Supreme Court allows appeal against lower court decision due to insufficient reasoning regarding public property status.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's final decision, ruling that the lower court failed to provide sufficient reasoning regarding the claimant's argument. The appellant argued that the defendant, aware of the state's ownership, acted in bad faith when acquiring the property in 1937, while the lower court accepted the defendant's claim without adequate justification. Consequently, the Supreme Court found the first and third grounds of appeal admissible and remanded the case for retrial by a different panel.
Legislator headnote
AI generatedArticles 552, 553, 556, 558, 577, 580 of the Code of Civil Procedure; A decision lacking sufficient reasoning on a substantive claim constitutes a ground for annulment, necessitating remittal for retrial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 782 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 782/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Αναστασία Περιστεράκη, Λάμπρο Καρέλο, Ζαμπέτα Στράτα -Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 8η Ιανουαρίου 2020 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Μ. Α. του Ν., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Δήμητρα Γκάβαλη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ Του αναιρεσίβλητου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Αλέξανδρο Σταυράκη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-9-2011 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5380/2012 οριστική ίδιου Δικαστηρίου, 1437/2015 του Εφετείου Αθηνών
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6-2-2018 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Η κρινόμενη από 6/2/2018 (με αριθμό κατάθεσης 108/2018) αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμό 1437/2015 οριστικής απόφασης του Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία έχει ασκηθεί νομότυπα με την κατάθεση του δικογράφου αυτής στη γραμματεία του ως άνω δικαστηρίου (άρθρο 495 παρ. ΙΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της τριετούς προθεσμίας από τη δημοσίευση της (σύμφωνα με το άρθρο 564 παρ.3 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του νόμου 4335/2015 και εφαρμόζεται στις μη επιδοθείσες αποφάσεις, που δημοσιεύτηκαν πριν την 1.1. 2016, σύμφωνα με την 10/2018 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου), εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής, απορριπτομένου του ισχυρισμού του αναιρεσιβλήτου περί εκπρόθεσμης άσκησης αυτής. Ωσαύτως, έχει κατατεθεί από τον από την αναιρεσείουσα το παράβολο ποσού τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ, που προβλέπεται από την παράγραφο 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με τα άρθρα 35 παράγραφος 2 και 45 του νόμου 4446/2016.
Συνεπώς, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 552, 553 παρ.ιβ, 556, 558 και 577 ΚΠολΔ, είναι παραδεκτή και πρέπει να εξεταστεί το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της.
2. Με το άρθρο 4 παράγραφοι 1 και 2 του νόμου 3127/2003 ορίζονται τα εξής "1.Σε ακίνητο που βρίσκεται μέσα σε σχέδιο πόλεως ή μέσα σε οικισμό που προϋφίσταται του έτους 1923 ή μέσα σε οικισμό κάτω των 2.000 κατοίκων, που έχει οριοθετηθεί, ο νομέας του θεωρείται κύριος έναντι του Δημοσίου εφόσον α) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού αδιαταράκτως για δέκα (10 ) έτη το ακίνητο, με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία, υπέρ του ίδιου ή του δικαιοπαρόχου του, που έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την 23/2/1945, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη, ή β) νέμεται μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, το ακίνητο αδιαταράκτως για χρονικό διάστημα τριάντα (30), ετών εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη.
Στο χρόνο νομής που ορίζεται στις περιπτώσεις α' και β' προσμετράται και ο χρόνος νομής των δικαιοπαρόχων που διανύθηκε με τις ίδιες προϋποθέσεις. Σε κακή πίστη βρίσκεται ο νομέας, εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 του Αστικού Κώδικα. 2 Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται για ακίνητο εμβαδού μέχρι 2.000 τετραγωνικά μέτρα Για ενιαίο ακίνητο εμβαδού μεγαλύτερου των 2.000 τετραγωνικών μέτρων οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται μόνο εφόσον στο ακίνητο υφίστανται κατά την 31-12-2002 κτίσμα που καλύπτει ποσοστό τουλάχιστον τριάντα τοις εκατό( 30% )του ισχύοντος συντελεστή δόμησης στην περιοχή ".
