Legislator Case Law & Legislation
782/2025 AI generated

Supreme Court allows appeal against tax authority's decision, overturning lower court's dismissal of evidence.

Case Number 782/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court granted the appeal filed by the Greek State against a First Instance Court decision dismissing the taxpayer's claim. The State argued that private documents regarding rental payments constituted valid evidence of debt under tax law, while the lower court rejected these documents as insufficient proof. The Court ruled that the lower court erred in interpreting the law by requiring additional evidence for tax assessments, thereby allowing the appeal and remanding the case for retrial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 498, 568, 576 of the Code of Civil Procedure; Article 347 of the Code of Civil Procedure: The court must independently determine the order of proceedings if a party is absent, and evidence of private documents regarding debt existence and amount is admissible for tax collection without requiring further proof of payment.

Keywords

AI generated
tax collection procedure evidence admissibility private documents rental payments appeal admissibility code of civil procedure tax authority

Cited Legislation

AI generated
Article 498 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 568 paragraph 1 and 4 of the Code of Civil Procedure
Article 576 paragraph 1, 2 and 3 of the Code of Civil Procedure
Article 226 paragraph 4 items b and c of the Code of Civil Procedure
Article 575 item b of the Code of Civil Procedure
Article 559 number 1 of the Code of Civil Procedure
Article 347 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 106, 176, 183, 189 number 1, 191 number 2 of the Code of Civil Procedure
Article 22 paragraph 1 and 3 of Law 3693/1957

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 782 / 2025 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 782/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Ιωάννη Αποστολόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών και ήδη από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων, νομίμως εκπροσωπουμένη από τον Διοικητή της, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, και στην προκειμένη περίπτωση από τους Προϊσταμένους των Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. Πειραιά και Δ.Ο.Υ. Γλυφάδας. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Όλγα Παπαχρήστου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "BOOM Λ. Β. ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΕΙΔΩΝ ΝΕΩΤΕΡΙΣΜΟΥ", που εδρεύει στον Πειραιά, εκπροσωπείται νόμιμα και δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Της προσθέτως υπέρ του αναιρεσείοντος και κατά της αναιρεσιβλήτου παρεμβαίνουσας: Ε. Γ. του Δ., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Μπέρτσο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-4-2012 ανακοπή της ήδη αναιρεσιβλήτου, την από 7-9-2012 ανακοίνωση δίκης του ήδη αναιρεσείοντος και την από 19-2-2013 πρόσθετη παρέμβαση της ήδη προσθέτως ενώπιον του Αρείου Πάγου παρεμβαίνουσας και προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς και συνεκδικάσθηκαν.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6090/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 418/2017 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 20-9-2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν το αναιρεσείον και η προσθέτως παρεμβαίνουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της προσθέτως παρεμβαίνουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 4 και 576 παρ. 1, 2 και 3 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος διάδικος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (ΑΠ 32/2024, ΑΠ 167/2023, ΑΠ 1255/2020).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. β' και γ' του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ' άρθρο 575 εδ. β' του ΚΠολΔ, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως, μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε. Επίσης, κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προϋπόθεση, όμως, της εγκυρότητας της κλήτευσης αυτής, λόγω αναβολής της υπόθεσης και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο, είναι ότι ο απολειπόμενος, κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο, διάδικος, είτε να είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή να είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για τη δικάσιμο, κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση, είτε είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο, ώστε, με τη νόμιμη παράσταση και τη μη εναντίωσή του καλύφθηκε η τυχόν ακυρότητα της κλήτευσής του κατά την αρχική δικάσιμο (ΑΠ 2/2022, ΑΠ 184/2020).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την υπ' αριθ. ...-2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Πειραιώς Θ. Λ., που προσκομίζει και επικαλείται το αναιρεσείον, προκύπτει ότι επιδόθηκε, νομοτύπως και εμπροθέσμως, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση για τη δικάσιμο της 13ης Μαρτίου 2023, στην αναιρεσίβλητη, με επιμέλεια του αναιρεσείοντος. Ως εκ τούτου, συνάγεται ότι τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης επισπεύδει το αναιρεσείον. Ακόμη, από το οικείο πινάκιο προκύπτει ότι, κατά την ως άνω δικάσιμο (13-3-2023), η συζήτηση της υποθέσεως αναβλήθηκε για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, με σχετική σημείωση στο πινάκιο, η οποία, κατά τα προεκτεθέντα, επέχει θέση κλητεύσεως ως προς όλους τους διαδίκους, χωρίς να απαιτείται νέα κλήτευση των διαδίκων για τη νέα μετ' αναβολή δικάσιμο. Μάλιστα, από το ίδιο ως άνω πινάκιο, προκύπτει ότι, κατά την προαναφερθείσα δικάσιμο (της 13-3-2023), που η συζήτηση της υποθέσεως αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, η αναιρεσίβλητη είχε εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο. Ωστόσο, η τελευταία δεν παραστάθηκε στη δικάσιμο αυτή, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου, ως εκ τούτου, πρέπει το Δικαστήριο να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης, παρά την απουσία της.

Από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτει ότι η αναιρεσίβλητη (ανώνυμη εταιρία) με την από 30-4-2012 (υπ' αριθ. 4052/15-5-2012 εκθ. καταθ.) ανακοπή της ζήτησε να ακυρωθούν η υπ' αριθ. .../2012 ατομική ειδοποίηση χρεών, καθώς και οι υπ' αριθ. ...-2012 και ...-2012 ταμειακές βεβαιώσεις της Δ.Ο.Υ.

Φ.Α.Ε. Πειραιώς, δυνάμει των οποίων βεβαιώθηκε ως δημόσιο έσοδο εις βάρος της το συνολικό χρηματικό ποσό των 210.000 ευρώ, λόγω εκχωρηθείσας προς το αναιρεσείον (Ελληνικό Δημόσιο) απαίτησης μισθωμάτων, που φέρονται ότι οφείλονται από αυτή (αναιρεσίβλητη), για το χρονικό διάστημα από 1-1-2010 έως 31-7-2010. Επί της ως άνω ανακοπής και της συνεκδικασθείσας με αυτή από 7-9-2012 (υπ' αριθ.

