Supreme Court annuls lower court decision on marital property division due to contradictory valuation findings and lack of legal basis.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the Third Panel Court of Patras decision regarding marital property division and remanded the case for retrial. The lower court failed to provide a legal basis for its calculations and presented contradictory valuations of the land and house, while also accepting arguments that were not properly substantiated. Consequently, the Court found the original judgment legally flawed and ordered the case to be heard again by a different panel of judges.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1400A of the Civil Code; Article 559 of the Code of Civil Procedure: When a lower court decision on marital property division lacks a legal basis or contains contradictory factual findings regarding asset valuation, the Supreme Court must annul the decision and remand the case for retrial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 782 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 782 /2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αβροκόμη Θούα, Εισηγήτρια και Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Αποστολάκη, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Κυριάκο Οικονόμου και Αναστασία Περιστεράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Απριλίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Γ. του Π., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Αθανασόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: Ε. Π. του Β., πρώην συζύγου Κ. Γ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Κούτση, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-05-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 785/2005 του ίδιου Δικαστηρίου, 687/2009 μη οριστική του Εφετείου Πατρών, 131/2014 του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της υπόθεσης και 356/2015 οριστική του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6-9-2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 1400 Α Κ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 15 του Ν.1329/1983, η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 54 παρ.1 αυτού (Ν. 1329/1983), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 του Ν.1649/1986, έχει εφαρμογή και επί γάμων που τελέσθηκαν, καθώς και περιουσιακών στοιχείων που αποκτήθηκαν πριν από την έναρξη ισχύος του Ν.1329/1983,"Αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέσθηκε ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης, το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή.
Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο 1/3 της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή". Από τη διάταξη αυτή, συνάγεται ότι η απαίτηση του κάθε συζύγου προς συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου είναι κατ" αρχήν ενοχή αξίας, δηλαδή χρηματική ενοχή αντικείμενο της οποίας αποτελεί η χρηματική αποτίμηση της περιουσιακής αύξησης του υπόχρεου συζύγου, που προέρχεται από τη συμβολή, άμεση ή έμμεση του δικαιούχου (Ολ.
ΑΠ 28/1996). Περαιτέρω, ο χρόνος λύσεως ή ακυρώσεως του γάμου ή συμπληρώσεως τριετίας από τη συζυγική διάσταση είναι κρίσιμος για την εξεύρεση της εν λόγω τελικής περιουσίας, υπό την έννοια του καθορισμού των περιουσιακών στοιχείων που την αποτελούν. Για την περαιτέρω, όμως, αναγωγή σε χρήμα των περιουσιακών αυτών στοιχείων, για την εξεύρεση δηλαδή της αξίας τους σε χρήμα, κρίσιμος είναι ο χρόνος της παροχής έννομης προστασίας, ήτοι ο χρόνος της ασκήσεως της αγωγής.
Τούτο συνεπάγεται ότι ο ενάγων έχει τη δυνατότητα, αν έχει παρέλθει σημαντικός χρόνος από της αμετάκλητης λύσεως ή ακυρώσεως του γάμου ή συμπληρώσεως τριετίας από τη συζυγική διάσταση, και συνακόλουθη (τιμαριθμική) μεταβολή της πραγματικής αξίας του χρήματος, να αξιώσει την απόδοση του (μεγαλύτερου) ποσού που κατά το χρόνο της συζητήσεως ισοδυναμεί με την αξία της συμβολής του κατά τον κρίσιμο χρόνο γεννέσεως της αξιώσεώς του, ενώ ο εναγόμενος μπορεί αντίστοιχα να προβάλει ότι η πραγματική αξία του χρήματος έχει μειωθεί και να ζητήσει αντίστοιχη προσαρμογή του οφειλομένου ποσού.
Η παράλειψη όμως του ενάγοντος να αξιώσει τέτοια αναπροσαρμογή δεν δημιουργεί ελάττωμα του δικογράφου της αγωγής και δεν καθιστά την τελευταία αόριστη συνεπεία τούτου. Ως αύξηση νοείται όχι μια συγκεκριμένη κτήση, αλλά η διαφορά που υπάρχει στην περιουσιακή κατάσταση του υποχρέου σε δύο διαφορετικά χρονικά σημεία, ήτοι κατά την τέλεση του γάμου και κατά το χρόνο που γεννάται η αξίωση για συμμετοχή στα αποκτήματα σύμφωνα με τις προδιαληφθείσες διατάξεις.
