσε η ενάγουσα, (αναιρεσείουσα) εκτός από κάποιες μεμονωμένες περιπτώσεις, κατά τις οποίες, για ειδικό λόγο, συνήφθησαν ύστερα από απευθείας ανάθεση. Μέσα στις γενικές υποχρεώσεις των μεταφορών συμπεριλαμβανόταν και όρος, σύμφωνα με τον οποίο, έπρεπε να ασφαλιστεί το μεταφερόμενο φορτίο, από τους θαλάσσιους και άλλους κινδύνους.
Στην παγκόσμια ασφαλιστική αγορά, στην περίπτωση, κατά την οποία το δεξαμενόπλοιο, με το οποίο γίνεται η μεταφορά του ασφαλισμένου φορτίου, είναι ηλικίας μεγαλύτερης των είκοσι ετών, προστίθεται στο ασφάλιστρο επιπλέον ποσό για την αντιστάθμιση της επίτασης του κινδύνου της μεταφοράς και προκειμένου ν' αποτελέσει αντικίνητρο στη χρησιμοποίηση, για τη μεταφορά, παλαιών δεξαμενοπλοίων.
Το επιπλέον αυτό ποσό αποκαλείται επασφάλιστρο και το ύφος του κλιμακώνεται, ανάλογα με την ηλικία του πλοίου (21 -25 ετών και 26 - 30 ετών). Μεταξύ των όρων της μεταφοράς, και ειδικότερα από τον όρο 1.19 των γενικών όρων μεταφορών της εναγομένης, προβλεπόταν ότι τυχόν επασφάλιστρα λόγω ηλικίας του δεξαμενόπλοιου θα υπολογίζονταν σύμφωνα με τους όρους του ασφαλιστηρίου της εναγομένης (η διαμόρφωση των οποίων ανήκε αποκλειστικά στην τελευταία), και θα αφαιρούνταν από το ναύλο.
Σε εκπλήρωση του όρου αυτού, από τον συμφωνηθέντα ναύλο κάθε ταξιδιού, η εναγομένη (αναιρεσίβλητη) παρακρατούσε το ποσό που αντιστοιχούσε στο ποσό του επασφαλίστρου, το οποίο κατέβαλλε στην ασφαλιστική εταιρεία, στην οποία ασφάλιζε το φορτίο, και απέδιδε το υπόλοιπο ποσό στην ενάγουσα (αναιρεσείουσα).
Η εναγόμενη εταιρεία, για την ασφαλιστική της κάλυψη σε όλους γενικά τους τομείς της δραστηριότητας της, μεταξύ των οποίων και οι ένδικες μεταφορές, είχε συνάψει σύμβαση με την ανώνυμη εταιρεία γενικών ασφαλίσεων "Εθνική Ασφαλιστική". Το ύψος του επασφαλίστρου που υποχρεωνόταν η εναγόμενη να καταβάλει σ' αυτή, προκειμένου για συμβάσεις μεταφορών με δεξαμενόπλοια ηλικίας μεγαλύτερης των είκοσι ετών, ήταν, κατά τη σχετική "classification clause", 0,375% για πλοία 21 - 25 ετών και 0,50 για πλοία 26 - 30 ετών (με έκπτωση, όμως, και στις δυο περιπτώσεις, 60%).
Για την ασφάλιση του φορτίου της κάθε σύμβασης μεταφοράς, η ασφαλιστική εταιρεία εξέδιδε πρόσθετη πράξη συμβολαίου κλάδου μεταφορών, στην οποία κι αναγραφόταν το ύψος του ασφαλίστρου και του επασφαλίστρου της μεταφοράς αυτής. Η ενάγουσα επικαλείται ότι το έτος 2006 διαπίστωσε ότι τα παρακρατηθέντα επασφάλιστρα, ήταν κατά πολύ υψηλότερα απ' τα συνηθισμένα στη διεθνή ασφαλιστική αγορά.
