Supreme Court dismisses appeal against second-instance judgment for procedural errors in civil litigation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appellant's request to appeal the second-instance court's decision regarding a civil dispute. The appellant argued that the appellate court confused procedural documents and failed to consider specific evidence, but the court found these claims unsupported by the record. Consequently, the appeal was rejected, and the appellants were ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 553, 554, 524, 559 of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if the second-instance judgment is based on a finding of fact that does not contradict the evidence presented, even if procedural documents were misidentified during the hearing.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 783 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 783/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Ελένη Σπίτσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ1 ενεργούσα ως νόμιμης αντιπροσώπου και για λογαριασμό των ανηλίκων τέκνων της α)... και β) ..., των οποίων ασκεί την επιμέλεια, κατοίκων ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Όλγα Ζύγουρα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..
Του αναιρεσιβλήτου: ..., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Διογένη Ζαχαριάδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. .
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-10-2003 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 28790/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 118/2006 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Κατά της τελευταίας ασκήθηκε ανακοπή ερημοδικίας από την ήδη αναιρεσείουσα και εκδόθηκε η 1642/2006 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου. Την αναίρεση των εφετειακών αποφάσεων ζητά η αναιρεσείουσα με την από 28-4-2007 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Ελένη Σπίτσα, ανέγνωσε την από 8-1-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 553 παρ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή, ενώ κατά το άρθρο 554 του ίδιου ως άνω Κώδικα, αν η ανακοπή ερημοδικίας απορρίφθηκε (ή παρήλθε η προς άσκηση αυτής προθεσμία), η αναίρεση απευθύνεται κατά της απόφασης που απέρριψε την ανακοπή, οπότε θεωρείται ότι απευθύνεται και κατά της ερήμην απόφασης, κατά της οποίας είχε απευθυνθεί η ανακοπή, εφόσον δεν παρήλθε η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης κατά της απόφασης αυτής.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 524 παρ. 3 ΚΠολΔ όπως ισχύει μετά την τροποποίηση του με το άρθρο 16 παρ. 3 ν. 2915/2001 και εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση κατ' άρθρο 22 του ως άνω νόμου, εφόσον η πρώτη συζήτηση της υπόθεσης είχε προσδιορισθεί να γίνει μετά την 1-1-2002, το οποίο, κατ' άρθρο 591 παρ. 1 ΚΠολΔ εφαρμόζεται και στις ειδικές διαδικασίες, σε περίπτωση ερημοδικίας του εκκαλούντος η έφεση απορρίπτεται.
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι η απόρριψη της έφεσης, λόγω ερημοδικίας του εκκαλούντος γίνεται κατ' ουσίαν και όχι κατά τύπους και, επομένως, στην περίπτωση αυτή, αν απορρίφθηκε και η εν συνεχεία ασκηθείσα κατ' αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή παρήλθε η προς άσκηση αυτής προθεσμία, προσβλητή με το ένδικο μέσο της αναίρεσης είναι και η εκδοθείσα ερήμην του εκκαλούντος εφετειακή απόφαση, στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη.
Έτσι, τα τυχόν σφάλματα της απόφασης του πρώτου βαθμού μπορούν να προταθούν με την αίτηση αναίρεσης ως σφάλματα της δευτεροβάθμιας δίκης, εφόσον συνιστούν και αναιρετικούς λόγους παραδεκτώς προβαλλόμενους. Υπό τα ως άνω εκτιθέμενα, η ένδικη αίτηση αναίρεσης, στρεφόμενη κατά της 1642/2006 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε η ανακοπή ερημοδικίας που άσκησαν οι αναιρεσείοντες ανήλικοι, νόμιμα εκπροσωπούμενοι από την ασκούσα την επιμέλεια αυτών, Χ1, μητέρα τους, είναι παραδεκτή και ερευνητέα ως προς το βάσιμο των λόγων της.
Κατά το μέρος, όμως, που στρέφεται κατά της 118/2006 απόφασης του ίδιου δικαστηρίου (Εφετείου Θεσσαλονίκης), με την οποία απορρίφθηκε, λόγω της ερημοδικίας τους, η έφεση που άσκησαν κατά της 28.790/2004 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, αφού στο δικόγραφο αυτής δεν εκτίθενται καθόλου περιστατικά, πληρούντα το πραγματικό ενός από τους προβλεπόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης και πλήττοντα την ως άνω εφετειακή απόφαση.
Επειδή, ο από το άρθρο 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. του ΚΠολΔ, εγγράφου ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει, ως προς το έγγραφο, σε σφάλμα ανάγνωσής του, όταν δηλαδή αποδίδει στο έγγραφο περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από αυτό που πράγματι έχει και στη συνέχεια, εξαιτίας της παραμόρφωσης αυτής, καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα, στηρίζοντας την κρίση του αποκλειστικά ή κυρίως στο έγγραφο που κατά τον τρόπο αυτό παραμορφώθηκε.