εκθ. καταθ. 7364/2012) ανακοίνωσης - προσεπίκλησης του αναιρεσείοντος (καθου η ανακοπή) προς τους εκχωρητές της ανωτέρω απαίτησης, οι οποίοι άσκησαν, ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, την από 19-2-2013 (υπ' αριθ. 1545/19-2-2013 εκθ. καταθ.) πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του αναιρεσείοντος (η δεύτερη εκ των οποίων άσκησε πρόσθετη παρέμβαση υπερ αυτού και ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, όπως ακολούθως αναφέρεται) , εκδόθηκε η υπ' αριθ. 6090/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία απορρίφθηκε η ανακοπή, ως ουσιαστικώς αβάσιμη, καθώς και η προσεπίκληση (ως μη νόμιμη), γενομένης δεκτής, ως ουσιαστικώς βάσιμης, της πρόσθετης παρέμβασης.

Επίσης, επί της ασκηθείσας από την αναιρεσίβλητη (ανακόπτουσα) εφέσεως κατά της ως άνω πρωτόδικης απόφασης, αρχικώς, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 139/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτησή της (λόγω μη κλητεύσεως αυτών που άσκησαν πρόσθετη παρέμβαση πρωτοδίκως) και στη συνέχεια εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων (αναιρεσίβλητης και αναιρεσείοντος), η υπ' αριθ. 418/2017 απόφαση του Μονομελές Εφετείου Πειραιώς, δυνάμει της οποίας, αφού έγινε δεκτή η έφεση, εξαφανίσθηκε η ανωτέρω πρωτόδικη απόφαση και έγινε δεκτή η ένδικη ανακοπή, επίσης, ακυρώθηκαν οι ως άνω προσβληθείσες ταμειακές βεβαιώσεις (αφού κρίθηκε ότι η ανακοπή στρεφόταν μόνον κατά των τελευταίων και όχι και κατά της ατομικής ειδοποίησης, επιπροσθέτως, θεωρήθηκε καταργημένη η δίκη για τους ως άνω προσθέτως παρεμβαίνοντες, στρεφόμενη η έφεση και κατ' αυτών, λόγω δηλωθείσας παραίτησης ως προς αυτούς από την εκκαλούσα - αναιρεσίβλητη).

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται από το αναιρεσείον (καθ' ου η ανακοπή) η ως άνω υπ' αριθ. 418/2007 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Η αίτηση αναίρεσης αυτή ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως, ενόψει του ότι η προσβαλλόμενη ως άνω απόφαση επιδόθηκε στις 12-6-2018 και η αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στις 25-9-2018 (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ), σε συνδυασμό με το ότι, κατά το χρονικό διάστημα των δικαστικών διακοπών (ήδη θερινών τμημάτων), σε όλες τις δίκες που αφορούν το Δημόσιο, όπως στην προκείμενη περίπτωση, κάθε προθεσμία, συμπεριλαμβανομένης και αυτής για την άσκηση οποιουδήποτε ένδικου μέσου, η οποία έχει αρχίσει, αναστέλλεται κατά διάστημα αυτό.

Επομένως, η αίτηση αναίρεσης αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του ΚΠολΔ). Από τη διάταξη του άρθρου 80 του ΚΠολΔ, με την οποία ορίζεται ότι "Αν σε δίκη που εκκρεμεί μεταξύ άλλων, τρίτος έχει έννομο συμφέρον να νικήσει κάποιος διάδικος, έχει δικαίωμα έως την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, να ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση για να υποστηρίξει το διάδικο αυτόν.", προκύπτει ότι η πρόσθετη παρέμβαση από κάποιο πρόσωπο μπορεί να ασκηθεί για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου.

Επίσης, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 81 παρ. 1 και 215 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή, δηλαδή με κατάθεση του δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται, που είναι αναγκαίο στοιχείο της προδικασίας και ολοκληρώνεται με την κοινοποίηση αυτής στους διαδίκους, η οποία στην περίπτωση που ασκείται για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο, πρέπει να γίνεται σε όλους τους μέχρι την άσκησή της διαδίκους, σύμφωνα με το άρθρο 568 παρ. 4 του ΚΠολΔ.

Ακόμη, από την ανωτέρω διάταξη σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 68 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι αναγκαίος όρος για την άσκηση πρόσθετης παρέμβασης είναι η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος στο πρόσωπο του παρεμβαίνοντος. Ειδικότερα, υφίσταται έννομο συμφέρον προς παρέμβαση, όταν με αυτή μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος, ή να αποτραπεί η δημιουργία σε βάρος του νομικής υποχρέωσης.

Πρέπει, όμως, αυτά είτε να απειλούνται από το δεδικασμένο ή την εκτελεστότητα της απόφασης που θα εκδοθεί ή να τίθενται σε διακινδύνευση από άλλες αντανακλαστικές συνέπειες αυτής (ΟλΑΠ 17/2015, ΑΠ 817/2017).

Εξάλλου, ως τρίτος, κατά την έννοια της ίδιας διάταξης του άρθρου 80 του ΚΠολΔ, νοείται εκείνος, ο οποίος δεν είχε προσλάβει την ιδιότητα του διαδίκου με οποιοδήποτε τρόπο στην αρχική δίκη ή σε στάδιο προηγούμενης δίκης επί της υπόθεσης. Τέλος, ο προσθέτως παρεμβαίνων περιορίζεται, στην αναιρετική διαδικασία, σε μόνη την υποστήριξη ή αντίκρουση των λόγων της αναίρεσης, στις οποίες εξαντλείται το δικαίωμα των κυρίων διαδίκων (ΑΠ 307/2024, ΑΠ 13/2023, ΑΠ 433/2020).

Στην προκείμενη περίπτωση, με το από 2-11-2022 (υπ' αριθ. 56/8-11-2022 έκθεσης κατάθεσης) ιδιαίτερο αυτοτελές δικόγραφο, το οποίο επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως σε όλους τους διαδίκους, κατ' άρθρο 81 παρ. 1 του ΚΠολΔ (όπως προκύπτει από τις υπ' αριθ. ...-2022, ...-2022, ...-2022 και ...-2022 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα στο Πρωτοδικείο Αθηνών, Ν.

Π.), η Ε. Γ. (η οποία ήταν προσθέτως παρεμβαίνουσα και πρωτοδίκως) άσκησε πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του αναιρεσείοντος και κατά της αναιρεσίβλητης, επικαλούμενη ως έννομο συμφέρον ότι αυτή και ο ήδη αποβιώσας πατέρας της Δ. Γ. (του οποίου η παρεμβαίνουσα είναι μοναδική κληρονόμος του), δυνάμει του από 1-9-2003 ιδιωτικού συμφωνητικού, είχαν εκμισθώσει, από κοινού, στην αναιρεσίβλητη εταιρία το αναφερόμενο ακίνητο, του οποίου η τελευταία έκανε χρήση μέχρι την 6-8-2010, που απέδωσε αυτό, χωρίς να καταβάλλει τα μισθώματα για το χρονικό διάστημα από 1-1-2010 έως 6-8-2022, συνολικού ποσού 210.000 ευρώ.

