Supreme Court dismisses appeal against final judgment for failure to prove documents in possession of plaintiff.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the First Instance Court's decision regarding the production of specific documents. The appellants argued the lower court erred by rejecting their request without verifying if the documents were in the plaintiff's possession, while the respondent contended the request was vague and lacked specific content. The court ruled that the appeal was inadmissible because the request failed to meet the strict requirements of Article 559 of the Code of Civil Procedure, specifically the burden of proving the documents' existence and location.
Legislator headnote
AI generatedArticles 553(1)(b), 309(a), 321, 495(1) and 503(1) of the Code of Civil Procedure; An appeal against a final judgment is only admissible after the period for filing a motion for default judgment has expired or the entitled party has validly withdrawn the case.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 782 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 782/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Γεώργιο Μιχολιά, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 14 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1)Διαχειριστή Ελληνικού Δικτύου Διανομής Ηλεκτρικής Ενέργειας (Δ.Ε.Δ.Δ.Η.Ε Α.Ε.) που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της Δημόσιας Επιχείρησης Ηλεκτρισμού Α.Ε. (Δ.Ε.Η. Α.Ε.) που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2)Ι. Α. του Σ. και 3)Γ. Γ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αδάμ Δήμου, που κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Σάμπαλη, που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/12/2010 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Τριπόλεως. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 65/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 57/2015 του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου, όπως αυτή διορθώθηκε με την 76/2016 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 17/7/2015 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κατσιρούμπας ανέγνωσε την από 3/2/2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 553 παρ. 1 περ. β', 309 εδ. α', 321 και 495 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη κατά το χρόνο άσκησης του ως άνω ενδίκου μέσου, δηλαδή κατά το χρόνο της κατάθεσης του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Είναι δε τελεσίδικη η απόφαση, η οποία, απεκδύοντας το δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης (oλ. ΑΠ 5/2001 και 9/1996). Εξάλλου κατά την παρ. 1 του άρθρου 503 ΚΠολΔ η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας είναι δέκα πέντε ημερών, αν ο διάδικος που δικάσθηκε ερήμην διαμένει στην Ελλάδα και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης.
Συνεπώς η ερήμην οριστική απόφαση του Εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνο αφού έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας, είτε διότι παρήλθε η δεκαπενθήμερη προς άσκηση αυτής προθεσμία από την επίδοση της ερήμην απόφασης, είτε διότι ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής, ερημοδικασθείς διάδικος, παραιτήθηκε νομίμως από το δικόγραφο του ασκηθέντος ενδίκου μέσου της ανακοπής ή του δικαιώματος προς άσκηση αυτού, διότι έκτοτε αυτή καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 553 αρ. 1β' ΚΠολΔ (ΑΠ 2066/2014).
Η παραίτηση από το δικαίωμα ασκήσεως ανακοπής ερημοδικίας για το κύρος της οποίας δεν απαιτείται να τηρηθεί ο διαδικαστικός τύπος του άρθρου 297 ΚΠολΔ (ΑΕΔ 42/1980, ολ. ΑΠ 626/1980) μπορεί να συνάγεται και σιωπηρώς από το ότι ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής ερημοδικασθείς διάδικος άσκησε αναίρεση χωρίς να ασκήσει ανακοπή ερημοδικίας.
Για το κύρος μιας τέτοιας παραίτησης απαιτείται ειδική προς τούτο πληρεξουσιότητα του υπογράφοντος την αίτηση αναίρεσης δικηγόρου (άρθρο 98 περ. β' ΚΠολΔ), η έλλειψη, της οποίας μπορεί να καλυφθεί με έγκριση εκ των υστέρων του ασκήσαντος την αναίρεση διαδίκου, με συνέπεια, λόγω της αναδρομικής ενέργειας της έγκρισης που αφορά την παραίτηση από το δικαίωμα άσκησης ανακοπής ερημοδικίας, να ισχυροποιείται αναδρομικά η παραίτηση από το χρόνο ασκήσεως της αναίρεσης και να θεωρείται η απόφαση τελεσίδικη από τότε και ως εκ τούτου να υπόκειται σε αναίρεση από το ίδιο χρονικό σημείο (oλ.
ΑΠ 17/2013, 9/1996). Με την κρινόμενη από 17.7.2015, με αριθ. εκθέσεως καταθέσεως 35/20.7.2015, αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η, ερήμην των δευτέρου και τρίτου των αναιρεσειόντων, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ`αριθ. 57/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου, η οποία απέρριψε ως ανυποστήρικτη, λόγω της ερημοδικίας τους, την από 11.9.2012, με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 580/2012 έφεση, κατά της υπ` αριθ. 65/2012 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τριπόλεως, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η από 12.12.2010 με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 385/21.12.2010 αγωγή του αναιρεσιβλήτου, κατά των αναιρεσειόντων, κατά το μέρος της που ασκήθηκε από τους αναιρεσείοντες αυτούς.
Η αίτηση ασκείται μεν ως προς το μέρος της αυτό από ηττηθέντες διαδίκους, στρέφεται όμως κατά αποφάσεως δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, που εκδόθηκε ερήμην αυτών και δεν επικαλούνται οι αναιρεσείοντες αυτοί, ούτε προκύπτει από τα έγγραφα του φακέλου της δικογραφίας, επίδοσή της και πάροδος της προθεσμίας ασκήσεως κατ' αυτής ανακοπής ερημοδικίας, ούτε νομότυπη παραίτηση των αναιρεσειόντων, από το δικαίωμά τους να ασκήσουν κατ' αυτής ανακοπή ερημοδικίας.
Πρέπει επομένως ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη κατά το μέρος της αυτό, συνεπεία δε της απορρίψεώς της αιτήσεως κατά το μέρος της τούτο, δεν συντρέχει λόγος να ερευνηθούν και οι λόγοι αναιρέσεως που ασκούνται αποκλειστικά από τους εν λόγω αναιρεσείοντες (τέταρτος από τους αριθμούς 6 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι με την προσβαλλομένη απόφασή του, παρά το νόμο και με ελλιπείς αιτιολογίες δίκασε ερήμην τους αναιρεσείοντες αυτούς και, συνεπεία της ερημοδικίας τους, απέρριψε την έφεσή τους ως ανυποστήρικτη και δέκατος από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλομένη οι πλημμέλειες ότι με τις αναφερόμενες παραδοχές της με βάση τις οποίες τους δίκασε ερήμην παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου με ελλιπείς άλλως ανεπαρκείς αιτιολογίες, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 68 του ΚΠολΔ, 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ).
Κατά το μέρος της που η ίδια αίτηση ασκείται από την πρώτη αναιρεσείουσα, η οποία δικάσθηκε αντιμωλία ενώπιον του Εφετείου, ενώ συνδέεται με τους λοιπούς αναιρεσείοντες με απλή ομοδικία, με την προσβαλλομένη δε απόφαση του Εφετείου, απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 11.9.2012, με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 580/2012 έφεση κατά το μέρος της που ασκήθηκε από την αναιρεσείουσα αυτή, έγινε δεκτή εν μέρει κατ' ουσίαν η από 18.9.2012 με αριθ.
εκθέσεως καταθέσεως 579/2012 έφεση του αναιρεσιβλήτου, κατά της ίδιας υπ` αριθ. 65/2012 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τριπόλεως, εξαφανίσθηκε στο σύνολό της η πρωτοβάθμια απόφαση και μετά έρευνα της αγωγής έγινε αυτή δεκτή εν μέρει, ασκείται από ηττηθείσα διάδικο και στρέφεται κατά αποφάσεως δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, της οποίας, δεν προκύπτει επίδοση, δεν υπόκειται δε αυτή, από την εν λόγω αναιρεσείουσα και τον αναιρεσίβλητο σε ανακοπή ερημοδικίας.
Συνεπώς, ως προς το σκέλος της αυτό η αίτηση είναι παραδεκτή (άρθρα 552, 553 παρ.1, 556 παρ.1, 564 παρ.3, 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να εξετασθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της ( άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106, 216 παρ. 1γ', 322 παρ. 1, 324, 331, 559 αριθ. 9 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν με αγωγή που προηγήθηκε είχε καταχθεί σε δίκη μέρος μόνο απαίτησης, το οποίο και επιδικάστηκε, δεδικασμένο (υπό την αρνητική και τη θετική του λειτουργία) γεννιέται μόνο ως προς το μέρος αυτό, αφού το επιπλέον δεν είχε προβληθεί, κατά τη διατύπωση του άρθρου 322 παρ. 1 του ΚΠολΔ, και συνεπώς το δικαστήριο δεν επιλήφθηκε αυτού.
