Legislator Case Law & Legislation
782/2021 AI generated

Supreme Court partially allows retrial for labor dispute, ordering payment of executed amount plus interest.

Case Number 782/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appellant's request for a retrial in a labor dispute regarding overtime compensation. The appellant had paid the respondent 11,831.21 euros during the enforcement of the lower court's judgment, but sought additional deductions for taxes and previous debts. The court accepted the retrial only for the specific amount actually paid, rejecting claims for other deductions not covered by the original judgment.

Legislator headnote

AI generated

Articles 579 and 579 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure; The court may order a retrial for the specific amount paid during enforcement, but the respondent is not liable for subsequent enforcement costs or deductions unrelated to the original judgment.

Keywords

AI generated
labor dispute retrial of things enforcement execution partial retrial interest on payment legal costs Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 518, 552, 553, 556, 558, 564, 566 paragraph 1 and 144 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 340 of the Civil Code
Article 579 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 932 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 782 / 2021 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 782/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρετή Παπαδιά, Πελαγία Ακάσογλου, Δήμητρα Ζώη και Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 3η Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ (Ο.Τ.Ε.) Α.Ε.», όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιωάννη Ληξουριώτη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Α. Κ. του Α., κατοίκου ... Αττικής, που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Κουφογιάννη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20.12.2016 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 853/2017 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 12713/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 02.04.2019 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

[I] Με την από 02.04.2019 και με αριθμό κατάθεσης 31253/43/2019 αίτηση αναίρεσης της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθμ. 12713/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε ως αβάσιμη η από 08.08.2017 και με αριθμ. κατάθ. 4629/12.12.2017 έφεση της εναγομένης κατά της υπ’ αριθμ. 853/2017 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει δεκτή ως βάσιμη κατ’ ουσίαν η από 20.12.2016 (αριθμ. εκθ. καταθ. 58243/1422/28.12.2016) αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης – Α. Κ.. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 518, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 και 144 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

[II] Σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 401.21/1190/10.12.1981 απόφαση της Διοίκησης της Ο.Τ.Ε. Α.Ε., καθιερώθηκε για το προσωπικό της τηλεφωνικής ανταπόκρισης πενθήμερη εβδομάδα εργασίας 7 ώρες και 12 λεπτά την ημέρα, και με την υπ’ αριθμ. 401.2/1427/10.12.1981 απόφαση της Γενικής Διεύθυνσης Εκμετάλλευσης της Ο.Τ.Ε. Α.Ε., ορίστηκε ότι το ανωτέρω ωράριο εργασίας των 7 ωρών και 12 λεπτών θα εφαρμόζεται και στο προσωπικό που απασχολείται αποκλειστικά στις αίθουσες των Κέντρων Αναγγελίας Βλαβών.

Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 38 του ν. 3522/2006 (ΦΕΚ Α' 276/22.12.2006), που ισχύει από 22.12.2006, ορίζεται ότι:

«3. Από την έναρξη ισχύος του παρόντος εφαρμόζεται στο σύνολο του προσωπικού του Ο.Τ.Ε. Α.Ε. ο Εσωτερικός Κανονισμός Προσωπικού της COSMOTE Α.Ε., ως ισχύει σήμερα, με την εξαίρεση των άρθρων 11, 12, 13, καταργούμενης κάθε αντίθετης διάταξης νόμου, όρου συλλογικής σύμβασης εργασίας ή επιχειρησιακής συλλογικής συμφωνίας, απόφασης της διοίκησης του Ο.Τ.Ε. ή εντεταλμένων οργάνων του και πρακτικής, οποιουδήποτε χαρακτήρα ή νομικής δεσμευτικότητας, που αφορούν σε θέματα εσωτερικού κανονισμού του προσωπικού του Ο.Τ.Ε. και αντίκεινται στις ρυθμίσεις του ως άνω Εσωτερικού Κανονισμού Προσωπικού της COSMOTE, με την επιφύλαξη των διατάξεων των επόμενων εδαφίων. Εξακολουθούν να ισχύουν και μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος άρθρου:

α) ...,

β) ...,

γ) τα άρθρα 5, 7, 12, 13, 14, 16, 17, 18, 42, 46, 47 του καταργούμενου Γενικού Κανονισμού προσωπικού Ο.Τ.Ε., μόνο για το προσωπικό που μέχρι την 14η Ιουλίου 2005 υπηρετούσε στον Ο.Τ.Ε. Α.Ε. ως Δόκιμο ή Μόνιμο. Ο Εσωτερικός Κανονισμός Προσωπικού των προηγούμενων εδαφίων τροποποιείται περαιτέρω εν όλω ή εν μέρει, με επιχειρησιακή Σ.Σ.Ε. σύμφωνα με τα άρθρα 3 παρ. 5 και 6 του ν. 1876/1990 (ΦΕΚ 27 Α).

Από την ανωτέρω διάταξη συνάγεται ότι με αυτήν καταργήθηκε ο προϊσχύσας από 10/6/1999 ΓΚΠ-ΟΤΕ, ο οποίος είχε τεθεί σε εφαρμογή με την από 10.06.1999 επιχειρησιακή ΣΣΕ. Mε τo N. 3522/2006 καταργήθηκε το προϋφιστάμενο περί κανονισμού εργασίας καθεστώς και εισήχθη ένα νέο μείγμα ρυθμίσεων λαμβάνοντας «υλικό» αφ’ενός μεν από τον ΕΚΠ της Cosmote.

αφετέρου δε από τον καταργηθέντα παλαιό ΓΚΠ/ΟΤΕ και από επιλεγμένους όρους προϋφισταμένων επιχειρησιακών ΣΣΕ. Η ως άνω διάταξη του Ν. 3522/2006 εκδόθηκε κατόπιν των διατάξεων του άρθρου 14 του Ν. 3429/2005, οι οποίες, αφού περιγράφουν τη διαδικασία και θέτουν προθεσμία για τη θέσπιση νέων Κανονισμών Προσωπικού για τις δημόσιες επιχειρήσεις, στο τέλος, ρητώς, αναφέρουν ότι:

«Αν για οποιοδήποτε λόγο η παραπάνω προθεσμία παρέλθει άπρακτη, οι ως άνω αλλαγές γίνονται με νόμο». Ενόψει του ότι δεν κατέστη δυνατό να συνομολογηθεί επιχειρησιακή ΣΣΕ με αντικείμενο το νέο κανονισμό εργασίας, με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 38 καταργήθηκε το προϋφιστάμενο περί γενικού κανονισμού εργασίας καθεστώς και εισήχθη ένας νέος Γενικός Κανονισμός Προσωπικού ΟΤΕ με ισχύ τυπικού νόμου, ανεξαρτήτως από τις πηγές από τις οποίες ο νομοθέτης επέλεξε τις επί μέρους διατάξεις του.

Ενόψει της επέμβασης του νομοθέτη με την ως άνω διάταξη του άρθρου 38 του Ν. 3522/2006, ο ισχύων ΕΚΠ/ΟΤΕ που προέκυψε από τη συρραφή των όρων των δύο κανονισμών (της Cosmote και του ΓΚΠ/ΟΤΕ), οι όροι αυτοί δεν συνιστούν έκφραση συλλογικής συμβατικής επιλογής των μερών και κατά συνέπεια δεν διατηρούν το χαρακτήρα τους ως όροι συλλογικής σύμβασης εργασίας (ΑΠ 1358/2017).