Επίσης, εκθέτει ότι η απαίτηση των ως άνω οφειλομένων μισθωμάτων εκχωρήθηκε από τους προαναφερθέντες εκμισθωτές (την ίδια και τον πατέρα της) προς το αναιρεσείον (Ελληνικό Δημόσιο), με τις υπ' αριθ. ...-2011 και ...-2011 έγγραφες δηλώσεις τους, για την αποφυγή επιβαρύνσεως με φόρους για εισοδήματα μηδέποτε κτηθέντα.

Ακόμη, ότι, βάσει της ως άνω εκχωρήσεως, η Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. Πειραιώς προέβη στη βεβαίωση του αντίστοιχου χρέους εις βάρος της αναιρεσίβλητης εταιρίας, δυνάμει των υπ' αριθ. ...-2012 και ...-2012 ταμειακών βεβαιώσεων, των οποίων την ακύρωση αιτήθηκε η τελευταία (αναιρεσίβλητη) με την ένδικη ανακοπή της. Επιπροσθέτως, ότι, μετά την ακύρωση των ανωτέρω ταμειακών βεβαιώσεων, δυνάμει της προσβαλλόμενης υπ' αριθ. 418/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς το αναιρεσείον (Ελληνικό Δημόσιο), δια της Δ.Ο.Υ.

Γλυφάδας Αττικής, επιδιώκει την είσπραξη από αυτήν (παρεμβαίνουσα) του φόρου εισοδήματος που αφορά τα ως άνω μισθώματα, καθώς ότι η τυχόν αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης θα επηρεάσει τα έννομα συμφέροντά της και συγκεκριμένα την υποχρέωση της προς καταβολή του ως άνω φόρου εισοδήματος. Τα ανωτέρω επικληθέντα περιστατικά συγκροτούν την έννοια του εννόμου συμφέροντος προς άσκηση της κρινόμενης πρόσθετης παρέμβασης, όπως προεκτέθηκε, και δοθέντος ότι η πρόσθετη παρέμβαση αυτή ασκήθηκε παραδεκτώς ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου και είναι νόμιμη (άρθρα 80, 81 παρ. 1, 225 αρ. 2 ΚΠολΔ), πρέπει αυτή να συνεκδικαστεί με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, λόγω της σχέσης της ως κύριου και παρεπομένου (άρθρα 31, 246, σε συνδυασμό με 573 παρ. 1 του ΚΠολΔ).

Ι. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο αναιρετικό λόγος αυτός αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο και όχι το ουσιαστικό δίκαιο, δικονομικές δηλαδή ενέργειες που ρυθμίζουν την έναρξη και εξέλιξη της έννομης σχέσεως της δίκης και κατατείνουν στην έκδοση δικαστικής αποφάσεως επί της αιτουμένης έννομης προστασίας.

Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 562 παρ. 2 και 3 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως, που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε ή δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημοσία τάξη ή το δεδικασμένο.

Η διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, βάσει της πραγματικής και νομικής καταστάσεως που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από την αίτηση αναίρεσης.

Ειδικότερα, πρέπει να αναφέρεται στην τελευταία ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει τον προβαλλόμενο λόγο αναιρέσεως, είχε προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να καθορίζεται τόσο το περιεχόμενό του, όσο και ο νόμιμος τρόπος που προτάθηκε ή επαναφέρθηκε στο δικαστήριο της ουσίας. Επίσης, το γεγονός ότι ο σχετικός ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο δεν σημαίνει και ότι ο κανόνας είναι δημοσίας τάξεως, διότι ναι μεν η εφαρμογή του νόμου είναι έργο αυτεπάγγελτης ενέργειας του δικαστή, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι όλοι οι νόμοι είναι δημοσίας τάξεως, αφού στην έννοια της δημοσίας τάξεως περιλαμβάνονται οι κανόνες με τους οποίους η πολιτεία προστατεύει θεμελιώδεις αξίες και αντιλήψεις του εννόμου βίου, πολιτειακές, ηθικές, οικονομικές και κοινωνικές, η προσβολή των οποίων δεν είναι ανεκτή από την κρατούσα γενική περί δικαίου συνείδηση.

Συνεπώς, ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο τρόπος και ο χρόνος προτάσεως ή επαναφοράς του στο εφετείο, ώστε να μπορεί να κριθεί από το περιεχόμενο της αίτησης αναίρεσης το εάν αυτός ήταν νόμιμος και παραδεκτός, αφού μη νόμιμοι, αόριστοι και απαράδεκτοι ισχυρισμοί δεν είναι για τους λόγους αυτούς ουσιώδεις και δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1399/2017, ΑΠ 1401/2008, ΑΠ 1334/2005).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο, το οποίο αφορά την επίδοση του δικογράφου της ένδικης ανακοπής μόνο στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. και όχι επιπροσθέτως στον Υπουργό Οικονομικών, κατά τα άρθρα 85 παρ. 1 του ΝΔ 356/1974 (Κ.Ε.Δ.Ε.) και 5 παρ. 1 και 2 του Διατάγματος της 26ης Ιουνίου/10ης Ιουλίου 1944 "περί Κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου". Ωστόσο, ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, διότι δεν αναφέρεται στην αίτηση αναίρεσης ότι το απαράδεκτο αυτό το πρότεινε το αναιρεσείον στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, καθορίζοντας και το νόμιμο τρόπο προτάσεώς του, και ότι το επανέφερε νόμιμα στο Εφετείο, ώστε, βάσει του αντίστοιχου περιεχομένου της αίτησης αναίρεσης, να μπορεί να κριθεί το παραδεκτό της προτάσεώς του, ενόψει και του ότι ο εν λόγω ισχυρισμός δεν υπάγεται στις προβλεπόμενες από το άρθρο 562 αριθ. 2 του ΚΠολΔ ως άνω εξαιρέσεις. Σε κάθε περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) των από 24-5-2013 και 24-5-2016 προτάσεων, που κατέθεσε το αναιρεσείον ενώπιον του πρωτοβάθμιου και δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, αντιστοίχως, κατά τη σχετική δίκη, δεν υφίσταται σ' αυτές κάποια αναφορά στον ως άνω ισχυρισμό περί απαραδέκτου.