Μπορεί λοιπόν ο δικαιούχος μεταγενεστέρως να ζητήσει έννομη προστασία για το υπόλοιπο της ίδιας απαίτησης, το οποίο δεν είχε επιδιώξει με την αρχική αγωγή του, ασκώντας νέα αγωγή χωρίς να αποκρούεται από το δεδικασμένο (ολ ΑΠ 1/2003, 20/2002, 14/2002). Περαιτέρω από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων με τις διατάξεις των άρθρων 914, 297 και 298 ΑΚ προκύπτει ότι η τελεσίδικη απόφαση που εκδόθηκε επί αγωγής αποζημίωσης λόγω θανάτωσης ή βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου, αποτελεί δεδικασμένο για τη νέα δίκη αποζημίωσης με την ίδια ιστορική και νομική αιτία, ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίας έλαβε χώρα η αδικοπραξία, την ευθύνη του υπαιτίου, την τυχόν συνυπαιτιότητα του παθόντος και τη ζημία που έπαθε ο ενάγων για το χρονικό διάστημα που αναφέρεται στην πρώτη αγωγή όχι όμως και για το μεταγενέστερο χρόνο, κατά τον οποίο η αδικοπραξία είναι δυνατό να εξακολουθήσει να έχει επιζήμιες συνέπειες, γιατί αυτές δεν είχαν προβληθεί ούτε καταστεί αντικείμενο έρευνας κατά την πρώτη αγωγή.
Επομένως, αν υπάρξει τελεσίδικη κρίση, ως προς την αδικοπρακτική ευθύνη του υπόχρεου για ορισμένο χρονικό διάστημα, το παραγόμενο από την απόφαση αυτή δεδικασμένο εκτείνεται και ευθέως (άρθρα 322 και 324 ΚΠολΔ) και εμμέσως (άρθρο 331 ΚΠολΔ), μόνο στο χρονικό διάστημα, για το οποίο ζητήθηκε αποζημίωση είτε με αναγνωριστική αγωγή είτε με καταψηφιστική και δεν εκτείνεται και στη μελλοντική αξίωση, εφόσον αυτή δεν κατήχθη σε δίκη και δεν κρίθηκε (ΑΠ 1010/2015, 2039/2013, 5/2011, 583/2010, 1012/2004).
Εξ άλλου κατά το άρθρο 931 ΑΚ "η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης, αν επιδρά στο μέλλον του". Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 298, 299, 914, 929 και 932 ΑΚ, προκύπτει, ότι η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενείται στον παθόντα, ανεξάρτητα από το φύλο, εκτός από την επίδραση που μπορεί να ασκήσει στις παροχές που προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 929 και 932 ΑΚ, είναι δυνατό να θεμελιώσει και αυτοτελή αξίωση για αποζημίωση, αν επιδρά στο μέλλον του, δηλαδή στην επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου (ΑΠ 2157/2013, 1058/2008, 122/2006, 1225/2002).
H κατά τo άρθρο 931 ΑΚ αυτή αξίωση είναι προδήλως διαφορετική: α) από την αξίωση του άρθρου 929 ΑΚ για διαφυγόντα εισοδήματα του παθόντος, που κατ' ανάγκη συνδέεται με επίκληση και απόδειξη συγκεκριμένης περιουσιακής ζημίας, λόγω της ανικανότητας του παθόντος προς εργασία, και β) από την κατ' άρθρο 932 ΑΚ χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Οι παραπάνω αξιώσεις δύνανται να ασκηθούν είτε σωρευτικώς, είτε μεμονωμένως, αφού πρόκειται για αυτοτελείς αξιώσεις και η θεμελίωση κάθε μιας από αυτές δεν προϋποθέτει αναγκαίως την ύπαρξη μιας των λοιπών (ΑΠ 1712/2010, 1874/2006).
Συνεπώς λόγω του ότι δεν υπάρχει ταυτότητα της νομικής αιτίας δεν μπορεί να γίνει λόγος για δεδικασμένο από τελεσίδικη απόφαση που επιδικάζει στον παθόντα, αποζημίωση κατ' άρθρο 929 ΑΚ ή χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης με βάση το άρθρο 932 ΑΚ, το οποίο δεδικασμένο να κωλύει την έρευνα και επιδίκαση στον ίδιο ενάγοντα κατά του ίδιου εναγόμενου πρόσθετης κατ' αποκοπή αποζημιώσεως με βάση το άρθρο 931 ΑΚ.
Τέλος κατά το άρθρο 559 αριθ. 16 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας εξετάζοντας αυτεπαγγέλτως ή μετά από πρόταση κάποιου διαδίκου, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του δεδικασμένου, δέχεται παρά το νόμο, ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 9 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη.
Ως "αίτηση" , κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης, νοείται αυτή που αποτελεί κεφάλαιο της δίκης, δηλαδή το αίτημα ή η βάση της αγωγής, ανταγωγής, κύριας ή αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, ενδίκου μέσου και αντέφεσης. Ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.8 περ. α' ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Στην ένδικη από 12.12.2010 αγωγή του, ο αναιρεσίβλητος ιστορεί, μεταξύ άλλων, ότι από το έτος 1984 είναι υπάλληλος της πρώτης εναγομένης ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ Α.Ε. (ΔΕΗ Α.Ε.)", της οποίας καθολική διάδοχος είναι η πρώτη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΔΙΚΤΥΟΥ ΔΙΑΝΟΜΗΣ ΗΛΕΚΤΡΙΚΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ (ΔΕΔΔΗΕ Α.Ε.), απασχολούμενος με την ειδικότητα του ηλεκτροτεχνίτη δικτύων Τ4/Α, στη Διεύθυνση Περιφέρειας Πελοποννήσου-Ηπείρου (ΔΠΠ-Η)/Περιοχή Τρίπολης.
Ότι την 22 Ιουλίου 2006, ενώ απασχολείτο σε εργασίες συντήρησης, ανακαίνισης και ενίσχυσης του υποσταθμού με τα στοιχεία Υ/Σ 110 αυτής (πρώτης των εναγομένων), που βρίσκεται στην Τρίπολη, υπέστη από αποκλειστική υπαιτιότητα της πρώτης των εναγομένων και των δεύτερου και τρίτου των εναγομένων, εργαζομένων (προστηθέντων) αυτής (πρώτης των εναγομένων), σοβαρό εργατικό ατύχημα, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα σ' αυτή (αγωγή).
Ακολούθως εκθέτει, ότι συνεπεία του ανωτέρω ατυχήματος υπέστη τις λεπτομερώς αναφερόμενες σ' αυτή (αγωγή) βλάβες στην υγεία του εξαιτίας των οποίων κρίθηκε αρχικά από την Πρωτοβάθμια Υγειονομική Επιτροπή Νομού Αρκαδίας, ανάπηρος πλέον του 67% προσωρινά και για τρία χρόνια και οριστικά και δια βίου από την αντίστοιχη Δευτεροβάθμια Επιτροπή.
Ότι κατά των εναγομένων είχε ασκήσει την από 12.7.2007 (αρ. καταθ. 174/2007) αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρίπολης, με αντικείμενο, συνεπεία της εκ του ατυχήματος βλάβης της υγείας του, την επιδίκαση α) χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης και β) αποζημίωσης για δαπάνες υπηρεσιών αποκλειστικής νοσοκόμου, για το χρονικό διάστημα από την ημέρα του ατυχήματος (22.7.2006) έως την άσκηση της αγωγής εκείνης (12.7.2007), επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 90/2009 οριστική απόφαση του εν λόγω δικαστηρίου και στη συνέχεια η υπ' αρ. 317/2010 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου.
Περαιτέρω ιστορεί ότι το εργατικό ατύχημα, που υπέστη, κρίθηκε με τις προαναφερόμενες αποφάσεις ότι οφείλεται στην αποκλειστική υπαιτιότητα των εναγομένων, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα σ' αυτή (αγωγή) και ότι κατά την άσκηση της προαναφερόμενης (από 12.7.2007) αγωγής, είχε επιφυλαχθεί ρητώς για τις υπόλοιπες αξιώσεις του, που αφορούν άλλα κονδύλια.
Ότι συνεπεία του ανωτέρω ατυχήματος, υπέστη μόνιμη αναπηρία και παραμόρφωση, με αποτέλεσμα να επηρεάζεται δυσμενώς στο μέλλον η προσωπική, επαγγελματική και κοινωνική του ζωή για την οποία ζητάει να του επιδικαστεί, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 931 του ΑΚ, το χρηματικό ποσό των 500.000 ευρώ. Ότι για το χρονικό διάστημα μετά την άσκηση της προαναφερόμενης από 12.7.2007 αγωγής έως και την 12.12.2010 χρειάσθηκε τις υπηρεσίες οικιακής βοηθού, τουλάχιστον για ένα οκτάωρο ημερησίως, καθώς δεν μπορεί να αυτοεξυπηρετηθεί και ότι η ανωτέρω ανάγκη του καλύφθηκε από την σύζυγο του, η οποία βρίσκεται συνεχώς και για όλο το 24ώρο στο πλευρό του, χωρίς να προχωρήσει στην πρόσληψη τρίτου προσώπου, για τον λόγο δε αυτό ζητάει να του επιδικασθεί το ποσό των 24.600 ευρώ, ήτοι 600 ευρώ μηνιαίως επί 41 μήνες.
