Supreme Court dismisses insurance company's appeal on facts, ruling trial court's assessment of insurance contract terms was uncontrollable.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the insurance company's appeal against the final judgment of the Athens Court of First Instance. The lower court upheld the insurance company's liability to pay the pensioner based on the terms of the collective insurance agreement, rejecting the claim that the union's failure to correct salary data created a new obligation. The court ruled that the trial court did not violate substantive law but merely exercised its unfettered discretion in evaluating the factual circumstances of the contract and the parties' conduct.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 560, 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal against a first-instance judgment is inadmissible if it challenges the trial court's unfettered assessment of factual circumstances rather than a violation of substantive law.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 782 / 2015 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 782/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αντώνιο Ζευγώλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χρυσικού), Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού, Αθανάσιο Καγκάνη και Ιωάννη Μαγγίνα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Μαΐου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ Α.Ε.", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Παπαχρονόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Π. Σ. του Κ., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αιμίλιο Βλάχο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/6/2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3911/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2168/2014 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27/11/2014 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Μαγγίνας ανέγνωσε την από 4/5/2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του μοναδικού λόγου της από 27/11/2014 αίτησης για αναίρεση της υπ’ αριθμό 2168/2014 τελεσίδικης απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι] Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ’ αριθμό 2168/2014 τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε τυπικά και κατ’ ουσίαν την έφεση κατά της υπ’ αριθμό 3911/2010 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών και εξαφάνισε την τελευταία και στη συνέχεια, αφού κράτησε την υπόθεση και δίκασε την αγωγή, δέχθηκε αυτήν κατ’ ουσίαν και υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο το χρηματικό ποσό των 11.024,78 € με το νόμιμο τόκο από την επομένη ημέρα της επίδοσης της αγωγής. Η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ) και κατά συνέπεια είναι παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τον διαλαμβανόμενο σε αυτή μοναδικό αναιρετικό λόγο (άρθρ. 577 § 3 ΚΠολΔ).
ΙΙ] Στο άρθρο 560 του ΚΠολΔ ορίζεται, ότι "Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς....., 2..., 3..., 4.... Ο υπ’ αριθμό 1 λόγος του άρθρου 560 ΚΠολΔ διαφέρει λεκτικά από τον αντίστοιχο λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ μόνο στη λέξη "εφαρμογή" αντί "ερμηνεία" ως προς τα διδάγματα της κοινής πείρας. Ουσιαστικά όμως οι λόγοι ταυτίζονται.
Συνεπώς, και κατά την έννοια της διάταξης του αριθμού 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ` αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (Ολ ΑΠ 4/2005, 7/2006).
Κατά τις παραπάνω διακρίσεις η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ` επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος, για να είναι ορισμένος, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς, οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ ΑΠ 20/2005).
Εξάλλου, σύμφωνα με τις διαχρονικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 33 και 34 του ν. 2496/1997, περί της ασφαλιστικής συμβάσεως, με τον οποίο καταργήθηκαν ως σύνολο οι διατάξεις του ένατου τμήματος του εμπορικού νόμου, (άρθρα 189 - 225), η ισχύς του αρχίζει έξι μήνες μετά τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ενώ οι κατά την έναρξη ισχύος του υφιστάμενες ασφαλιστικές συμβάσεις διέπονται εφεξής από το νόμο αυτόν.
Ο ανωτέρω νόμος δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 16-5-1997 και, άρα, άρχισε να ισχύει από 17-11-1997. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων, με τις αναλογικά εφαρμοζόμενες διατάξεις των άρθρων 24 και 25 ΕισΝΑΚ, προκύπτει, ότι ο νεότερος αυτός νόμος διέπει τόσο τις ασφαλιστικές συμβάσεις, που συνάπτονται από την έναρξη ισχύος του, όσο και εκείνες, που είχαν συναφθεί προηγουμένως και είναι εκκρεμείς, ασφαλιστικές όμως περιπτώσεις, που επήλθαν πριν από την ουσιαστική έναρξη ισχύος του, κρίνονται βάσει των οικείων διατάξεων του ΕμπΝ (ΑΠ 2...2010, 2332/2009).