Από τη σύγκριση της αξίας αυτών, αναγομένης σε τιμές του χρόνου ασκήσεως της αγωγής, θα κριθεί αν υπάρχει περιουσιακή αύξηση του ενός συζύγου που να δικαιολογεί την αξίωση του άλλου για συμμετοχή στα αποκτήματα. Ως αύξηση νοείται όχι μια συγκεκριμένη κτήση, αλλά η διαφορά που υπάρχει στην περιουσιακή κατάσταση του υπόχρεου σε δύο διαφορετικά χρονικά σημεία, ήτοι κατά την τέλεση του γάμου και κατά το χρόνο που γεννιέται η αξίωση για συμμετοχή στα αποκτήματα με βάση τις παρ. 1 και 2 του ίδιου άρθρου 1400 του Α.
Κ. Από τη σύγκριση της αξίας αυτών, αναγόμενης σε τιμές του χρόνου γέννησης της αξίωσης, θα κριθεί αν υπάρχει περιουσιακή αύξηση του ενός συζύγου που να δικαιολογεί την αξίωση του άλλου για συμμετοχή στα αποκτήματα. Ειδικότερα, για το στοιχείο της αύξησης λαμβάνεται υπόψη το σύνολο της περιουσιακής κατάστασης του υπόχρεου, ώστε, από τη σύγκριση της περιουσιακής κατάστασης στο χρονικό σημείο της τέλεσης του γάμου (αρχική περιουσία) με την υπάρχουσα στο χρονικό σημείο που γεννάται η αξίωση (τελική περιουσία), πρέπει να προκύπτει αύξηση(ΑΠ1357/2015,566/2014,2042 /2013).
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διάταξης που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι τη κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Κατά το άρθρο 522 του ΚΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Η διάταξη αυτή ρυθμίζει ειδικώς, σε σχέση με την έφεση, την καθιερούμενη από το άρθρο 106 του ΚΠολΔ γενική αρχή της διάθεσης, σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο ενεργεί μόνον ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά.
Το αίτημα συνεπώς της έφεσης και οι λόγοι αυτής, που το στηρίζουν, οριοθετούν το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, για να αποφασίσει, αν πρέπει ή όχι να εξαφανίσει την εκκαλούμενη απόφαση, είναι υποχρεωμένο να περιοριστεί στην έρευνα μόνον των παραπόνων που διατυπώνονται με τους λόγους της έφεσης ή τους πρόσθετους λόγους και των ισχυρισμών που, ως υπεράσπιση κατά των λόγων αυτών, προβάλλει, σύμφωνα με το άρθρο 527 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, ο εφεσίβλητος, καθώς και εκείνων των ζητημάτων, η έρευνα των οποίων προηγείται, ως αναγκαίο προαπαιτούμενο για να ληφθεί απόφαση σε σχέση με τα παράπονα που διατυπώνονται με τους λόγους έφεσης και τα οποία κατά νόμο εξετάζει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, όπως είναι το ορισμένο ή η νομική βασιμότητα της αγωγής ή της ένστασης, που αυτεπαγγέλτως τα εξετάζει το εφετείο στην περίπτωση που με την έφεση διατυπώνονται παράπονα μόνον για την κρίση ως προς την ουσιαστική βασιμότητα αυτών (ΑΠ 727/2017, 781/2017, 845/2011, 279/2010 ).
Εξ άλλου κατά το άρθρο 520 παρ.1 του ιδίου Κώδικα, οι λόγοι έφεσης πρέπει να είναι σαφείς και ορισμένοι και να αναφέρονται σε συγκεκριμένες νομικές ή ουσιαστικές πλημμέλειες που αποδίδονται από τον εκκαλούντα στην προσβαλλομένη με την έφεση οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου. Σφάλματα ή παραλείψεις του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που δεν προσβάλλονται με λόγο έφεσης από τον εκκαλούντα δεν μπορούν να ερευνηθούν αυτεπαγγέλτως από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, του οποίου η εξουσία οριοθετείται κατά τα ανωτέρω από τους λόγους έφεσης και το αίτημα που στηρίζεται σε αυτούς(ΑΠ 261/2012).