ΙΙ . Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 455 επ. του ΑΚ, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 1 παρ. 2 και 2 του ΝΔ 356/1974 (Κ.Ε.Δ.Ε., όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο δημοσιεύσεως της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου και του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου) και 4 παρ. 7 του ν. 2238/1994 "Κύρωση του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος", προκύπτει ότι ο υπόχρεος έναντι του Δημοσίου προς καταβολή φόρου για εισόδημα που αποκτά από την εκμίσθωση ακινήτου, όπως είναι και ο εκμισθωτής αυτού, σύμφωνα με το άρθρο 20 του ν. 2238/1994, μπορεί να εκχωρήσει προς το Δημόσιο τα μη εισπραχθέντα από αυτόν μισθώματα, στην καταβολή των οποίων υποχρεούται ο μισθωτής, με σχετική δήλωση του, που υποβάλλεται στον αρμόδιο για τη φορολογία του προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ., παραδίδοντας συγχρόνως σ' αυτόν τα αποδεικτικά της εκχωρούμενης απαιτήσεως έγγραφα.

Από της δηλώσεως αυτής του εκχωρητού, συνοδευομένης με βεβαίωση του ιδίου ότι δεν κατέχει άλλα αποδεικτικά της εκχωρούμενης απαιτήσεως έγγραφα, το Δημόσιο ως εκδοχέας της εκχωρούμενης απαιτήσεως υποκαθίσταται ως προς την απαίτηση αυτή στα δικαιώματα του εκχωρητού, ως ειδικός διάδοχος αυτού, μη απαιτουμένης, κατά την ειδικώς ρυθμίζουσα την εκχώρηση αυτή διάταξη του ανωτέρω άρθρου 4 παρ. 7 του ν. 2238/1994, αναγγελίας της εκχωρήσεως προς τον εκχωρούμενο οφειλέτη, η δε εκχωρούμενη απαίτηση αποτελεί δημόσιο έσοδο που εισπράττεται από τον εκχωρούμενο οφειλέτη, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κ.Ε.Δ.Ε..

Ειδικότερα, κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 2 του ΝΔ 356/1974 (Κ.Ε.Δ.Ε.), νόμιμο τίτλο για την είσπραξη των δημοσίων εσόδων αποτελούν: α) Η βεβαίωση κατά το νόμο και ο προσδιορισμός από τις αρμόδιες διοικητικές ή άλλες αρχές του εισπρακτέου ποσού, του είδους του εσόδου και της αιτίας για την οποία αυτό οφείλεται, δηλαδή η πράξη καταλογισμού χρηματικού ποσού σε βάρος διοικουμένου με δημόσιο έγγραφο, το οποίο εκδίδεται από αρμόδια αρχή και ενσωματώνει την ατομική διοικητική πράξη, β) Τα δημόσια ή ιδιωτικά έγγραφα, από τα οποία αποδεικνύεται η οφειλή, γ) Τα δημόσια ή ιδιωτικά έγγραφα, από τα οποία πιθανολογείται η οφειλή, ως προς την ύπαρξη και το ποσό αυτής, κατά την έννοια του άρθρου 347 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.

Κατά τα ανωτέρω, νόμιμο τίτλο αποτελεί η πράξη καταλογισμού χρηματικού ποσού εις βάρος διοικουμένου, που εντοπίζεται σε δημόσιο έγγραφο, το οποίο εκδίδεται από την αρμόδια αρχή και ενσωματώνει την ατομική διοικητική πράξη, από αυτόν δε (τον τίτλο), με τη συνδρομή των δημοσίων ή ιδιωτικών εγγράφων που τον συνοδεύουν, αποδεικνύεται ή πιθανολογείται βεβαία και εκκαθαρισμένη απαίτηση.

Στο νόμιμο τίτλο πρέπει να αναφέρεται η ακριβής αιτία της οφειλής, ώστε, σε περίπτωση αμφισβητήσεως, να είναι δυνατός ο δικαστικός έλεγχος. Τούτο δε, διότι με βάση το "νόμιμο τίτλο" είναι δυνατόν να επισπευσθεί αναγκαστική εκτέλεση, χωρίς να έχει προηγηθεί διαγνωστική δίκη και έκδοση δικαστικής απόφασης, που θα καθιστούσε σαφείς την αιτία ή τις επιμέρους αιτίες του (φερόμενου ως) οφειλόμενου συνολικού χρέους.

Η ανάγκη αυτή καθίσταται εντονότερη, όταν ο ουσιαστικός καθορισμός του χρέους δεν έγινε από το Ελληνικό Δημόσιο (η δράση του οποίου διέπεται από την αρχή και το τεκμήριο της νομιμότητας), αλλά από τρίτο πρόσωπο, όπως είναι ο αρχικός δανειστής (εκμισθωτής), ο οποίος εκχωρεί την απαίτησή του προς το Δημόσιο, δηλαδή και στην περίπτωση που το Δημόσιο ενεργεί ως εκδοχέας απαιτήσεων.

Από τη βεβαίωση, ως νόμιμο τίτλο εισπράξεως (βεβαίωση υπό ευρεία έννοια), διακρίνεται η ταμειακή βεβαίωση (βεβαίωση υπό στενή έννοια), που είναι αναγκαία για να μπορεί να επιδιωχθεί η είσπραξη της απαιτήσεως του Δημοσίου, δηλαδή συνιστά αυτή τίτλο εκτελέσεως. Ο νόμιμος τίτλος δεν συμπίπτει με την ταμειακή βεβαίωση, πλην όμως μεταξύ τους υφίσταται στενή αιτιακή σχέση, ώστε σε περίπτωση που η ταμειακή βεβαίωση δεν στηρίζεται σε νόμιμο τίτλο, όπως σε τίτλο στον οποίο δεν προσδιορίζεται επαρκώς το χρέος, να είναι αυτή ακυρωτέα.

Τέλος, στον οφειλέτη της ως άνω ιδιωτικής φύσεως εκχωρηθείσας απαίτησης, εναντίον του οποίου επισπεύδεται διοικητική εκτέλεση προς είσπραξη της, παρέχεται το δικαίωμα να ασκήσει ανακοπή κατά τα άρθρα 73 επ. του ΝΔ 356/1974 (Κ.Ε.Δ.Ε.), η οποία δικάζεται από το αρμόδιο πολιτικό δικαστήριο, σύμφωνα με τα άρθρα 583 - 585 του ΚΠολΔ.