Από την ως άνω σαφή διατύπωση των προπαρατεθεισών διατάξεων προκύπτει ότι οι απαιτούμενες προϋποθέσεις εφαρμογής τους είναι αθροιστικώς οι ακόλουθες : Α) Να πρόκειται για ακίνητο που βρίσκεται εντός σχεδίου πόλεως ή εντός προϋφιστάμενου του έτους 1923 οικισμού ή εντός οριοθετηθέντος οικισμού, ο πληθυσμός του οποίου συμφώνως με την τελευταία (προ της ενάρξεως εφαρμογής του ως άνω νόμου) απογραφή δεν υπερβαίνει τους 2.000 κατοίκους, Β) Να πρόκειται για ακίνητο εμβαδού α) μέχρι 2.000 τετρ.μέτρων ή β) μείζονος των δύο χιλιάδων (2000) τετραγωνικών μέτρων, εφόσον στο ακίνητο αυτό υπήρχε στις 31-12-2002 κτίσμα που καλύπτει ποσοστό τουλάχιστον 30% του ισχύοντος στην περιοχή συντελεστή δόμησης, Γ) Να έχει καταστεί το ακίνητο αντικείμενο αδιατάρακτης νομής μέχρι την έναρξη ισχύος του, ως άνω, νόμου α) επί δέκα έτη με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία υπέρ του ίδιου του νεμομένου ή νεμηθέντος ή υπέρ των δικαιοπαρόχων του, εφόσον ο νόμιμος αυτός τίτλος έχει καταρτιστεί και μεταγραφεί μετά την 23-2-1945, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής ο επικαλούμενος κυριότητα ή οιοσδήποτε από τους δικαιοπαρόχους του ήταν κακής πίστεως ή β) επί τριάντα (30) έτη, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής ο επιληφθείς της νομής του ακινήτου ήταν κακής πίστεως, δηλαδή εφόσον δεν συνέτρεχαν κατά τον χρόνο κτήσεως της νομής οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 ΑΚ .Στο χρόνο νομής των ως άνω περιπτώσεων α 'και β ' προσμετράται και ο χρόνος νομής των δικαιοπαρόχων που διανύθηκε με τις ίδιες προϋποθέσεις.
Περαιτέρω σύμφωνα με το άρθρο 1042 ΑΚ ο νομέας βρίσκεται σε καλή πίστη ,όταν χωρίς βαριά αμέλεια έχει την πεποίθηση ότι απέκτησε την κυριότητα .Εάν ο νομέας κατά την κτήση της νομής γνωρίζει ή από βαριά αμέλεια αγνοεί την ύπαρξη κυριότητας άλλου προσώπου επί του πράγματος καλή πίστη δεν υπάρχει και χρησικτησία δεν χωρεί.
Και ενώ κατά τον αστικό κώδικα ο επικαλούμενος τη χρησικτησία νομέας βαρύνεται με την απόδειξη της καλής πίστεως του, αντιθέτως, κατά το άρθρο 4 ν. 3127/2003 την κακή πίστη του νομέα ή του δικαιοπαρόχου του κατά τον χρόνο κτήσεως της νομής από καθέναν από αυτούς φέρει το Ελληνικό Δημόσιο ,αφού με την φράση "εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη", η οποία βρίσκεται στο τέλος των περιπτώσεων α' και β' της παραγράφου 1 του άρθρου 4 ν. 3127 /2003 καθίσταται σαφές ότι το βάρος αποδείξεως της καλής πίστεως του δεν το έχει ο (επικαλούμενος κυριότητα) νομέας ή ο δικαιοπάροχος του, αλλά, αντίθετα, το Ελληνικό Δημόσιο βαρύνεται με την απόδειξη της κακής πίστεως του (επικαλούμενου κυριότητα) νομέα ή του δικαιοπαρόχου του.
