Legislator Case Law & Legislation
783/2007 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on evidence review, upholding lower court's finding of sufficient contract elements.

Case Number 783/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Thessaloniki Court of Appeal's decision regarding a construction contract dispute. The appellant argued the lower court failed to consider specific evidence and applied substantive law incorrectly due to insufficient facts. The court ruled that the appellate court had properly evaluated all submitted documents and witness testimonies, finding the contract elements sufficient to establish the appellant's obligation to transfer property shares.

Legislator headnote

AI generated

Article 559(1) of the Code of Civil Procedure; Article 349A of the Civil Code: An appeal based on the lower court's failure to consider evidence is inadmissible if the appealed decision confirms that all presented evidence was duly examined and evaluated.

Keywords

AI generated
appeal admissibility evidence evaluation contract formation property transfer obligation appellate review standard

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 349A of the Civil Code
Article 93 of the Constitution
Article 949 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 783 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 783/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Χαράλαμπο Παπαηλιού, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ........., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Κουδρόγλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ομορρύθμου εταιρίας με την επωνυμία "......... Ο.Ε." και το διακριτικό τίτλο "....", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ........., 3) ........ και 4) ........, ευθυνομένων αλληλεγγύως ως ομορρύθμων μελών της 1ης αναιρεσίβλητης, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Μαγουλά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ..

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις με αριθμ. κατάθεσης 24970/1999, 27849/2000, 14331/2002 και 18882/2001 αγωγές των διαδίκων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 5691/2003 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 1867/2004 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8 Νοεμβρίου 2004 αίτησή του και τους από 9 Φεβρουαρίου 2007 πρόσθετους λόγους αυτής. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Καλαμίδας ανέγνωσε την από 14 Φεβρουαρίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 11γ του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, ιδρυόμενος αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος αν προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων και όλα τα με επίκληση προσκομισθέντα από τους διαδίκους έγγραφα. Από τη βεβαίωση αυτή, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτει ότι το Εφετείο, για το σχηματισμό του αποδεικτικού πορίσματός του, έλαβε υπόψη και εκτίμησε ελεύθερα (Κ.Πολ.Δ. 340) με τις λοιπές αποδείξεις 1)τα με αριθ.πρωτ. ........, ........, ........., ....... και ......... έγγραφα του Τμήματος Ελέγχου κατασκευών της Διευθύνσεως Πολεοδομίας Θεσσαλονίκης και 2) την από 24-6-1995 έκθεση του τεχνικού συμβούλου του αναιρεσείοντος ........, πολιτικού μηχανικού και ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει ότι το Εφετείο δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι έλαβε υπόψη του τα άνω έγγραφα και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11γ του Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τις αγωγές, επί των οποίων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο ήδη αναιρεσείων, επικαλούμενος ότι η πρώτη εναγομένη-αναιρεσίβλητη ομόρρυθμη εταιρία ήταν υπερήμερη ως προς την παράδοση της αναφερόμενης κατοικίας-μεζονέτας κατά το από 11-3-1996 έως 17-3-2002 χρονικό διάστημα, ζήτησε να υποχρεωθούν οι τέσσερις εναγόμενοι (οι δεύτερος, τρίτος και τέταρτος των οποίων είναι ομόρρυθμα μέλη της πρώτης εναγόμενης εταιρίας) να του καταβάλουν τα αναφερόμενα ποσά, που του οφείλονται ως συμφωνηθείσα και καταπεσούσα ποινική ρήτρα.

Η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως από αυτή προκύπτει, δέχθηκε ότι η άνω υπερημερία της πρώτης εναγομένης εταιρίας έληξε την 30-9-1997, ήτοι σε χρόνο περιλαμβανόμενο στο αναφερόμενο στις αγωγές αυτές χρονικό διάστημα. Επομένως, με την άνω παραδοχή του το Εφετείο έλαβε υπόψη γεγονότα αναφερόμενα στις αγωγές και συνακόλουθα δεν έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ.

και ο αντίθετος δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, είναι αβάσιμος.

Ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 10 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, ότι το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο την κρίση του σχημάτισε από τα μνημονευόμενα σ αυτή (απόφαση) αποδεικτικά μέσα. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, αφού έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα της υπόθεσης (καταθέσεις εξετασθέντων μαρτύρων και με επίκληση προσκομισθέντα έγγραφα) σχημάτισε την κρίση του και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, με το οποίο, μεταξύ άλλων, δέχθηκε ότι η υπερημερία της εναγομένης εργολάβου εταιρίας διήρκεσε μέχρι την 30-9-1997, οπότε έληξε. Επομένως, το Εφετείο δεν δέχθηκε παρά το νόμο πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη και ο εκ του άρθρου 559 αρ.10 του Κ.Πολ.Δ. αντίθετος δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, είναι αβάσιμος.

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.19 του Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολομ.

Α.Π. 30/1997, Ολομ. Α.Π. 28/1997).Εξ άλλου, οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ. παραβιάζονται όταν το δικαστήριο, παρά τη διαπίστωση, ευθέως ή εμμέσως, κενού ή αμφιβολίας ως προς τη δήλωση της βουλήσεως των συμβαλλομένων, παραλείπει να προσφύγει σ αυτούς για να διαπιστώσει την αληθινή έννοια των δηλώσεων βουλήσεως των συμβαλλομένων (Ολομ.

Α.Π. 26/2004). Περαιτέρω, η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει τον εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β του Κ.Πολ.Δ. λόγο αναιρέσεως, μόνο αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ αυτούς των πραγματικών περιστατικών, δηλαδή όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας για να βρει την αληθινή έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, το οποίο δίκασε τις εφέσεις των διαδίκων κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως, εκδοθείσης επί των αγωγών αυτών (διαδίκων), με τις οποίες, για τους σ αυτές αναφερόμενους λόγους, ζήτησε ο κάθε διάδικος τα σε κάθε αγωγή αναφερόμενα, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα. Με το ...... προσύμφωνο μεταβιβάσεως ποσοστού εξ αδιαιρέτου οικοπέδου με δικαίωμα ανοικοδόμησης και εργολαβική σύμβαση της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης ......., όπως αυτό τροποποιήθηκε με την ......

πράξη της ίδιας Συμβολαιογράφου, ο ενάγων των αναφερόμενων τριών αγωγών και εναγόμενος της τέταρτης ....... και η πρώτη εναγομένη εταιρία των άνω αγωγών και ενάγουσα της τέταρτης, της οποίας ομόρρυθμα μέλη είναι οι λοιποί εναγόμενοι, συμφώνησαν την κατασκευή, με δαπάνες της τελευταίας, τεσσάρων αυτοτελών κατοικιών (μεζονετών), σύμφωνα με τους όρους του παραπάνω συμβολαίου και της συγγραφής υποχρεώσεων, στο αναφερόμενο οικόπεδο του ενάγοντος, που βρίσκεται στο συνοικισμό ....... .Ότι, ως αμοιβή της εργολάβου πρώτης εναγομένης συμφωνήθηκε η μεταβίβαση σ αυτή ποσοστού 750 %ο εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου με αντίστοιχο δικαίωμα ανοικοδόμησης, για την κατασκευή μιας από τις τέσσερις κατοικίες, την οποία θα ελάμβανε ως αντιπαροχή ο ενάγων οικοπεδούχος και συγκεκριμένα της υπ αριθ.1 κατοικίας, αποτελούμενης από υπόγειο χώρο 64, 35 τ.μ., από ισόγειο όροφο εμβαδού 64, 35 τ.μ.

και από ένα όροφο πάνω από το ισόγειο, εμβαδού 51, 94 τ.μ. Ότι, αρχικά, ως χρόνος παράδοσης της αντιπαροχής, μαζί με τα κοινόκτητα και κοινόχρηστα μέρη του συγκροτήματος, συμφωνήθηκε προθεσμία τριάντα μηνών από την έναρξη των οικοδομικών εργασιών, που ορίσθηκε να γίνει το αργότερο σε επτά μήνες από την υπογραφή του άνω προσυμφώνου συμβολαίου (7-8-1990).

Ότι, για την περίπτωση καθυστέρησης στην παράδοση από την εργολάβο συμφωνήθηκε ποινική ρήτρα 4.000 δραχμών για κάθε ημέρα καθυστέρησης. Ότι, στη συνέχεια, εκδόθηκε η ...... οικοδομική άδεια της Διεύθυνσης Πολεοδομίας Θεσσαλονίκης και άρχισαν οι οικοδομικές εργασίες. Ότι, η ανωτέρω Πολεοδομία με σήμα της διέκοψε τις εργασίες και με την .......