Ανεξάρτητα απ' την ακρίβεια του ισχυρισμού αυτού, η εναγομένη δεν είχε συναλλακτική ούτε απ' την καλή πίστη και τα χρηστά συναλλακτικά ήθη υποχρέωση ν' αναθεωρήσει απ' την αρχή την, έχουσα ληφθεί, απόφαση της ν' ασφαλιστεί και για τους κινδύνους της μεταφοράς του φορτίου στον ίδιο ασφαλιστικό φορέα, όπου από το 1999 είχε ασφαλίσει όλη της τη δραστηριότητα, ο οποίος, μάλιστα, ήταν απόλυτα αξιόπιστος και φερέγγυος και ο μεγαλύτερος στην ελληνική ασφαλιστική αγορά, και ν' αρχίσει νέα έρευνα και, μάλιστα, στην αλλοδαπή, προκειμένου να εξασφαλίσει οικονομικότερο επασφάλιστρο, για την εξυπηρέτηση ειδικά των συμφερόντων της αντισυμβαλλομένης της.
Στην επιλογή του ασφαλιστικού φορέα, σύμφωνα με τα συναλλακτικά ήθη, σταθμίζονται διάφοροι παράγοντες, μεταξύ των οποίων και το κόστος των ασφαλίστρων. Εκτός, όμως, απ' τον παραπάνω παράγοντα, εξίσου σημαντικά κριτήρια, είναι η φερεγγυότητα και η αξιοπιστία του ασφαλιστικού φορέα, η δυνατότητα του για ταχεία κάλυψη του επερχόμενου ασφαλιστικού κινδύνου, η ευκολία πρόσβασης στα αρμόδια τμήματα του φορέα, η ευρύτητα κάλυψης ασφαλιστικών κινδύνων και, γενικά, η διαμόρφωση του συνόλου των όρων ασφάλισης, μεταξύ των οποίων και το συνολικό κόστος του ασφαλίστρου (κι όχι μόνο του επασφαλίστρου), όπως και το αν μεταξύ άλλων, ο ασφαλιστής χορηγεί απαλλαγές ή καλύπτει αβαρίες και νομικά έξοδα, αλλά, στην περίπτωση, όπως η προκειμένη, της ασφάλισης στον ίδιο ασφαλιστή πολλών συμφερόντων και δραστηριοτήτων, και η συνισταμένη όλων συνολικά των ασφαλίσεων, λαμβάνοντας υπόψη και το συμφέρον του ασφαλισμένου, το οποίο, συνήθως, εξυπηρετείται καλύτερα όταν αυτός ασφαλίζει όλες τις S δραστηριότητές του στον ίδιο ασφαλιστή.
Το χωρίς περιορισμό δικαίωμα επιλογής του ασφαλιστή του φορτίου από μέρους της εναγομένης εταιρείας αποτελούσε αδιαπραγμάτευτο όρο για την κατάρτιση των ενδίκων συμβάσεων. Αυτό προκύπτει κι απ' το ότι, όταν η ενάγουσα, με την από 10 Ιουνίου 2004 εξώδικη δήλωση της, επιδοθείσα στην εναγόμενη στις 16 Ιουνίου 2004, διαμαρτυρήθηκε για τον επικαλούμενο πιο πάνω λόγο (ότι τα παρακρατούμενα επασφαλίστρα, ήταν κατά πολύ υψηλότερα από τα συνηθισμένα στην αγορά), σύμφωνα με τη στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου κατάθεση του υπεύθυνου απ' την πλευρά της ενάγουσας για την κατάρτιση των ενδίκων συμβάσεων μεταφοράς, η εναγόμενη προτίμησε τη θέση, σε κάποιες απ' τις μεταγενέστερες (μη ένδικες) συμβάσεις που σύναψαν οι διάδικοι, ανώτατου ποσού πληρωμής, που υποχρεωνόταν η ενάγουσα να καταβάλλει ως επασφάλιστρο (5.000 ευρώ), με συνέπεια η ίδια (η εναγομένη) να επιβαρύνεται με το υπόλοιπο, παρά ν'αλλάξει τον ασφαλιστή της.