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως εάν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης .Από την εν λόγω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Εν προκειμένω, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αυτού κρίση ,τα παρακάτω περιστατικά : "Το επίδικο είναι ένα ακίνητο (οικόπεδο), που βρίσκεται εντός του εγκεκριμένου σχεδίου της πόλεως ... ,της περιφέρειας του ομώνυμου Δήμου στη θέση "...", επί της οδού ... έχει έκταση 378, 42 τετραγωνικά μέτρα και....ενέπιπτε το έτος 1884 εντός μείζονος δημόσιας έκτασης, επιφάνειας πενήντα (50) στρεμμάτων, στη θέση "...", της περιφέρειας του τότε "χωριού ...".
Για την έκταση αυτή, ο μη διάδικος Α. Π., ως κάτοχος της κατά τον ανώτερο χρόνο, είχε ζητήσει από το Υπουργείο Οικονομικών, με την 36/03/8/1884 δήλωσή του, την έκδοση υπέρ αυτού παραχωρητηρίου, με βάση τις διατάξεις του νόμου ΥΛΑ' του 1873 "υπέρ διανομής και διαθέσεως της Εθνικής γης "και των μεταγενέστερων όμοιων.
Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, η έκδοση παραχωρητηρίου μπορούσε να γίνει μόνο στην περίπτωση κατά την οποία το δηλωθέν κτήμα δεν εξαιρούνταν από τη διανομή και, επομένως, δεν μπορούσε να εκποιηθεί ως φθαρτό κτήμα (οικόπεδο) με δημοπρασία. Κατά της εν μέρει απορριπτικής απόφασης του Υπουργού, αυτός υπέβαλε προς το Υπουργείο των Οικονομικών την από 21 Ιουλίου 1898 έγγραφη αναφορά του, στην οποία αναγνώριζε την έκταση αυτή ως Εθνική Γαία και παραπονείτο για την εν μέρει απόρριψη της δήλωσης του.
Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την 8672/1981 απόφαση του Δικαστηρίου των εν Αθήναις Εφετών, που εκδόθηκε μεταγενέστερα επί διαφοράς μεταξύ των κληρονόμων του και του Ελληνικού Δημοσίου, ο Α. Π. ανέφερε τα ακόλουθα :"Ως επληροφορήθην το Υπουργείο διέταξεν όπως εκ των δηλωθεισών παρ'εμού Εθνικών εν τη περιφερεία του ...
γαιών, μοι παραχωρηθή το ήμισυ, το δε έτερον ήμισυ κατατμηθεί ως περιλαμβανόμενον εις στην ζώνην του χωρίου τούτου. Την απόφασιν ταύτην θεωρώ ως άδικον...". Το αιτηθέν από τον Α. Π. παραχωρητήριο δεν εκδόθηκε κατά τον ανωτέρω χρόνο, επειδή, σύμφωνα με την .../08/1898 αναφορά του Γ. Δ. Β. προς την Οικονομική Εφορία Αττικής, η δηλωθείσα έκταση απείχε κατά το έτος 1898 1.330 μέτρα από την τελευταία παλαιά οικοδομή του χωρίου ...
και κατά με το άρθρο 1 παράγραφος 1 του από 8 Ιουνίου 1871 Βασιλικού διατάγματος "περί εκτελέσεως του νόμου περί διανομής" σε συνδυασμό με το από 23 Μαΐου 1883 Βασιλικού Διατάγματος "περί καθορισμού ζώνης σχεδίου της πόλεως Αθηνών και των πέριξ κωμών "θεωρήθηκε ότι η έκταση αυτή εξαιρείται της διανομής και επομένως υπόκειται ως φθαρτό κτήμα (οικόπεδο) σε εκποίηση με δημοπρασία.
Στη συνέχεια, με την από 20 Ιουνίου 1901 νέα αίτηση του προς το αυτό ως άνω Υπουργείο, ο Α. Π. παραπονέθηκε εκ νέου για την παραχώρηση της ίδιας έκτασης, το χαρακτήρα της οποίας ως Εθνικής γαίας ομολογεί εκ νέου, αναφέροντας ότι "Δια της υπ' αριθμόν 36 από 3 Απριλίου του 1884 δηλώσεώς μου εδήλωσα πεντήκοντα στρέμματα εθνικών γαιών εν τη θέσει ...