Τέλος, κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ "Αν το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνον ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της". Εσφαλμένο αιτιολογικό με την έννοια της παραπάνω διάταξης υπάρχει, όταν κριθεί, ότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση υπάγονται σε άλλο κανόνα δικαίου, εφόσον η υπαγωγή αυτή απολήγει σε πόρισμα όμοιο προς το διατακτικό της απόφασης.
Ως αιτιολογικό, δηλαδή, νοείται στη συγκεκριμένη περίπτωση η νομική αιτία, δηλαδή, οι διατάξεις του νόμου που αποτελούν την μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού και δεν ταυτίζεται με τις αιτιολογίες της απόφασης, οι οποίες ανάγονται στην ελάσσονα πρόταση του συλλογισμού αυτού (Ολ ΑΠ 30/1998). Επομένως η ευδοκίμηση του λόγου αναίρεσης, που αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 ΚΠολΔ εξαρτάται από την ορθότητα όχι των νομικών αιτιολογιών, αλλά του διατακτικού της απόφασης, το οποίο συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου (Ολ ΑΠ 27/1998, ΑΠ 95/2014).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης εφετειακής απόφασης (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι, εκτιμώντας αυτή το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, που παραδεκτά επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχθηκε ως προς την ουσία της υπόθεσης τα ακόλουθα: "Ο ενάγων προσελήφθη στην Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος την 31-5-1976 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και εργάστηκε σε αυτήν έως την 1-1-2008, οπότε και λύθηκε αυτοδίκαια η υπαλληλική του σχέση με την Τράπεζα, λόγω συμπλήρωσης του προβλεπόμενου ορίου ηλικίας και 35 ετών συντάξιμης υπηρεσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 127 του Οργανισμού της ΑΤΕ (...), κατά το χρόνο, δε, της συνταξιοδότησής του έφερε το βαθμό του Διευθυντή (Οικονομικού, ...).
Ως πτυχιούχος πανεπιστημιακής σχολής, ο ενάγων, από την πρόσληψή του, υπήρξε μέλος του Συλλόγου Επιστημονικού Προσωπικού της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος (ΣΕΠΑΤΕ), ο οποίος, όπως προκύπτει από το μετ’ επικλήσεως προσκομιζόμενο υπ’ αριθμό πρωτ. ...7-10-2010 έγγραφο του Συλλόγου Εργαζομένων ΑΤΕ, ενοποιήθηκε το έτος 1999 με το Σύλλογο Υπαλλήλων ΑΤΕ (ΣΥΑΤΕ) και το Σύλλογο Γεωτεχνικών Επιστημόνων ΑΤΕ (ΣΓΕΑΤΕ), με αποτέλεσμα την έκτοτε ίδρυση και λειτουργία επαγγελματικού - εργασιακού σωματείου με την επωνυμία "ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ" (ΣΕΑΤΕ), σύμφωνα με το μετ’ επικλήσεως προσκομιζόμενο καταστατικό του αμέσως αναφερθέντος Συλλόγου, ο οποίος υπεισήλθε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις και του Συλλόγου Επιστημονικού Προσωπικού της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος, όπως συνομολογείται από τους διαδίκους, ο δε ενάγων διατήρησε την ιδιότητα του μέλους του ως άνω Συλλόγου μέχρι την αποχώρησή του λόγω συνταξιοδοτήσεως.