Αυτό δείχνει ότι η αλλαγή του ασφαλιστή ήταν αντίθετη στα συμφέροντα της εναγομένης, σε βαθμό που, αν ο αντισυμβαλλόμενος της μεταφορέας δεν συμφωνούσε στην επιλογή αυτού του ασφαλιστή, ενδεχομένως να προτιμούσε την αλλαγή του τελευταίου, αντί του ασφαλιστή. Η ενάγουσα, μολονότι δεν συμμετείχε στην επιλογή του ασφαλιστικού φορέα, καθώς, όπως προαναφέρθηκε, δεν είχε από τις μεταξύ των διαδίκων καταρτισθείσες συμβάσεις σχετικό δικαίωμα, γνώριζε ήδη με την κατάρτιση της κάθε σύμβασης, τόσο τον ασφαλιστικό φορέα, στον οποίο ήταν γνωστό ότι, όπως προεκτέθηκε, η εναγόμενη είχε ασφαλίσει όλες της τις δραστηριότητες απ' το 1999 ("Εθνική Ασφαλιστική"), όσο και τα ακριβή ποσά ασφαλίστρων και επασφαλίστρων, τα οποία θα χρεώνονταν απ' τον ασφαλιστή για καθεμιά από τις συμβάσεις μεταφοράς, καθώς, όπως δεν αμφισβητείται, παραδινόταν σ' αυτή η πρόσθετη πράξη συμβολαίου κλάδου μεταφορών της "Εθνικής Α.Ε.Ε.Γ.Α.", για κάθε σύμβαση μεταφοράς.
Παρ'όλα αυτά, καμιά αντίρρηση ή διαμαρτυρία δεν πρόβαλε πριν απ' την παραπάνω εξώδικη δήλωση της, γεγονός που σημαίνει ότι ούτε η ίδια, ως άμεσα ενδιαφερόμενη, είχε μέχρι τότε φροντίσει να κάνει έρευνα της ασφαλιστικής αγοράς για το ύφος των ασφαλίστρων και επασφαλίστρων, παρά και τη σχετική της ευχέρεια, λόγω του ότι, όπως η ίδια επικαλείται, ο επιχειρηματικός όμιλος που ανήκει περιλαμβάνει και εταιρείες πετρελαιοειδών, που απευθύνονταν σε ασφαλιστές για την ασφάλιση των φορτίων πετρελαίου που εισήγαγαν απ' το εξωτερικό.
Αλλά και μετά την πιο πάνω διαμαρτυρία της και για μακρό ακόμη διάστημα, η ενάγουσα εξακολούθησε να συνάπτει συμβάσεις μεταφοράς με την εναγόμενη (τις δέκα τρεις απ' τις είκοσι εννιά ένδικες), χωρίς, τουλάχιστον, να θέσει όρο ή θέμα διαπραγμάτευσης ως προς το ύψος των επασφαλίστρων, όπως είχε τη δυνατότητα, όπως αποδείχθηκε απ'τη μεταγενέστερη συμφωνία των διαδίκων, που προεκτέθηκε, για τον καθορισμό, σε κάποιες απ' τις μεταγενέστερες (μη ένδικες) συμβάσεις που σύναψαν οι διάδικοι, ανώτατου ποσού πληρωμής, που υποχρεωνόταν (η ενάγουσα) να καταβάλλει ως επασφάλιστρο.
Ούτε επικαλείται η ενάγουσα ότι πρότεινε στην εναγόμενη συγκεκριμένες ασφαλιστικές εταιρείες, που μπορούσαν να προσφέρουν τη φερεγγυότητα της "Εθνικής Α.Ε.Ε.Γ.Α. " και το σύνολο των άλλων, συμφερόντων, όρων των ασφαλιστικών συμβολαίων της εναγομένης, σε συνδυασμό με χαμηλότερο ύψος επασφαλίστρων. Αλλά και ενώπιον του Δικαστηρίου οι μόνες ασφαλιστικές συμβάσεις με χαμηλότερο επασφάλιστρο από αυτό ενδίκων συμβάσεων κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, που επικαλέστηκε και προσκόμισε η ενάγουσα, ήταν έξι συμβάσεις ασφάλισης φορτίων πετρελαίου της "Motor Oil" και συνδεδεμένων με αυτή επιχειρήσεων με την ασφαλιστική εταιρεία του Λονδίνου "Willis Faber Marine", απ' τις οποίες δεν προκύπτει αν το σύνολο των όρων τους θα συνέφερε την εναγομένη, σε σχέση με την ασφαλιστική της σύμβαση με την "Εθνική Α.Ε.Ε.Γ.Α.", σε συνδυασμό με το σύνολο των όρων όλων των ασφαλίσεων της εναγομένης στην τελευταία, πέρα απ' το ότι δεν αποδεικνύεται το μέγεθος και η φερεγγυότητα της αγγλικής αυτής ασφαλιστικής εταιρείας.