απόφασή της ανακάλεσε την πιο πάνω οικοδομική άδεια γιατί διαπιστώθηκε υπέρβαση αυτής και ειδικότερα κατασκευή ενός επί πλέον ορόφου στην αντιπαροχή του ενάγοντος. Ότι, στις 19-11-1992, επειδή προβλεπόταν με βεβαιότητα καθυστέρηση στην εκτέλεση και παράδοση του έργου, οι διάδικοι υπέγραψαν αναφερόμενη τροποποιητική πράξη του αρχικού προσυμφώνου συμβολαίου, με την οποία συμφωνήθηκε η κατασκευή για λογαριασμό του ενάγοντος της υπ αριθ. 3 κατοικίας, αντί της υπ αριθ. 1 που αρχικά είχε συμφωνηθεί, η οποία θα αποτελούνταν από υπόγειο αποθηκευτικό χώρο εμβαδού 73, 48 τ.μ., από ισόγειο όροφο, εμβαδού 60, 44 τ.μ.

και από ένα όροφο πάνω από το ισόγειο, εμβαδού 53, 70 τ.μ., ενώ ακόμη παρατάθηκε και ο χρόνος παράδοσης της αντιπαροχής μέχρι τις 30-10-1993. Ότι, κατά τα λοιπά ίσχυαν τα αναφερόμενα στο αρχικό προσύμφωνο συμβόλαιο. Ότι, στη συνέχεια, η εναγομένη εργολάβος υπέβαλε την αναφερόμενη αίτηση προς τη Διεύθυνση Πολεοδομίας Θεσσαλονίκης για τροποποίηση της άνω ......

οικοδομικής άδειας και με την αναφερόμενη απόφαση της Πολεοδομίας ανακλήθηκε η προαναφερθείσα ανακλητική απόφαση και αποφασίσθηκε η συνέχιση των οικοδομικών εργασιών. Ότι, η εναγομένη, η οποία θεώρησε ότι αποπεράτωσε το έργο σύμφωνα με τις υποχρεώσεις της, με την από 19-6-1995 εξώδικη πρόσκληση, που επιδόθηκε στον ενάγοντα στις 21-6-1995, κάλεσε αυτόν να προσέλθει στο οικοδομικό συγκρότημα στις 22-6-1995 και να παραλάβει την αντιπαροχή του και περαιτέρω να προσέλθει ενώπιον της αναφερόμενης Συμβολαιογράφου στις 29-6-1995 για την υπογραφή της σχετικής πράξης παράδοσης και παραλαβής της παραπάνω κατοικίας του και να χορηγήσει στην εναγομένη τη σχετική πληρεξουσιότητα για τη μεταβίβαση σ αυτή του άνω ποσοστού εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου.

Ότι, ο ενάγων νομίμως αρνήθηκε να παραλάβει την αντιπαροχή του, γιατί αυτή έφερα υπερβάσεις της οικοδομικής άδειας που καθιστούσαν ανέφικτη τη χρήση της. Ότι, δηλαδή, η εναγομένη εργολάβος εταιρία δεν είχε εκπληρώσει την προαναφερθείσα υποχρέωσή της να παραδώσει στον ενάγοντα την άνω κατοικία πλήρως αποπερατωμένη και κατάλληλη για χρήση.

Ότι, έτσι, η εναγομένη εργολάβος κατέστη υπερήμερη ως προς την παράδοση της αντιπαροχής του ενάγοντος. Ότι, τα προαναφερθέντα κρίθηκαν τελεσίδικα με την 217/2000 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, εκδοθείσης επί εφέσεως του ενάγοντος κατά της 2161/1998 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε επί αγωγής αυτού (ενάγοντος) για καταβολή ποινικής ρήτρας για το από 31-10-1993 μέχρι 11-3-1996 χρονικό διάστημα και με την οποία επιδικάσθηκε στον ανωτέρω το ποσό των 3.380.000 δραχμών.

Ότι, οι ανωτέρω υπερβάσεις, ως και κακοτεχνίες, βεβαιώθηκαν και από την από 1-7-1996 έκθεση αυτοψίας της Πολεοδομίας Θεσσαλονίκης, στην οποία αναφέρονται έξη παραβάσεις και υπερβάσεις της οικοδομικής άδειας στο όλο οικοδομικό συγκρότημα εκ μέρους της εναγομένης-εργολάβου, συνεπεία των οποίων η οικοδομή πρέπει να κατεδαφισθεί, εκτός αν ο ιδιοκτήτης υποβάλλει σχετική ένσταση.