Η διατύπωση του νομοθέτη (άρθρο 38 § 3 Ν. 3522/2006) «εξακολουθούν να ισχύουν και μετά την έναρξη του παρόντος άρθρου: α) τα άρθρα 20 παράγραφοι 1 III IV, παρ. 2-10 και τα άρθρα 23-40 του καταργούμενού Γενικού Κανονισμού Προσωπικού Ο.Τ.Ε., που αφορούν στον πειθαρχικό έλεγχο του προσωπικού, β) οι υφιστάμενες ρυθμίσεις και όροι των επιχειρησιακών ΣΣΕ που αφορούν στο μισθολογικό καθεστώς, εξαιρουμένων, για όσους πρόκειται να προσληφθούν μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος, του χρονοεπιδόματος και όλων των λοιπών επιδομάτων, γ) τα άρθρα 5, 7, 12, 13, 14, 16, 17, 18, 42, 46, 47 του καταργούμενου Γενικού Κανονισμού Προσωπικού Ο.Τ.Ε., μόνο για το προσωπικό που μέχρι την 14η Ιουλίου 2005 υπηρετούσε στον Ο.Τ.Ε.

Α.Ε. ως Δόκιμο ή Μόνιμο» δεν υπονοεί ότι εξακολουθούν να ισχύουν υπό τον συλλογικό συμβατικό χαρακτήρα τους (ως όροι δηλαδή συλλογικής σύμβασης εργασίας) οι όροι αυτοί του καταργηθέντος ΓΚΠ/ΟΤΕ, αλλά ότι εξακολουθεί να εφαρμόζεται το περιεχόμενό τους στις κατηγορίες που προβλέπει ο νόμος, ενσωματωμένο ως «υλικό» στη νέα κανονιστική κατασκευή του νομοθέτη.

Σημειώνεται ότι για να έχει χαρακτήρα συλλογικής σύμβασης εργασίας ο νέος ΓΚΠ-ΟΤΕ θα έπρεπε να αποτελεί προϊόν συλλογικών διαπραγματεύσεων αποτυπωμένο σε επιχειρησιακή ΣΣΕ, που όμως, δεν επιτεύχθηκε και γι’ αυτό, κατά τις διατάξεις του άρθρου 14 του Ν. 3429/2005, η διαμόρφωση του εν λόγω Κανονισμού ανατέθηκε στον κρατικό νομοθέτη, γεγονός που έγινε με τις ρυθμίσεις του άρθρου 38 § 3 του Ν. 3522/2006.

Εξάλλου, με το άρθρο 9 του ισχύοντος, κατά τα ανωτέρω, και έχοντος ισχύ τυπικού νόμου νέου Εσωτερικού Κανονισμού Προσωπικού Ο.Τ.Ε. Α.Ε. (ΕΚΠ- ΟΤΕ) ορίζονται τα ακόλουθα:

«1. Ωράριο εργασίας των εργαζομένων είναι εκείνο που προβλέπεται από τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις.

2. Η Εταιρεία, ανάλογα με τις ανάγκες της, μπορεί να ορίζει για όλους ή για κατηγορίες εργαζομένων της οποιαδήποτε μορφή ελαστικού ωραρίου ή ωραρίου κατά βάρδιες και να μετατρέπει ή καταργεί αυτό, μέσα στα πλαίσια της εκάστοτε ισχύουσας εργατικής νομοθεσίας».

Με βάση την ως άνω εξουσιοδοτική ρύθμιση του άρθρου 9 του ΕΚΠ-ΟΤΕ, εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 402/19/13.6.2007 βασική εγκύκλιος του Διοικητικού Συμβουλίου του ΟΤΕ, η οποία ρύθμισε τα θέματα Ωρών Εργασίας των εργαζομένων της εταιρείας μέσα στα πλαίσια της ανωτέρω διάταξης του ΕΚΠ-ΟΤΕ και της εκάστοτε κείμενης εργατικής νομοθεσίας. Με την εν λόγω εγκύκλιο ορίστηκαν και τα εξής: «Ο καθορισμός με την παρούσα Εγκύκλιο, διάρκειας της παρεχόμενης εργασίας από τους εργαζόμενους της Εταιρείας σε όρια μικρότερα από τα οριζόμενα από την κείμενη νομοθεσία, καθώς και ο καθορισμός των λοιπών όρων παροχής εργασίας, σε καμία περίπτωση δεν περιορίζουν το δικαίωμα της Εταιρείας να επαυξήσει τη διάρκεια της εργασίας και να μεταβάλει τους λοιπούς όρους παροχής της, μέσα στα πλαίσια της κείμενης νομοθεσίας, χωρίς αυτό να μπορεί να θεωρηθεί ως μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας».

Κατά την παράγραφο 5 στοιχ. γ της ανωτέρω εγκυκλίου «Οι εργαζόμενοι για τους οποίους, σύμφωνα με τις διατάξεις που ίσχυαν μέχρι την 21.12.2006, είχε καθοριστεί ωράριο 36 ωρών εβδομαδιαίως, θα εξακολουθήσουν να εργάζονται 36 ώρες εβδομαδιαίως, δηλαδή 7 ώρες και 12 λεπτά ημερησίως. Στη ρύθμιση αυτή υπάγονται οι εργαζόμενοι που απασχολούνται αποκλειστικά και κατά πλήρες ωράριο με συγκεκριμένα έργα και με τις προϋποθέσεις, που αναφέρονται στις εν λόγω προϊσχύσασες διατάξεις (έργο τηλεφωνικής ή τηλεγραφικής ανταπόκρισης, εργαζόμενοι που απασχολούνται βάσει προγράμματος αποκλειστικά και κατά πλήρες ωράριο εργασίας με τη λήψη και καταγραφή των αναγγελλομένων βλαβών από τους συνδρομητές της εταιρείας στα καθοριζόμενα αρμοδίως Κέντρα Αναγγελίας Βλαβών)».

Επίσης, στην παρ. 9 της εν λόγω εγκυκλίου, υπό τον τίτλο Ενδιάμεση Ανάπαυση, ορίζεται:

α. Στους εργαζόμενους του εδαφίου γ της παραγράφου 5 της παρούσας εγκυκλίου που ακολουθούν ωράριο 36 ωρών εβδομαδιαίως, χορηγούνται τμήματα ενδιάμεσων αναπαύσεων κατά τη διάρκεια της εργασίας τους [...]. Τα τμήματα ενδιάμεσης ανάπαυσης που χορηγούνται στους ανωτέρω εργαζόμενους είναι τα εξής:

1. …

2. …

3. …

4. Για συνεχή απασχόληση 7 ώρες και 12 λεπτά και άνω, ανάπαυση τρία 30λεπτα.

Ακολούθως, δυνάμει της ίδιας ως άνω εξουσιοδοτικής ρύθμισης του άρθρου 9 του Εσωτερικού Κανονισμού Προσωπικού του ΟΤΕ, εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 402/13/7.4.2011 Βασική Εγκύκλιος του Τμήματος Κανονισμών Προσωπικού της Ο.Τ.Ε. ΑΕ, η οποία ισχύει από 01.05.2011.

Στην παράγραφο Ε - Διάρκεια εργασίας – ορίζεται:

α. Για όλους τους εργαζομένους της Εταιρείας ισχύει το σύστημα της πενθήμερης εβδομάδας εργασίας [...].

β. Οι εργαζόμενοι εργάζονται 40 ώρες εβδομαδιαίως, δηλαδή 8 ώρες ημερησίως. Ειδικότερα για το χρονικό διάστημα από 01.01.2012 έως και 31.12.2014, σύμφωνα με τον όρο 7 της από 2/11/2011 Ε.Σ.Σ.Ε., που συνήφθη μεταξύ της Διοίκησης του ΟΤΕ και της ΟΜΕ – ΟΤΕ, το παραπάνω ωράριο του προσωπικού πλήρους απασχόλησης ορίζεται σε 35 ώρες, δηλαδή 7 ώρες ημερησίως. Από την ανωτέρω ρύθμιση εξαιρούνται οι Τυφλοί Τηλεφωνητές του Οικιακού Κέντρου, [...].

Στην δε παράγραφο Θ – Ενδιάμεση ανάπαυση – ορίζεται:

α. Στους Εργαζόμενους, εφόσον ο χρόνος της ημερήσιας εργασίας τους υπερβαίνει τις 6 ώρες, χορηγείται ενδιάμεση ανάπαυση 15 λεπτών.