της περιφέρειας ...". Ακολούθως, με το 111634/05.03.1903 έγγραφο του Υπουργείου των Οικονομικών παραχωρήθηκε τελικώς σε αυτόν, υπό τους όρους και τις υποχρεώσεις του νόμου ΤΠΣΤ' "περί των γενομένων εμφυτεύσεων επί εθνικών, επισκοπικών ή εις διαλελυμένας μονάς ανηκουσών γαιών" έκταση κείμενη στο τότε "χωρίον" ..., του δήμου Αθηναίων της Επαρχίας Αττικής, "εις τελείαν και πλήρη ιδιοκτησίαν αυτού, των απογόνων και νομίμων κληρονόμων του και παντός άλλου εις τον οποίον αυτός ή οι νόμιμοι κληρονόμοι του ήθελον τας παραχωρήσει" τμήμα της ανωτέρω μείζονος έκτασης των 50 στρεμμάτων ,και συγκεκριμένα έκταση επιφάνειας 10.910 τ.μ., στη θέση "...", αποτελούμενη από τρεις συνεχόμενες αμπέλους και ειδικότερα ,α) άμπελο ξηρική βασιλικών στρεμμάτων τεσσάρων(4) που συνορεύει ανατολικά, δυτικά και βόρεια με γη εθνική και νότια με άμπελο του δηλούντος ,β) άμπελο ξηρική στρεμμάτων βασιλικών 3.910, που συνορεύει ανατολικά με άμπελο Σ.
Μ., δυτικά με γαίες εθνικές, βόρεια με άμπελο δηλούντος και εθνική γη και νότια με άμπελο του ίδιου και Σ.Μ. και γ) άμπελο ξηρική έκτασης βασιλικών στρεμμάτων τριών(3), που συνορεύει ανατολικά, δυτικά και βόρεια με εθνική γη και νότια με άμπελο του δηλούντος. Για την υπόλοιπη έκταση διατάχθηκε η δια δημοπρασίας παραχώρηση σε ιδιώτες, η οποία διενεργήθηκε στις 17/6/1901, αλλά δεν συντελέστηκε.
Όμως, ο Α. Π. όσο ζούσε, και, μετά το θάνατο του, η ημερομηνία του οποίου δεν προέκυψε από το αποδεικτικό υλικό, οι κληρονόμοι του Ε. χήρα Α. Π., Γ. Π. του Α. και Κ. σύζυγος Α. το γένος Α. Π. συνέχισαν μέχρι το έτος 1927 να κατέχουν παράνομα και το υπόλοιπο τμήμα (39.090 τμ ) του μείζονος ακινήτου των 50 στρεμμάτων. Σύμφωνα με την ....06.1984 έκθεση του Γ.
Κ.. Επιθεωρητή της Επιθεώρησης Δημόσιων Κτημάτων, μετά τη σύσταση της Αεροπορικής Άμυνας διατάχθηκε με την υπ' αριθμ. 141/1927 απόφαση της Εκτελεστικής Επιτροπής η αποβολή τους. Κατά της απόφασης αυτής άσκησαν οι ανωτέρω κληρονόμοι την από 28 Μαρτίου 1928 προσφυγή τους ενώπιον του "παρά τη Αεροπορική Αμύνη Διοικητικού Δικαστηρίου", το οποίο με την 47/1...
απόφασή του απέρριψε αυτήν. Κατά της απορριπτικής απόφασης οι προσφεύγοντες άσκησαν την από 19/12/1... αίτηση αναίρεσης ενώπιον του ΣτΕ και εκδόθηκε η …/1930 απόφαση, στην οποία βεβαιώνονται τα ανωτέρω γεγονότα και με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση ως απαράδεκτη για δικονομικούς λόγους Ακολούθως, κατά την αυτή ως άνω έκθεση ,εκδόθηκε το από 28/1/1930 πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής αυτών από την ανωτέρω έκταση, την οποία παράνομα και αυθαίρετα κατείχαν.
Στο μεταξύ, όμως, στη διάρκεια της δικαστικής αυτής διαμάχης, το έτος 1925,οι ως άνω κληρονόμοι του Α. Π. πώλησαν, όπως αναφέρεται στην ως άνω έκθεση, στον …. Οικοδομικό Συνεταιρισμό Δημοσίων Υπαλλήλων, δυνάμει του .../30.9.1925 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Γ. Α., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Αθηναίων, στον τόμο ...