Ακολούθως, αποδείχθηκε ότι μεταξύ του Συλλόγου Επιστημονικού Προσωπικού της Αγροτικής Τράπεζας και της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "Αγροτική Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρία Ζωής και Υγείας", της οποίας καθολική διάδοχος, λόγω συγχωνεύσεως δια απορροφήσεως, όπως προκύπτει από το μετ’ επικλήσεως προσκομιζόμενο ΦΕΚ 12998/31-12-2002, τεύχος ΑΕ & ΕΠΕ, είναι η εναγομένη ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία, καταρτίστηκε το υπ’ αριθμό ...20-6-1985 ομαδικό ασφαλιστήριο, με έναρξη ισχύος την 1-1-1984, με το οποίο συμφωνήθηκε η καταβολή εφάπαξ παροχής στα μέλη του Συλλόγου κατά τη συνταξιοδότησή τους.
Ειδικότερα, στο άρθρο 1 των γενικών όρων του ένδικου συμβολαίου, προβλέφθηκε, κατά τα κρίσιμα για τη διάγνωση της προκείμενης διαφοράς σημεία του, ότι ο Λογαριασμός Διαχείρισης Κεφαλαίου τροφοδοτείται αποκλειστικά από τις εισφορές του Συμβαλλομένου, ήτοι του ρηθέντος Συλλόγου, σύμφωνα με τις διατάξεις του συμβολαίου και το Γενικό Κανονισμό του Προγράμματος Πρόνοιας, ο οποίος ρυθμίζει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις μεταξύ του Συμβαλλομένου Συλλόγου και των Ασφαλισμένων, ενώ ο Γενικός Κανονισμός επισυνάπτεται στο συμβόλαιο και αποτελεί αναπόσπαστο μέρος αυτού, ο δε Συμβαλλόμενος Σύλλογος δίδει στην Εταιρεία, ήτοι στην εναγομένη ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία, το δικαίωμα να αποσύρει από το Λογαριασμό τα ποσά, που απαιτούνται για την καταβολή των προβλεπομένων παροχών.
Περαιτέρω, στο άρθρο 3.1 του ίδιου συμβολαίου, ορίζεται, ότι στην αρχή κάθε ασφαλιστικού έτους, ο Συμβαλλόμενος Σύλλογος διαβιβάζει στην Εταιρεία κατάσταση των εργαζομένων, που καλύπτονται από το πρόγραμμα, με τον αριθμό μητρώου του ασφαλισμένου, τα στοιχεία ταυτότητάς του, την ημερομηνία πρόσληψης, τις μηνιαίες αποδοχές του και με βάση τις πληροφορίες αυτές η Εταιρεία καθορίζει το ποσό της εισφοράς, που οφείλει να καταβάλει ο Συμβαλλόμενος Σύλλογος στην αρχή κάθε ασφαλιστικού έτους για την καλυπτόμενη ομάδα, κάθε έτος, δε, θα επανεξετάζονται οι υπολογισμοί για τη διαπίστωση της τεχνικής ισορροπίας του Κεφαλαίου και οι διαφορές, που δυνατόν διαπιστωθούν, μπορούν να εξισορροπηθούν είτε με εφάπαξ καταβολή, είτε με αύξηση της εισφοράς, σύμφωνα με τις προτάσεις της Εταιρείας.
Εξάλλου, στο άρθρο 3.3. του ίδιου συμβολαίου προβλέφθηκε ότι, εάν η Εταιρεία διαπιστώσει, ότι ο Λογαριασμός Διαχείρισης Κεφαλαίου είναι ή τείνει να γίνει ανεπαρκής, οφείλει να ενημερώσει για αυτό τον Συμβαλλόμενο Σύλλογο και να εισηγηθεί σε αυτόν τις αναγκαίες αναπροσαρμογές, που πρέπει να γίνουν στις εισφορές, ώστε να διατηρηθεί η επάρκεια του Λογαριασμού, ενώ στο άρθρο 5 του αυτού συμβολαίου, υπό τον τίτλο "γνωστοποίηση δικαιώματος παροχής", διαλαμβάνεται, ότι κατά τη διάρκεια της ισχύος του συμβολαίου, ο Συμβαλλόμενος Σύλλογος είναι υποχρεωμένος, σε διάστημα όχι λιγότερο από 15 ημέρες πριν από την ημερομηνία, που θεμελιώνεται δικαίωμα παροχής κάθε εργαζομένου, ο οποίος δικαιούται παροχής σύμφωνα με τις διατάξεις του Προγράμματος, να το γνωστοποιήσει στην Εταιρεία, η οποία έχει το δικαίωμα να απαιτήσει αποδείξεις, που εκείνη θα κρίνει ικανοποιητικές για να επιβεβαιώσει την ακρίβεια των πληροφοριών, που περιέχονται στη γνωστοποίηση, ενώ δεν θα υποχρεούται σε καταβολή παροχής για οποιαδήποτε άτομα, εάν δεν λάβει προηγουμένως κανονικά συμπληρωμένη τη γνωστοποίηση.