Με την ανακοπή αυτή επιτρέπεται η προβολή κάθε αντιρρήσεως, ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, η οποία μπορεί να ασκείται τόσο κατά του "νομίμου τίτλου" όσο και κατά της ταμειακής βεβαίωσης, εφόσον αποτελεί και αυτή εκτελεστή διοικητική πράξη, ο μεν ανακόπτων επέχει κατ' αρχήν θέση εναγομένου, το δε καθου (Δημόσιο) θέση ενάγοντος, και έτσι το τελευταίο βαρύνεται με την επίκληση των γεγονότων, των οποίων το βάρος θα έφερε, αν ασκούσε το δικαίωμά του με σχετική αγωγή (ΟλΑΠ 5/2019, ΑΠ 74/2023, ΑΠ 482/2022, ΑΠ 645/2017).

Εξάλλου, για τη θεμελίωση της αγωγής, με την οποία ο εκμισθωτής (ενάγων) ζητεί την καταβολή του μισθώματος (άρθρα 574 και 595 ΑΚ) πρέπει να αναφέρονται στο δικόγραφό της και να αποδεικνύονται η σύμβαση μισθώσεως πράγματος, οι συμβαλλόμενοι, το μίσθιο, το μίσθωμα και ο χρόνος καταβολής του, ο χρόνος διάρκειας της μίσθωσης, η γενόμενη εκ μέρους του μισθωτή χρήση του μισθίου και η υπερημερία του μισθωτή περί την καταβολή του μισθώματος (ΑΠ 2053/2013), χωρίς να απαιτούνται επιπλέον στοιχεία.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή της (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 4/2005).

Στην προκείμενη περίπτωση, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον το σχετικό αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα: "...αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει του από 1/9/2003 ιδιωτικού συμφωνητικού εμπορικής μίσθωσης οι πρωτόδικα προσεπικληθέντες και προσθέτως παρεμβαίνοντες, Δ.

Γ. και Ε. Γ., εκμίσθωσαν το κείμενο στη ... και επί της πλατείας ... (πρώην ...) ... ακίνητο, που ανήκει στην κυριότητά τους κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, στην ανακόπτουσα εταιρία με την επωνυμία "ΒΟΟΜ Λ. Β. ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΕΙΔΩΝ ΝΕΩΤΕΡΙΣΜΟΥ", που έχει την έδρα της στον Πειραιά, για χρονικό διάστημα από 1/2/2004 έως 31/1/2013, έναντι μηνιαίου μισθώματος 30.000 ευρώ, πλέον χαρτοσήμου 3,6% αναπροσαρμοζόμενου ετησίως κατά τα οριζόμενα στον υπ' αριθμ. 2 όρο του μισθωτηρίου, προκειμένου να λειτουργήσει εντός αυτού πολυκατάστημα ειδών ενδύσεως.

Η μίσθωση αυτή λύθηκε την ...-2010 δυνάμει της υπ' αριθμ. ...-2010 πράξεως λύσεως επαγγελματικής μίσθωσης της συμβολαιογράφου Αθηνών Β. Γ. και η απόδοση του μισθίου συμφωνήθηκε να πραγματοποιηθεί εκουσίως την 29η-7-2010. Εντέλει το μίσθιο αποδόθηκε την 6η/8/2010. Μετά από την απόδοση του μισθίου, με τις από 24-3-2011 υπ' αριθμ.

πρωτ: ...-2011 και ...-2011 έγγραφες δηλώσεις περί εκχωρήσεως μη εισπραχθέντων μισθωμάτων των, ως άνω, εκμισθωτών-προσθέτως πρωτόδικα παρεμβάντων προς τη Δ.Ο.Υ. Γλυφάδας εξεχώρησαν αυτοί στο Ελληνικό Δημόσιο τα από 1/1/2010 έως 6/8/2010 μισθώματα του προαναφερόμενου μισθίου ακινήτου, το οποίο είχαν εκμισθώσει στην ανακόπτουσα εταιρία.

Τα μισθώματα αυτά δεν τα εισέπραξαν και ζήτησαν για το λόγο αυτό να μην συνυπολογισθούν στο ετήσιο εισόδημά τους από μισθώματα, παρέδωσαν δε στη Δ.Ο.Υ. Γλυφάδας τα αναφερόμενα στη δήλωση έγγραφα προς απόδειξη της απαιτήσεώς της. Οι δηλώσεις αυτές αποτέλεσαν τη βάση έκδοσης των προβαλλομένων ταμειακών βεβαιώσεων, οι οποίες αποτελούν τον προσβαλλόμενο νόμιμο τίτλο.

Με τον 1ο λόγο της κρινόμενης έφεσης, η εκκαλούσα εταιρία παραπονείται, διότι η εκκαλούμενη απόφαση εσφαλμένα δέχθηκε ότι η επικαλούμενη εκχώρηση των οφειλόμενων από αυτήν μισθωμάτων του έτους 2010 (από 1/1/2009 έως 6/8/2010) ύψους 210.000 ευρώ αποδεικνύεται από τα προσκομισθέντα από τους εκμισθωτές έγγραφα. Η αιτίαση αυτή της ανακόπτουσας-εκκαλούσας εταιρίας αποδεικνύεται βάσιμη.

Και τούτο διότι το Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο (επέχοντας θέση ενάγοντα) φέρει το σχετικό βάρος απόδειξης της βασιμότητας της εκχωρούμενης σε αυτό απαίτησης προσκομίζοντας τα τότε επισυναφθέντα σε κάθε δήλωση εκχώρησης αποδεικτικά αυτής έγγραφα, δεν προσκόμισε τα έγγραφα αυτά, από το περιεχόμενο και μόνο των οποίων θα αποδεικνύονταν οι αντίστοιχα εκχωρηθείσες απαιτήσεις των εκμισθωτών.

Όμως, όπως αποδεικνύεται από την επισκόπηση των προτάσεων που κατέθεσε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, το Ελληνικό Δημόσιο δεν επικαλέστηκε ούτε προσκόμισε τα έγγραφα, τα οποία, σύμφωνα με την αντίστοιχη δήλωση καθενός των εκμισθωτών κατά την κατάθεση των δηλώσεών τους και την επισύναψη σε αυτές των σχετικών εγγράφων τους, αποδείκνυαν την ύπαρξη των εκχωρηθεισών απαιτήσεών τους εναντίον της εκκαλούσας εταιρίας.