Ιστορεί ακόμη ότι λόγω της κατάστασης της υγείας του, θα εξακολουθήσει να έχει ανάγκη ενός τρίτου προσώπου, προκειμένου να εξυπηρετείται και για το χρονικό διάστημα από 1.1.2011 έως και 30.12.2030, ήτοι έως την ηλικία των 72 ετών, για να καλύψει δε την ανάγκη του αυτή ζητάει να του επιδικαστεί το ποσό των 144.000 ευρώ εφάπαξ και επικουρικά σε χρηματικές δόσεις των 600 ευρώ μηνιαίως, καταβλητέες το πρώτο πενθήμερο κάθε μήνα, αρχής γενομένης από την επίδοση της ένδικης αγωγής, εντόκως δε σε περίπτωση καθυστέρησης, και επί είκοσι έτη, ήτοι μέχρι το τέλος Δεκεμβρίου 2030.
Το Εφετείο Ναυπλίου στο οποίο ήχθη η υπόθεση μετά άσκηση εφέσεων και από τις δύο διάδικες πλευρές, κατά της πρωτοβάθμιας οριστικής επί της ως άνω αγωγής, υπ' αριθ. 65/2012 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τριπόλεως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: Ο ενάγων με την από 12.7.2007 (αρ. καταθ. 174/14.8.2007) αγωγή του, που άσκησε, μεταξύ άλλων, και κατά των ήδη εναγομένων, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τριπόλεως, επικαλούμενος το ίδιο με την παρούσα εργατικό ατύχημα και τον εξαιτίας αυτού σοβαρό τραυματισμό του, ζήτησε, με προσωρινά εκτελεστή απόφαση, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν εις ολόκληρον:
α) το ποσό των 990.660 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη συνεπεία του επίδικου ατυχήματος, επιφυλασσόμενος να αξιώσει ως χρηματική ικανοποίηση, επιπλέον του ως άνω αιτουμένου ποσού, το ποσό των 40 ευρώ, παριστάμενος ως πολιτικώς ενάγων ενώπιον του αρμοδίου ποινικού Δικαστηρίου, και β) το συνολικό ποσό των 40.137,40 ευρώ για πλασματική δαπάνη αμοιβής αποκλειστικής νοσοκόμας...
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αρ. 90/2009 οριστική απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, κατόπιν δε αντίθετων εφέσεων, που ασκήθηκαν κατά της πιο άνω οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρίπολης από τους διαδίκους, εκδόθηκε η υπ' αρ. 317/2010 οριστική απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου, με την οποία κρίθηκε τελεσιδίκως ότι αποκλειστικά υπαίτιοι του ένδικου ατυχήματος είναι η πρώτη των εναγομένων (Δ.E.H.
ΑΕ) και οι προστηθέντες αυτής Ι. Α. και Γ. Γ., δεύτερος και τρίτος, αντιστοίχως, των εναγομένων της ένδικης αγωγής, επιδικάστηκε δε στον ενάγοντα το ποσό των 307.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής μέχρι την εξόφληση και δη το ποσό των 300.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, και το ποσό των 7.000 ευρώ, ως αποζημίωση για την πλασματική δαπάνη αποκλειστικής νοσοκόμας για το χρονικό διάστημα 11 μηνών και 20 ημερών.
Η πιο πάνω τελεσίδικη (και ήδη αμετάκλητη) απόφαση τού Εφετείου Ναυπλίου, αποτελεί δεδικασμένο, που λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως και δεσμεύει το δικάζον Δικαστήριο, ως προς τις συνθήκες του ένδικου ατυχήματος, την υπαιτιότητα των εναγομένων, την έλλειψη οποιουδήποτε πταίσματος του ενάγοντος για τον τραυματισμό του και την έκταση των σωματικών του κακώσεων, την ευθύνη των εναγομένων για τους αναφερόμενους σ' αυτή λόγους καθώς και για τις ζημίες που υπέστη ο ενάγων για τους λόγους και για το χρονικό διάστημα που τα στοιχεία αυτά κατέστησαν ένδικα με την πρώτη αγωγή του, τα εν λόγω δε στοιχεία υποχρεούται το παρόν Δικαστήριο να θέσει ως βάση της απόφασής του.
Δέχθηκε ακόμη το Εφετείο ότι με την ως άνω υπ' αρ. 317/2010 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου, κρίθηκαν ως προς τις συνθήκες του ατυχήματος και την έκταση του τραυματισμού του ενάγοντος, τα εξής: Ο ενάγων είναι υπάλληλος της πρώτης των εναγομένων ΔΕΗ από το έτος 1984, με ειδικότητα ηλεκτροτεχνίτη δικτύων Τ4/Α και εργαζόταν στη Διεύθυνση Περιφέρειας Πελοποννήσου - Ηπείρου (ΔΠΠ-Η)/Περιοχή Τρίπολης.
Στις 22.7.2006, ημέρα Σάββατο και ώρα 8:30 περίπου μετέβη με άλλα οκτώ άτομα, υπαλλήλους της πρώτης των εναγομένων (ΔΕΗ) στην Πλατεία Αγίου Δημητρίου στην Τρίπολη, προκειμένου να εκτελέσουν εργασίες συντήρησης, ανακαίνισης και ενίσχυσης του υποσταθμού 110, που βρίσκεται εντός της πόλεως και στην προαναφερόμενη πλατεία.
Οι εργασίες τις οποίες έπρεπε να εκτελέσει το συνεργείο, ήταν δύο ειδών και ειδικότερα αφενός εργασίες συντήρησης του υποσταθμού, που ήταν εγκατεστημένος στο υπόγειο πολυκατοικίας και αφετέρου εργασίες αντικατάστασης των αγωγών μέσης τάσης 20.000 Vοlt (20 ΚV), που εισέρχονταν στον υποσταθμό από το πεζοδρόμιο.
Για να γίνει η αντικατάσταση των αγωγών μέσης τάσης, έπρεπε να "ξεθαφτούν" οι αγωγοί που θα αντικαθίσταντο και για αυτό το λόγο είχε σκαφτεί όρυγμα βάθους 1,20 μέτρου, πλάτους 2 μέτρων και μήκους 4 μέτρων περίπου. Στον υποσταθμό 110 του Αγίου Δημητρίου, ο οποίος αποτελεί τμήμα δικτύου βρόγχου και μπορεί να τροφοδοτηθεί εναλλακτικά, εισέρχονται δύο καλώδια μέσης τάσης 20 ΚV, το ένα από τον υποσταθμό της ΔΕΗ 182 στην οδό 25ης Μαρτίου και το άλλο από τον υποσταθμό της ΔΕΗ 21, στην οδό Μεταμορφώσεως.
Υπεύθυνος για τις εργασίες του συγκεκριμένου συνεργείου, είχε ορισθεί ο Γ. Γ. (τρίτος των εναγομένων της ένδικης αγωγής), ο οποίος όρισε ότι ο ενάγων και ο Δ., θα απασχολούνταν στο όρυγμα του πεζοδρομίου, ενώ τέσσερις τεχνίτες, θα εργάζονταν στο υπόγειο της πολυκατοικίας. Στη συνέχεια, ο Γ. Γ. μετέβη στον υποσταθμό 182 και προέβη σε διακοπή της τροφοδοσίας της γραμμής Κ-36 προς τον υποσταθμό 110, ανοίγοντας και γειώνοντας το διακόπτη φορτίου 570.
Στη συνέχεια επανήλθε στον υποσταθμό 110, άνοιξε και γείωσε το διακόπτη φορτίου 558, απομονώνοντας έτσι τη γραμμή Κ-36 από τον υποσταθμό 110 μέχρι τον υποσταθμό 182. Κατόπιν άνοιξε και γείωσε το διακόπτη φορτίου 557, στον υποσταθμό 110, με αποτέλεσμα η γραμμή Κ-36 από τον υποσταθμό 110 μέχρι τον υποσταθμό 21, να μην έχει τάση και έδωσε εντολή στον Ι.