Η παράβαση δε του εφετείου, σχετικά με την έκταση του μεταβιβαστικού, κατ' άρθρο 522ΚΠολΔ,αποτελέσματος της ασκηθείσας έφεσης με την παραδοχή ανύπαρκτου λόγου, η επανάκριση κεφαλαίου της πρωτόδικης απόφασης έξω από τα όρια αυτής, ή η μη λήψη υπ' όψη λόγου έφεσης, συνιστούν πλημμέλειες που εμπίπτουν στον προβλεπόμενο από την διάταξη του άρθρου 559αριθμ.8ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης της λήψης ή μη υπόψη πράγματος που(αναλόγως) δεν προτάθηκε ή προτάθηκε (ΑΠ207/2017,1344/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (αρθρ.561παρ.2ΚΠολΔ) προκύπτουν τα ακόλουθα: Ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη άσκησε την από 27 Μαΐου 2002 αγωγή της ,με την οποία, επικαλούμενη, κατά
το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος, επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 1400ΑΚ, με την απόκτηση από τον τελευταίο (και) μιας ισόγειας κατοικίας, αξίας, κατά τον κρίσιμο χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου τους, το έτος 2001,αλλά και κατ'αυτόν της άσκησης της αγωγής, 30.000.000 δραχμών, η οποία κτίστηκε επί προϋπάρχοντος του γάμου τους οικοπέδου του, αξίας 4.000.000 δραχμών, ζήτησε να υποχρεωθεί ο τελευταίος να της καταβάλει(και)το ποσό 19.500.000 δραχμών, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, το οποίο αντιστοιχεί στην πραγματική συμβολή της στην εν λόγω αύξηση κατά ποσοστό 75% (30.000000- 4000000=26000000X75%).
Επί της ανωτέρω αγωγής, εκδόθηκε η 785/2005 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η οποία την έκανε εν μέρει δεκτή, αποδεχόμενη μεν ότι η αρχική περιουσία του αναιρεσείοντος (όσον αφορά το ενδιαφέρον στην προκειμένη περίπτωση, οικόπεδο επί του οποίου ανεγέρθη η ισόγεια κατοικία) αξίας 4.000.000 δραχμών προσαυξήθηκε κατά 26000000 δραχμές, όση δηλαδή η αξία κατά τον χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου τους η οποία συμπίπτει με αυτόν της άσκησης της αγωγής ,της αποκτηθείσας κατά την διάρκεια αυτού ισόγειας οικίας, πλην όμως ότι η πραγματική συμβολή της ενάγουσας στην σχετική επαύξηση ήταν 40%.
Κατά της εν λόγω απόφασης η αναιρεσίβλητη άσκησε ενώπιον του Εφετείου Πατρών την από 26 Δεκεμβρίου 2005 έφεσή της, με την οποία ζήτησε να γίνει δεκτή στο σύνολο της η προαναφερθείσα αγωγή, παραπονούμενη για τη κρίση του δικαστηρίου περί συμβολής της στην επαύξηση της περιουσίας του αναιρεσείοντος, όσον αφορά την ισόγεια οικία μόνο κατά 40 αντί για 75% όπως ζητούσε.
Επί της έφεσης αυτής, που συνεκδικάσθηκε με την από 24-4-2006 έφεση του αναιρεσείοντος, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος, δέχθηκε τα ακόλουθα:":οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο γάμο μεταξύ τους στην … την 31.10.1971, από τον οποίο απέκτησαν ένα θήλυ τέκνο (Μ.) που γεννήθηκε το έτος 1973, ο οποίος (γάμος) λύθηκε δυνάμει της με αρ. 391/2001 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, που κατέστη αμετάκλητη την 05.10.2001, με την υπ' αριθ. 175/05.10.2001 δήλωσή τους ενώπιον της Γραμματέως του ανωτέρω Δικαστηρίου περί παραίτησης από τα ένδικα μέσα κατά της απόφασης αυτής.