με αριθμό …, έκταση 18.000 τετραγωνικών μέτρων στην ανωτέρω θέση, δηλαδή τόσο τις παραχωρηθείσες στον δικαιοπάροχο τους αμπέλους (10.910 τετραγωνικών μέτρων), όσο και επιπλέον τμήμα 7090 τετραγωνικών μέτρων από την υπόλοιπη έκταση των 50 στρεμμάτων, η οποία ανήκε στο Ελληνικό Δημόσιο κατά τα προαναφερόμενα. Ο Συνεταιρισμός, λόγω της δικαστικής εκκρεμότητας μεταξύ των δικαιοπαρόχων του και του Ελληνικού Δημοσίου, ζήτησε με το από 16/5 /1927 έγγραφο του την εξαγορά της πωληθείσας προς αυτόν έκτασης και από το Ελληνικό Δημόσιο, για την οποία συντάχθηκε το .../10/1927 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Σ.
Ε., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Αθηναίων, στον τόμο ... με αριθμό .... Επειδή η Αεροπορική Άμυνα είχε τη γνώμη ότι τα δύο περιγραφόμενα ακίνητα στα ανωτέρω συμβόλαια δεν ταυτίζονταν .συντάχθηκε στη συνέχεια το ... 02/04 /1... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Ό. Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Αθηναίων στον τόμο ...
με αριθμό …. ,με το οποίο έγινε ανταλλαγή μεταξύ των συμβαλλομένων, Συνεταιρισμού και Δημοσίου ,ώστε το ακίνητο που αγόρασε ο πρώτος από το δεύτερο να ταυτίζεται πλήρως με αυτό που είχε αγοράσει από τους κληρονόμους Α. Π.. Ακολούθως, με την 9987/1966 διαταγή του Υπουργείου Οικονομικών προς την Επιθεώρηση Δημόσιων Κτημάτων συντάχθηκε η από 04/01.1967 έκθεση και το από 05-01-1967 τοπογραφικό διάγραμμα προκειμένου να καταχωριστεί στα βιβλία Δημόσιων Κτημάτων η έκταση που απέμεινε στο Δημόσιο από τα 50 στρέμματα, μετά την αφαίρεση του τμήματος που είχε παραχωρηθεί στον Α.
Π. και αυτού που πωλήθηκε στον Συνεταιρισμό, η οποία αποτυπώνεται στο ανώτερο διάγραμμα με αριθμούς ... και αποτελείται από 13 αγροτεμάχια ,τα με αριθμούς … έως ….. Από το από Μαρτίου 2008 τοπογραφικό διάγραμμα της Κτηματικής Υπηρεσίας Ανατολικής Αττικής, το οποίο αποτελεί αντίγραφο του από Ιουλίου 1976 τοπογραφικού διαγράμματος του Υπουργείου Οικονομικών και αποτυπώνει τα ανωτέρω 13 δημόσια κτήματα (...), προκύπτει ότι το επίδικο εμπίπτει στην ως άνω εναπομείνασα στο Δημόσιο έκταση και ειδικότερα εντός των δημόσιων κτημάτων με αριθμούς ..., και όχι στην αρχικώς παραχωρηθείσα στον Α.
Π., το σύνολο της οποίας είχε μεταβιβαστεί στον Συνεταιρισμό και επομένως είχε έκτοτε εξαντληθεί. Συνακόλουθα, αυτό αποτελεί αναμφισβήτητα δημόσιο κτήμα, γεγονός το οποίο γνώριζαν θετικά τόσο ο Α. Π. όσο και όλοι οι διάδοχοι του, μεταξύ των οποίων η άμεση δικαιοπάροχος της ενάγουσας, λόγω των ανωτέρω δικαστικών αγώνων, αλλά και του εκδοθέντος εναντίον των κληρονόμων του αμετάκλητου Πρωτοκόλλου Διοικητικής Αποβολής.