Ότι, η εναγομένη, στη συνέχεια, προς άρση των ανωτέρω υπερβάσεων, κατέθεσε νέο φάκελο στη Διεύθυνση Πολεοδομίας Θεσσαλονίκης, με θέμα την αναθεώρηση και τη νομιμοποίηση της αρχικής άδειας, καθώς και την 28179/1996 ένσταση ενώπιον της αρμόδιας επιτροπής της Πολεοδομίας. Ότι, η ένσταση αυτή έγινε δεκτή, εξαφανίσθηκε το πρωτόκολλο αυθαιρέτου και ο σχετικός φάκελλος απεστάλη στο αρμόδιο τμήμα χορηγήσεως αδειών.

Ότι, τελικά, στις 24-9-1997 εκδόθηκε η ........ νέα οικοδομική άδεια. Ότι, όπως; προκύπτει από το κείμενο της άδειας, με αυτή νομιμοποιήθηκαν οι όποιες υπερβάσεις είχαν διαπιστωθεί με την προαναφερόμενη από 1-7-1996 έκθεση αυτοψίας και επομένως η μεζονέτα του ενάγοντος κατέστη κατοικήσιμη. Ότι, λόγω των μεταξύ των διαδίκων διαφωνιών και επειδή ο ενάγων αρνούνταν να παραλάβει την αντιπαροχή του, η εναγομένη εργολάβος εταιρία, με την από 9-6-1998 αίτησή της στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων) ζήτησε τη διεξαγωγή συντηρητικής πραγματογνωμοσύνης για να διαπιστωθεί η κατάσταση του επίδικου έργου.

Ότι, με την 19681/1998 απόφαση του παραπάνω δικαστηρίου διατάχθηκε η διενέργεια τεχνικής πραγματογνωμοσύνης και ο ορισθείς πραγματογνώμων συνέταξε την από 23-6-1998 έκθεσή του, στην οποία αναφέρει ότι η επίδικη μεζονέτα (του ενάγοντος) έχει αποπερατωθεί και μπορεί να κατοικηθεί, παρά τις υπάρχουσες και διαπιστωθείσες ελλείψεις, που αναφέρει στην έκθεσή του, ως και τις διαπιστωθείσες βλάβες, λόγω της υπάρξεως υγρασίας από τον μη αερισμό του χώρου, ο οποίος για μακρό χρονικό διάστημα παρέμεινε κλειστός.

Ότι, όλα τα ανωτέρω, κατά την κρίση του Εφετείου, δεν αποτελούν ουσιώδεις ελλείψεις που καθιστούν ανέφικτη τη χρήση της επίδικης μεζονέτας, αλλά επουσιώδεις ελλείψεις, οι οποίες μπορούν να αποκατασταθούν μετά την παραλαβή της από τον ενάγοντα. Ότι, στο ίδιο ως άνω συμπέρασμα καταλήγει και ο πραγματογνώμονας, ο οποίος στην έκθεσή του αναφέρει ότι οι άνω ελλείψεις δεν είναι ουσιώδεις.

Ότι, ο πραγματογνώμονας στην ίδια έκθεσή του αναφέρει επίσης ότι δεν έχει γίνει σύνδεση της μεζονέτας με τα δίκτυα της ΔΕΗ και της ύδρευσης. Ότι, όπως προκύπτει από το αναφερόμενο έγγραφο της Πολεοδομίας Θεσσαλονίκης τα συμβόλαια σύνδεσης υπογράφονται από τον ιδιοκτήτη, δηλαδή από τον οικοπεδούχο, ο οποίος θα μπορούσε να υπογράψει τα συμβόλαια με τους Οργανισμούς κοινής ωφέλειας και πριν από την παραλαβή της μεζονέτας, αφού από την 11-1-1995 η Διεύθυνση Πολεοδομίας έχει θεωρήσει την .......