Α. (δεύτερο των εναγομένων της ένδικης αγωγής), να μεταβεί στον υποσταθμό 21, προκειμένου να ανοίξει και να γειώσει το διακόπτη 552. Ενώ ο τελευταίος ήταν καθ' οδόν και επομένως δεν είχε ακόμη τοποθετηθεί η σχετική γείωση στο διακόπτη 552, ο Γ. Γ. έκοψε τα καλώδια, που εισέρχονται στον υποσταθμό 110 και προέρχονταν από τους υποσταθμούς 182 και 21 και έδωσε εντολή στον ενάγοντα και στο Δ., να ξεκινήσουν τις εργασίες αντικατάστασης των ανωτέρω καλωδίων, διαβεβαιώνοντας επανειλημμένως τον ενάγοντα, σε σχετικές ερωτήσεις του τελευταίου, ότι ο διακόπτης 552 στον υποσταθμό 21, ήταν ανοικτός και γειωμένος.
Στη συνέχεια ο ενάγων και ο Δ., κατέβηκαν στο προπεριγραφέν όρυγμα και μάλιστα ο πρώτος εξ αυτών, βρισκόταν σε μικρή απόσταση (1-1,5 μέτρο περίπου) από το κομμένο καλώδιο, που συνέδεε τους υποσταθμούς 110 και 21, ενώ ο Γ. Γ., ο εργοδηγός Σ. Ζ. και άλλοι δυο τεχνίτες, εισήλθαν στο υπόγειο του υποσταθμού 110, προκειμένου να εκτελέσουν τις λοιπές εργασίες.
Εν τω μεταξύ ο Ι. Α. (δεύτερος εναγόμενος της ένδικης αγωγής), έφθασε στον υποσταθμό 21, προκειμένου να γειώσει και τη γραμμή Κ-38, που συνέδεε τον υποσταθμό 21 με τον υποσταθμό 110, πλην όμως από έλλειψη της δέουσας προσοχής, την οποία όφειλε και μπορούσε να καταβάλει, ήτοι από αμέλεια του, έβαλε τάση, με αποτέλεσμα το κομμένο καλώδιο, που βρισκόταν στο όρυγμα, να τροφοδοτηθεί με ρεύμα μέσης τάσης 20.000 Vοlt και να προκληθεί βραχυκύκλωμα, εξαιτίας του οποίου, το λάδι, που είχε το καλώδιο στο εσωτερικό του εκτινάχθηκε στο χώρο του ορύγματος και περιέλουσε τον ενάγοντα.
Επιπλέον από το βραχυκύκλωμα δημιουργήθηκε τόξο, το οποίο προκάλεσε ανάφλεξη της φόρμας του ενάγοντος, που είχε εμποτιστεί με λάδι, με αποτέλεσμα αυτός να υποστεί εγκαύματα σε διάφορα σημεία του σώματος του και ιδιαίτερα στα χέρια, την κοιλιακή χώρα και τα κάτω άκρα. Αμέσως μετά το ανωτέρω ατύχημα, ο ενάγων διακομίστηκε στο Γενικό Παναρκαδικό Νοσοκομείο Τρίπολης "Η Ευαγγελίστρια", όπου διαπιστώθηκε ότι έχει υποστεί εκτεταμένα εγκαύματα μερικού και ολικού πάχους, που αφορούσαν το πρόσωπο, τον δεξιό αγκώνα, τα αντιβράχια, τις άκρες χείρες άμφω, το πρόσθιο κοιλιακό τοίχωμα υπομφαλίως και τα κάτω άκρα, καθ' όλη την επιφάνεια τους, πλην των άκρων ποδών.
Νοσηλεύθηκε στο ανωτέρω νοσοκομείο από τις 22.7.2006 έως και 8.8.2006. Κατά τη διάρκεια της ανωτέρω νοσηλείας του, που περιελάμβανε: 1) συνδυασμό βενζοδιαζεπινών και αντικαταθλιπτικών ψυχοφαρμάκων, λόγω του ισχυρού ψυχικού σοκ που υπέστη από το ανωτέρω ατύχημα-παρουσίασε παραισθήσεις, φοβικές εκδηλώσεις, αρνητισμό και 2) ισχυρά αναλγητικά, συνδυασμό αντιβιοτικών, χορήγηση πλάσματος και λευκωματινών, κρυσταλλικά διαλύματα και τακτικές αλλαγές των εγκαυματικών επιφανειών, αντιμετωπίστηκαν επιτυχώς τα εγκαύματα μερικού πάχους στο πρόσωπο, κοιλιακό τοίχωμα, στα άνω και κάτω άκρα.
Στις 8.8.2006, διακομίστηκε στο Τμήμα Πλαστικής Χειρουργικής του ΓΝΑ "Γεώργιος Γεννηματάς", προκειμένου να υποβληθεί σε εγχείρηση ανατομικής και λειτουργικής αποκατάστασης του δέρματος των κάτω άκρων, λόγω των εγκαυμάτων ολικού πάχους (γ' βαθμού), που αφορούσαν έκταση 9% του δέρματος ολικής επιφάνειας του σώματος.
Στο ανωτέρω νοσοκομείο νοσηλεύτηκε μέχρι τις 25.8.2006 και υποβλήθηκε σε εσχαρεκτομή οπίσθιας επιφάνειας δεξιού μηρού και κνήμης και έσω επιφάνειας αριστερού μηρού και κάλυψη με δερματικά μοσχεύματα μερικού πάχους. Εξαιτίας του ανωτέρω ατυχήματος ο ενάγων παρουσίασε κατάθλιψη πανοραμική βίωση του ατυχήματος, αϋπνία, άγχος, διαταραχή πανικού και υποβάλλεται σε αντικαταθλιπτική αγωγή.
Με την 32/10/8.11.2006 γνωμάτευση της Πρωτοβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής Ν. Αρκαδίας, κρίθηκε ανάπηρος σε ποσοστό 67% και ανίκανος για εργασία για ένα έτος, επειδή "πάσχει από κατάθλιψη, έχει υποστεί εκτεταμένα εγκαύματα μερικού και ολικού πάχους, έχει υποβληθεί σε επεμβάσεις πλαστικής χειρουργικής για αποκατάσταση δερματικών βλαβών κάτω άκρων, έκτασης 9% ολικής επιφάνειας δέρματος, παρουσιάζει δυσλειτουργία δεξιού αγκώνος, δακτύλων άκρων χειρών και δεξιού γόνατος", ενώ με την 26/49/26.9.2007 γνωμάτευση της ιδίας Επιτροπής, κρίθηκε εκ νέου ανάπηρος σε ποσοστό 67% και ανίκανος για εργασία για χρονικό διάστημα τριών (3) ετών, επειδή έχει υποστεί εκτεταμένα εγκαύματα μερικού και ολικού πάχους, σε πρόσωπο, άνω άκρα, κοιλιακό τοίχωμα, κάτω άκρα, έχει υποβληθεί σε χειρουργικές επεμβάσεις πλαστικής αποκατάστασης, παρουσιάζει μετεγχειρητικές ρικνωτικές και υπερτροφικές ουλές, αιματολογικές διαταραχές και μείζονα κατάθλιψη υπό φαρμακευτική αγωγή.
Από την υπ' αρ. 2/2009 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος με την 49/2008 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (ήτοι του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρίπολης), ιατρού χειρουργού Α. Κ., προκύπτει ότι λόγω της εκτεταμένης εγκαυματικής νόσου και της τοξικής επίδρασης τηχθέντων υλικών (ορυκτέλαια, πισσόχαρτο, μολυβδόφυλλα), ο ενάγων παρουσίασε παροδική λευκοπενία, ελάττωση των αιμοπεταλίων, υπερασβεσταιμία, υπερασβεστιουρία, νευρολιθίαση και χολολιθίαση, για τα οποία παρακολουθείται τακτικά από το Γενικό Παναρκαδικό Νοσοκομείο Τρίπολης.
Εξαιτίας δε των ανωτέρω, υποβλήθηκε τελικά τον Φεβρουάριο του έτους 2009 σε εγχείριση χολοκυστεκτομής, λόγω της χολολιθίασης, ενώ μετά την επέμβαση αυτή προσβλήθηκε και από παγκρεατίτιδα. Περαιτέρω, ο ενάγων παρουσιάζει έντονη και συχνή υπερευαισθησία, οίδημα, κνίδωση και μόνιμη δυσλειτουργία των κάτω άκρων.
Τα συμπτώματα αυτά επιδεινώνονται με την ορθοστασία και ως εκ τούτου υποχρεώνεται να φέρει συνεχώς ειδικές ελαστικές κάλτσες, οι οποίες του προκαλούν μεγάλη δυσφορία και μαζί με τις ψυχικές διαταραχές, γίνεται δυσχερής η αυτοεξυπηρέτηση του και καθίσταται ανάπηρος άνω του 67% και ανίκανος για κάθε εργασία.
