Supreme Court overturns lower court ruling on expropriation compensation, finding error in defining neighboring owners' benefit status.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece overturned the Third Chamber of the Eastern Crete Court of Appeal's decision regarding an expropriation compensation claim. The appellants argued that the lower court incorrectly denied them the status of 'neighboring owners' entitled to compensation, despite their properties having frontage on the road. The court ruled that the lower court violated substantive law by failing to recognize that the mere existence of frontage, even if already present, constitutes the necessary benefit for neighboring owners under the relevant statutes. Consequently, the appeal was granted, the lower judgment was annulled, and the case was remitted for retrial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1 of Law 653/1977; Articles 33 paragraphs 1, 3, and 4 of Law 2971/2001: The lower court erred in law by denying the status of neighboring owners entitled to compensation when the properties possessed frontage on the road, as this fact alone satisfies the statutory requirement for benefit without needing additional elements like new access.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 782 / 2018 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 782/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Σοφία Ντάντου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Φεβρουαρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. Κ. του Μ., κατοίκου ... (...), 2) Ν. Σ. του Ε. (...), 3) Μ. Σ. του Ε. (...), 4) Δ. Κ. του Ε. (...), κατοίκων ..., 5) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα (...), 6) Ε. Δ. του Κ. (...), 7) Γ. Μ. του Ε. (...), 8) Σ. Μ. του Ε. (...), 9) Ε. Μ. του Γ. (...), 10) Ε. Μ. του Γ. (...) και 11) Σ. Τ. Τ. του Δ. (...), κατοίκων ..., εκ των οποίων οι 1ος, 2ος, 3η, 7ος, 8ος, 9η, 10ος και 11ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μανούσο Ξενάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ οι 4ος, 5η και 6ος δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Των αναιρεσειόντων - καλούντων: 1) Ε. Κ. του Μ., κατοίκου ..., 2) Ν. Σ. του Ε., 3) Μ. Σ. του Ε., κατοίκων ..., 4) Γ. Μ. του Ε., 5) Σ. Μ. του Ε., 6) Ε. Μ. του Γ., 7) Ε. Μ. του Γ. και 8) Σ. Τ. Τ. του Δ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μανούσο Ξενάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ Του αναιρεσιβλήτου - καθ’ ου η κλήση: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην … και εν προκειμένω από τον Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας Κρήτης, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαριέττα Βλαχοπάνου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την με αριθμ. κατάθ. ... αίτηση (για ανατροπή του τεκμηρίου ωφελείας σε απαλλοτρίωση ακινήτων) των ήδη αναιρεσειόντων και άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Εφετείο Κρήτης.
Εκδόθηκε η 202/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, την αναίρεση της οποίας ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 29-9-2014 αίτησή τους. Η συζήτηση της υπόθεσης ορίστηκε αρχικά για τη δικάσιμο της 27-5-2016, οπότε αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 3-3-2017, κατά την οποία ματαιώθηκε. Η υπόθεση επανήλθε για συζήτηση με την από 8-3-2017 κλήση των αναιρεσειόντων - καλούντων στη δικάσιμο της 26-1-2018, οπότε αναβλήθηκε για την σημειούμενη στην αρχή της παρούσας. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Καλαματιανός διάβασε την από 13-5-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της υπ’ αριθμ. 202/2013 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, κατά παραδοχή του δεύτερου λόγου αναίρεσης και την απόρριψη των λοιπών λόγων του αναιρετηρίου. Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 94 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο. Κατά το άρθρο 96 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα κατά την διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση.
Η πληρεξουσιότητα μπορεί να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει και στο πληρεξούσιο πρέπει να αναγράφονται τα ονόματα των πληρεξουσίων. Κατά το άρθρο 104 Κ.Πολ.Δ., για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως την συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για την συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.
Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας καθώς και την υπέρβασή της. Εξ άλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 576 του Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει ότι αν κατά την συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει την συζήτηση.
Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή αν και εμφανίστηκε δεν έλαβε μέρος στην συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα την συζήτηση.
Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση ο Άρειος Πάγος προχωρεί στην συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Περαιτέρω, από την παρ. 3 εδ. β’ του ίδιου άρθρου 576, όπως το εδάφιο τούτο προστέθηκε με το άρθρο 62 του νόμου 4139/2013, και ισχύει από τις 23-3-2013, ενώ (σύμφωνα με το άρθρο 98 του αυτού νόμου) καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς υποθέσεις, ορίζεται "Σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς".
Από τον συνδυασμό των προαναφερομένων διατάξεων συνάγεται ότι σε περίπτωση, κατά την οποία είναι απών ο φερόμενος ως ασκήσας την αναίρεση διάδικος, χωρίς να αποδεικνύεται η χορήγηση πληρεξουσιότητας για την άσκησή της, αυτή απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη, υπό την προϋπόθεση ότι αυτός έχει κλητευθεί νόμιμα, από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση, ώστε να είναι έγκυρη η συζήτηση της αναίρεσης, ενώ χωρίζεται η υπόθεση για όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νόμιμα και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (ΑΠ 160/2017, 227/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα του φακέλου της υποθέσεως προκύπτει ότι η συζήτηση για την κρινόμενη από 29-9-2014 αίτηση για αναίρεση της 202/2013 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης ορίστηκε αρχικά για τη δικάσιμο της 27-5-2016, οπότε αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 3-3-2017, κατά την οποία ματαιώθηκε.
Η υπόθεση επανήλθε για συζήτηση με την από 8.3.2017 κλήση, με επιμέλεια των 1ου, 2ου, 3ης, 7ου, 8ου, 9ης, 10ου και 11ου αναιρεσειόντων στη δικάσιμο της 26.1.2018, οπότε και αναβλήθηκε για την σημειούμενη στην αρχή της παρούσας. Κατά την δικάσιμο αυτή, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στην σειρά της από το οικείο πινάκιο, οι ως άνω καλούντες - αναιρεσείοντες παραστάθηκαν με δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου τους Μ.
Ξ.. Οι 4ος, 5η και 6ος των αναιρεσειόντων δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο ούτε κατέθεσαν δήλωση του άρθρου 242 Κ.Πολ.Δ. Δεν αποδεικνύεται δε περαιτέρω ότι οι αναιρεσείοντες αυτοί έχουν κλητευθεί από τους λοιπούς επισπεύδοντες την συζήτηση ομοδίκους τους - αναιρεσείοντες ή από το αντίδικό τους - αναιρεσίβλητο.
Επομένως, σύμφωνα με τα προδιαληφθέντα στη μείζονα πρόταση, εφόσον δεν υπήρξε νόμιμη επίσπευση της συζήτησης της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης ως προς τους ανωτέρω 4ο, 5η και 6ο αναιρεσείοντες και περαιτέρω δεν αποδεικνύεται ότι οι εν λόγω αναιρεσείοντες κλητεύθηκαν από τους λοιπούς ομοδίκους τους ή από το αναιρεσίβλητο, πρέπει, δοθέντος ότι, όπως συνάγεται από το περιεχόμενο των διαδικαστικών εγγράφων, που επισκοπούνται παραδεκτώς, οι αναιρεσείοντες συνδέονται με σχέση απλής ομοδικίας, να χωρισθεί η υπόθεση ως προς τους μη κλητευθέντες ως άνω 4ο, 5η και 6ο αναιρεσείοντες και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της υπόθεσης ως προς αυτούς.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.
Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (Ολ.ΑΠ 9/2013).
Εξ άλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά.