Από τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά αποδεικνύεται ότι, κατά την επιλογή του παραπάνω ασφαλιστικού φορέα, καθ' όσον αφορά και την ασφάλιση του φορτίου των ένδικων μεταφορών, η εναγομένη δεν επέδειξε αντισυμβατική συμπεριφορά ούτε ενήργησε κατά παράβαση των συναλλακτικών ηθών και της καλής πίστης, αλλ' ούτε ενήργησε κατά κατάχρηση του δικαιώματος επιλογής του ασφαλιστή, που της είχε παρασχεθεί με τον, περιληφθέντα στις ένδικες συμβάσεις μεταφοράς, όρο υπ'αριθμ. 1.19 των γενικών όρων μεταφορών της (εναγομένης).
Ομοίως, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι η εναγομένη, δολίως επέλεξε τον συγκεκριμένο ασφαλιστικό φορέα, επιβαρύνοντας την ενάγουσα με πολύ υψηλό κόστος επασφαλίστρων, ώστε να πληρώνει η ίδια χαμηλά ασφάλιστρα για την ασφάλιση του μεταφερόμενου φορτίου πετρελαίου.
Σύμφωνα με τα παραπάνω, η κρινόμενη αγωγή πρέπει ν' απορριφθεί, ως ουσιαστικά αβάσιμη".
'Ετσι που έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά τη γνώμη που πλειοψήφισε στο Δικαστήριο, Ι) παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 281, 288, 330, 914, 919 ΑΚ, καθόσον, δεχόμενο (το Εφετείο) α) με κύρια αιτιολογία ότι για τις ένδικες μεταφορές πετρελαίου δια θαλάσσης (συνολικά 29) που πραγματοποιήθηκαν από το 2003 έως 2006, προβλεπόταν συμβατικά ότι τα επασφάλιστρα θα υπολογίζονται με τους όρους του ασφαλιστηρίου της αναιρεσίβλητης (εναγομένης), η διαμόρφωση των οποίων ανήκε αποκλειστικά στην τελευταία, κατά το σχετικό συμβατικό δικαίωμα επιλογής του ασφαλιστή, που ήταν αδιαπραγμάτευτο για την αναιρεσίβλητη, η οποία δεν είχε υποχρέωση να αναθεωρήσει τους όρους αυτούς, εμφανίζεται (το Εφετείο) να αποκλείει εξ αρχής και χωρίς άλλο την εφαρμογή των διατάξεων των παραπάνω άρθρων [281, 288, 330, 914 και 919 ΑΚ] τις οποίες δέχεται εμμέσως, αλλά σαφώς, μη εφαρμοζόμενες υπό τα συγκεκριμένα περιστατικά της ένδικης υπόθεσης, β) (δεχόμενο το εφετείο) με επάλληλη αιτιολογία ότι η αναιρεσίβλητη δεν επέδειξε αντισυμβατική συμπεριφορά ούτε ενήργησε κατά κατάχρηση του δικαιώματος επιλογής του ασφαλιστή ούτε κατά παράβαση των συναλλακτικών ηθών και της καλής πίστης ή των χρηστών ηθών, εξάρτησε την εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων τις οποίες όμως με την κύρια απολογία έκρινε μη εφαρμοστέες κατά κύριο λόγο τελικά από μη προηγούμενη συμπεριφορά (διαμαρτυρίας) της αναιρεσείουσας, αντιτιθεμένης ρητά στην άσκηση του δικαιώματος επιλογής του ασφαλιστή της αναιρεσίβλητης (την οποία τελικά δεν εξεδήλωσε οριστικά και αμετάκλητα κατά τη διάρκεια της συνεργασίας των διαδίκων πλην μίας μεμονομένης διαμαρτυρίας), καίτοι τέτοια προϋπόθεση δεν διαγράφεται για την εφαρμογή των προαναφερθεισών διατάξεων υποπίπτοντας έτσι η προσβαλλομένη, και στις δύο περιπτώσεις, στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ που βάσιμα προβάλλεται με τους πρώτο, δεύτερο και τρίτο λόγους της αναίρεσης ως προς την παραβίαση των άρθρων 281, 288, 330, 914, 919 ΑΚ.