Η κατάσταση του χαρακτηρίζεται χρόνια και δεν προβλέπεται στο μέλλον ραγδαία βελτίωση αυτής. Επιπλέον παρουσιάζει υπολειτουργία των όρχεων, λόγω της εκτεταμένης εγκαυματικής βλάβης, με αποτέλεσμα η βλάβη των όρχεων να επιφέρει την εγκατάσταση υπογοναδισμού με στυτική δυσλειτουργία και σοβαρή ελάττωση ικανότητας.
Όσον αφορά δε την αιματολογική του κατάσταση, οι εξετάσεις πλέον δείχνουν φυσιολογικό αριθμό λευκών αιμοσφαιρίων και αιμοπεταλίων, με τιμές που κυμαίνονται σε φυσιολογικά όρια, στα κατώτατα όμως ανεκτά όρια και για πρώτη φορά μετά από σχεδόν δύο χρόνια από το ατύχημα. Παρά ταύτα όμως πρέπει να υποβάλλεται σε τακτικό αιματολογικό έλεγχο και σε περίπτωση εμφάνισης των παθολογικών ευρημάτων να υποβληθεί σε πλήρη αιματολογικό έλεγχο (μυελόγραμμα, οστεομυελική βιοψία, καρυότυπο) σε αιματολογικό κέντρο, για να διερευνηθεί η πιθανότητα ανάπτυξης μακροπρόθεσμα αιματολογικών κακοηθειών.
Από τα παραπάνω σαφώς συνάγεται ότι η προκληθείσα στον ενάγοντα από το επίδικο ατύχημα σωματική βλάβη, έχει καταστήσει αυτόν δια βίου ανίκανο τόσο για την προηγούμενη όσο και για οποιαδήποτε εργασία, ενώ δεν προβλέπεται βελτίωση τέτοια ώστε να υπάρξει αξιοσημείωτη αλλαγή των δεδομένων της υγείας του, έχει δε περιορισμένη ικανότητα κίνησης και αυτοεξυπηρέτησης.
Το ως άνω ατύχημα ήταν αποτέλεσμα αμελούς συμπεριφοράς των προστηθέντων υπαλλήλων της πρώτης εναγομένης και ειδικότερα: α) του Ι. Α. (δεύτερου των εναγομένων της ένδικης αγωγής), ο οποίος από έλλειψη της δέουσας προσοχής, έκανε λάθος στο χειριστήριο υποδοχής και αντί για γείωση, έβαλε τάση, γεγονός που είχε σαν αποτέλεσμα η μεγάλη θερμική ενέργεια που προκλήθηκε από την ένταση βραχυκύκλωσης, να εξαερώσει ποσότητα λαδιού υψηλής θερμοκρασίας, από καλώδιο που είχε ήδη κοπεί προς διακοπή τροφοδοσίας και το λάδι να εκτοξευθεί στον ευρισκόμενο εντός του ορύγματος ενάγοντα, β) του Γ.
Γ. (τρίτου των εναγομένων της ένδικης αγωγής) που ήταν και ο υπεύθυνος εργοδηγός του ανωτέρω συνεργείου, ο οποίος παρέλειψε την τήρηση των οδηγιών που είχαν υποδειχθεί από τον Προϊστάμενο εκμετάλλευσης της ΔΕΗ, Η. Κ., καθώς και την τήρηση των μέτρων ασφαλείας που προβλέπονται από την γραπτή εκτίμηση επαγγελματικού κινδύνου και συγκεκριμένα δεν συνόδευσε τον Ι.
Α., όπως όφειλε, για να εκτελεστεί παρουσία του η εργασία, ούτε ανέμενε την πιστοποίηση απομόνωσης του ρεύματος και επιπροσθέτως δεν προέβη, όπως επίσης όφειλε σε προληπτικό έλεγχο έλλειψης τάσης, με την βοήθεια ειδικής συσκευής "διάτρησης" ή "κοπής", πριν προβεί στην κοπή των καλωδίων και δώσει εντολή στον ενάγοντα να προβεί με τον συνάδελφο του στην παραπάνω εργασία αντικατάστασης των καλωδίων, ώστε να έχει τη βεβαιότητα ότι είχε πλήρως διασφαλιστεί η ηλεκτρική απομόνωση της γραμμής του Υ/Σ της Μεταμορφώσεως προς τον υποσταθμό Αγίου Δημητρίου που επρόκειτο να συντηρηθεί.
Οι ανωτέρω παραλείψεις των προαναφερθέντων εναγομένων, συνδέονται αιτιωδώς με την πρόκληση του προπεριγραφέντος ατυχήματος και την επελθούσα στον ενάγοντα ανωτέρω σωματική βλάβη. Περαιτέρω, με την ως άνω απόφαση κρίθηκε ότι ο ενάγων κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του αλλά και μετά από αυτήν, τουλάχιστον μέχρι τις 12.7.2007, ήτοι για χρονικό διάστημα 11 μηνών και 20 ημερών, είχε, όπως προαναφέρθηκε, περιορισμένη ικανότητα κίνησης και αυτοεξυπηρέτησης και για το λόγο αυτό δεχόταν τις περιποιήσεις και τις φροντίδες της συζύγου του και των τέκνων του, δικαιούμενος ως εκ τούτου το συνολικό ποσό των 7.000 ευρώ, όπως προαναφέρθηκε.
Δέχθηκε επίσης το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, πως αποδείχθηκε ακόμη ότι με την υπ' αρ. 7-433/15.6.2010 απόφαση του ΤΑΥΤΕΚΩ/ΤΕΑΠΑΠ-ΔΕΗ ΠΥΕ Τρίπολης και την υπ' αρ. 539/26.7.2010 απόφαση του ΤΑΥΤΕΚΩ- Τομέα Ασθενείας Προσωπικού ΔΕΗ -Δευτεροβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής Αθήνας αντιστοίχως, ο ενάγων κρίθηκε οριστικά ανίκανος για την εργασία που εκτελεί ή άλλη παρεμφερή εντός και εκτός ΔΕΗ με ποσοστό αναπηρίας άνω του 67% από 15.6.2010, καθώς διαπιστώθηκε ότι έχει υποστεί εγκαύματα μερικού και ολικού πάχους προσώπου, άνω-κάτω άκρων και κοιλιακού τοιχώματος ύστερα από εργατικό ατύχημα προ 4ετίας, από τότε έχει υποβληθεί σε χειρουργικές επεμβάσεις πλαστικής αποκατάστασης, παρουσιάζει μετεγχειρητικές ρικνώσεις και υπερτροφικές ουλές, δυσλειτουργία δεξιού αγκώνος, δακτύλων άκρων χειρών και δεξιού γόνατος, αιματολογικές διαταραχές, μείζονα κατάθλιψη υπό φαρμακευτική αγωγή.
Συγκεκριμένα, μεταξύ των άλλων προαναφερόμενων σημείων του σώματος του, ο ενάγων φέρει υπερτροφικές και ρικνωτικές ουλές σε αμφότερα τα κάτω άκρα, απότοκες των ως άνω εγκαυμάτων, μερικού και ολικού πάχους, παρά δε την αποκατάσταση των περισσοτέρων εξ αυτών με μερικού πάχους δερματικά μοσχεύματα, ο ενάγων, στο συγκεκριμένο σημείο του σώματος του εμφανίζει λειτουργικές και αισθητικές διαταραχές.
Οι λειτουργικές διαταραχές συνίστανται σε αδυναμία πλήρους έκτασης, ταχεία κόπωση κατά την προσπάθεια και ορθοστατισμό, έντονο κνησμό. Εξάλλου ο ως άνω σοβαρός τραυματισμός του ενάγοντος ηλικίας, κατά τον επίδικο χρόνο του ατυχήματος, 48 ετών, έχει, παρά τη νοσηλεία του, και τη χορηγηθείσα θεραπευτική αγωγή, έντονα δυσμενείς επιπτώσεις σε αυτόν, όπως στις σωματικές και ψυχικές του λειτουργίες (γενετήσια ικανότητα - ομαλή και ήρεμη ψυχολογική κατάσταση), καθώς και τη μόνιμη (για ολόκληρη τη ζωή του) και μη αναστρέψιμη βλάβη στα όργανα - μέρη - συστατικά του σώματος (πάγκρεας, χολή, δέρμα).
Η πιο πάνω αναπηρία του έχει σοβαρή δυσμενή επίδραση στην κοινωνική του εξέλιξη και στην επαγγελματική του δραστηριότητα, καθώς κατά το χρόνο του ατυχήματος, το έτος 2006, ο ενάγων χρειαζόταν περίπου μία δεκαετία για να συμπληρώσει το συνταξιοδοτικό του δικαίωμα. Ειδικότερα, όσον αφορά την επαγγελματική του δραστηριότητα είναι βέβαιο ότι η πιο πάνω μη αναστρέψιμη βλάβη της υγείας του επηρεάζει και θα επηρεάσει δυσμενώς το μέλλον του, αφού όχι μόνο υποχρεώθηκε σε πρόωρη συνταξιοδότηση λόγω αναπηρίας συνεπεία εργατικού ατυχήματος (συνταξιοδοτήθηκε την 1.10.2010 με αναδρομικότητα από 1.7.2010) άλλα και δεν μπορεί πλέον να εργαστεί σε οποιαδήποτε εργασία εντός ή εκτός ΔΕΗ, χάνοντας την κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων δυνατότητα επαγγελματικής του εξέλιξης στο βαθμό του εργοδηγού.