Αντιφατικότητα δε αιτιολογιών υπάρχει όταν εξ αιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το Νόμο. Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 24/1992, Ολ.ΑΠ 1/1999, ΑΠ 9/2013).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 του Ν. 653/1977 "περί υποχρεώσεως των παρόδιων ιδιοκτητών για τη διάνοιξη εθνικών οδών κ.λπ.", όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 62 παρ. 9 και 10 του Ν. 947/1979 αναφορικά με την εφαρμογή αυτών και στις περιπτώσεις των προς βελτίωση των υφιστάμενων οδών πραγματοποιούμενων νέων χαράξεων ή διαπλατύνσεων αυτών ή τμημάτων, καθώς και επί των επαρχιακών οδών για το μέχρι 20 μέτρων πλάτους αυτών, προκειμένου περί διάνοιξης εκτός σχεδίου πόλεων εθνικών οδών πλάτους κατάληψης 30 μέτρων, οι ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες κάθε πλευράς υποχρεούνται σε αποζημίωση ζώνης πλάτους 15 μέτρων με τη συμμετοχή τους στις δαπάνες της απαλλοτρίωσης των καταλαμβανόμενων από τις οδούς αυτές ακινήτων.
Με την παράγραφο 3 του ως άνω άρθρου ορίστηκε ότι ως ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες για την εφαρμογή του θεωρούνται εκείνοι των οποίων τα ακίνητα αποκτούν πρόσωπο επί των διανοιγόμενων οδών, ενώ κατά την παρ. 4 του ίδιου άρθρου όταν οι δικαιούχοι της αποζημίωσης για την απαλλοτρίωση είναι υπόχρεοι για την πληρωμή αυτής επέρχεται συμψηφισμός δικαιωμάτων και υποχρεώσεων.
Οι προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 1 παράγραφοι 1, 3 και 4 του Ν. 653/1977 αντίκεινται στο άρθρο 1 του Πρώτου (Πρόσθετου) Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης δικαιωμάτων του ανθρώπου (ΕΣΔΑ) που, μετά την επικύρωσή της με το ν.δ. 53/1974, αποτελεί εσωτερικό δίκαιο και υπερισχύει από κάθε άλλη διάταξη του ημεδαπού δικαίου, άρα και της πιο πάνω διάταξης του Ν. 653/1977 (άρθρο 28 παρ. 1 Συντάγματος).
Το τεκμήριο ισχύει ως μαχητό και ο ισχυριζόμενος ότι το απομένον τμήμα του ακινήτου του δεν ωφελείται, αλλά αντιθέτως ζημιώνεται από την απαλλοτρίωση, μπορεί, αποδεικνύοντας το αντίθετο της τεκμαιρόμενης ωφέλειας, δηλαδή την επικαλούμενη ζημία του και ανατρέποντας το ως άνω μαχητό τεκμήριο, να αποζημιωθεί και για την αυτοαποζημιούμενη έκτασή του και να ζητήσει τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημιώσεως και γι’ αυτή.
Κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 33 του ν. 2971/19.12.2001, "το τεκμήριο της ωφέλειας των ιδιοκτητών κατά τις διατάξεις του ν. 653/1977, είναι μαχητό και κρίνεται μετά την κήρυξη της απαλλοτρίωσης, από το αρμόδιο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης Εφετείο, κατά την ειδική διαδικασία του παρόντος άρθρου". Κατά την παράγραφο 2 του ίδιου ως άνω άρθρου "Ο εικαζόμενος ιδιοκτήτης ή ο αξιών δικαιώματα επί του απαλλοτριωμένου, εφόσον θεωρεί ότι δεν υφίσταται το τεκμήριο της ωφέλειας, μπορεί με αίτησή του να ζητήσει από το φορέα του έργου τη διόρθωση του κτηματολογικού πίνακα κήρυξης της απαλλοτρίωσης.
Η υποβολή της αίτησης δεν αναστέλλει τις διαδικασίες της απαλλοτρίωσης". Κατά την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου "Η αίτηση υποβάλλεται εντός ανατρεπτικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την έκδοση της απόφασης περί προσωρινού ή απευθείας οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης και παραπέμπεται μετά τη λήξη της προθεσμίας προς εξέταση σε τριμελή Επιτροπή...".