Επομένως, δεν ιδρύεται ο αναιρετικός αυτός λόγος όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά την γενόμενη παραμόρφωση, περιορίστηκε να συνεκτιμήσει το παραμορφωθέν έγγραφο με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να αποδώσει ιδιαίτερη βαρύτητα σε αυτό για το σχηματισμό της κρίσης του, χωρίς, δηλαδή, να στηρίξει το αποδεικτικό πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο σε αυτό.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγό της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Εφετείο ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενό της κάτω από το δικόγραφο της έφεσής της, επί της οποίας εκδόθηκε η ανακοπτόμενη απόφαση, πράξης ορισμού δικασίμου του αρμόδιου Γραμματέως.
Ειδικότερα, η παραμόρφωση, κατά τον ερευνώμενο λόγο, συνίσταται στο ότι, ενώ στο έγγραφο αναγράφεται ως ώρα συζήτησης της έφεσης η 10.00' και αριθμός πινακίου 32, το Εφετείο "προφανώς μπέρδεψε την πράξη ορισμού δικασίμου της έφεσης, η οποία είχε αριθ. πιν. 32 στις 10 π.μ., με αυτήν της ανακοπής ερημοδικίας, η οποία είχε αριθ.
πιν. 33 στις 11 π.μ.". Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αφού, ακόμη και με την εκδοχή περί εσφαλμένης ανάγνωσης του άνω εγγράφου, την αποδεικτική του κρίση περί μη συνδρομής λόγου ανώτερης βίας στο πρόσωπο της πληρεξούσιας δικηγόρου της αναιρεσείουσας διαμόρφωσε το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση όλων των προσκομισθεισών ενώπιόν του αποδείξεων, χωρίς να στηρίζεται αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο αυτό, το οποίο ουδόλως εξαίρει κατά το περιεχόμενό του.
Με τον ίδιο (πρώτο) λόγο κατά το δεύτερο μέρος του και τον δεύτερο λόγο, η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Εφετείο ότι δεν έλαβε υπόψη του α) την ένορκη βεβαίωση του μάρτυρός της Μ1, που δόθηκε μετά νόμιμη κλήτευση του αναιρεσιβλήτου και β) την πράξη ορισμού δικασίμου της έφεσής της, από την οποία προέκυπτε ότι η ώρα έναρξης εκφώνησης των υποθέσεων του Εφετείου ήταν η 10η πρωινή.
Οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι, αφού από την υπάρχουσα στην προσβαλλομένη απόφαση διαβεβαίωση του Εφετείου ότι κατά την κατάστρωση του αποδεικτικού συλλογισμού του έλαβε υπόψη, πλην των άλλων την υπ' αριθμ. 1315/4-5-2006 ένορκη βεβαίωση του Μ1 , που δόθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Σεβαστής Αδαμοπούλου, μετά προηγούμενη, νόμιμη και εμπρόθεσμη, προ 24 ωρών, κλήτευση του καθ' ου, καθώς και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, χωρίς να παραλείπεται κανένα, σε συνδυασμό με όλο το περιεχόμενο της αποφάσεώς του, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι αυτό (εφετείο) έλαβε υπόψη την ανωτέρω ένορκη βεβαίωση την οποία ρητώς μνημονεύει, ως και την κάτω από την έφεση πράξη ορισμού δικασίμου.
Επίσης, με τον πρώτο λόγο κατά το τρίτο μέρος του, η αναιρεσείουσα αποδίδει στο Εφετείο την εξής αιτίαση κατά λέξη: "θεώρησε ότι ερημοδικάστηκα αν και κλητεύθηκα νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον αντίδικό μου, ενώ η αλήθεια είναι ότι την επίδικη έφεση την κατέθεσα εγώ, κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, την προσδιόρισα εγώ αυθημερόν και την κοινοποίησα εγώ προς τον αντίδικό μου". Η αιτίαση, αυτή δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης εκ των περιοριστικώς προβλεπόμενων στο άρθρο 559 ΚΠολΔ και συνεπώς ο ερευνώμενος λόγος είναι απαράδεκτος. Τέλος, οι λόγοι του αναιρετηρίου με μόνη την αναφορά των αριθμών 1, 8 και 10 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ είναι αόριστοι και ως εκ τούτου απαράδεκτοι. Κατ' ακολουθίαν πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος του τελευταίου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28-4-2007 αίτηση της Χ1 ενεργούσας ως νόμιμης εκπροσώπου και για λογαριασμό των ανηλίκων τέκνων της α) ... και β)... για αναίρεση των 1642/2006 και 118/2006 αποφάσεων του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Μαρτίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Μαρτίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