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 6.1 του ένδικου συμβολαίου, με τη λήψη μιας κανονικά συμπληρωμένης γνωστοποίησης και με την προϋπόθεση, ότι ο Λογαριασμός είναι επαρκής για την καταβολή της απαιτούμενης παροχής, η Εταιρεία αναλαμβάνει από το Λογαριασμό το ποσό που χρειάζεται για την καταβολή της παροχής σε κάθε δικαιούχο που πληροί, τις προϋποθέσεις και η οποία είναι σύμφωνη με τους όρους του προγράμματος και τα στοιχεία του ατόμου, που τη δικαιούται, όπως καθορίζονται στη γνωστοποίηση.
Με το άρθρο 10.2 και 10.3 του εν λόγω συμβολαίου συμφωνήθηκε, ότι ο Συμβαλλόμενος Σύλλογος είναι υποχρεωμένος να στέλνει γραπτή δήλωσή του στην Εταιρεία, η οποία να περιέχει όλες τις αναγκαίες πληροφορίες, που αφορούν στην ομάδα, που καλύπτεται από το πρόγραμμα, ενώ κάθε πληροφορία σχετική με ασφαλισμένο, η οποία, κατά τη χρονική περίοδο της ασφάλισης ή της αποχώρησης, αποκαλυφθεί ανακριβής, θα διορθωθεί για τον καθορισμό των δικαιωμάτων του ασφαλισμένου και η Εταιρεία θα διορθώσει στη συνέχεια τον υπολογισμό της αξίας των παροχών σε βάρος του κεφαλαίου.
Επιπροσθέτως, στο παράρτημα Β του εν λόγω συμβολαίου, καθορίστηκε η τακτική μηνιαία εισφορά για το συμβόλαιο σε 0,40% του συνολικού μηνιαίου ακαθάριστου μισθού, η οποία καταβάλλεται από το Συμβαλλόμενο Σύλλογο, στο δε συνημμένο στο ένδικο συμβόλαιο Γενικό Κανονισμό Προγράμματος Πρόνοιας αποσαφηνίστηκαν, εκτός των άλλων, οι ορισμοί "ασφαλισμένοι" ως τα μέλη του Συλλόγου Επιστημονικού Προσωπικού Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος, "μηνιαίος μισθός" ως ο συνολικός μηνιαίος ακαθάριστος μισθός, που δηλώνει κάθε φορά ο συμβαλλόμενος στην εταιρεία, "συντάξιμος μηνιαίος μισθός" ως ο μέσος μηνιαίος μισθός του τελευταίου εξαμήνου πριν από τη συνταξιοδότηση, "συντάξιμη υπηρεσία" ως ο συνολικός χρόνος σε έτη και μήνες παραμονής του ασφαλισμένου στο πρόγραμμα από την ημερομηνία ασφάλισης μέχρι την ημερομηνία συνταξιοδότησης αυτού από την ΑΤΕ ή άλλον κύριο ασφαλιστικό φορέα, που τον καλύπτει, ενώ το ανωτέρω χρονικό διάστημα δεν δύναται να υπερβαίνει τα 35 έτη και περαιτέρω, ορίστηκε ότι κάθε ασφαλισμένος δικαιούται παροχής εφάπαξ την ημερομηνία, κατά την οποία θα συνταξιοδοτηθεί από τον κύριο ασφαλιστικό φορέα, που τον καλύπτει, το ποσό της οποίας είναι ίσο με το 15% του μηνιαίου συντάξιμου μισθού επί τη συντάξιμη υπηρεσία, το δε ποσό αυτό δε μπορεί να είναι κατώτερο από το ποσό των 2 συντάξιμων μισθών, με την προϋπόθεση, ότι ο συνταξιοδοτούμενος θα έχει συμπληρώσει 25 έτη συνολικής παραμονής στο Σύλλογο και για μικρότερο χρονικό διάστημα, το εν λόγω ποσό θα μειούται αναλογικά.