ΙΙ) Διαλαμβάνει στην ελάσσονα πρόταση του νομικού της συλλογισμού που αναφέρεται στο πραγματικό των ως άνω διατάξεων ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες αναφορικά με το κρίσιμο με την έκβαση της δίκης ζήτημα της άσκησης του δικαιώματος επιλογής εναντίον της καλής πίστης και των χρηστών αλλά και των συναλλακτικών ηθών καθόσον δέχεται η προσβαλλομένη α) ότι η αναιρεσείουσα γνώριζε τα ακριβή ποσά ασφαλίστρων και επασφαλίστρων με την παράδοση κάθε φορά πρόσθετης πράξης συμβολαίου κλάδου μεταφοράς της ΕΘΝΙΚΗΣ ΑΕΓΑ και σχετικού τιμολογίου, χωρίς όμως να διευκρινίζεται (εν όψει και του προβληθέντος ρητού ισχυρισμού της αναιρεσείουσας για την δόλια απόκρυψη εκ μέρους της αναιρεσίβλητης των πραγματικών κάθε φορά επιβαρύνσεών της για τα επασφάλιστρα) εάν τα ποσά των ασφαλίστρων, που βάρυναν την αναιρεσίβλητη και τα ποσά των επασφαλίστρων, που βάρυναν την αναιρεσείουσα, ήταν κεχωρισμένα ή ενοποιημένα στα εκδιδόμενα τιμολόγια, ή εάν τα επασφάλιστρα που βάρυναν την αναιρεσείουσα είχαν αφαιρεθεί συμψηφιστικά από την αναιρεσίβλητη κατά την καταβολή του ναύλου και εάν τα ποσά των ασφαλίστρων που βάρυναν την αναιρεσίβλητη (.......
δεν προσδιορίζονται ειδικότερα) ήταν τα συνηθισμένα στη ναυτιλιακή ασφαλιστική αγορά ή ήταν μειωμένα, σε αντιστάθμισμα των τυχόν αυξημένων επασφαλίστρων που βάρυναν την αναιρεσείουσα, που και αυτά δεν προσδιορίζονται (ασφάλιστρα), β) ότι προσκομίστηκαν από την αναιρεσείουσα 6 συμβάσεις ασφάλισης φορτίων πετρελαίου της Motor Oil από τις οποίες δεν προκύπτει το σύνολο των όρων τους, δεν προσδιορίζει όμως η προσβαλλομένη ποιά ήταν τα χαμηλότερα επασφάλιστρα εκείνης της ασφαλιστικής εταιρείας του Λονδίνου στις προσκομιζόμενες συμβάσεις και ποιά διαφορά προέκυπτε τελικά συνολικά μεταξύ εκείνων των επασφαλίστρων και αυτών που υπολόγισε μονομερώς και παρακρατούσε η αναιρεσίβλητη γ) δεν προσδιορίζεται για την εκτίμηση της συμπεριφοράς της αναιρεσίβλητης ποιά διαφορά προέκυψε σε βάρος της αναιρεσείουσας από το υπερτιμημένο επασφάλιστρο για όλες τις ένδικες μεταφορές από τη σύγκριση των επασφαλίστρων και εάν η διαφορά αυτή ήταν δικαιολογημένη στο πλαίσιο εφαρμογής των προαναφερθεισών διατάξεων από τη συνεκτίμηση όλων των λοιπών παραγόντων του συμφέροντος και των δύο αντιδίκων λαμβανομένων υπόψη και των επασφαλίστρων της τρέχουσας ναυτιλιακής και ασφαλιστικής αγοράς του ένδικου χρόνου που δεν προσδιορίζονται στην προσβαλλομένη αλλά και της αιτούμενης ως αποζημιώσεως διαφοράς των 2.533.037,33 Δολ.
Η.Π.Α. ώστε υπέπεσε, κατά την επικουρική αιτιολογία, στις πλημμέλειες από τον αριθμό 19 του αρ. 559 ΚΠολΔ που προβάλλονται βάσιμα με τους έβδομο και όγδοο (κατ' ορθή εκτίμηση) αναιρετικούς λόγους, από την εκ πλαγίου παραβίαση των ιδίων διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, αφού με τον τρόπο αυτό δεν καθίσταται εφικτό να ερευνηθεί εάν ορθά εφαρμόστηκαν οι πιο πάνω διατάξεις των άρθρων 281, 288, 330, 914, 919 Α.Κ., κατά την ουσιαστική απόρριψη της αγωγής της αναιρεσείουσας.