Παράλληλα, και στην προσωπική του ζωή έχει ήδη υποστεί και θα υποστεί αρνητικές συνέπειες στο μέλλον αφού δεν μπορεί να εκτελέσει οποιαδήποτε εργασία ή ενασχόληση που απαιτεί ορθοστασία και επίπονη δράση, ενεργό συμμετοχή του σε οικογενειακές εκδηλώσεις με τα τέκνα του, ενώ λόγω της συντελεσθείσας σωματικής του βλάβης στα γεννητικά του όργανα, επηρεάζεται και η οικογενειακή του ζωή και δη η συζυγική του σχέση.
Επιπρόσθετα, επηρεάζεται και το κοινωνικό του μέλλον, αφού δεν είναι πλέον σε θέση να απολαμβάνει δραστηριότητες της καθημερινής ζωής που έχει ο μέσος υγιής άνθρωπος και τις οποίες είχε και ο ίδιος έως το ατύχημα, ενώ η ως άνω κατάσταση της υγείας του, η οποία είναι εμφανής και στους τρίτους στον κοινωνικό και επαγγελματικό περίγυρο του (ήδη δεν μπορεί να στέκεται όρθιος, φορά ειδικά ελαστικά καλσόν, παρακολουθείται από ψυχίατρο - ψυχολόγο, προβαίνει σε συνεχείς φυσιοθεραπείες και εξετάσεις), τον υποχρεώνει σε περιορισμό των κοινωνικών του συναναστροφών.
Όπως είναι φυσικό, οι συνέπειες αυτές, δεν μπορούν να καλυφθούν εντελώς με τις παροχές των άρθρων 929 και 932 του ΑΚ. Δέχθηκε επίσης το Εφετείο πως αποδείχθηκε, ότι ο ενάγων, με βάση την προεκτεθεισα κατάσταση της υγείας του, χρειάστηκε κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του την συνδρομή τρίτου προσώπου και δη την παροχή υπηρεσιών αποκλειστικής νοσοκόμας.
Για το λόγο αυτό και του επιδικάσθηκε, το ποσό των 7.000 ευρώ με την υπ' αρ. 317/2010 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου, για χρονικό διάστημα 11 μηνών και 20 ημερών, ήτοι μέχρι τις 12.7.2007. Ωστόσο, και μετά το χρονικό αυτό διάστημα και δη από τις 12.7.2007 έως τις 12.12.2010, ήτοι για 41 μήνες, ο ενάγων αδυνατούσε να αυτοεξυπηρετηθεί και για το λόγο αυτό υπήρχε ανάγκη πρόσληψης οικιακής βοηθού.
Οι μεμονωμένες μετακινήσεις του με ιδιωτικής χρήσεως αυτοκίνητο ή οι μεμονωμένες παρουσίες του σε κάποιες κοινωνικές εκδηλώσεις ή στις δικαστικές αίθουσες, προς υποστήριξη των αγωγών ή των μηνύσεων του δεν αναιρούν την ανάγκη του προς συνεχή εξυπηρέτηση και φροντίδα, τις οποίες προσφέρει, με εντατικοποίηση των δυνάμεων της, και ως πρόσθετες υπηρεσίες η σύζυγος του, βοηθούμενη, όταν ευρίσκονται στην Τρίπολη, από τα τέκνα τους.
Και κατά το επόμενο χρονικό διάστημα, από 1.1.2011 έως 30.12.2020, είναι βέβαιο, δεδομένης της κατάστασης του ενάγοντος, ότι ο τελευταίος (ενάγων) θα εξακολουθήσει να έχει την ανάγκη υπηρεσιών τρίτου προσώπου (οικιακής βοηθού). Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι: α) Λαμβάνοντας υπόψη όλες τις πιο πάνω συντρέχουσες περιπτώσεις (την ηλικία, φύλο, είδος και έκταση της αναπηρίας του, τις επιπτώσεις αυτής στην κοινωνική και οικονομική του κατάσταση, την αποκλειστική υπαιτιότητα των προστηθέντων της πρώτης των εναγομένων) για την ως άνω αιτία πρέπει να του επιδικαστεί ως χρηματικό ποσό του άρθρου 931 του ΑΚ το ποσό των 100.000 ευρώ και β) για τις υπηρεσίες οικιακής βοηθού ο ενάγων θα δαπανούσε για μεν το χρονικό διάστημα από 12.7.2007 έως 12.12.2010, ήτοι για 41 μήνες, το ποσό των 600 ευρώ μηνιαίως και συνολικά για το παραπάνω διάστημα το ποσό των 24.600 (= 600 ευρώ Χ 41 μήνες) ευρώ, για δε το επόμενο χρονικό διάστημα, από 1.1.2011 έως 30.12.2020, ήτοι για 108 μήνες επίσης το ποσό των 600 ευρώ μηνιαίως και συνολικά για το διάστημα αυτό το ποσό των 64.800 (600 ευρώ Χ 108 μήνες) ευρώ, για το τελευταίο όμως χρονικό διάστημα όχι εφάπαξ, αλλά με τη μορφή μηνιαίων περιοδικών παροχών, ήτοι με τη μηνιαία καταβολή δόσεων των 600 ευρώ και αφού απέρριψε τους λόγους των αντιθέτων εφέσεων, μεταξύ των οποίων και οι λόγοι εφέσεως των αναιρεσειόντων, περί υπάρξεως δεδικασμένου ως προς τις ως άνω αξιώσεις του αναιρεσιβλήτου από την τελεσίδικη 317/2010 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου, επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η οποία είχε δεχθεί τα ίδια, δεχόμενη εν μέρει την αγωγή ως προς τα κεφάλαιά της αυτά.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο: α) Δεν δέχθηκε κατά παράβαση του νόμου ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο, ως προς τις ανωτέρω αξιώσεις, αφού πράγματι οι αξιώσεις αυτές δεν προβλήθηκαν ενώπιον των δικαστηρίων με την πρώτη από 12.7.2007 αγωγή του αναιρεσιβλήτου. β) Δεν επιδίκασε πλέον του αιτηθέντος, ούτε δέχθηκε πράγματα που δεν προτάθηκαν, όσον αφορά την αξίωση του άρθρου 931 ΑΚ, αφού από το παρατιθέμενο περιεχόμενο της αγωγής του αναιρεσιβλήτου, προκύπτει ότι αυτός ζήτησε να του επιδικασθεί για την αξίωσή του αυτή, για τη θεμελίωση της οποίας δεν απαιτείτο να εκθέτει στην αγωγή του ο αναιρεσίβλητος, ότι υπήρξε επιδείνωση της υγείας του μετά την άσκηση της αρχικής από 12.7.2007 αγωγής του, της οποίας δεν αποτέλεσε αντικείμενο η αξίωση αυτή, το ποσό των 500.000 ευρώ.
Επομένως οι πρώτος και όγδοος από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο δεύτερος από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ο τρίτος από τον αριθμό 8 του ΚΠολΔ λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλομένη οι πλημμέλειες, με τον πρώτο και όγδοο ότι κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο για την αξίωση του άρθρου 931 ΑΚ και τις δαπάνες για οικιακή βοηθό, από την 317/2010 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου, με το δεύτερο ότι επιδίκασε πλέον του αιτηθέντος, όσον αφορά την αξίωση του άρθρου 931 ΑΚ και με τον τρίτο ότι δέχθηκε πράγματα που δεν προτάθηκαν, όσον αφορά την ίδια αξίωση, είναι αβάσιμοι.
Περιεχόμενο της, κατ' άρθρο 929 ΑΚ, αποζημίωσης, σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας είναι και η δαπάνη για τη λήψη ειδικής βελτιωμένης τροφής, όταν αυτό επιβάλλεται στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΑΠ 1276/2005). Απαραίτητα, κατ' άρθρο 216 ΚΠολΔ, στοιχεία της σχετικής αγωγής για την πληρότητά της είναι η φύση των τραυμάτων του σώματος ή της βλάβης της υγείας, το είδος της επί πλέον τροφής και η αξία αυτής.