πρώτη οικοδομική άδεια για τη σύνδεση με τα δίκτυα αυτά. Ότι, με τα δεδομένα αυτά, η μεζονέτα του ενάγοντος έχει αποπερατωθεί πλήρως και είναι κατοικήσιμη από της εκδόσεως της άνω ......... δεύτερης οικοδομικής άδειας. Ότι, την άρνησή του να παραλάβει τη μεζονέτα ο ενάγων την εκδήλωσε αμέσως μετά την έκδοση της παραπάνω άδειας και την προηγούμενη κλήση του από την εναγομένη εργολάβο εταιρία να παραλάβει αυτήν περί τα τέλη Σεπτεμβρίου 1997.

Ότι, εξακολουθούσε ο ενάγων να εκδηλώνει την άρνησή του αυτή σε κάθε δικόγραφο που ακολούθησε, καθώς και με τις επίδικες αγωγές. Ότι, η υπερημερία επομένως της εναγομένης εργολάβου εταιρίας, η οποία επήλθε, όπως προαναφέρθηκε, από την 31-10-1993, διήρκεσε μέχρι την 30-9-1997, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, οπότε περιήλθε σε υπερημερία δανειστή ο ενάγων.

Ότι, συνακόλουθα, η εναγομένη εργολάβος εταιρία εξακολούθησε να είναι υπερήμερη ως προς την παράδοση της αντιπαροχής του ενάγοντος και μετά την 10-3-1996, ημερομηνία μέχρι την οποία κρίθηκε ότι ήταν υπερήμερη με την προαναφερθείσα απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης και συγκεκριμένα από 11-3-1996 μέχρι 23-5-1997, δηλαδή όλο το χρονικό διάστημα για το οποίο ζητείται ποινική ρήτρα με την πρώτη επίδικη αγωγή και από 24-5-1997 μέχρι 30-9-1997, που αποτελεί μέρος του χρονικού διαστήματος της δεύτερης αγωγής, για το οποίο ζητείται η καταβολή ποινικής ρήτρας.

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος, δέχθηκε εν μέρει την έφεση των ήδη αναιρεσιβλήτων και στη συνέχεια απέρριψε την τρίτη αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και δέχθηκε εν μέρει τη δεύτερη αγωγή του ίδιου. Οι άνω αιτιολογίες του Εφετείου είναι σαφείς, επαρκείς και δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους και οι εκ του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ.

αντίθετοι πρώτος, κατά το δεύτερο μέρος του, τέταρτος, κατά το πρώτο μέρος του και πέμπτος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, ως και ο πρώτος λόγος του δικογράφου των προσθέτων, είναι αβάσιμοι. Περαιτέρω, το Εφετείο, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες παραδοχές του, δεν διαπίστωσε, ευθέως ή εμμέσως, κενό ή αμφιβολία ως προς τη δήλωση της βουλήσεως των συμβαλλομένων και ορθά δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ., τους οποίους δεν παραβίασε, όπως επίσης δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 288 του ίδιου Κώδικα και ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ.

αντίθετος τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως και δεύτερος λόγος του δικογράφου των προσθέτων, όπως εκτιμάται, είναι αβάσιμοι. Τέλος, το Εφετείο, προκειμένου να αχθεί στην παραδοχή ότι η περί τα τέλη Σεπτεμβρίου 1997 προσφορά της παροχής (κατοικίας-μεζονέτας) από την εργολάβο (πρώτη αναιρεσίβλητη) εταιρία στον ενάγοντα ήταν η προσήκουσα, δεν χρειαζόταν, για την ανεύρεση της αληθινής έννοιας του άρθρου 349 Α.Κ., να χρησιμοποιήσει τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο διδάγματα της κοινής πείρας, αφού η έννοια του στο άρθρο 349 Α.Κ.

όρου "προσήκουσα" είναι γνωστή και ορισμένη. Ειδικότερα, προσήκουσα είναι η προσφορά της παροχής όταν πραγματοποιείται με το σκοπό εκπληρώσεως της πράγματι οφειλόμενης, κατά ποιότητα και ποσότητα, παροχής στον κατάλληλο χρόνο και τόπο. Επομένως, το Εφετείο, που δεν χρησιμοποίησε τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο διδάγματα της κοινής πείρας για την ανεύρεση της στο άρθρο 349 Α.Κ.

έννοιας του όρου "προσήκουσα" δεν τα παραβίασε και ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 1β του Κ.Πολ.Δ. αντίθετος τέταρτος λόγος της αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, είναι αβάσιμος.