Με το άρθρο 37 του ίδιου ως άνω άρθρου, ορίζεται ότι "Η ισχύς του παρόντος νόμου αρχίζει α) Των διατάξεων του άρθρου 33 μετά την πάροδο ενός (1) μηνός από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και εφαρμόζεται και για τις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις που δεν έχουν μέχρι της ισχύος του συντελεσθεί.
Στις περιπτώσεις που κατά την έναρξη ισχύος του ίδιου αυτού άρθρου έχει παρέλθει η ανατρεπτική προθεσμία της παραγράφου 3 αυτού, η ανατρεπτική αυτή προθεσμία παρατείνεται για δύο (2) μήνες από την έναρξη ισχύος του". Με το ανωτέρω άρθρο 33 του Ν. 2971/2001 θεσπίστηκε και νομοθετικά αυτό που είχε μόνο νομολογιακώς αναγνωρισθεί, λόγω αντιθέσεως του νόμου προς υπέρ νομοθετικούς κανόνες δικαίου (Σύνταγμα και ΕΣΔΑ), δηλαδή ότι το τεκμήριο είναι μαχητό, και από το συνδυασμό των διατάξεων αυτού και του άρθρου 37 σαφώς συνάγεται ότι οι διατάξεις του πρώτου από αυτά εφαρμόζονται για τις απαλλοτριώσεις οι οποίες κηρύσσονται μετά την έναρξη της ισχύος του, καθώς και γι’ αυτές οι οποίες κηρύχθηκαν πριν από την έναρξη της ισχύος του, αλλά δεν είχε ολοκληρωθεί η συντέλεσή τους μέχρι αυτή (έναρξη ισχύος), δεν εφαρμόζονται δε για τις απαλλοτριώσεις η συντέλεση των οποίων είχε ολοκληρωθεί πριν από την έναρξη ισχύος των ανωτέρω διατάξεων (Ολ.ΑΠ 11/2011, ΑΠ 1129/2014), στις οποίες δεν ισχύει η προαναφερθείσα ανατρεπτική προθεσμία των δύο μηνών για την αντίστοιχη αγωγή, η οποία εκδικάζεται από το αρμόδιο καθ’ ύλην δικαστήριο κατά την τακτική διαδικασία.
Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των παραγρ. 1 και 4 του άρθρου 33 του Ν. 2971/2001 προκύπτει ότι τα στοιχεία για την ωφέλεια ή μη του ακινήτου διευρύνονται και εκτός από την πρόσοψη επί της διανοιγόμενης οδού, που προέβλεπε ο νόμος 653/1977, ορίζονται, (ενδεικτικά), και η δυνατότητα πρόσβασης του ακινήτου στο έργο ή στα έργα που περιλαμβάνονται στη ζώνη απαλλοτρίωσης, η δημιουργία επιπτώσεων στις χρήσεις του ακινήτου και η κατά τις ισχύουσες διατάξεις αρτιότητα και οικοδομησιμότητα του ακινήτου (ΑΠ 410/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δίκασε αίτηση των αναιρεσειόντων και άλλων, μη διαδίκων στην αναιρετική δίκη, με την οποία οι εν λόγω αιτούντες εξέθεσαν, ότι κηρύχθηκε απαλλοτρίωση εδαφικής έκτασης 27.512 τ.μ. στο ... υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου και με δαπάνη του στο πλαίσιο κατασκευής Ολυμπιακών Έργων για λόγους δημόσιας ωφέλειας, ότι μεταξύ των απαλλοτριουμένων ιδιοκτησιών συμπεριλαμβάνονται και οι επί της ...
ιδιοκτησίες τους, για τις οποίες αποζημιώνονται ως προς ένα τμήμα τους και κατά το υπόλοιπο αυτοί επιβαρύνονται με αυτοαποζημίωση, ως ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες, σύμφωνα με τον αντίστοιχο κτηματολογικό πίνακα της απαλλοτρίωσης, και ότι τα ακίνητα αυτά ουδεμία ωφέλεια απέκτησαν, αφού είχαν ήδη πρόσβαση στην οδό, αλλά αντιθέτως ζημιώνονται από την απαλλοτρίωση, λόγω των δημιουργούμενων δυσμενών επιπτώσεων στη χρήση, αρτιότητα και οικοδομησιμότητά τους.