Άλλωστε, την κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου στο επίδικο δεν αμφισβητεί ούτε η ενάγουσα, όπως συνάγεται από το γεγονός ότι θεμελιώνει το δικαίωμα κυριότητας της επ'αυτού στην έναντι του Δημοσίου μεταγενέστερη κτήση του με χρησικτησία, κατά τις ειδικές προϋποθέσεις του άρθρου 4 παράγραφος 1β' του νόμου 3127/2003.
Αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι η άμεση δικαιοπάροχος της ενάγουσας Π. χήρα Γ. Π. (ενός εκ των κληρονόμων του Α. Π.), η οποία δεν διαθέτει τίτλο κυριότητας για το επίδικο, πώλησε αυτό το έτος 1997 στην ενάγουσα, η οποία αγνοώντας όλα τα ανωτέρω για το χαρακτήρα του επίδικου ως δημοσίου κτήματος, απέκτησε τη νομή αυτού με καλή πίστη.
Για την κτήση, όμως, της κυριότητος του με τον επικαλούμενο τρόπο (κατ' άρθρο 4 παράγραφος 1β του νόμου 3127/2003), επειδή δεν συμπληρώνεται τριακονταετία από τον ανωτέρω χρόνο καλόπιστης κτήσης της νομής της μέχρι 19/3/2003 που άρχισε η ισχύς του νόμου 3127/2003, πρέπει, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη υπό στοιχείο
ΙΙ, να συνυπολογίσει τη νομή της εν λόγω άμεσης δικαιοπαρόχου της με την ίδια προϋπόθεση, της έλλειψης κακής πίστης κατά το χρόνο κτήσης της, η οποία δεν συντρέχει, όπως βασίμως το Ελληνικό Δημόσιο ισχυρίστηκε με τις από 31/01/2012 προτάσεις του ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (σελ. 12 παράγραφος β'). Ειδικότερα, η τελευταία, κατά την κτήση της δικής της νομής, ο ακριβής χρόνος της οποίας δεν προέκυψε από τις αποδείξεις συνάγεται όμως ότι πρόκειται για το έτος 1937 εφόσον στην αγωγή (σελίδα 9η παράγραφος δεύτερη) γίνεται επίκληση νομής 60 ετών στο πρόσωπο της μέχρι τη μεταβίβασή της στην ενάγουσα (1997), βρισκόταν σε κακή πίστη καθόσον γνώριζε κατά τα ανωτέρω, λόγω των προηγηθεισών πρόσφατων (1930) δικαστικών αποφάσεων και πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής, ότι κύριος αυτού ήταν πάντα το Ελληνικό Δημόσιο.
Μάλιστα, το ζήτημα της κυριότητας του τελευταίου στην έκταση των 50 στρεμμάτων είχε ήδη κριθεί με τελεσίδικη απόφαση και στο πλαίσιο της από 10/08 /1967 αγωγής των αυτών ως άνω κληρονόμων του Α. Π. (Γ. Π. και Κ. Α.) κατά του μη διαδίκου Ν. Σ. Σ. προς το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με αίτημα την αναγνώριση της κυριότητας τους σε ακίνητο επιφάνειας 3.219 τμ στην αυτή ως άνω θέση, το οποίο αποτελεί επίσης τμήμα της προαναφερόμενης έκτασης των 50 στρεμμάτων .Ειδικότερα, κατά τη συζήτηση της αγωγής αυτής παρενέβη κυρίως στο Ελληνικό Δημόσιο και εκδόθηκε σε πρώτο βαθμό η 7206 /1975 απόφαση του ανώτερου Δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή και έγινε δεκτή η κυρία παρέμβαση και σε δεύτερο βαθμό, μετά από έφεση των εναγόντων, η 8672/1981 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφασή του δέχθηκε ότι η εφεσίβλητη- ενάγουσα έγινε κυρία του επίδικου έναντι του εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου, με τα προσόντα του άρθρου 4 παράγραφος 1β του νόμου 3127/ 2003,με συνυπολογισμό της νομής της άμεσης δικαιοπαρόχου της από το έτος 1937, για την οποία δέχθηκε καλόπιστη κτήση και έκανε δεκτή την αγωγή, διατάσσοντας τη διόρθωση της πρώτης εγγραφής ώστε να καταχωριστεί η ενάγουσα ως ιδιοκτήτρια αυτού, έναντι του Ελληνικού Δημοσίου, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, όπως βάσιμα το τελευταίο ισχυρίζεται με την κρινόμενη έφεση.