β. Ειδικά, οι εργαζόμενοι, που εργάζονται αποκλειστικά και καθ’ όλο το ωράριό τους μπροστά σε οθόνες οπτικής απεικόνισης, δικαιούνται τις προβλεπόμενες από το Νόμο ενδιάμεσες αναπαύσεις (διαλείμματα). Συγκεκριμένα, εφόσον δεν είναι εφικτό να οργανώνεται η ανωτέρω εργασία με τέτοιο τρόπο, ώστε φυσιολογικά να μπορεί ο εργαζόμενος να την εναλλάσσει με άλλες μορφές εργασίας, χορηγούνται στον εργαζόμενο 15' ενδιάμεσης ανάπαυσης ανά δύο ώρες πραγματικής απασχόλησης μπροστά σε οθόνη οπτικής απεικόνισης[...]. Στην κατηγορία αυτή εντάσσονται οι Εργαζόμενοι, οι οποίοι μέχρι 30.04.2011 ελάμβαναν περισσότερες της μίας ενδιάμεσες αναπαύσεις.

Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι και μετά τη δημοσίευση του Ν. 3522/2006 και του Νέου Εσωτερικού Κανονισμού προσωπικού ΟΤΕ (ΕΚΠ-ΟΤΕ) τα καθοριζόμενα με αποφάσεις του Διοικητή του ΟΤΕ, σύμφωνα με το άρθρο 9 του εν λόγω Κανονισμού, ευνοϊκότερα χρονικά όρια εργασίας για το προσωπικό της εταιρείας δεν συνιστούν νόμιμα ανώτατα χρονικά όρια εργασίας, αλλά συνιστούν, όπως και υπό το καθεστώς του προϊσχύσαντος Ειδικού Κανονισμού Ωρών Εργασίας, συμβατικά χρονικά όρια, τα οποία ισχύουν, εφόσον δεν καταργηθούν από τη διοίκηση του ΟΤΕ (κατά το ρητώς επιφυλαχθέν σε αυτήν δικαίωμα), η πέρα δε από αυτά και μέχρι τα νόμιμα ανώτατα όρια απασχόληση αμείβεται, με την αμοιβή της νόμιμης υπερωριακής εργασίας, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 435/1976.

Προκύπτει επίσης ότι, με βάση το Νέο Εσωτερικό Κανονισμό Προσωπικού ΟΤΕ ( ΕΚΠ-ΟΤΕ) και την υπ’ αριθμ. 402/19/13.6.2007 Βασική Εγκύκλιο του Διοικητή του ΟΤΕ, ορίστηκε ότι οι εργαζόμενοι, για τους οποίους σύμφωνα με τις διατάξεις που ίσχυαν μέχρι 21.12.2006 είχε καθοριστεί ωράριο 36 ωρών εβδομαδιαίως και στους οποίους, κατά τα ανωτέρω, περιλαμβάνονται οι απασχολούμενοι, αποκλειστικά και κατά πλήρες ωράριο, σε έργο τηλεφωνικής ή τηλεγραφικής ανταπόκρισης καθώς και με τη λήψη και καταγραφή των αναγγελλόμενων βλαβών, θα εξακολουθούν να εργάζονται 36 ώρες εβδομαδιαίως, δηλαδή 7 ώρες και 12 λεπτά ημερησίως.

Προβλέφθηκε, επίσης, για τους ίδιους ως άνω εργαζόμενους, η χορήγηση τριών 30λεπτων ενδιάμεσης ανάπαυσης. Επομένως, όσον αφορά το ωράριο εργασίας και τα ημίωρα διαλείμματα του προσωπικού τηλεφωνικής ανταπόκρισης, ορίστηκαν αυτά που προβλέπονταν και με τις καταργηθείσες υπ’ αριθμ. 401.21/1190/1981 και 401.2/1427/10.12.1981 αποφάσεις της Διοίκησης του ΟΤΕ.

Ωστόσο, στη συνέχεια, με τη νεότερη υπ' αριθμ. 402/13/7.4.2011 Βασική Εγκύκλιο του Διοικητή του ΟΤΕ, που επαναρρύθμισε τα θέματα των ωρών εργασίας των εργαζομένων της εταιρείας, με χρόνο έναρξης ισχύος την 01.05.2011 ορίστηκε συγκεκριμένα:

Ε) με τίτλο: Διάρκεια εργασίας.

α) Για όλους τους Εργαζομένους της Εταιρείας ισχύει το σύστημα της πενθήμερης εβδομάδας εργασίας [...].

β) Οι Εργαζόμενοι εργάζονται 40 ώρες εβδομαδιαίως, δηλαδή 8 ώρες ημερησίως. Ειδικότερα για το χρονικό διάστημα από 01.01.2012 έως 31.12.2014, σύμφωνα με τον όρο 7 της από 02.11.2011 Ε.Σ.Σ.Ε., το παραπάνω ωράριο του προσωπικού πλήρους απασχόλησης, για το χρονικό διάστημα από 01.01.2012 έως και 31.12.2014, ορίστηκε γενικά σε 35 ώρες, δηλαδή σε 7 ώρες ημερησίως.

Παράλληλα, με την ίδια πιο πάνω υπ’ αριθμ. 402/13/7.4.2011 Βασική Εγκύκλιο του Διοικητή του ΟΤΕ, για τους εργαζόμενους αποκλειστικά και καθ' όλο το ωράριό τους μπροστά σε οθόνες οπτικής απεικόνισης, τροποποιήθηκαν από 01.05.2011 και οι χορηγούμενες ενδιάμεσες ημερήσιες αναπαύσεις από τρεις 30λεπτες σε τρεις 15λεπτες. Από τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 και 2 του ν. 435/1976, συνάγεται ότι η απασχόληση του μισθωτού κατά το μέρος που υπερβαίνει το ανώτατο όριο διάρκειας της εργασίας κατά τη μονάδα του χρόνου, που έχει ορισθεί με διάταξη νόμου ή με κανονιστική διοικητική πράξη κατά νόμιμη εξουσιοδότηση, συνιστά, εφόσον δεν συντρέχουν οι όροι του άρθρου 3 του ν.δ. 515/1970 ή άλλη νόμιμη εξαίρεση, παράνομη υπερωρία, για την οποία ο μισθωτός έχει τις απαιτήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 1 παρ.2 του ως άνω ν. 435/1976.

Περαιτέρω, με το άρθρο 6 της από 14.02.1984 ΕΓΣΣΕ, που κηρύχθηκε εκτελεστή με την ΥΑ 11770/20-2-1984 (ΦΕΚ Β' 81), η εβδομαδιαία διάρκεια της εργασίας των μισθωτών ορίσθηκε από 01.01.1984 σε 40 ώρες, για την απασχόληση δε πέραν από το συμβατικό (συλλογικό) αυτό εβδομαδιαίο ωράριο έως τη συμπλήρωση του νομίμου ανωτάτου ωραρίου εβδομαδιαίας εργασίας, δηλαδή της υπερεργασίας, καταβάλλεται αμοιβή σύμφωνα με το άρθρο 9 της 1/1982 απόφασης του ΔΔΔΔ Αθηνών, που κυρώθηκε με το άρθρο 29 του ν. 1346/1983.

Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι: α) ως προς τη συνδρομή υπερεργασίας υπό την ανωτέρω έννοια, κριτήριο αποτελεί όχι η ημερήσια, αλλά η εβδομαδιαία απασχόληση του μισθωτού και μάλιστα εκείνη που πραγματοποιείται κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας και όχι κατά τις Κυριακές ή άλλες ημέρες ανάπαυσης, για τις οποίες υφίσταται αυτοτελής νομοθετική πρόνοια και, συνεπώς, ο απασχολούμενος υπό καθεστώς πέντε εργασίμων ημερών εβδομαδιαίως πραγματοποιεί υπερεργασία, για την οποία δικαιούται την οικεία αμοιβή (ωρομίσθιο επαυξανόμενο κατά 25%), αν η απασχόλησή του υπερβαίνει κατά τις ημέρες αυτές το συμβατικό όριο των 40 ωρών, β) ως προς τη συνδρομή υπερωριακής εργασίας, στην οποία αφορούν οι παροχές του άρθρου 1 του ν. 435/1976, λαμβάνεται υπόψη όχι η εβδομαδιαία, αλλά η ημερήσια εργασία, υπό την έννοια ότι υφίσταται υπερωριακή εργασία, όταν ο μισθωτός της προκειμένης κατηγορίας απασχοληθεί πέραν των οκτώ ωρών ημερησίως (ή πέραν των εννέα ωρών υπό τους όρους του άρθρου 6 της από 26.02.1975 ΕΓΣΣΕ, που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο του ν. 133/1975), έστω και αν με την υπεραπασχόληση αυτή δεν πραγματοποιείται υπέρβαση του οριζομένου από το νόμο ανωτάτου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας, αφού δεν χωρεί συμψηφισμός της επιπλέον ημερήσιας εργασίας με τις λιγότερες ώρες εργασίας άλλης ημέρας της ίδιας εβδομαδιαίας περιόδου.

Η υπερωριακή εργασία που παρέχεται χωρίς την τήρηση των προϋποθέσεων του ν.δ. 515/1970, αμείβεται με αποζημίωση βάσει των διατάξεων του αδικαιολογήτου πλουτισμού και με προσαύξηση 100% του καταβαλλομένου ωρομισθίου. Ειδικώς για τους εργαζομένους με το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, ως υπερεργασία θεωρείται η κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας απασχόληση πέραν των 40 ωρών και μέχρι τη συμπλήρωση 45 ωρών εβδομαδιαίως, ενώ για τους εργαζομένους με το σύστημα των έξι ημερών την εβδομάδα, ως υπερεργασία θεωρείται η κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας απασχόληση πέραν των 40 ωρών και μέχρι τη συμπλήρωση των 48 ωρών εβδομαδιαίως.

Για τους ίδιους εργαζομένους και ανάλογα με το σύστημα των πέντε ή έξι ημερών εβδομαδιαίας εργασίας, ως υπερωριακή θεωρείται η απασχόληση πέραν των εννέα ή οκτώ, αντίστοιχα, ωρών ημερησίως (ΑΠ 684/2017, ΑΠ 314/2017, ΑΠ 534/2014).

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 4 του ν. 2874/2000, όπως αυτό ισχύει μετά τη διαδοχική αντικατάστασή του με τα άρθρα 1 του ν. 3385/2005 (με έναρξη ισχύος από 01.10.2005) και 74 παρ.10 του ν. 3863/2010 (με έναρξη ισχύος από 15.07.2010), ως υπερωριακή θεωρείται η απασχόληση πέραν των 45 ωρών, σε επιχειρήσεις που απασχολούν το προσωπικό τους σε πενθήμερη βάση και πέραν των 48 ωρών, σε επιχειρήσεις που απασχολούν το προσωπικό τους σε εξαήμερη βάση. Ο νόμιμος χρόνος ημερήσιας απασχόλησης και μετά τη νέα ρύθμιση, παραμένει η κύρια βάση του υπολογισμού των υπερωριών, αφού στην ίδια διάταξη ορίζεται ότι οι ρυθμίσεις για το νόμιμο ημερήσιο ωράριο (8ωρο για εξαήμερη και 9ωρο για πενθήμερη απασχόληση) διατηρούνται σε ισχύ.

Συνεπώς, η απασχόληση πέραν των εννέα ή οκτώ ωρών ημερησίως (υπό το σύστημα του πενθημέρου ή εξαημέρου, αντίστοιχα) είναι πάντα υπερωρία, είτε νόμιμη είτε παράνομη, διότι υπερβαίνει το ανώτατο όριο διάρκειας του νομίμου ημερήσιου ωραρίου. Το ύψος της αποζημίωσης για την παράνομη υπερωριακή απασχόληση προσδιορίσθηκε αρχικά, με το άρθρο 4 παρ.5 του ν. 2874/2000, στο 250% του καταβαλλομένου ωρομισθίου και, στη συνέχεια, καθορίσθηκε η αποζημίωση για κάθε ώρα παράνομης υπερωρίας ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 100% (άρθρο 1 ν. 3385/2005).

Με τη διάταξη του άρθρου 74 παρ.10 του ν. 3863/2010, η οποία ισχύει από 15.07.2010 (άρθρο 76 ν. 3863/2010), το ωρομίσθιο της υπερεργασίας και της υπερωριακής εργασίας μειώθηκε ως ακολούθως:

α) για τις ώρες της υπερεργασίας (από την 41η έως και την 45η ώρα κάθε εβδομάδας επί πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας και συμβατικό ωράριο 40 ωρών εβδομαδιαίως), η οφειλόμενη προσαύξηση ανέρχεται σε ποσοστό 20% επί του καταβαλλόμενου ωρομισθίου,

β) για τις ώρες της νόμιμης υπερωρίας μέχρι τη συμπλήρωση 120 ωρών ετησίως ανέρχεται σε ποσοστό 40% και για την πέραν των 120 ωρών ετησίως σε ποσοστό 60% και

γ) για κάθε ώρα κατ' εξαίρεση υπερωριακής εργασίας η δικαιούμενη αποζημίωση του εργαζομένου ορίζεται σε ποσοστό 80% επί του καταβαλλόμενου ωρομισθίου (ΑΠ 1582/2018, ΑΠ 288/2018, ΑΠ 1109/2017).

Για τον προσδιορισμό της αμοιβής του εργαζομένου, σε περίπτωση παροχής από αυτόν υπερεργασίας ή υπερωριακής εργασίας, θα πρέπει να εξευρεθεί το ωρομίσθιο. Για την εξεύρεση του ωρομισθίου ακολουθείται η μέθοδος που καθορίζει η Ε.Γ.Σ.Σ.Ε., της 26.2.1975 (άρθρο 5). Σύμφωνα με τη μέθοδο αυτή, το ωρομίσθιο, μετά την καθιέρωση, με τις Ε.Γ.Σ.Σ.Ε., των 40 ωρών εβδομαδιαίας απασχόλησης, υπολογίζεται ως εξής:

α) Για τους αμειβόμενους με μηνιαίο μισθό διαιρούμε τις εβδομαδιαίες αποδοχές, δηλαδή τα 6/25 του μηνιαίου μισθού, συμφωνημένου ή νομίμου με το 40, που είναι ο αριθμός των ωρών εβδομαδιαίας εργασίας. Απλούστερα, το ωρομίσθιο μπορεί να βρεθεί πολλαπλασιάζοντας το μηνιαίο μισθό με το συντελεστή 0,006. Ο συντελεστής αυτός είναι το πηλίκο της διαίρεσης του 6/25 με το 40. Για όσους εργαζόμενους ισχύει και εφαρμόζεται εβδομαδιαίο ωράριο μικρότερο των 40 ωρών, ο διαιρέτης ορίζεται ίσος προς τον αριθμό των λιγότερων αυτών ωρών εβδομαδιαίας εργασίας,

β) Για τους εργαζόμενους που αμείβονται με ημερομίσθιο, πολλαπλασιάζουμε το ημερομίσθιο με τον αριθμό των εργασίμων ημερών της εβδομάδας που είναι6, και στη συνέχεια το διαιρούμε με το 40. Μπορεί δε, να βρεθεί απλούστερα, πολλαπλασιάζοντας το ημερομίσθιο με τον αριθμό 0,15, που είναι ο συντελεστής αναγωγής του ημερομισθίου σε ωρομίσθιο για 40 ώρες απασχόλησης. Εάν η εβδομαδιαία απασχόληση είναι μικρότερη των 40 ωρών, ισχύει ότι και για τους αμειβόμενους με μηνιαίο μισθό. Ο τρόπος αυτός υπολογισμού του ωρομισθίου ισχύει τόσο για τους μισθωτούς με απασχόληση 6 ημερών των εβδομάδα όσο και για εκείνους για τους οποίους εφαρμόζεται το σύστημα της πενθήμερης εργασίας.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).

Δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ’ επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 901/2010, ΑΠ 2173/2007).

Συνακόλουθα, η ευθεία παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ και στην προκειμένη περίπτωση 560 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ’ ουσία, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης.

Η κατά τα άνω αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (ΟλΑΠ 27/1998, ΟλΑΠ 32/1996), ούτε και με τις πριν τη συζήτηση της αναίρεσης κατατεθείσες προτάσεις του αναιρεσείοντος.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά «έλλειψη αιτιολογίας», ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της «ανεπαρκής αιτιολογία» ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους «αντιφατική αιτιολογία» (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Για να είναι δε ορισμένος ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, γ) ο ισχυρισμός και τα περιστατικά, οι οποίοι προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη, δ) η εξειδίκευση της πλημμέλειας του δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται, δηλαδή για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποίες είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 550/2017, ΑΠ 1184/2015, ΑΠ 121/2014, ΑΠ 1752/2013, ΑΠ 589/2005).

Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 901/2010, ΑΠ 2173/2007).

[III] Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη Α. Κ. προσελήφθη από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία «ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.» (Ο.Τ.Ε. Α.Ε.) το έτος 1986 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και, αφού εντάχθηκε στο μόνιμο προσωπικό της, προσέφερε τις υπηρεσίες της μέχρι τις 30.12.2013, οπότε και απολύθηκε κατόπιν αιτήσεώς της για υπαγωγή στο Πρόγραμμα Οικειοθελούς Αποχώρησης Εργαζομένων που βρίσκονται κοντά στη συνταξιοδότηση – Ενότητα Α και υπογραφής ιδιωτικού συμφωνητικού περί λύσης της σύμβασης εργασίας της.

Από τις 22.07.2009 μέχρι τις 03.11.2011 η ενάγουσα απασχολήθηκε στο Τμήμα Υποστήριξης Πωλήσεων του τέως Συγκροτήματος Υποστήριξης Πωλήσεων (ΣΥΠ) Αττικής και από τις 04.11.2011 μέχρι τις 30.12.2013, οπότε και αποχώρησε από την υπηρεσία της, υπηρέτησε στο Τμήμα Λειτουργικής Υποστήριξης του εν λόγω Συγκροτήματος, το οποίο είχε διπλό έργο και, συγκεκριμένα, αποτελούσε εμπορικό και τηλεφωνικό κέντρο.

Κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα, από 04.11.2011 μέχρι 30.12.2013, η ενάγουσα εργαζόταν στο τηλεφωνικό κέντρο του ΣΥΠ Αττικής προσφέροντας τις υπηρεσίες της ως τηλεφωνήτρια, χρησιμοποιώντας σε ολόκληρο το ωράριο εργασίας της κεφαλόφωνο (ακουστικό). Ο αριθμός κλήσης για το τηλεφωνικό κέντρο του ΣΥΠ Αττικής ήταν ο 80080044 και σε αυτόν καλούσαν από τα καταστήματα «ΓΕΡΜΑΝΟΣ», «ΠΛΑΙΣΙΟ», "CΟSΜΟΤΕ" κλπ προκειμένου η ενάγουσα να τους παρέχει πληροφορίες σχετικά με κάποια προγράμματα που είχαν παρασχεθεί από τον ΟΤΕ (π.χ.

WΟΜS, ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ κλπ) ή σχετικά με θέματα πωλήσεων προϊόντων του ΟΤΕ (πχ ΟΤΕ ΤV). Δηλαδή, η ενάγουσα εργαζόταν στο ανωτέρω τηλεφωνικό κέντρο λαμβάνοντας καθημερινά πάρα πολλές κλήσεις, παρέχοντας πληροφορίες στα προαναφερόμενα καταστήματα και λαμβάνοντας και καταχωρώντας ζητήματα βλαβών σχετικά με τα προγράμματα και τα προϊόντα που παρείχε η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα […].

Ότι κατόπιν τούτου, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα απασχολήθηκε στο τηλεφωνικό κέντρο του ΣΥΠ Αττικής κατά το αιτούμενο χρονικό διάστημα από 1η.11.2011 μέχρι 30.12.2013 αποκλειστικά και κατά πλήρες ωράριο με καθήκοντα κυρίως βλαβολήπτη, ήτοι με βασικό αντικείμενο εργασίας τη λήψη και καταγραφή αναγγελλομένων βλαβών μέσω τηλεφωνικής ανταπόκρισης Όμως, αντί να της χορηγηθεί το μειωμένο ωράριο εργασίας των επτά (7) ωρών και δώδεκα (12) λεπτών την ημέρα, καθώς και τα τρία τριαντάλεπτα ενδιάμεσης ανάπαυσης, όπως προβλέπεται για το προσωπικό που απασχολείται με καθήκοντα τηλεφωνικής ανταπόκρισης στα βλαβοληπτικά κέντρα, ακολούθησε το ωράριο του τεχνικού τμήματος και προσέφερε την εργασία της συνεχώς, χωρίς ενδιάμεση ανάπαυση, απασχολούμενη, δηλαδή, συνεχώς επί επτά (7) ώρες και σαράντα (40) λεπτά ημερησίως.

Επιπροσθέτως, κατά το ίδιο ως άνω χρονικό διάστημα, η εναγομένη δεν χορηγούσε στην ενάγουσα τα τρία ημίωρα αναπαύσεως ημερησίως, για τα οποία αναγκαία και μοναδική προϋπόθεση χορήγησης είναι η απασχόληση στις αίθουσες των κέντρων, όπου διεξάγεται η τηλεφωνική ανταπόκριση, ανεξάρτητα από το φόρτο εργασίας και από το μέσο που χρησιμοποιείται.

Ότι κατόπιν τούτου, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα αφενός επειδή απασχολείτο πέραν του νομίμου ωραρίου επί 28 λεπτά την ημέρα, αφετέρου επειδή δεν της χορηγούνταν τα προαναφερόμενα τρία ημίωρα αναπαύσεως ημερησίως – εργαζόταν παραπάνω από το νόμιμο ωράριο επί μία (1) ώρα και πενήντα οκτώ (58) λεπτά ημερησίως, χρόνος που, κατά το άρθρ. 8 παρ. 1 του Κανονισμού Ωρών Εργασίας του Προσωπικού του Ο.Τ.Ε., σε συνδυασμό με το άρθρ. 1 παρ. 1 Ν 435/1976, αποτελεί υπερωριακή απασχόληση.

Άλλωστε, αναγκαία και μοναδική προϋπόθεση για την υπαγωγή του προσωπικού της εναγομένης στην προμνησθείσα ευνοϊκή ρύθμιση του άρθρ. 8 παρ. 1 του Κανονισμού Ωρών Εργασίας του Προσωπικού του Ο.Τ.Ε. (Κ.Ω.Ε.Π. – ΟΤΕ) είναι η απασχόλησή του στις αίθουσες των κέντρων, όπου διεξάγεται η τηλεφωνική ανταπόκριση, και τούτο ανεξαρτήτως από το φόρτο εργασίας της συγκεκριμένης υπηρεσιακής μονάδας και από το μέσο που χρησιμοποιεί (κεφαλόφωνο ή απλή τηλεφωνική συσκευή ή ηλεκτρονικό υπολογιστή).