Στην αγωγή της πρώτης των ήδη αναιρεσιβλήτων, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως από την επισκόπησή της προκύπτει, αυτή εκθέτει ότι με το αναφερόμενο προσύμφωνο μεταβίβασης ποσοστών εξ αδιαιρέτου οικοπέδου με δικαίωμα ανοικοδόμησης και εργολαβικό συμβόλαιο, που καταρτίσθηκε μεταξύ αυτής και του εναγομένου-οικοπεδούχου (ήδη αναιρεσείοντος), ανέλαβε την υποχρέωση να ανεγείρει με το σύστημα της αντιπαροχής στο περιγραφόμενο οικόπεδο, ιδιοκτησίας του εναγομένου, τέσσερις αυτοτελείς κατοικίες-μεζονέτες, αντί αμοιβής της, που συμφωνήθηκε στην τμηματική ή και συνολική μεταβίβαση στην ίδια (εργολάβο) ή σε τρίτα πρόσωπα, που αυτή θα υποδείκνυε, ποσοστού 750% εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου, ενώ στο υπόλοιπο ποσοστό των 250% θα κατασκεύαζε για λογαριασμό του εναγομένου τη μία από τις τέσσερις κατοικίες-μεζονέτες.

Ότι, αποπεράτωσε πλήρως την κατοικία-μεζονέτα του εναγομένου στον αναφερόμενο χρόνο και τον κάλεσε, την αναφερόμενη ημερομηνία, να προσέλθει ενώπιον της αναφερόμενης Συμβολαιογράφου, προκειμένου να παραλάβει την αποπερατωθείσα κατοικία του και να της μεταβιβάσει τα αναφερόμενα στην εργολαβική σύμβαση ποσοστά επί του οικοπέδου, όπως είχε συμφωνηθεί με τον 17ο όρο της σύμβασης, πλην, όμως, ο τελευταίος (εναγόμενος) αρνήθηκε και εξακολουθεί να αρνείται να συμπράξει για τη μεταβίβαση των ποσοστών αυτών και ότι ήδη με αυτοσύμβαση, σύμφωνα με τον άνω (17ο) όρο του εργολαβικού συμβολαίου, προέβη στη μεταβίβαση σ αυτή (ενάγουσα) των 500% επί του άνω οικοπέδου και απέμεινε ποσοστό 250% το οποίο έχει αναλάβει την υποχρέωση να της μεταβιβάσει ο εναγόμενος και αρνείται να της μεταβιβάσει.

Με βάση το ιστορικό αυτό ζητεί η ενάγουσα να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της μεταβιβάσει τα προαναφερόμενα ποσοστά εξ αδιαιρέτου του άνω οικοπέδου (250%), ήτοι να καταδικασθεί σε δήλωση βουλήσεως για τη μεταβίβαση των άνω εξ αδιαιρέτου ποσοστών του οικοπέδου αυτού. Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή είναι (νομικά) ορισμένη, αφού περιέχονται σ αυτή όλα τα από το άρθρο 349 Α.Κ.

και 949 του Κ.Πολ.Δ. απαιτούμενα στοιχεία για τη θεμελίωση του αγωγικού δικαιώματος και το Εφετείο, που την έκρινε ως τέτοια, δεν αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του αγωγικού δικαιώματος και ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. έκτος (τελευταίος) λόγος της αναιρέσεως, ως και ο τρίτος λόγος του δικογράφου των προσθέτων, κατά το πρώτο μέρος του, με τους οποίους προβάλλει ο αναιρεσείων ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 349 Α.Κ.

και 93 του Συντάγματος, αφού τις εφάρμοσε, ενώ είχε στη διάθεσή της λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτούνται για την εφαρμογή τους, είναι αβάσιμος. Σύμφωνα με τα ανωτέρω, η με το άνω περιεχόμενο και αίτημα προαναφερθείσα αγωγή είναι ποσοτικά και ποιοτικά ορισμένη και ο τρίτος (τελευταίος) λόγος του δικογράφου των προσθέτων, κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο προβάλλει ο αναιρεσείων ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, μη κηρύξασα απαράδεκτη την αγωγή αυτή λόγω της αοριστίας της, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 του Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 8-11-2004 αίτηση του ........ για αναίρεση της 1867/2004 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Μαρτίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Απριλίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