Τόσο από το περιεχόμενο των προτάσεών του αυτών όσο και από την έρευνα του φακέλου, που προσκόμισε στο Δικαστήριο, αποδεικνύεται ότι το Ελληνικό Δημόσιο προσκόμισε με επίκληση μόνο τα εξής (πέραν των διαδικαστικών) έγγραφα: την υπ' αριθμ. ...-2012 ατομική ειδοποίηση χρεών της Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Πειραιά (σχετ.3), τις από 24-3-2011 έγγραφες δηλώσεις περί εκχωρήσεως μη εισπραχθέντων μισθωμάτων (σχετ. 8α και 8β) και τις περιληπτικές καταστάσεις βεβαίωσης φόρου για τους υπ' ...

και ... χρηματικούς καταλόγους δυνάμει των οποίων έλαβαν χώρα οι προσβαλλόμενες υπ' αριθ. ....2011 ταμειακές βεβαιώσεις, αντιστοίχως, (σχετ. 4α και 4β). Επομένως το Ελληνικό Δημόσιο δεν απέδειξε τη βασιμότητα των εκχωρηθεισών σε αυτό απαιτήσεων, διότι δεν προσκόμισε ούτε επικαλέστηκε τα φερόμενα ως επισυναφθέντα στις παραπάνω δηλώσεις εκχώρησης αποδεικτικά της βασιμότητας αυτών έγγραφα, από το περιεχόμενο των οποίων θα μπορούσε να αποδειχθεί η ύπαρξη (βασιμότητα) των απαιτήσεων που τότε εκχωρήθηκαν.

Πέραν τούτου η κρίση αυτή του παρόντος Δικαστηρίου ενισχύεται και από τα εξής: Όπως αποδεικνύεται από τις προσκομιζόμενες με ημερομηνία 24-3-2011 δύο (2) δηλώσεις εκχώρησης μη εισπραχθέντων μισθωμάτων ακινήτου απευθυνόμενες προς τον προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. Γλυφάδας, οι εκμισθωτές δήλωσαν, ότι εκχωρούν προς το Ελληνικό Δημόσιο "τα μισθώματα της περιόδου από 1/1/2010 έως 6/8/2010 μηνιαίου ποσού 30.000 ευρώ και συνολικού ποσού 210.000 ευρώ".

Για την απόδειξη της βασιμότητας της απαίτησής τους αυτής εναντίον της εκκαλούσας εταιρίας, οι εκμισθωτές κατέθεσαν (επισύναψαν στην αντίστοιχη δήλωσή τους) τα εξής έγγραφα: α) το από 1/9/2003 συμφωνητικό μίσθωσης και 24/10/2007 τροποποιητικό β) την από 11/5/2007 αγωγή απόδοσης του μισθίου και καταβολής μισθωμάτων και γ) την υπ' αριθμ. 3127 από 6/12/2007 δικαστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Πλην όμως από το περιεχόμενο αυτών των κατατεθέντων εγγράφων δεν αποδεικνύεται η ύπαρξη οφειλής της εκκαλούσας εταιρίας προς τους παραπάνω εκμισθωτές, η οποία να προκύπτει από οφειλόμενα μισθώματα της χρονικής περιόδους από 1/1/2010 έως 6/8/2010 για τους πιο κάτω λόγους: α) Από το περιεχόμενο του προσκομιζόμενου με ημερομηνία 1/9/2003 ιδιωτικού συμφωνητικού εμπορικής μίσθωσης δεν αποδεικνύεται ότι κατά το έτος 2010 το μίσθωμα είχε ανέλθει στο ποσό των 30.000 ευρώ/μήνα.

Αντίθετα στον υπ' αριθμ. 2 περ. δ' όρο του συμφωνητικού αυτού αναφέρεται ότι από 1/9/2007 το μηνιαίο μίσθωμα θα ανέλθει στο ποσό των 40.000 ευρώ (και όχι στο πιο πάνω ποσό των 26.000 ευρώ). Εξάλλου, σύμφωνα με τον υπ' αριθμ. 2 περ. β' όρο του ίδιου συμφωνητικού, η αναπροσαρμογή του μηνιαίου μισθώματος συμφωνήθηκε ότι θα γίνεται ετησίως με έναρξη την 1η Σεπτεμβρίου κάθε έτους (γι' αυτό και ο αμέσως παραπάνω αναφερόμενος καθορισμός του μισθώματος συμφωνήθηκε να γίνει με έναρξη την 1/9/2007 και όχι την 1/1/2007), οπότε δεν μπορεί να συναχθεί, ότι το σύνολο του εκχωρηθέντος ποσού των (105.000+105.000 αντίστοιχα =) 210.000 ευρώ αποδεικνύεται από τον πολλαπλασιασμό του ποσού των 30.000 ευρώ επί τους 7 μήνες του έτους 2010, διότι είτε πριν από την 1/9/2009 το ποσό του μηνιαίου μισθώματος θα ήταν μικρότερο των 26.000 ευρώ είτε μετά την 1/9/2009 το ποσό του μηνιαίου μισθώματος θα ήταν μεγαλύτερο των 26.000 ευρώ, σύμφωνα με τον πιο πάνω όρο περί αναπροσαρμογής του, β) από το φερόμενο ως επισυναπτόμενο στις κατατεθείσες με ημερομηνία 12/4/2010 δηλώσεις εκχώρησης μισθωμάτων "από 24-10-2007 τροποποιητικό" και στο άρθρο 3 αυτού αναφέρεται ότι το μίσθωμα μειώνεται στο ποσό των 26.000€ πλέον χαρτοσήμου, αναπροσαρμοζόμενο από 1η-1-2010 στο ποσό των 30.000€, στο δε άρθρο 6 αυτού αναφέρεται ότι αν η μισθώτρια δεν είναι συνεπής θα ανατρέπεται η ισχύς του τροποποιητικού ιδιωτικού συμφωνητικού, ως προς το ύψος του μισθώματος και θα θεωρείται ότι ουδέποτε μειώθηκε, γ) από το περιεχόμενο της προσκομιζόμενης υπ' αριθμ. 3127/2007 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (τμήμα μισθώσεων) αποδεικνύεται ότι έγινε δεκτή η από 11/5/2007 αγωγή (απόδοσης του μισθίου και) καταβολής μισθωμάτων των εκμισθωτών, Δ.

Γ. και Ε. Γ., εναντίον της εδώ εκκαλούσας εταιρίας και συγκεκριμένα (εκτός των άλλων) αναγνωρίστηκε η υποχρέωση της εδώ εκκαλούσας εταιρίας (και του εις ολόκληρον με αυτήν ευθυνομένου, αλλά μη εδώ διαδίκου, Λ. Β.) να καταβάλει στους εκμισθωτές το συνολικό ποσό των 205.438,80 ευρώ (ήτοι το ποσό των 102.719,40 σε κάθε τότε ενάγοντα).