Κατ' ακολουθίαν αυτών η κρινόμενη έφεση πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη, να κρατηθεί η υπόθεση στο παρόν δικαστήριο, να δικαστεί η αγωγή, η οποία είναι παραδεκτή και νόμιμη ερειδόμενη στις προαναφερόμενες διατάξεις, και να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη".
Με τις κρίσεις του αυτές, στις οποίες το Εφετείο στήριξε την παραδοχή του ισχυρισμού του εναγομένου περί κακής πίστεως της δικαιοπαρόχου της ενάγουσας κατά το χρόνο κτήσεως της νομής της και την απόρριψη της ένδικης αγωγής, στέρησε την προσβαλλόμενη απόφαση του νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών, ως προς το ζήτημα του ως άνω ισχυρισμού του εναγόμενου, καθόσον ενώ δέχεται ότι την ιδιότητα του επιδίκου ως δημοσίου κτήματος γνώριζαν τόσο ο Α.
Π., όσο και όλοι οι διάδοχοι του, μεταξύ των οποίων η άμεση δικαιοπάροχος της ενάγουσας Π. χήρα Γ. Π. "λόγω των ανωτέρω δικαστικών αγώνων και του εκδοθέντος εναντίον των κληρονόμων του αμετάκλητου πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής" και ότι η τελευταία, κατά την κτήση της δικής της νομής το έτος 1937 βρισκόταν σε κακή πίστη, καθόσον γνώριζε, κατά τα ανωτέρω, λόγω των προηγηθεισών πρόσφατων (1930) δικαστικών αποφάσεων και πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής, ότι κύριος του επίδικου ήταν πάντα το Ελληνικό Δημόσιο, στη συνέχεια (το Εφετείο) δέχεται:
α) ότι όλοι οι δικαστικοί αγώνες είχαν λάβει χώρα με διαδίκους μόνο τους κληρονόμους του Α. Π., οι οποίοι ήταν η σύζυγός του, Ε. χήρα Α. Π. και τα τέκνα του Γ. Α. Π. και Κ. σύζυγος Α., το γένος Α. Π. και β) ότι το πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής εκδόθηκε κατά των ως άνω κληρονόμων του. Ωσαύτως, η άμεση δικαιοπάροχος της ενάγουσας αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ως χήρα του, εκ των κληρονόμων του Α.
Π., Γ. Π., χωρίς όμως να προσδιορίζεται ο χρόνος της διαδοχής του από τη σύζυγο του, πριν ή μετά το έτος 1937, κατά το οποίο αυτή, σύμφωνα με την προσβαλλόμενη, απέκτησε τη νομή επί του επιδίκου. Εξαιτίας δε των ως άνω ανεπαρκών αιτιολογιών καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή τον προεκτεθεισών ουσιαστικών διατάξεων, γι' αυτό και οι πρώτος και τρίτος, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, λόγοι αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών ως προς τον προαναφερθέντα ουσιώδη ισχυρισμό του αναιρεσιβλήτου, είναι βάσιμος.
Ακολούθως και δοθέντος ότι παρέλκει η έρευνα των λοιπών αναιρετικών λόγων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που την εξέδωσε, του οποίου είναι δυνατής συγκρότηση από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 580 παράγραφος 3 ΚΠολΔ).
Τέλος, πρέπει να (διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στην καταθέσασα αυτό αναιρεσείουσα, λόγω της νίκης της (άρθρο 495 παράγραφος 3 ΚΠολ Δ) και να καταδικαστεί το αναιρεσίβλητο, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, μειωμένα όμως (άρθρο 22 παράγραφος 1 νόμου 3693/1957 παράγραφος 2 της 134423/8/12/1992 Κοινής Υπουργικής Απόφασης Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, άρθρο 28 παράγραφος 5 του νόμου 2579/1998), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 1437/ 2015 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα, και
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 29 Απριλίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 7 Ιουλίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