Τα αποδεικτικά μέσα και κυρίως ιατρικά πιστοποιητικά από τα οποία προκύπτει η ανάγκη για λήψη της βελτιωμένης τροφής και το είδος της δεν αποτελούν περιεχόμενο της σχετικής αγωγής. Εξ άλλου η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν κατ' αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής και ελέγχονται αμφότερες αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (oλ ΑΠ 1573/1981, ΑΠ 1321/2015, 119/2014).
Κατά δε το εδάφιο 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα υπό την έννοια της άνω διατάξεως είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεώς τους θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως η αντενστάσεως.
Πράγμα επομένως είναι, υπό την έννοια αυτή, και ο λόγος εφέσεως που περιέχει παράπονο κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης (ολ. ΑΠ 25/2003, 11/1996). Ο εκ του άνω άρθρου λόγος αναιρέσεως δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ολ.
ΑΠ 25/2003, 12/1991). Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσίβλητος στην ένδικη αγωγή του, πέραν των σε προηγούμενη σκέψη αναφερομένων, εκθέτει ότι καθ' όλο το διάστημα της νοσηλείας του από του τραυματισμού και μέχρι την άσκηση της αγωγής του κατά σύσταση των θεραπόντων ιατρών του ελάμβανε βελτιωμένη, πέραν της συνήθους, τροφή, προς αντιμετώπιση των συνεπειών εκ του βαρυτάτου τραυματισμού του και της συνεχούς κατακλίσεως και ενίσχυση του εξασθενημένου οργανισμού του, αλλά κυρίως δια την επούλωση των τραυμάτων του, πλούσια σε βιταμίνες, πρωτεΐνες κ.λπ.
συνισταμένη, πλέον της συνήθους, σε γαλακτοκομικά προϊόντα, κρέας, ψάρια, χυμούς φρούτων και για την αιτία αυτή δαπάνησε, πλέον των συνήθων για την διατροφή του δαπανών, το ποσόν των 20 ευρώ ημερησίως ήτοι 7.300 ευρώ το χρόνο και για τα 4 έτη από τότε το ποσό 29.200 ευρώ με βάση δε το ιστορικό αυτό, ζήτησε να του επιδικασθεί το συνολικό ως άνω ποσό για την αιτία αυτή.
Με το εν λόγω περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή κατά το σκέλος της αυτό είναι ορισμένη. Το Εφετείο το οποίο με την προσβαλλομένη απόφασή του έκρινε την αγωγή ορισμένη και απέρριψε το σχετικό περί αοριστίας της αγωγής λόγο εφέσεως της πρώτης αναιρεσείουσας, επικυρώνοντας την πρωτοβάθμια απόφαση που είχε επίσης κρίνει ορισμένη την αγωγή, δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτο, έλαβε δε υπόψη του το σχετικό λόγο εφέσεως, της αναιρεσείουσας και τον απέρριψε.
Επομένως οι πέμπτος από τον αριθμό 14 και έκτος από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα και ειδικότερα με τον πέμπτο λόγο ότι παρά το ότι η αγωγή είναι αόριστη, "επειδή ο ενάγων δεν επικαλείται κανένα αποδεικτικό στοιχείο και μάλιστα έγγραφο από το οποίο να αποδεικνύεται η ανάγκη λήψης βελτιωμένης τροφής" δεν κηρύχθηκε απαράδεκτη εξαιτίας της ελλείψεώς της αυτής, ενώ με τον έκτο ότι παρά τα όσα ανέφερε περί αοριστίας στον δεύτερο λόγο εφέσεως, δεν έγινε αυτός δεκτός από το Εφετείο, είναι αβάσιμοι.
Από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 19 και 20 ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, διότι πλήττει την ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 967/2015).
Από δε τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 559 αριθμ. 19 και 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ συνάγεται, ότι αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Όμως, η ανεπάρκεια αυτή ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών δεν ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναιρέσεως, όταν, όπως ήδη έχει αναφερθεί, ανάγεται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών, εφόσον το εξαγόμενο από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια (ΑΠ 177/2016, 68/2016, 729/2015, 595/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσίβλητος στην ένδικη αγωγή του πέραν των ανωτέρω αναφερομένων αιτημάτων, λόγω της βλάβης της υγείας του, περιελάμβανε και αίτημα προς επιδίκαση, για διαφυγόντα κέρδη από του τραυματισμού του μέχρι την άσκηση της αγωγής, ποσού 32.500 ευρώ που θα αποκόμιζε, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, παρέχοντας εργασία, κατά τη νύκτα και τις Κυριακές και αργίες και την καταβολή των αναφερομένων λοιπών επιδομάτων.
Επί του αιτήματος αυτού το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα εξής: O ενάγων υπήρξε μισθωτός της ΔΕΗ από το έτος 1984 και ότι αν δεν συνέβαινε το ως άνω εργατικό ατύχημα, θα συνταξιοδοτούταν το τέλος Νοεμβρίου του 2016. Κατά το χρόνο του ένδικου ατυχήματος λάμβανε μηνιαίως τα εξής επιδόματα:
νυκτερινό επίδομα, επίδομα Κυριακής αργίας ημέρας, επίδομα Κυριακής αργίας νυκτός, επίδομα οδηγού υπηρεσιακού οχήματος, επίδομα οίκοι επιφυλακής, ανερχόμενα κατά μέσο όρο στο συνολικό ποσό των 636,50 ευρώ. Εάν δεν μεσολαβούσε ο προαναφερόμενος τραυματισμός του, με πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, θα συνέχιζε να εργάζεται στην ως άνω εργασία του και θα αποκόμιζε από την εργασία του αυτή τα προαναφερόμενα επιδόματα, ήτοι κατά το διάστημα από του τραυματισμού του έως τη σύνταξη της ένδικης αγωγής το ποσό των 31.825 [= 636,50 ευρώ (κατά μέσο όρο μηνιαίως) Χ 50 μήνες (όπως αιτείται ο ενάγων, αντί 51 μήνες και 12 ημέρες που διήλθαν από του τραυματισμού του έως την σύνταξη της ένδικης αγωγής)] ευρώ.
Έτσι ο ενάγων εξαιτίας της ανικανότητας του προς εργασία, κατά το παραπάνω διάστημα, απώλεσε το συνολικό ποσό των 31.825 ευρώ. Με βάση τις παραδοχές αυτές, αφού δέχθηκε ως βάσιμο το σχετικό λόγο εφέσεως του αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση και ερευνώντας την αγωγή δέχθηκε αυτή εν μέρει κατά το αίτημά της αυτό και επιδίκασε στον ενάγοντα αναιρεσίβλητο ποσό 31.825 ευρώ.
Πέραν του ποσού αυτού ο αναιρεσίβλητος, ισχυριζόμενος στην αγωγή του ότι, αν δεν τραυματιζόταν, θα συνταξιοδοτείτο τον Νοέμβριο του 2016, ζήτησε για διαφυγόντα κέρδη, του χρονικού διαστήματος από της ασκήσεως της αγωγής μέχρι του Νοεμβρίου 2016 το ποσό των 46.800 ευρώ. Τον ίδιο λόγο εφέσεως του αναιρεσιβλήτου κατά το μέρος του που αφορούσε το αίτημα αυτό για διαφυγόντα κέρδη από της ασκήσεως της αγωγής μέχρι του Νοεμβρίου 2016, τον απέρριψε το Εφετείο , επικυρώνοντας κατά τούτο την πρωτόδικη απόφαση, που είχε απορρίψει και κατά το μέρος του αυτό το σχετικό αίτημα της αγωγής.
Με τον έβδομο λόγο αναιρέσεως η πρώτη αναιρεσείουσα, καταλογίζει στο Εφετείο, ότι με την προσβαλλομένη απόφασή του, υπέπεσε στις πλημμέλειες των αριθμών 14 και 19 του ΚΠολΔ , στον τελευταίο από τους οποίους υπάγεται η αιτίαση για παραδοχή του σχετικού αγωγικού αιτήματος με ανεπαρκείς αιτιολογίες, έστω και αν δεν αναφέρεται ενάρριθμα ο αριθμός 19, αλλά εσφαλμένα εντάσσεται από την αναιρεσείουσα και η ανεπάρκεια των αιτιολογιών στον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 632/2014, 127/2006).
Συγκεκριμένα η αναιρεσείουσα αποδίδει, με το λόγο αυτό στο Εφετείο τις πλημμέλειες πως παρά το ότι, όσον αφορά τον πέμπτο λόγο εφέσεως του αναιρεσιβλήτου, κατά παραδοχή του οποίου έγινε ακολούθως εν μέρει δεκτή η αγωγή του κατά το αίτημά του αυτό περί διαφυγόντων κερδών , ισχυρίσθηκε με τις προτάσεις της και την προσθήκη των προτάσεών της ενώπιον του Εφετείου ότι "...το αίτημα του ενάγοντος είναι νόμω και ουσία αβάσιμο, αόριστο και καταχρηστικά ασκηθέν προς απόδειξη δε του ισχυρισμού της αυτού προσήγαγε τα επικληθέντα και προσκομισθέντα έγγραφα...