Αυτό επειδή τέτοιες διακρίσεις δεν προκύπτουν ούτε από το γράμμα, ούτε όμως και από το σκοπό των προπαρατεθεισών ρυθμίσεων, οι οποίες τέθηκαν ενόψει των συνθηκών εργασίας, που επικρατούν στις μονάδες βλαβοληπτικών κέντρων, και αφορούν όλο το προσωπικό εργασίας που απασχολείται σε αυτές τις μονάδες, γεγονός που προκύπτει και από το άρθρο 5 του Κ.Ω.Ε.Π., το οποίο αναφέρει ότι το μειωμένο ωράριο εργασίας και τα τρία ενδιάμεσα ημίωρα ανάπαυσης τα δικαιούνται ακόμη και οι προϊστάμενοι, οι επόπτες και οι βοηθοί αυτών, που εργάζονται απλά και μόνο στο χώρο που διεξάγεται η τηλεφωνική ανταπόκριση, χωρίς να χρησιμοποιούν κεφαλόφωνο, μικροτηλέφωνο κλπ [...].

Όσα, δε, ισχυρίζεται η εναγομένη και με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση εφέσεως ότι από τις 22.12.2006 ο Κ.Ω.Ε.Π. – Ο.Τ.Ε. έχει καταργηθεί πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα, καθόσον από καμία διάταξη ή εγκύκλιο της εναγομένης και ήδη εκκαλούσας δεν προκύπτει η εν λόγω κατάργηση. Ότι επομένως, η ενάγουσα κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, από 1η.11.2011 μέχρι 30.12.2013, εργαζόταν κατά πλήρες ωράριο και ελάμβανε μόνο τρία (3) 15λεπτα διαλείμματα.

Συγκεκριμένα, εργαζόταν μέχρι και 31.12.2011, 7 ώρες και 40 λεπτά ημερησίως αντί του νομίμου 7 ώρες και 12 λεπτά ημερησίως, ενώ από 01.01.2012 έως και 31.12.2013 εργαζόταν 7 ώρες αντί 6 ώρες και 35 λεπτά ημερησίως. Έτσι, για το έτος 2011 εργαζόταν καθημερινά υπερωριακά 28 λεπτά λόγω υπέρβασης ωραρίου συν 90 λεπτά λόγω μη χορήγησης των τριών ημίωρων διαλειμμάτων, δηλαδή 118 λεπτά υπερωριακής εργασίας ημερησίως μείον τα 45 λεπτά λόγω της χορήγησης των τριών 15λεπτων διαλειμμάτων = 73 λεπτά, δηλαδή 1 ώρα και 13 λεπτά υπερωριακής εργασία ημερησίως.

Για δε το επίδικο χρονικό διάστημα από 01.01.2012 έως και 31.12.2013, που εργαζόταν 7 ώρες ημερησίως, εργαζόταν υπερωριακά 25 λεπτά λόγω υπέρβασης του νομίμου ωραρίου (6 ώρες και 35 λεπτά) συν 90 λεπτά λόγω μη χορήγησης των τριών ημίωρων διαλειμμάτων, δηλαδή 118 λεπτά υπερωριακής εργασίας ημερησίως μείον τα 45 λεπτά λόγω της χορήγησης των τριών 15λεπτων διαλειμμάτων = 115 λεπτά υπερωριακής εργασίας ημερησίως μείον τα 45 λεπτά λόγω της χορήγησης των τριών 15λεπτων διαλειμμάτων = 70 λεπτά, δηλαδή 1 ώρα και 10 λεπτά υπερωριακής εργασία ημερησίως.

Ότι ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι από 01.05.2011 και εφεξής το μειωμένο ωράριο των εργαζομένων, καθώς και οι τρεις ενδιάμεσες αναπαύσεις καταργήθηκαν ρητά, με την υπ’ αριθμ. 402/13/7.4.2011 Βασική Εγκύκλιο του ΟΤΕ κρίνεται απορριπτέος ως αλυσιτελής, δεδομένου ότι η ενάγουσα με την κρινόμενη αγωγή της δεν διεκδικεί αποζημίωση για το μειωμένο ωράριο για το διάστημα από 01.05.2011 έως 31.12.2011, αλλά αποζημίωση υπερωριακής εργασίας σε έργο τηλεφωνικής ανταπόκρισης κατά το χρονικό αυτό διάστημα.

Κατόπιν τούτων, η ενάγουσα από 1.11.2011 μέχρι 31.12.2011, πραγματοποίησε 53,50 ώρες επιπλέον εργασίας (2 μήνες x 22 ημέρες = 44 ημέρες x 1 ώρα και 13 λεπτά), ενώ από 01.01.2012 μέχρι 31.12.2012 και από 01.01.2013 μέχρι 31.12.2013, αφαιρουμένου ενός μηνός της κανονικής της άδειας, πραγματοποίησε 282 ώρες επιπλέον εργασίας για κάθε έτος αντίστοιχα (11 μήνες x 22 ημέρες = 242 ημέρες x 1 ώρα και 10 λεπτά, αφού ο δωδέκατος μήνας καλύπτεται από την κανονική της άδεια). [...] Επομένως, η ενάγουσα δικαιούται να λάβει για αμοιβή υπερωριακής απασχόλησης: [...] συνολικά 16.687,56 ευρώ (1.336,96 + 7.713,78 + 7.636,56), τα ποσά δε αυτά, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την πρώτη του επομένου έτους στο οποίο αφορούν, όπως ζητά με την αγωγή της, διότι πρόκειται για αξιώσεις που απορρέουν από εργασιακή σύμβαση, αφορούν οφειλόμενες μισθολογικές διαφορές και συνιστούν χρηματικές οφειλές καταβλητέες σε δήλη ημέρα, αν δεν υπάρχει αντίθετη ειδική συμφωνία για το χρόνο πληρωμής του μισθού [...].

Ότι όσα ισχυρίζεται η εναγομένη - εκκαλούσα με τον δεύτερο λόγο της υπό κρίση εφέσεως, ότι η εκκαλουμένη απόφαση εσφαλμένως επιδίκασε στην ενάγουσα – εφεσίβλητη αμοιβή για υπερωριακή εργασία με την αντίστοιχη προσαύξηση, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του έκανε δεκτή την προμνησθείσα από 20.12.2016 (υπ’ αριθμ. κατάθ.1422/2016) αγωγή ως κατ’ ουσίαν βάσιμη και υποχρέωσε την εναγομένη και ήδη εκκαλούσα να καταβάλει στην ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη το ως άνω ποσό των 16.687,56 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την πρώτη του επομένου έτους εντός του οποίου κάθε επιμέρους αγωγικό κονδύλιο κατέστη απαιτητό, ήτοι για ποσό 1.336,96 ευρώ από 1η.01.2012, για ποσό 7.713,78 ΕΥΡΩ από 1η.01.2013 και για ποσό 7.636,82 ΕΥΡΩ από 1η.01.2014 μέχρις εξοφλήσεως δεν έσφαλε.

[IV] Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεχόμενο ότι:

α) κατά το χρονικό διάστημα από 01.11.2011 έως 31.12.2011 το προβλεπόμενο από τον Κανονισμό της αναιρεσείουσας ωράριο της αναιρεσίβλητης ήταν 7 ώρες και 12 λεπτά ημερησίως με τρία 30λεπτα ενδιάμεσης ανάπαυσης και ότι αυτή απασχολούμενη, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, επί 7 ώρες και 40 λεπτά ημερησίως χωρίς να της χορηγούνται τρία ημίωρα διαλείμματα, αλλά μόνο τρία 15λεπτα διαλείμματα, εργαζόταν υπερωριακά επί 73 λεπτά, δηλαδή 1 ώρα και 13 λεπτά ημερησίως, (28 λεπτά λόγω υπέρβασης ωραρίου συν 90 λεπτά λόγω μη χορήγησης των τριών ημίωρων διαλειμμάτων, δηλαδή 118 λεπτά υπερωριακής εργασίας μείον τα 45 λεπτά της χορήγησης των τριών 15λεπτων διαλλειμάτων = 73 λεπτά, δηλαδή 1 ώρα και 13 λεπτά υπερωριακής εργασίας ημερησίως) και β) ότι κατά το χρονικό διάστημα από 01.01.2012 έως 31.12.2013 το προβλεπόμενο από τον Κανονισμό της αναιρεσείουσας ωράριο της αναιρεσίβλητης ήταν 6 ώρες και 35 λ ημερησίως με τρία 30 λέπτα ενδιάμεσης ανάπαυσης και ότι αυτή, απασχολούμενη κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, επί 7 ώρες ημερησίως με τρία 15λεπτα διαλείμματα, πραγματοποιούσε συνολικά 70 λεπτά υπερωριακής απασχόλησης, δηλαδή 1 ώρα και 10 λεπτά ημερησίως (25 λεπτά λόγω υπέρβασης ωραρίου συν 90 λεπτά λόγω μη χορήγησης των τριών ημίωρων διαλειμμάτων = 115 λεπτά μείον τα 45 λεπτά της χορήγησης των τριών 15λεπτων διαλλειμάτων), παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και δη αφ’ ενός μεν εκείνες των άρθρων 5 και 10 του Ειδικού Κανονισμού Ωρών Εργασίας Προσωπικού ΟΤΕ, οι οποίες, κατά τα προεκτεθέντα, δεν είχαν εφαρμογή εν προκειμένω, αφού είχαν καταργηθεί, αφ’ ετέρου δε, με τη μη εφαρμογή τους, τις εφαρμοστέες διατάξεις των άρθρων 38 παρ. 3 του ν. 3522/2006 και 9 του Εσωτερικού Κανονισμού Προσωπικού ΟΤΕ, σε συνδυασμό και με την υπ’ αριθμ. 402/13/7-4-2011 Βασική Εγκύκλιο της Διοίκησης του ΟΤΕ.

Και τούτο, διότι, σύμφωνα με τις μη εφαρμοσθείσες ως άνω διατάξεις, το ωράριο εργασίας της αναιρεσίβλητης οριζόταν κατά το χρονικό διάστημα από 01.11.2011 έως 31.12.2011 σε 7 ώρες και 12 λεπτά ημερησίως και από 01.01.2012 έως 31.12.2013 σε 7 ώρες ημερησίως, με τη χορήγηση, και στα δύο αυτά χρονικά διαστήματα τριών 15λεπτων ενδιάμεσης ανάπαυσης, με αποτέλεσμα η αναιρεσίβλητη, εφόσον κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης εργαζόταν α) κατά το χρονικό διάστημα από 01.11.2011 έως 31.12.2011 επί 7 ώρες και 40λ ημερησίως, ήτοι 28 λεπτά πλέον του προβλεπόμενου ωραρίου αυτής, αλλά όχι πέραν των σαράντα ωρών εβδομαδιαίως και β) κατά το χρονικό διάστημα από 01.01.2012 έως 31.12.2013 επί 7 ώρες ημερησίως, ήτοι όσες ώρες όριζε το προβλεπόμενο ωράριο αυτής, λαμβάνοντας σε αμφότερα τα ανωτέρω χρονικά διαστήματα τρία 15λεπτα ενδιάμεσης ανάπαυσης, να μην έχει πραγματοποιήσει υπερεργασία ούτε πολύ περισσότερο υπερωριακή απασχόληση, εφόσον δεν εργάστηκε πέραν των εννέα ωρών ημερησίως.

Επομένως, ο πρώτος, από τον αριθμ.1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, κατά το πρώτο σκέλος του λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτονται οι ανωτέρω πλημμέλειες, είναι βάσιμος.

Εξάλλου, ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, από τον αριθμ. 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, είναι αόριστος και συνακόλουθα απαράδεκτος, καθ’ όσον στο οικείο δικόγραφο δεν διαλαμβάνονται, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, οι πραγματικές παραδοχές, στις οποίες το Εφετείο θεμελίωσε την φερόμενη ως λανθασμένη ή ανεπαρκώς αιτιολογημένη κρίση του, ούτε εκτίθεται, το κατά την εκδοχή και τα συμπεράσματα της αναιρεσείουσας περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως, ούτε επίσης ποιες είναι οι ανεπαρκείς αιτιολογίες και ποιες επιπλέον έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας καθώς και που εντοπίζονται οι επικαλούμενες αντιφάσεις.

[V] Σύμφωνα με το άρθρο 560 αριθμ. 5 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως «πράγματα», κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως. Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένα λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση. Για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός, πρέπει ο ισχυρισμός να έχει προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, να είναι νόμιμος και να ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (λυσιτελής) (ΑΠ 50/2020).

Συνεπώς, ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης ιδρύεται, εκτός από άλλες περιπτώσεις, και όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση του περιεχόμενου της αγωγής, έλαβε υπόψη ανύπαρκτη βάση αυτής (ΑΠ 1332/2009, ΑΠ 463/2008).

Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσίβλητη, με την ένδικη αγωγή της, κατά συνοπτική περιγραφή του περιεχομένου της, η εκτίμηση του οποίου ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ), εξέθεσε τα ακόλουθα:

«Ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, η οποία εργαζόταν με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως υπάλληλος της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, κατά το χρονικό διάστημα από 01.11.2011 έως 31.12.2013, εργαζόταν αποκλειστικά και κατά πλήρες ωράριο στο Συγκρότημα Υποστήριξης Πωλήσεων (ΣΥΠΑ) μέσα στην αίθουσα του Τμήματος Λειτουργικής Υποστήριξης εκτελώντας έργο Τηλεφωνικής Ανταπόκρισης, απασχολούμενη από 01.11.2011 έως 31.12.2011 επί 7 ώρες και 40 λεπτά ημερησίως και ελάμβανε μόνο τρία 15λεπτα διαλλείματα, αντί για 7 ώρες και 12 λεπτά ημερησίως, ενώ από 01.01.2012 έως 31.12.2013 εργαζόταν 7 ώρες αντί 6 ώρες και 35 λεπτά ημερησίως, ωράριο που έχει καθοριστεί από τη διοίκηση της αναιρεσείουσας για το προσωπικό που απασχολείται αποκλειστικά μέσα στις αίθουσες που διεξάγεται το έργο της Τηλεφωνικής Ανταπόκρισης, χωρίς όμως να της χορηγήσει η αναιρεσείουσα τα τρία 30λεπτα ενδιάμεσης ανάπαυσης ημερησίως. Ότι κατά το ως άνω χρονικό διάστημα πραγματοποίησε τις αναφερόμενες ώρες υπερωριακής απασχόλησης και ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη – αναιρεσείουσα να της καταβάλει το ποσόν των 16.687,56 ευρώ σύμφωνα με τον Κανονισμό του ΟΤΕ άλλως βάσει των διατάξεων περί αδικαιολογήτου πλουτισμού».

Από το περιεχόμενο αυτό προκύπτει, ότι η αναιρεσίβλητη δεν θεμελίωσε την αγωγή της στην αρχή της ίσης μεταχείρισης, αλλά μόνον στις ισχύουσες για το προσωπικό του ΟΤΕ διατάξεις. Ωστόσο, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό λόγο μέρος, με επάλληλη αιτιολογία και τα εξής:

«Ότι επιπροσθέτως, το μειωμένο ωράριο εργασίας των επτά (7) ωρών και δώδεκα (12) λεπτών την ημέρα, καθώς και τα τρία τριαντάλεπτα ενδιάμεσης ανάπαυσης, που προβλέπεται για το προσωπικό που απασχολείται με καθήκοντα τηλεφωνικής ανταπόκρισης στα βλαβοληπτικά κέντρα, έπρεπε να χορηγηθεί στην αναιρεσίβλητη και με βάση την αρχή της ίσης μεταχείρισης, η οποία σημαίνει την απαγόρευση χειροτέρευσης της θέσης ενός μισθωτού σε σχέση με τους υπόλοιπους που βρίσκονται στην ίδια κατάσταση με αυτόν.