Περαιτέρω προέκυψε ότι, ο εναγόμενος(ήδη αναιρεσείων) κατά την τέλεση του γάμου του με την ενάγουσα(ήδη αναιρεσίβλητη) είχε στην αποκλειστική και πλήρη κυριότητα του τα εξής ακίνητα, που βρίσκονταν στη περιφέρεια της τέως Κοινότητας ... του Δήμου … και είχαν περιέλθει σε αυτόν από τον πατέρα του Γ. Γ., δυνάμει του υπ' αριθ.
…..55/29.08.1968 συμβολαίου δωρεάς εν ζωή, ενώπιον του τότε συμβολαιογράφου Ι. Σ., νομίμως μεταγεγραμμένου... :
1) έναν αγρό ξηρικό στη θέση "….", εκτάσεως μέτρων τετραγωνικών δυο χιλιάδων εκατό (2.100), ..., η αξία του οποίου αποτιμάται κατά το χρόνο λύσης του γάμου των διαδίκων, στο ποσό των 447.300 δρχ,...,
2) έναν αγρό ξηρικό στη θέση "…", εκτός σχεδίου πόλεως, εκτάσεως μέτρων τετραγωνικών τριακοσίων σαράντα (340), ...η αξία του οποίου ..., κατά το χρόνο λύσης του γάμου των διάδικων, ανέρχεται ... σε 72.420 δρχ,...,
3) έναν αγρό ξηρικό εντός του χωρίου … των …, μέτρων τετραγωνικών τριακοσίων σαράντα (340) και συνορευόμενο γύρωθεν με κοινοτικό δρόμο, με δημόσιο δρόμο προς το χωριό … και με ιδιοκτησία Π. Γ., και Χ. Γ., η αξία του οποίου αποτιμάται κατά τον χρόνο λύσης του γάμου των διάδικων, στο ποσό των 4.000.000 δραχμών, κατά την κρίση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών, κατά τους ισχυρισμούς του εναγομένου-εκκαλούντος σε 10.000.000 δρχ και τον οποίον ο εν λόγω πραγματογνώμονας, αποτιμά στο ποσό των 85.000 δρχ. ως και το παρόν Δικαστήριο.
Συνεπώς, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών, που με την εκκαλουμένη απόφαση, δέχθηκε τις προαναφερόμενες αξίες για τα ανωτέρω ακίνητα, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και ο σχετικός λόγος της ως άνω έφεσης της ενάγουσας εκκαλούσας θα πρέπει να γίνει δεκτός ως κατ' ουσίαν βάσιμος. Προέκυψε, ακόμη, ότι ο εναγόμενος κατά τον ανωτέρω αναφερόμενο χρόνο λύσης του γάμου του είχε στο όνομά του μια ισόγεια κατοικία επιφανείας 119,74 τμ, ανεγερθείσα στο ανωτέρω οικόπεδο του, στην ... (επί της κοινοτικής οδού ...
αριθ. ….), αρχικά με βάση την από 28.07.1971 άδεια της Διεύθυνσης Τ.Υ.Ν. …και ακολούθως την από 12.03.1976 άδεια οικοδομής της Νομαρχίας …, εκτιμώμενης συνολικής αξίας αυτής μετά του οικοπέδου στο οποίο έχει ανεγερθεί, υπολογιζόμενης κατά το χρόνο λύσης του γάμου των διαδίκων, σύμφωνα με την προσβαλλόμενη απόφαση σε 30.000.000 δραχμές, την οποία έφερε στην τελική της μορφή με την προσθήκη επιπλέον δωματίου, μετά την έκδοση της πρόσθετης οικοδομικής άδειας, και που ο ως άνω πραγματογνώμονας εκτιμά ότι ανέρχεται στο ποσό των22.440.772,75 δρχ (αξία κτίσματος) + 23.789.474,88 δρχ (αξία οικοπέδου) ήτοι συνολικά 46.230.247,63 δρχ, ως δέχεται και το παρόν Δικαστήριο, καθόσον πρόκειται μεν για κατοικία η παλαιότητα της οποίας ξεπερνά τα 40 έτη από την κατασκευή της, περίπου, ωστόσο, καλά συντηρημένη, "μεσαίας κατηγορίας", προσεγμένη συμβατική κατασκευή.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφαση, δέχθηκε τις προαναφερόμενες αξίες για τα ανωτέρω ακίνητα (οικόπεδο και οικία), έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και ο σχετικός λόγος της ως άνω έφεσης της εκκαλούσας - ενάγουσας θα πρέπει να γίνει δεκτός ως κατ' ουσίαν βάσιμος.
Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι ήδη κατά την τέλεση του γάμου των διαδίκων είχε αρχίσει η ανέγερση της ανωτέρω οικοδομής με δαπάνες του εναγομένου και ειδικότερα ότι βρισκόταν αυτή στο στάδιο (του κτισίματος) των τούβλων, όπως αυτός διαλαμβάνει, με την κρινόμενη έφεσή του, αλλά ως προέκυψε, η ανέγερση αυτής έλαβε εξ ολοκλήρου χώρα μετά την τέλεση του γάμου των διαδίκων (31.10.1971), η άδεια οικοδομής (αρχική) γι' αυτήν εκδόθηκε τον Ιούλιο του 1971, οι δε διάδικοι, τότε σύζυγοι, εγκαταστάθηκαν σε αυτήν μετά δύο έτη περίπου από το γάμο τους.
Ο εναγόμενος, κατά τον χρόνο λύσης του γάμου του με την ενάγουσα, είχε στο όνομα του και ένα ΙΧΕ αυτοκίνητο με αριθμό κυκλοφορίας ...74, εργοστασιακής κατασκευής TOYOTA, κυβισμού 1300 cc, το οποίο αγοράστηκε το έτος 1993, αντί τιμήματος 4.000.000 δραχμών, κατά το χρόνο δε λύσης του γάμου των διάδικων, η αξία του ανερχόταν στο ποσό των 1.000.000 δραχμών, ενώ δεν αποδείχθηκε από κανένα στοιχείο ότι αυτός απέκτησε άλλη περιουσία...Άρα, σύμφωνα με τα παραπάνω, η επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου κατά τη διάρκεια του γάμου του με την ενάγουσα αποτιμάται στο υπόλοιπο που απομένει μετά από αφαίρεση από την τελική συνολική περιουσία αυτού κατά το χρόνο λύσης του γάμου του με την ενάγουσα της αρχικής συνολικής περιουσίας που είχε αυτός κατά την τέλεση του γάμου του με αυτή, δηλαδή μετά από αφαίρεση των 604.720 δρχ (447.300 + 72.420 + 85.000) δραχμών από το ποσό των 47.230.247,63 δρχ (46.230.247,63 δρχ + 1.000.000 δρχ), ήτοι στο ποσό των 46.625.527 δραχμών (47.230.247,63 δρχ - 604.720 δρχ) δρχ.
Περαιτέρω, όπως αποδείχθηκε, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, η ενάγουσα συνέβαλε πράγματι στην ανωτέρω επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου κατά ποσοστό που εκτιμάται ότι ανέρχεται σε 40%. ...Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον προέκυψε ότι η συμβολή της ενάγουσας στην επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου ανέρχεται σε 18.650.211 δραχμές (46.625.527 Χ 40%), ή 54.732,828 ευρώ, θα πρέπει η υπό κρίση αγωγή να γίνει εν μέρει δεκτή και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλει, για την παραπάνω αιτία, το ποσό των 54.732,828 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από της επιδόσεως της αγωγής, μέχρις εξοφλήσεως. ".
Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, ακολούθως το Εφετείο, με τη προσβαλλόμενη απόφαση, αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που είχε δεχθεί εν μέρει την αγωγή της αναιρεσίβλητης, επιδικάζοντάς της το ποσό των 29.934 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοσή της, επαύξησε το ποσό και υποχρέωσε τον αναιρεσείοντα να της καταβάλει 54.732,828 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής της.