Με βάση το προεκτεθέν περιεχόμενο του ανωτέρω συμβολαίου, ουδεμία αμφιβολία καταλείπεται περί του ότι η επίδικη σύμβαση ομαδικής ασφάλισης έφερε το χαρακτήρα γνήσιας σύμβασης υπέρ τρίτου, από την οποία, κατά τα αναφερθέντα και στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη, ο εκάστοτε συνταξιοδοτούμενος υπάλληλος (τρίτος) αποκτούσε άμεσο δικαίωμα κατά του (υποσχεθέντος) ασφαλιστή, από τη στιγμή που ο τελευταίος αναλάμβανε από το κεφάλαιο το αναγκαίο ποσό για το σχηματισμό του χρηματικού ποσού, που θα χορηγείτο στον υπάλληλο.
Δηλονότι, στην προκειμένη περίπτωση, από τη στιγμή που ο ενάγων αποχώρησε οικειοθελώς από την υπηρεσία του στην ανωτέρω Τράπεζα, αφού προηγουμένως είχε θεμελιώσει δικαίωμα συνταξιοδότησης, νομιμοποιείται, πλέον, να στραφεί ευθέως κατά της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας και να διεκδικήσει τις αξιώσεις του, που απορρέουν από τη σύμβαση ομαδικής ασφάλισης.
Ακολούθως, από τα υπ’ αριθμούς πρωτ. ...31-1-1997 και ...12-2-1997 έγγραφα του δέκτη της υποσχέσεως ως άνω συμβαλλομένου Συλλόγου προς την υποσχεθείσα ασφαλιστική εταιρία, προκύπτει ότι ο πρώτος γνωστοποίησε στη δεύτερη, ότι, δυνάμει σχετικών αποφάσεων των αρμοδίων οργάνων του Συλλόγου αυτού, τέθηκε πλαφόν στο ύψος του μέσου μηνιαίου μισθού του τελευταίου δωδεκαμήνου, επί του οποίου υπολογίζεται η ενίσχυση των εξερχόμενων μελών του Συλλόγου, το οποίο ορίστηκε στο ποσό των 540.000 δρχ.
για τους εξερχόμενους από 1-1-1996 και μέχρι 31-12-1997 και ορίστηκε ότι, όσα μέλη του Συλλόγου δεν έχουν συμπληρώσει 5 χρόνια ταμειακής ενημερότητας, δε δικαιούνται ενίσχυσης, όσα μέλη του Συλλόγου συμπληρώνουν 5-15 χρόνια, δικαιούνται ποσοστού ενίσχυσης ύψους 6,667% για κάθε έτος ταμειακής ενημερότητας και όσα μέλη συμπληρώνουν πάνω από 15 χρόνια ταμειακής ενημερότητας του Συλλόγου, δικαιούνται ποσοστού ενίσχυσης 8% για κάθε έτος ενημερότητας, προς τούτο, δε, ο ρηθείς Σύλλογος κάλεσε την αντισυμβαλλόμενη του ασφαλιστική εταιρεία για τη σύνταξη πρόσθετης πράξης του ανωτέρω ομαδικού ασφαλιστηρίου συμβολαίου, δυνάμει της οποίας θα τροποποιούντο, κατά το αμέσως εκτεθέν περιεχόμενο, οι όροι του συμβολαίου.