Δηλαδή, η αρχή αυτή, η οποία συμπορεύεται με την αρχή της ισότητας του δημοσίου δικαίου, απαγορεύει κάθε αυθαίρετο αποκλεισμό ενός ή περισσοτέρων μισθωτών ή τις διαφοροποιήσεις τους με κριτήρια που δεν είναι αντικειμενικά δικαιολογημένα. Ότι στην κρινόμενη περίπτωση, πληρούνται οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή της εν λόγω αρχής, καθόσον η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, που εκτελούσε τις εργασίες της στο ΣΥΠ Αττικής δυνάμει τηλεφωνικής ανταπόκρισης, και οι συνάδελφοί της, που απασχολούνταν στα βλαβοληπτικά κέντρα καταγράφοντας τις αναγγελλόμενες βλάβες ομοίως δυνάμει τηλεφωνικής ανταπόκρισης, παρείχαν τις υπηρεσίες τους στον ίδιο εργοδότη, βάσει ενεργού σχέσης εργασίας, και μεταξύ τους υπήρχαν καταστάσεις όμοιες αντικειμενικά, ήτοι ίδιες συνθήκες εργασίας και προσφοράς, ίδια υπηρεσία, ίδια κατηγορία μισθωτών και ίδια τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, δεδομένου ότι, όπως προκτέθηκε, τόσο η αναιρεσίβλητη, όσο και οι αναφερόμενοι συνάδελφοί της (Ε.

Κ.) ασκούσαν καθήκοντα όμοια ως προς το περιεχόμενο και τη φύση τους».

Με την ανωτέρω κρίση του, όμως, το Εφετείο δέχθηκε παρά το νόμο ανύπαρκτη βάση της αγωγής, δηλαδή έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η ανωτέρω πλημμέλεια, από τον αριθμ. 5 περ. α' του άρθρου 560 ΚΠολΔ (και όχι από τον αριθμ. 8 του άρθρου 559), και ο οποίος παραδεκτά προτάθηκε το πρώτον με το αναιρετήριο, καθόσον ο ισχυρισμός στον οποίο στηρίζεται δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας (άρθρ. 562 παρ. 2 περ.α ΚΠολΔ), είναι βάσιμος. Επίσης, με τον αυτό ως άνω λόγο αναιρέσεως προβάλλεται αιτίαση και από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο οποίος είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, καθόσον κατά το άρθρο 560 ΚΠολΔ, η απαρίθμηση των λόγων αναίρεσης είναι περιοριστική και δεν περιλαμβάνονται σε αυτούς κανένας από τους λόγους των αριθμών: 3,6,9,10,11,12,13, 14,15,16,17,18 και 20 του άρθρου 559ΚΠολΔ (ΑΠ 1370/2008).

[VI] Κατ’ ακολουθίαν τούτων, πρέπει να γίνει δεκτή η υπό κρίση αίτηση, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλο Δικαστή, εκτός από εκείνον που την είχε δικάσει προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσίβλητης λόγω της ήττας της (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

Από τη διάταξη του άρθ. 579 § 1 και 2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν αναιρεθεί η απόφαση οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την αναιρεθείσα απόφαση, εάν δε αποδεικνύεται προαποδεικτικά εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στην γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης, διατάσσει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.

Τα παραπάνω εφαρμόζονται και στην περίπτωση εκούσιας ή αναγκαστικής εκτέλεσης της πρωτόδικης απόφασης, η οποία με την επικύρωσή της από το Εφετείο θεωρείται ότι ενσωματώθηκε στην αναιρουμένη απόφαση (ΟλΑΠ 11/2007, 22/2006, ΑΠ 1453/2010, 1600/2009). Με την αίτηση επαναφοράς ζητείται η απόδοση των καταβληθέντων από τον αναιρεσείοντα προς τον αναιρεσίβλητο χρηματικών ποσών του κεφαλαίου, των τόκων και των δικαστικών εξόδων, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της διατάσσουσας την επαναφορά των πραγμάτων αναιρετικής απόφασης, γιατί από του χρόνου της επίδοσης αυτής καθίσταται, κατ’ άρθρο 340 ΑΚ, υπερήμερος ο αναιρεσίβλητος.

Όμως, ο αναιρεσείων δεν έχει το δικαίωμα να αξιώσει με την άνω αίτησή του τα καταβληθέντα έξοδα της έκδοσης απογράφου και αντιγράφου της προς εκτέλεση απόφασης, της σύνταξης επιταγής για εκτέλεση, της εντολής για τη διενέργεια αυτής και της ενεργηθείσας κατάσχεσης, διότι η διάταξη του άρθρου 579 παρ. 2 ΚΠολΔ, κατά την αληθινή της έννοια, επιτρέπει την απόδοση μόνο των ποσών που η παροχή τους διατάχθηκε από την ίδια την αναιρεθείσα απόφαση και όχι, άρα, και των εξόδων της μετέπειτα επιχειρηθείσας αναγκαστικής ή εκούσιας εκτέλεσής της, τα οποία βαρύνουν τον καθ’ ου η εκτέλεση όχι βάσει της απόφασης αυτής, αλλά βάσει του νόμου, ήτοι του άρθρου 932 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 31/2009, ΟΛ ΑΠ 11/2007, ΑΠ 1453/2019, ΑΠ 20/2011).

Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη ότι στα πλαίσια ενεργηθείσας αναγκαστικής εκτέλεσης προς ικανοποίηση του επιδικασθέντος στην ενάγουσα – αναιρεσίβλητη με την προσβαλλόμενη απόφαση ποσού κατέβαλε σε αυτήν συνολικά ποσό 11.831,21 ευρώ, ζητεί, με την παραδεκτά υποβληθείσα με τις προτάσεις της που κατέθεσε στις 29.10.2020, αίτηση επαναφοράς, όπως υποχρεωθεί η ενάγουσα – αναιρεσίβλητη να καταβάλει σε αυτήν το άνω ποσό πλέον ασφαλιστικών κρατήσεων, φορολογικών κρατήσεων, εργολαβικής αμοιβής και του ποσού των 1.212,71 ευρώ λόγω συμψηφισμού χρεωστικού υπολοίπου από προηγούμενες δικαστικές αποφάσεις, ήτοι συνολικά ποσό 25.112,57 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της παρούσας μέχρις εξοφλήσεως.

Η αίτηση αυτή, η οποία αφορά το καταβληθέν σε εκτέλεση της καταψηφιστικής διάταξης της προσβαλλόμενης απόφασης, στην ενάγουσα – αναιρεσίβλητη ως άνω ποσό, είναι νόμιμη, στηριζόμενη στο άρθρο 579 ΚΠολΔ, ως προς το ποσό των 11.831,21 ευρώ, το οποίο πράγματι κατέβαλε στην αναιρεσίβλητη (βλ. σχετική απόδειξη πληρωμής), και όχι κατά τα υπόλοιπα ποσά, τα οποία αφορούν φόρους, κρατήσεις κλπ., τα οποία δεν εισέπραξε η αναιρεσίβλητη με βάση την αναιρούμενη απόφαση.

Έτσι, πρέπει να γίνει δεκτή εν μέρει ως και κατ’ ουσίαν βάσιμη και να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να καταβάλει στην αιτούσα – αναιρεσείουσα το άνω ποσό που εισέπραξε σε εκτέλεση της καταψηφιστικής διάταξης της προσβαλλόμενης απόφασης, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της παρούσας μέχρι την εξόφληση.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ’ αριθμ. 12713/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση.

Δέχεται εν μέρει την αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων.

Υποχρεώνει την αναιρεσίβλητη να καταβάλει στην αναιρεσείουσα το χρηματικό ποσό των έντεκα χιλιάδων οκτακοσίων τριάντα ενός ευρώ και είκοσι ένα (11.831,21) ευρώ, έντοκα από την επίδοση της παρούσας μέχρις εξοφλήσεως. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 2 Φεβρουαρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 22 Ιουνίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