Δεχόμενο όμως το Εφετείο, ότι η αξία της, ανεγερθείσας επί του κείμενου στην ... οικοπέδου, ισόγειας οικίας κατά τον χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου των διαδίκων, ήταν ύψους 46.230.247,63 δραχμών και αυτή του οικοπέδου του αναιρεσείοντος, επί του οποίου αυτή ανηγέρθη,85.000 δραχμών, υπέπεσε στην από το άρθρο 559αριθμ.8ΚΠολΔ πλημμέλεια, εφόσον έλαβε υπόψη ανύπαρκτους λόγους έφεσης της αναιρεσίβλητης, η οποία με το προαναφερθέν δικόγραφο της έφεσής της, όχι μόνο δεν παρεπονείτο για την αντίστοιχη αξία που είχε αναγνωρίσει το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, των 30.000.000 και 4.000.000 δραχμών, αλλά την επανέλαβε. Άλλωστε και η αναιρεσίβλητη αυτά τα ποσά είχε επικαλεσθεί με την αγωγή της. Επισημαίνεται δε ότι η αναφορά στο δικόγραφο της έφεσης, ότι η αγοραία αξία της επίμαχης οικίας κατά τον κρίσιμο χρόνο της λύσης του γάμου τους ήταν τουλάχιστον 30.000.000 δραχμών και <σήμερα άνω των 50.000.000 δραχμών> δεν αποτελεί παραδεκτό λόγο έφεσης, ο οποίος θα μπορούσε να οδηγήσει το Εφετείο σε αύξηση των ποσών, αφού, πέραν της αοριστίας του, αν εκτιμάτο ως αιτούμενη τιμαριθμική αναπροσαρμογή, μόνο με το δικόγραφο της αγωγής θα μπορούσε να ζητήσει η αναιρεσίβλητη και όχι το πρώτον με την έφεσή της. Επομένως, είναι βάσιμος ο δεύτερος υπό στοιχείο Α, από το άρθρο 559αριθμ.8ΚΠολΔ σχετικός λόγος αναίρεσης.
Πέραν αυτού το Εφετείο, στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού προκειμένου να υπολογίσει την αξία της περιουσίας του αναιρεσείοντος κατά την τέλεση του γάμου και αυτή κατά τον κρίσιμο χρόνο της αμετάκλητης λύσης αυτού, αρχικά δέχεται ότι η αξία του οικοπέδου του επί του οποίου ανηγέρθη η ισόγεια κατοικία ήταν 85.000 δραχμές, στη συνέχεια επίσης δέχεται ότι η αξία αυτού ανέρχεται σε 23.789474,88 δραχμές και τελικά, ενώ επίσης δέχεται ότι η αξία της οικίας που είναι και το απόκτημα, αφού υφίσταται παραδοχή στην απόφαση, ότι ανηγέρθη κατά τη διάρκεια του γάμου των διαδίκων, είναι 22.440.772,75 δραχμές, συνυπολογίζει για την αξία αυτής και το ποσό των 23.789.474,88 δραχμών ,το οποίο αντιστοιχεί στην αξία του οικοπέδου, αναβιβάζοντας αυτή στο συνολικό ποσό των 46.230.247,63 δραχμών, καίτοι είχε δεχθεί ότι το οικόπεδο δεν αποτελεί απόκτημα, αφού ανήκε εξ αρχής στον αναιρεσείοντα. Με τις ανωτέρω αντιφατικές και ασαφείς αιτιολογίες δεν καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 1400ΑΚ,όπως βασίμως προβάλλει ο αναιρεσείων με τον πρώτο από το άρθρο 559αριθμ.19ΚΠολΔ,λόγο της κρινόμενης αίτησής του.
Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, πρέπει να αναιρεθεί στο σύνολο της, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών αναιρετικών λόγων, λόγω της πλήρους αναιρετικής εμβέλειας των γενόμενων δεκτών, οι οποίοι πλήττουν το κύρος όλης της απόφασης και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που την ξέδωσαν (αρθρ.580 παρ.3 ΚΠολΔ).Τέλος, πρέπει διαταχθεί η επιστροφή στον αναιρεσείοντα του κατατεθέντος παραβόλου (αρθρ.495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της στα δικαστικά έξοδα αυτού (αρθρ.176,183 ΚΠολΔ) κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 356/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.
Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στον αναιρεσείοντα.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων(3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 26 Ιουνίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 9 Ιουλίου 2019.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