Ζήτησαν δε, να αναγνωρισθεί ότι οι απαλλοτριούμενες ιδιοκτησίες τους δεν έχουν υποχρέωση αυτοαποζημίωσης, ως μη ωφελούμενες από την απαλλοτρίωση, και να διορθωθεί κατά τούτο ο οικείος κτηματολογικός πίνακας. Με την αναιρεσιβαλλομένη το Εφετείο δέχθηκε την αίτηση, ως προς ακίνητα των μη διαδίκων στην αναιρετική δίκη αιτούντων και την απέρριψε ως προς τα ακίνητα των αναιρεσειόντων.
Κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας έγιναν δεκτά, ως αποδειχθέντα, τα εξής, κρίσιμα για την απόρριψη της αίτησης των αναιρεσειόντων πραγματικά περιστατικά: "Με την κοινή απόφαση 1087120/1120/9615/8-11-2002 των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, Πολιτισμού, που δημοσιεύτηκε νόμιμα (ΦΕΚ 1012/18-11-2002 τ.
Δ’ ), απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά εδαφική έκταση 27.512 τ.μ. στο ... υπέρ του Δημοσίου και με δαπάνες του για την εξυπηρέτηση της τέλεσης των Ολυμπιακών Αγώνων του έτους 2004. Ειδικότερα, η απαλλοτρίωση κηρύχθηκε για λόγους δημόσιας ωφέλειας, που συνίσταται στη βελτίωση και διαπλάτυνση της οδού ... από κόμβο ...
μέχρι κόμβο Λινοπεραμάτων, στη δημιουργία του ανισόπεδου κόμβου ... και στη διάνοιξη Δυτικής περιμετρικής οδού ... και τη σύνδεσή της με οδό προς .... Τα ακίνητα της ανωτέρω απαλλοτριωμένης έκτασης έχουν αποτυπωθεί στο από Ιουνίου 2002 κτηματολογικό διάγραμμα και στον οικείο πίνακα, που έχουν συνταχθεί για λογαριασμό της Διεύθυνσης Οδικών Έργων της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Έργων του Υπουργείου Περιβάλλοντος Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων από το Γραφείο Μελετών Δ.
Κ., ως Ανάδοχος Μελέτης, έχουν θεωρηθεί δε από τον Κ. Δ., Διευθυντή της εν λόγω Διεύθυνσης. Στην απαλλοτριούμενη έκταση περιλαμβάνονται και τα κείμενα επί της οδού ... ακίνητα των αιτούντων, οι οποίοι αναγνωρίστηκαν δικαιούχοι της αποζημιώσεως με τις αποφάσεις 55/2005, 56/2005 και 37/2007 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου.........
Επίσης απαλλοτριώθηκαν και τα παρακάτω ακίνητα: Τα ακίνητα με ...α, συνιδιοκτησίας των Ν. Κ. (αιτούντος με ...) (εκ παραδρομής προφανώς αναφέρεται το όνομα Ν. Κ., που δεν υπάρχει μεταξύ των αιτούντων, αντί του ορθού Ν. Σ., που αντιστοιχεί στον 21ο αιτούντα) και Μ. Σ. (αιτούσας με αριθμό 22) κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου εκάστου από αυτούς και ...
ιδιοκτησίας του Ε. Κ. (αιτούντος με αριθμό 20) συνολικής έκτασης 104 τ.μ., που βαρύνεται εξ ολοκλήρου με αυτοαποζημίωση. Τα ακίνητα με ΚΠ ..., εκτάσεως 52 τ.μ. και 88 τ.μ., αντίστοιχα, ιδιοκτησίας του Δ. Κ. (αιτούντος με αριθμό 23), που βαρύνονται εξ ολοκλήρου με αυτοαποζημίωση. Το ακίνητο με ..., εκτάσεως 191 τ.μ. ιδιοκτησίας της ανώνυμης εταιρίας ...