Κατά τη γνώμη όμως του εισηγητή Αρεοπαγίτη Αθανασίου Καγκάνη από τις παραπάνω παραδοχές της, η προσβαλλομένη απόφαση, η οποία δέχθηκε ότι δεν συντρέχει περίπτωση (συμβατικής ή αδικοπρακτικής) της αναιρεσίβλητης αναφορικά με την εκ μέρους της τελευταίας επιλογή του ασφαλιστή, που θα κάλυπτε τον κίνδυνο μεταφοράς, με δεξαμενόπλοια της αναιρεσείουσας, των φορτίων αργού πετρελαίου για λογαριασμό αυτής (αναιρεσίβλητης) [ η οποία θα κατέβαλε στην πρώτη (αναιρεσείουσα) το συμφωνημένο ναύλο, παρακρατώντας όμως το ανάλογο με την ηλικία των πλοίων ποσό επασφαλίστρων, το οποίο ακολούθως θα απέδιδε (μαζί με τα ασφάλιστρα) στον επιλεγέντα ασφαλιστή] κρίνοντας ότι η επιλογή αυτή του ασφαλιστή δεν εγένετο κατά κατάχρηση ή κατά παράβαση των αρχών της καλής πίστης, των χρηστών και συναλλακτικών ηθών αλλά με βάση τα εξασφαλίζοντα τα συμφέροντα της ασφαλιζομένης και συνακόλουθα της έχουσας αναλάβει τη μεταφορά και επιβαρυνομένης με την καταβολή των επασφαλίστρων αναιρεσείουσας κριτήρια της αξιοπιστίας φερεγγυότητας και της δυνατότητας ταχείας κάλυψης του ασφαλισθέντος κινδύνου, τα οποία παρείχε, έστω και με υψηλότερη επιβάρυνση, την οποία εγνώριζε η αναιρεσείουσα πριν από την κατάρτιση των σχετικών συμβάσεων ναυλώσεως, η επιλεγείσα ασφαλιστική εταιρεία (ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΓΑ), δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις προαναφερθείσες διατάξεις, διαλαβούσα στο σκεπτικό της πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες οι οποίες καλύπτουν με πληρότητα το πραγματικό των εφαρμοσθέντων ως άνω κανόνων δικαίου και δικαιολογούν το αποδεικτικό πόρισμα καθιστώσες εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο με αποτέλεσμα να κρίνονται απορριπτέες ως αβάσιμες οι προβαλλόμενες (από το άρθρο 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ) αιτιάσεις.
Ειδικότερα 1) Από την παραδοχή της προσβαλλομένης απόφασης κατά την οποία "αποδεικνύεται ότι κατά την επιλογή του παραπάνω ασφαλιστικού φορέα η εναγομένη δεν επέδειξε αντισυμβατική συμπεριφορά ούτε ενήργησε κατά παράβαση των συναλλακτικών ηθών, της καλής πίστης αλλά ούτε και κατά κατάχρηση του σχετικού δικαιώματος επιλογής ..." προκύπτει σαφώς η εφαρμογή, κατά την επάλληλη αιτιολογία αυτής (προσβαλλομένης απόφασης), η οποία στηρίζει αυτοτελώς (απορριπτικό) το διατακτικό της, των διατάξεων των άρθρων 281, 288, 330, 914, 919 ΑΚ με τις υποστηρίζουσες αυτή ορθές πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες α) ότι η αναιρεσείουσα, παρόλο που εγνώριζε, πριν από την κατάρτιση των ενδίκων συμβάσεων μεταφοράς, τόσο του ασφαλιστικού φορέα, ο οποίος θα ασφάλιζε τα μεταφερόμενα φορτία πετρελαίου όσο, και κυρίως, το ύψος των επασφαλίστρων, το οποίο θα καθοριζόταν με βάση τους - όρους του ασφαλιστηρίου της αναιρεσίβλητης, δέχθηκε να συμμετάσχει στο σχετικό μειοδοτικό διαγωνισμό θεωρώντας, προδήλως, ότι οι όροι, αυτοί εξυπηρετούν τα οικονομικά συμφέροντά της, χωρίς μάλιστα τη διατύπωση, οποιασδήποτε επιφύλαξης είτε κατά το στάδιο της υποβολής των αιτήσεως συμμετοχής στο διαγωνισμό είτε, μεταγενεστέρως, όταν αμέσως μετά την - πραγματοποίηση της πρώτης μεταφοράς, διεπίστωσε κατά την είσπραξη του ναύλου, το ακριβές ύψος των αναλογισθέντων επασφαλίστρων, αφού αυτό ανεξάρτητα από το αν αναγραφόταν κεχωρισμένως ή ενοποιημένος στο παραδιδόμενο παραστατικό έγγραφο, είχε παρακρατηθεί από την αναιρεσίβλητη προκειμένου να αποδοθεί στην ασφαλιστική εταιρεία και επομένως ήταν ευχερές για την αναιρεσείουσα να διαπιστώσει το ακριβές ύψος του (επασφαλίστρου) αφαιρώντας από το ποσό του συμφωνημένου ναύλου το εισπραττόμενο μετά την παρακράτηση, ποσό.