Πράγματι, με την υπ’ αριθμό ...19-3-1997 πρόσθετη πράξη, η οποία συνήφθη μεταξύ των ίδιων ως άνω συμβαλλομένων και συμφωνήθηκε να αποτελέσει αναπόσπαστο μέρος του επίμαχου ομαδικού ασφαλιστηρίου συμβολαίου, τροποποιήθηκε ο Γενικός Κανονισμός - Προγράμματος Πρόνοιας από 1-1-1996 και ως προς τους ειδικότερους όρους του προγράμματος εφάπαξ παροχής κατά τη συνταξιοδότηση των μελών του ανωτέρω Συλλόγου, προβλέφθηκε, εκτός των άλλων, ότι ως "συντάξιμος μηνιαίος μισθός" λογίζεται ο μέσος μηνιαίος μισθός του τελευταίου δωδεκάμηνου πριν από τη συνταξιοδότηση, επί του οποίου υπολογίζεται η ενίσχυση των εξερχόμενων μελών του Συλλόγου, ενώ για τα εξερχόμενα μέλη από 1-1-1996 έως 31-12-1997 ορίστηκε πλαφόν στο ύψος του μέσου μηνιαίου μισθού το ποσό των 540.000 δρχ.
Έτι περαιτέρω, με τη ρηθείσα πρόσθετη πράξη, ορίστηκε ότι το ποσό της εφάπαξ παροχής, που δικαιούται κάθε ασφαλισμένος κατά την ημερομηνία συνταξιοδότησής του από τον κύριο ασφαλιστικό φορέα, που τον καλύπτει, θα εξευρίσκεται με τον πολλαπλασιασμό του συντάξιμου μηνιαίου μισθού του με τη συντάξιμη υπηρεσία του και με το προβλεπόμενο ποσοστό ενίσχυσης (6,667% για κάθε έτος ταμειακής ενημερότητας για όσα μέλη έχουν συμπληρώσει από 5-15 χρόνια ταμειακής ενημερότητας και 8% για κάθε έτος ταμειακής ενημερότητας για όσα μέλη έχουν συμπληρώσει πάνω από 15 χρόνια ταμειακής ενημερότητας στον ανωτέρω Σύλλογο).
Ακολούθως, αποδείχθηκε ότι ενόψει της συνταξιοδοτήσεως του ενάγοντος την 1-1-2008, ο Σύλλογος Εργαζομένων ΑΤΕ, του οποίου υπήρξε μέλος μετά την, κατά τα προεκτεθέντα, ενοποίηση του αντισυμβαλλομένου της σύμβασης ομαδικής ασφάλισης, Συλλόγου Επιστημονικού Προσωπικού της Αγροτικής Τράπεζας, απέστειλε προς την εναγομένη το υπ’ αριθμ.
πρωτ. ...1-4-2008 έγγραφο περί καταβολής της εφάπαξ παροχής από την ένδικη σύμβαση, εκτός των άλλων ασφαλισμένων και προς τον ενάγοντα, γνωστοποιώντας παράλληλα σε αυτήν, τα απαραίτητα στοιχεία για την εκταμίευση του καταβλητέου ποσού, μεταξύ των οποίων και το ύψος του μέσου μηνιαίου μισθού, που ελάμβανε ο ενάγων κατά το τελευταίο, προ της συνταξιοδότησης, δωδεκάμηνο, το οποίο προσδιόρισε στο ποσό των 1.584,74 ευρώ.
Εν συνεχεία, η εναγομένη στις 2-4-2008 δυνάμει του υπ’ αριθμό πρωτ. ...2008 εγγράφου της προς την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος, ενέκρινε την καταβολή στον ενάγοντα του ποσού των 3.993,54 ευρώ, ως εφάπαξ παροχή από την ένδικη σύμβαση ομαδικής ασφάλισης, υπολογίζοντας αυτή με βάση το μέσο μηνιαίο μισθό του τελευταίου δωδεκαμήνου, ύψους 1.584,74 ευρώ, όπως τον γνωστοποίησε ο αντισυμβαλλόμενος αυτής ως άνω Σύλλογος, ο δε ενάγων στις 14-4-2008 εισέπραξε το εν λόγω ποσό.