ΑΕ (αιτούσας με αριθμό 24), από το οποίο αποζημιώνονται 108 τ.μ. και τα υπόλοιπα 83 τ.μ. βαρύνονται με αυτοαποζημίωση. Το ακίνητο με ... εκτάσεως 59 τ.μ., ιδιοκτησίας του Ε. Δ. (αιτούντος με αριθμό 25), το οποίο βαρύνεται εξ ολοκλήρου με αυτοαποζημίωση. Το ακίνητο με ..., εκτάσεως 157 τ.μ., συνιδιοκτησίας των Γ. Μ. (αιτούντος με αριθμό 29) κατά ποσοστό 1/2 των 500/2100 εξ αδιαιρέτου (πλήρους συγκυριότητας), Σ.
Μ. (αιτούντος με αριθμό 30) κατά ποσοστό 1/2 των 500/2100 εξ αδιαιρέτου (πλήρους συγκυριότητας), Ε. Μ. (αιτούσας με αριθμό 31) κατά ποσοστό 1/2 των 800/2100 εξ αδιαιρέτου (ψιλής συγκυριότητας) και Ε. Μ. (αιτούντος με αριθμό 32) κατά ποσοστό 1/2 των 800/2100 εξ αδιαιρέτου (ψιλής συγκυριότητας), το οποίο βαρύνεται εξ ολοκλήρου με αυτοαποζημίωση.
Και τέλος το ακίνητο με ..., εκτάσεως 102 τ.μ., ιδιοκτησίας του Σ. Τ. (αιτούντος με αριθμό 33), από το οποίο αποζημιώνεται 1 τ.μ. και τα υπόλοιπα 101 τ.μ. βαρύνονται με αυταποζημίωση. Η Επιτροπή του άρθρου 33 Ν. 2971/2001 διαπιστώνει ότι δεν τεκμηριώνεται απώλεια αρτιότητας, οικοδομησιμότητας και πρόσβασης, ούτε αλλαγή χρήσης των ακινήτων αυτών.
Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι στεγάζουν εμπορικές επιχειρήσεις και είχαν ήδη πρόσοψη επί της οδού ..., η οποία διαπλατύνθηκε με το έργο της απαλλοτρίωσης και εξακολουθεί να αποτελεί σημαντική οδική αρτηρία της πόλης του Ηρακλείου με αυξημένη κίνηση πεζών και οχημάτων. Η υπερυψωμένη γέφυρα, ωστόσο, δεν έχει κατασκευαστεί παραπλεύρως, αλλά βρίσκεται σε ικανή απόσταση, με αποτέλεσμα να μην επηρεάζεται η προσβασιμότητά τους, ούτε επιδρά αρνητικά στην εμπορικότητά τους.
Επίσης, ο περιορισμός του αύλειου χώρου τους, για τον οποίο καταθέτει ο μάρτυρας και εμφανίζεται στις προσκομιζόμενες φωτογραφίες και γίνεται επίσης σχετική αναφορά στην προαναφερόμενη από Ιουλίου 2005 τεχνική έκθεση, δεν παρεμποδίζει την εύρυθμη λειτουργία τους ούτε διαφοροποιεί τη χρήση τους. Εξάλλου τα στοιχεία αυτά αποτελούν κατά κύριο λόγο κριτήρια επιδίκασης ιδιαίτερης αποζημίωσης των ακινήτων (άρθρο 13 Ν. 2882/2001-ΚΑΑΑ), που απέμειναν μετά την απαλλοτρίωση τμήματος αυτών.
Από τη συνεκτίμηση όλων των στοιχείων και ιδίως της δυνατότητας πρόσβασης στο έργο της απαλλοτρίωσης και της έλλειψης επιπτώσεων στις χρήσεις, στην αρτιότητα και την οικοδομησιμότητα των ακινήτων με ..., ... δεν αποδεικνύεται η επικαλούμενη ζημία των ιδιοκτητών τους και επομένως ισχύει το τεκμήριο ωφέλειας ως προς αυτούς.