από το περιεχόμενο των οποίων οι αναφερόμενες στο λόγο εφέσεως μεταβλητές αποδοχές δεν είναι σε καμία περίπτωση παγίως καταβαλλόμενες, αλλά σχετίζονται με τις εκάστοτε υπηρεσιακές ανάγκες....Ότι το καταβαλλόμενο ακαθάριστο μηνιαίο Επικουρικό Μέρισμα για τους μήνες Αύγουστο - Σεπτέμβριο - Οκτώβριο - Νοέμβριο ανέρχεται στο ποσό των 558 ή 553 ευρώ και φυσικά η κύρια σύνταξή θα είναι ακόμη μεγαλύτερη...
ο δε μάρτυρας του, ερωτηθείς εάν για το μηνιαίο ποσό των 650 ευρώ, το οποίο ζητά να του επιδικάσει το Δικαστήριο ένεκα της μείωσης των εισοδημάτων του, το εισέπραττε κάθε μήνα και τουλάχιστον για μία πενταετία ή και περισσότερο σταθερά και κάθε μήνα, αυτός κατέθεσε, ότι δεν γνωρίζει ποια ακριβώς επιδόματα έπαιρνε κάθε μήνα....
και προσκόμισε κατά παράβαση των άρθρων 269 και 527 ΚΠολΔ για πρώτη φορά στο Εφετείο έγγραφα που δεν είχε επικαλεσθεί ούτε προσκομίσει στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το Εφετείο με το να δεχθεί τα ανωτέρω, παρεβίασε τους κανόνες των διατάξεων των άρθρων 269 και 527 ΚΠολΔ και κατέστησε αναιρετέα την απόφαση του κατά το άρθρο 559 αρ.14, λόγω και των ως άνω ανεπαρκών αιτιολογιών της απόφασής του, για το ζήτημα αυτό, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης...
και κατέστησε αναιρετέα την απόφαση του κατά το άρθρο 559 αρ.14 ..". Με το εν λόγω περιεχόμενο ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος διότι υπό την κατ' επίφαση επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 14 και 19 ΚΠολΔ, απαραδέκτως πλήττει την ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του Εφετείου (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.). Από τις διατάξεις των άρθρων 450 παρ. 2 και 451 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι κάθε διάδικος υποχρεούται να επιδείξει τα έγγραφα, τα οποία κατέχει και που μπορούν να χρησιμεύσουν για απόδειξη, ο δε αντίδικος του κατέχοντος το έγγραφο, εφόσον δικαιολογεί έννομο συμφέρον, μπορεί να ζητήσει την επίδειξη του εγγράφου με τις προτάσεις του ακόμη και για πρώτη φορά ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου (ΑΠ 808/2015).
Για να είναι όμως το σχετικό αίτημα παραδεκτό και σύννομο πρέπει να γίνεται επίκληση της κατοχής του εγγράφου από τον αντίδικο και να προσδιορίζεται σαφώς το έγγραφο και με ακρίβεια το περιεχόμενο του (ΑΠ 123/2016, 808/2015, 43/2013). Εξ άλλου κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ, υπάρχει λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (ΑΠ 98/2015). Με συνοπτική δήλωση που υποβλήθηκε προφορικά κατά τη συζήτηση ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και αναπτύχθηκε με τις προτάσεις, η πρώτη εναγομένη και ήδη πρώτη αναιρεσείουσα υπέβαλε αίτημα επιδείξεως εγγράφων εκ μέρους του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου.
Με το αίτημα αυτό, η αναιρεσείουσα ζήτησε συγκεκριμένα να υποχρεωθεί ο ενάγων να επιδείξει: α) τιμολόγια πώλησης αγροτικών προϊόντων, τιμολόγια αγοράς πρώτων υλών, εισπράξεις από τυχόν επιδοτήσεις των καλλιεργειών του, αλλά και άλλα έγγραφα, προκειμένου να αποδειχθεί ότι αυτός ασκούσε γεωργικές εργασίες προ του ατυχήματός του, β) ιατρικές γνωματεύσεις, σχετικά με την αναγκαιότητα των ελαστικών καλτσόν και το χρονικό διάστημα ενδυμασίας αυτών, γ) το ασφαλιστικό βιβλιάριο υγείας του, προκειμένου να διαπιστωθούν οι επισκέψεις του στο Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Τρίπολης, οι ιατρικές διαγνώσεις και η υποδειχθείσα φαρμακευτική αγωγή, δ) τα εκκαθαριστικά σημειώματα μισθοδοσίας όλων των μηνών του 2005 και του 2006 για να αποδειχθεί η τακτικότητα της καταβολής των επιδομάτων, ε) τα εκκαθαριστικά σημειώματα σύνταξης των τελευταίων πέντε - έξι μηνών, ενώ με την προσθήκη- αντίκρουση, υπέβαλε αίτηση επίδειξης εκ μέρους του ενάγοντος βεβαίωσης του ασφαλιστικού του φορέα, προκειμένου να κριθεί αν ο τελευταίος θα καλύψει και σε ποια έκταση τις δαπάνες για τις εγχειρήσεις (πλαστικές επεμβάσεις) αν κριθούν αναγκαίες από ιατρικής πλευράς.
Το αίτημα αυτό απορρίφθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ως αόριστο, με την αιτιολογία ότι η εναγομένη δεν ανέφερε ότι τα έγγραφα αυτά είχε στην κατοχή του ο ενάγων, ούτε το περιεχόμενό τους, επαναφέρθηκε όμως στο Εφετείο με σχετικό λόγο εφέσεως, στον οποίο η αναιρεσείουσα αφενός μεν δεν αναφέρει και πάλι ότι ο ενάγων κατέχει τα έγγραφα των οποίων ζητούσε την επίδειξη, αρκούμενη για την θεμελίωση της βασιμότητος του λόγου εφέσεώς της στην επισήμανση ότι "ούτε τα αμφισβήτησε ο ενάγων, ούτε και αντέλεξε επ' αυτών ισχυριζόμενος, ότι κάποια εξ' αυτών δεν τα κατέχει", επισήμανση που έχει σχέση με τη βασιμότητα του σχετικού αιτήματος και όχι με το ορισμένο του, ενώ ως προς την μη αναφορά του περιεχομένου τους αναφέρει κατά λέξη "μα εάν γνωρίζαμε με ακρίβεια το περιεχόμενό τους θα τα αντικρούαμε με τις προτάσεις μας και δεν θα υπήρχε κανένας αποχρών λόγος να ζητήσουμε την προσκομιδή τους για να λάβουμε γνώση αυτών".
Το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, απέρριψε το σχετικό λόγο εφέσεως με την αιτιολογία ότι είναι αόριστο το σχετικό αίτημα καθώς δεν αναφέρεται ούτε ότι τα συγκεκριμένα έγγραφα βρίσκονται στην κατοχή του ενάγοντος, ούτε προσδιορίζεται με ακρίβεια το περιεχόμενο τους. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο και συνεπώς ο ένατος από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Οι στον ίδιο λόγο περαιτέρω αιτιάσεις με τις οποίες αποδίδονται στο Εφετείο σχετικά με την απόρριψη του σχετικού με την επίδειξη των εν λόγω εγγράφων λόγου εφέσεως οι πλημμέλειες: α) παραβίασης των άρθρων 216 και 450 ΚΠολΔ και β) ανεπαρκών αιτιολογιών, οι οποίες, κατά το νοηματικό τους περιεχόμενο (και ανεξάρτητα από την επικαλούμενη νομική θεμελίωσή τους) στηρίζουν τους από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγους αναιρέσεως, είναι απαράδεκτες, διότι οι από τους αριθμούς αυτούς λόγοι αναιρέσεως ιδρύονται όταν το δικαστήριο παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου αντίστοιχα κανόνες ουσιαστικού δικαίου και όχι όταν προβάλλεται ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση κανόνων δικονομικού δικαίου, όπως είναι και οι διατάξεις του ΚΠολΔ, αφενός μεν του άρθρου 216 (ΑΠ 254/2016, 180/2016, 1795/2007), αφετέρου δε του άρθρου 450 (ΑΠ 1182/2012, 100/2007).
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και κατά το μέρος της που ασκείται από την πρώτη αναιρεσείουσα. Τέλος πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, ως ηττηθέντες, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 17.7.2015, με αριθ. εκθέσεως καταθέσεως 35/20.7.2015, αίτηση των "Δ.E.Δ.Δ.H.E. AE", Ι. Α. και Γ. Γ. κατά του Δ. Θ., περί αναιρέσεως της υπ` αριθ. 57/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Μαρτίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Μαΐου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