Πλην όμως, πέραν του ότι το ποσό αυτό είναι μικρότερο του συνολικά εκχωρηθέντος ποσού των 312.000,00 ευρώ, από το σκεπτικό της απόφασης αυτής αποδεικνύεται, ότι η αγωγή αυτή αφορούσε σε οφειλόμενα μισθώματα του χρονικού διαστήματος από το Δεκέμβριο του έτους 2006 έως και το Μάϊο του έτους 2007 (βλ. 2ο φύλλο εμπρός σελίδα της απόφασης αυτής) και όχι σε μισθώματα του έτους 2010, δηλαδή σε οφειλόμενα μισθώματα του χρονικού διαστήματος από 1/1/2010 έως 6/8/2010, για την απόδειξη της ύπαρξης απαίτησης των εκμισθωτών εναντίον της εδώ εκκαλούσας είχαν προσκομιστεί.

Επομένως οι απαιτήσεις των εκμισθωτών για τα εκχωρηθέντα στο Ελληνικό Δημόσιο οφειλόμενα σε αυτούς μισθώματα του χρονικού διαστήματος από 1/1/2010 έως 6/8/2010 δεν αποδεικνύονταν από τα τότε επισυναφθέντα στις αντίστοιχες δηλώσεις εκχώρησής τους και, ως εκ τούτου, οι δηλώσεις αυτές των εκμισθωτών δεν έπρεπε να γίνουν δεκτές από το Ελληνικό Δημόσιο ως μη αποδεικνυόμενες από τα επισυναφθέντα έγγραφα, δ) από την εκκαλούσα εταιρία προσκομίζονται με επίκληση και τα παρακάτω έγγραφα:

Ι) το με ημερομηνία 29/1/2010 καταθετήριο της τράπεζας ΑΤΕBANK για ποσό κατάθεσης 30.000 ευρώ, με καταθέτιδα την εκκαλούσα εταιρία και δικαιούχο το Δ. Γ. στον υπ' αριθμ. ... τραπεζικό λογαριασμό του τελευταίου και 2) το με ημερομηνία 4/2/2010 παραστατικό συναλλαγής της τράπεζας ΑΤΕBANK για ποσό κατάθεσης 12.000 ευρώ, με καταθέτιδα την εκκαλούσα εταιρία και την ένδειξη "..." στον υπ' αριθμ. ...

τραπεζικό λογαριασμό του τελευταίου του Δ. Γ. Από τα έγγραφα αυτά αποδεικνύεται, ότι η εκκαλούσα εταιρία έχει προβεί στις πιο πάνω καταβολές προς τους εκμισθωτές πριν από την ημερομηνία της 24-3-2011 (ημερομηνία δήλωσης εκχώρησης των μισθωμάτων). Η δε ένδειξη "...", η οποία υπάρχει στο αμέσως παραπάνω καταθετήριο της 4ης-2-2010 αποδεικνύει, ότι η εκκαλούσα εταιρία έχει καταβάλει διάφορα αδιευκρίνιστου ύψους ποσά έναντι των οφειλόμενων προς τους εκμισθωτές μισθωμάτων, τα οποία κατά τους υπολογισμούς της καλύπτουν όλο το ημερολογιακό έτος 2009 (όπως φαίνεται από την ένδειξη αυτή), χωρίς αυτό να αντικρούεται από το εφεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο και ε) στην συμβολαιογραφική πράξη λύσεως της μισθώσεως δεν διατηρείται επιφύλαξη για οφειλόμενα μισθώματα, ενώ συμφωνείται ότι η παράδοση θα γίνει "άνευ ανταλλάγματος" (προφανώς για το διάστημα από την σύνταξη του εγγράφου την ...-2010 έως την παράδοση του μισθίου ακινήτου την 29η-7-2010).

Αν οι εκχωρητές θεωρούσαν ότι η εκκαλούσα τους οφείλει μισθώματα και αφού το συμβολαιογραφικό έγγραφο είχε όρο περί αναγκαστικής εκτέλεσης τότε θα μπορούσαν να προσθέσουν και τα οφειλόμενα μισθώματα μέχρι την παράδοση του μισθίου. Σε κάθε περίπτωση, όμως, αν και είχαν συμφωνήσει ότι το διάστημα από 24-6-2010 έως 29-7-2010, η εκκαλούσα θα παρέμενε στο μίσθιο άνευ ανταλλάγματος, εντούτοις όμως, στις δηλώσεις εκχώρησης περιλαμβάνουν και τον μήνα Ιούλιο 2010.

Κατά συνέπεια η εκχωρηθείσα απαίτηση, με βάση τα προαναφερθέντα έγγραφα, δεν είναι εκκαθαρισμένη ως προς το ακριβές ποσό (ύψος) των οφειλόμενων μισθωμάτων και η εκχωρηθείσα απαίτηση δεν αποδεικνύεται στο σύνολό της ως ουσιαστικά βάσιμη". Βάσει των προεκτεθεισών παραδοχών, το Μονομελές Εφετείο Πειραιώς με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 418/2017 απόφασή του δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, (με την οποία είχε απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η ένδικη ανακοπή αυτής) και, αφού κράτησε και δίκασε την υπόθεση, δέχθηκε την ένδικη ανακοπή και ακύρωσε τις υπ' αριθ. ...-2012 και ...-2012 ταμειακές βεβαιώσεις της Δ.Ο.Υ.

Φ.Α.Ε. Πειραιώς. Έτσι, που έκρινε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 455, 574 και 595 του ΑΚ, 4 παρ. 7 του ν. 2238/1994, 1 παρ. 2 και 2 παρ. 2 του ΝΔ 356/1974 (ΚΕΔΕ), οι οποίες ήταν εφαρμοστέες, καθόσον δέχθηκε ότι απαιτούνται περισσότερα στοιχεία από αυτά που ορίζονται στο νόμο, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην ανωτέρω νομική σκέψη (υπό στοιχείο ΙΙ), για τη δημιουργία του εν λόγω νόμιμου τίτλου και την εγκυρότητα της έκδοσης των προσβληθεισών με την ένδικη ανακοπή ταμειακών βεβαιώσεων, τις οποίες, παραβιάζοντας τις ως άνω διατάξεις, ακύρωσε.

Ειδικότερα, κατά τα ως άνω, το Εφετείο δέχθηκε ότι υφίσταται α) η κατάρτιση της εν λόγω συμβάσεως μισθώσεως, δυνάμει του από 1-9-2003 ιδιωτικού συμφωνητικού εμπορικής μίσθωσης (το οποίο στη συνέχεια τροποποιήθηκε με το 24-10-2007 συμφωνητικό), μεταξύ των πρωτοδίκως προσθέτως παρεμβαινόντων - εκχωρητών (Δ. Γ. και της Ε.