Κατ’ ακολουθία, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως κατ’ ουσία αβάσιμη, κατά το μέρος που ασκείται από τους δέκατο ένατο, εικοστό, εικοστό πρώτο, εικοστή δεύτερη, εικοστό τρίτο, εικοστή τέταρτη, εικοστό πέμπτο, εικοστό ένατο, τριακοστό, τριακοστή πρώτη, τριακοστό δεύτερο, τριακοστό τρίτο αιτούντες...".
Το Εφετείο, με το να δεχθεί, ότι η έλλειψη επίπτωσης στις χρήσεις, την αρτιότητα και την οικοδομησιμότητα των ακινήτων των αιτούντων - αναιρεσειόντων (η τυχόν ύπαρξη των οποίων -επιπτώσεων- θα μπορούσε να ανατρέψει το τεκμήριο ωφέλειας και αν ακόμη είχαν αυτά αποκτήσει πρόσοψη επί της διανοιγόμενης οδού) και τη δυνατότητα πρόσβασης στο έργο της απαλλοτρίωσης, αρκούν για την μη ανατροπή του μαχητού τεκμηρίου ωφέλειας και τον χαρακτηρισμό των εν λόγω αιτούντων, ως ωφελούμενων παρόδιων ιδιοκτητών, παρά την παραδοχή ότι τα ακίνητα αυτά είχαν ήδη πρόσοψη επί της αυτής οδού και, συνεπώς, λείπει η βασική προϋπόθεση για να θεωρηθούν αυτοί "ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες", σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 3 ν. 653/1977, αλλά και χωρίς, επιπροσθέτως, να δεχθεί ότι συντρέχει κάποιο άλλο στοιχείο ωφέλειας των ακινήτων (π.χ.
απόκτησης το πρώτον πρόσβασης ακινήτου στην οδό, την οποία δεν είχε πριν την απαλλοτρίωση), παραβίασε, όχι εκ πλαγίου, όπως προσάπτεται με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, αλλά ευθέως τις προαναφερθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 1 του ν. 653/1977 και 33 παρ. 1, 3 και 4 του ν. 2971/2001 με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή αυτών.
Επομένως, τα όσα ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου κρίνονται βάσιμα και ο λόγος αυτός πρέπει να γίνει δεκτός. Περαιτέρω, η αναιρετική εμβέλεια του 2ου αναιρετικού λόγου, που γίνεται δεκτός, στο σύνολο της προσβαλλόμενης απόφασης (ως προς τους παρόντες αναιρεσείοντες) καθιστά αλυσιτελή πλέον την εξέταση των λοιπών λόγων, των οποίων παρέλκει η εξέταση.
Κατά συνέπεια, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς τους καλούντες - αναιρεσείοντες, και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους Δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, στον καταθέσαντα (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε’ Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση πριν αντικατασταθεί με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015) και να καταδικαστεί το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα αυτών (άρθρ. 176, 183 και 191 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), τα οποία ορίζονται μειωμένα, κατ’ άρθρο 22 παρ. 1 ν. 3693/1957 (που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ.) σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 12 ν. 1738/1987 και αρ. 2 της 134423/18-12-1992 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη την συζήτηση της υπ’ αρ. εκθ. κατάθεσης ...-2014 αίτησης αναίρεσης, ως προς τους τέταρτο, πέμπτη και έκτο των αναιρεσειόντων.
Δικάζει ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες την αίτηση αναίρεσης.
Αναιρεί την υπ’ αρ. 202/2013 οριστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, ως προς τους παρόντες αναιρεσείοντες.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές.
Διατάσσει την επιστροφή του καταβληθέντος παραβόλου στον καταθέσαντα.
Και
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, που ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Μαρτίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Απριλίου 2018.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