β) ότι δεν αποδείχθηκε ότι "η αναιρεσίβλητη δολίως επέλεξε το συγκεκριμένο ασφαλιστικό φορέα επιβαρύνοντας την αναιρεσείουσα με πολύ υψηλό κόστος επασφαλίστρων ώστε να πληρώνει η ίδια χαμηλά ασφάλιστρα ...", γ) ότι η αλλαγή ασφαλιστή ήταν αντίθετη στα συμφέροντα της αναιρεσίβλητης, τα οποία λαμβανομένων υπόψη της παρεχομένης φερεγγυότητας, του ύψους των ασφαλίστρων της ευρύτητας κάλυψης των ασφαλιστικών κινδύνων της χορήγησης απαλλαγών και της κάλυψης αβαριών εξυπηρετούντο καλλίτερα από την έχουσα ήδη επιλεγεί, με βάση τα παραπάνω κριτήρια τα οποία συνεκτιμώνται κατά την άσκηση του δικαιώματος επιλογής του ασφαλιστή, ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΓΑ και δ) ότι, μετά τη διατύπωση, κατά την 10-6-04, της σχετικής με το ύψος των επασφαλίστρων διαμαρτυρίας της αναιρεσείουσας, η τελευταία εξακολούθησε τη συνεργασία με την αναιρεσίβλητη χωρίς μάλιστα (η διαμαρτυρηθείσα αναιρεσείουσα) να θέσει θέμα μείωσης των επασφαλίστρων για τις, μετά την παραπάνω διαμαρτυρία, ανατεθείσες μεταφορές, ευχερώς εντεύθεν συναγομένου αφενός ότι η αναιρεσείουσα δεν θεωρούσε το ύψος των επασφαλίστρων αποτρεπτικό παράγοντα εξακολούθησης της μεταξύ τους συνεργασίας και, κυρίως, τον υπολογισμό αυτών (επασφαλίστρων) με βάση τους όρους του ασφαλιστηρίου της ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΓΑ, ως ενέργεια αντιτιθέμενη στις αρχές της καλής πίστης ή των συναλλακτικών ή των χρηστών ηθών και ως γενομένη κατά κατάχρηση του σχετικού δικαιώματος επιλογής, και αφετέρου ότι η τελευταία (αναιρεσείουσα) ενεργώντας αντιφατικά και κακόπιστα ενόψει των ως άνω αποδειχθέντων, επικαλείται, οψίμως την παράβαση των αρχών αυτών εκ μέρους της αναιρεσίβλητης, επιχειρώντας, ανεπιτυχώς κατά τη μειοψηφούσα γνώμη, της επ αυτής (παράβασης) θεμελίωση, κατά το νόμω και ουσία βάσιμο, της ένδικης αγωγής.
Κατ' ακολουθίαν των ως άνω εκτεθέντων πρέπει, δεκτών γενομένων ως και ουσιαστικά βασίμων των πρώτου, δευτέρου, τρίτου, εβδόμου και ογδόου λόγων της αναίρεσης, η αναιρετική εμβέλεια των οποίων καθιστά αλυσιτελή την έρευνα των λοιπών λόγων αυτής (αναίρεσης), να αναιρεθεί στο σύνολό της η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που την εξέδωσε συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (αρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), διατασσομένης της επιστροφής του παραβόλου στην αναιρεσείουσα (αρθ. 495 παρ. 4 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσίβλητης, που ηττήθηκε (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθμ. 661/2010 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Πειραιώς. ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Πειραιώς συγκροτούμενο από διαφορετικούς δικαστές, από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρουμένη ως άνω απόφαση.
ΔΙΑΤΑΖΕΙ την επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας από τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 4η Φεβρουαρίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 7η Απριλίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