Γ., η οποία άσκησε πρόσθετη παρέμβαση και ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου) ως εκμισθωτών και της αναιρεσίβλητης-ανακόπτουσας (εταιρίας με την επωνυμία "ΒΟΟΜ Λ. Β. ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΕΙΔΩΝ ΝΕΩΤΕΡΙΣΜΟΥ") ως μισθώτριας, για το κείμενο στη ... και επί της πλατείας ... (πρώην ...) αρ. 1 ακίνητο, για το χρονικό διάστημα από 1-2-2004 έως 31-1-2013, έναντι μηνιαίου μισθώματος 30.000 ευρώ, πλέον χαρτοσήμου 3,6%, αναπροσαρμοζόμενου ετησίως, κατά τα οριζόμενα στον υπ' αριθ. 2 όρο του μισθωτηρίου, και β) η λύση της μίσθωσης αυτής στις 24-6-2010, δυνάμει της υπ' αριθ. ...-2010 πράξεως λύσεως επαγγελματικής μίσθωσης της συμβολαιογράφου Αθηνών Β.

Γ., καθώς και η χρήση του μισθίου από τη μισθώτρια (αναιρεσίβλητη) μέχρι την 6-8-2010, που το απέδωσε. Επίσης, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε ότι οι ως άνω εκμισθωτές, με τις από 24-3-2011 υπ' αριθ. πρωτ. ...-2011 και ...-2011 έγγραφες δηλώσεις τους περί εκχωρήσεως μη εισπραχθέντων μισθωμάτων προς τη Δ.Ο.Υ. Γλυφάδας και τα επισυναφθέντα σ' αυτές ανωτέρω έγγραφα (το από 1-9-2003 ιδιωτικό συμφωνητικό και το από 24-10-2007 τροποποιητικό συμφωνητικό, καθώς και την υπ' αριθ. ...-2010 πράξη λύση επαγγελματικής μίσθωσης), εξεχώρησαν στο αναιρεσείον (Ελληνικό Δημόσιο) την απαίτησή τους για τα μισθώματα για τη χρήση του μισθίου, που ως άνω είχαν εκμισθώσει στην αναιρεσίβλητη - ανακόπτουσα εταιρία, του χρονικού διαστήματος από 1-1-2010 έως 6-8-2010, βάσει των οποίων (δηλώσεων και επισυναπτομένων εγγράφων), ως νομίμου τίτλου, εκδόθηκαν οι προσβαλλόμενες με την ένδικη ανακοπή ταμειακές βεβαιώσεις.

Τα ανωτέρω στοιχεία, τα οποία, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες σκέψεις (υπό στοιχείο

ΙΙ), είχε το βάρος να επικαλεσθεί και να αποδείξει το αναιρεσείον (Ελληνικό Δημόσιο) ως εκδοχέας της σχετικής απαίτησης των εκχωρητών - εκμισθωτών για τα ως άνω μισθώματα και ως καθου η ένδικη ανακοπή (επέχοντος θέση ενάγοντος), επαρκούν για τη δημιουργία του εν λόγω νόμιμου τίτλου και την έκδοση των προσβληθεισών ταμειακών βεβαιώσεων (ενόψει και του ότι, κατ' άρθρον 2 παρ. 2 του ΝΔ 356/1974 [ΚΕΔΕ], νόμιμο τίτλο, για την είσπραξη των δημοσίων εσόδων, αποτελούν, μεταξύ άλλων, τα ιδιωτικά έγγραφα από τα οποία πιθανολογείται η οφειλή, ως προς την ύπαρξη και το ποσό αυτής, κατά την έννοια του άρθρου 347 του ΚΠολΔ).

Εξάλλου, τα υπόλοιπα ως άνω στοιχεία που δέχθηκε το Εφετείο, τα οποία αφορούν τους ισχυρισμούς της αναιρεσίβλητης - ανακόπτουσας για τις σχετικές καταβολές χρηματικών ποσών, σε συνδυασμό με το ύψος του μισθώματος, και την τυχόν εξόφληση της αντίστοιχης οφειλής της, αποτελούν αντιρρήσεις, κατά του ανωτέρω νομίμου τίτλου και κατά των ταμειακών βεβαιώσεων, που περιλαμβάνονται στους λόγους της ένδικης ανακοπής, τη βασιμότητα, των οποίων η ίδια η αναιρεσίβλητη - ανακόπτουσα έχει το βάρος επίκλησης και απόδειξης (ως επέχουσας θέση εναγομένου), αλλά, σε κάθε περίπτωση, αυτά δεν απαιτούνται για την έκδοση των ως άνω ταμειακών βεβαιώσεων.

Ως εκ τούτου, το Εφετείο δεχόμενο ότι οι προαναφερθείσες έγγραφες δηλώσεις των εκμισθωτών περί εκχωρήσεως της απαίτησης των ως άνω μισθωμάτων "... δεν έπρεπε να γίνουν δεκτές από το Ελληνικό Δημόσιο ως μη αποδεικνυόμενες από τα επισυναφθέντα έγγραφα", εσφαλμένως ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω διατάξεις.

Επομένως, ο τρίτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμός 1 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.

Μετά από αυτά παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων της αίτησης αναίρεσης, διότι η αναιρετική εμβέλεια του ανωτέρω λόγου, που έγινε δεκτός, στο σύνολο της προσβαλλόμενης με την αναίρεση απόφασης, καθιστά αλυσιτελή την εξέτασή τους, η παραδοχή των οποίων οδηγεί στο ίδιο αποτέλεσμα (ΑΠ 1509/2022, ΑΠ 309/2019, ΑΠ 204/2017).

Κατ' ακολουθίαν των προεκτεθέντων, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, και, ακολούθως, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλον Δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος και της προσθέτως παρεμβαίνουσας (που κατέθεσαν προτάσεις), κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (άρθρα 106, 176, 183, 189 αρ. 1, 191 αρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένα, όμως, όσον αφορά το αναιρεσείον, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 22 παρ. 1, 3 του ν. 3693/1957 (που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει την αίτηση αναίρεσης και την πρόσθετη παρέμβαση.

Αναιρεί την υπ' αριθ. 418/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.

Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλον Δικαστή.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην καταβολή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος και της προσθέτως παρεμβαίνουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ και των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ, αντιστοίχως.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Δεκεμβρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Μαΐου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