Ακολούθως, από τα μετ’ επικλήσεως προσκομιζόμενα υπ’ αριθμούς πρωτ. ...24-5-2011, ...16-3-2010, …17-1-2007, ...29-5-2007 και ...28-12-2005 έγγραφα, που απέστειλε ο Σύλλογος Εργαζομένων ΑΤΕ προς την εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία με τη γνωστοποίηση των στοιχείων των υπαλλήλων μελών, που δικαιούνταν την εφάπαξ παροχή λόγω συνταξιοδότησης, την από 10-10-2008 απάντηση του ίδιου ως άνω Συλλόγου προς το μέλος του Μ.
Π., ήτοι τον ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου εξετασθέντα μάρτυρα του ενάγοντος, το υπ’ αριθμό πρωτ. ...7-10-2010 έγγραφο του ίδιου Συλλόγου προς την Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα και την από 28-5-2013 βεβαίωση της εναγομένης, αποδείχθηκε ότι ο συμβαλλόμενος στην ένδικη σύμβαση ομαδικής ασφάλισης Σύλλογος, δυνάμει σχετικών αποφάσεων του Διοικητικού Συμβουλίου αυτού, εφάρμοζε σε όλα τα μέλη του, που συνταξιοδοτούνταν, την ύπαρξη του πλαφόν, που προβλέφθηκε στο Γενικό Κανονισμό Πρόνοιας ύψους 540.000 δρχ.
και ήδη 1.584,74 ευρώ, μολονότι με σαφήνεια, στο σχετικό όρο, είχε προβλεφθεί με την προαναφερθείσα πρόσθετη πράξη, η ύπαρξη πλαφόν στο ύψος του μέσου μηνιαίου μισθού μόνο για τα μέλη που εξέρχονταν από την 1-1-1996 έως την 31-12-1997. Επιπλέον, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε, αλλά ούτε και οι διάδικοι επικαλούνται, ότι έκτοτε, ήτοι από την κατάρτιση της ως άνω πρόσθετης πράξης, έλαβε χώρα νέα τροποποίηση του ένδικου ασφαλιστηρίου, με την οποία να καταστεί όρος αυτού η πρόβλεψη, δυνάμει των σχετικών αποφάσεων του Δ.Σ.
του αντισυμβαλλομένου της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας Συλλόγου, περί της ύπαρξης του πλαφόν για όλα τα εξερχόμενα μέλη, ανεξαρτήτως του χρονικού διαστήματος κατά το οποίο αυτά θα αποχωρούσαν και, συνεπώς, ο περιορισμός αυτός, κατά το ασφαλιστήριο συμβόλαιο, ίσχυε μόνο για όσους εξήλθαν κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-1996 έως 31-12-1997, όπως αναμφίλεκτα και με σαφήνεια προκύπτει από αυτό.
Εξάλλου, από την ήδη αναφερθείσα υπ’ αριθμό ...30-3-2009 βεβαίωση της Αγροτικής Τράπεζας, αποδείχθηκε, ότι ο μέσος μηνιαίος μισθός του ενάγοντος κατά το τελευταίο δωδεκάμηνο πριν από τη συνταξιοδότηση του ανερχόταν στο ποσό των 5.959,65 ευρώ και, επομένως, αυτός δικαιούται ως εφάπαξ παροχή το ποσό των (5.959,65 ευρώ χ 31 έτη και 6 μήνες υπηρεσίας χ 8%) 15.018,32 ευρώ.
Επομένως, η εναγομένη, η οποία κατέβαλε στον ενάγοντα το ποσό των 3.993,54 ευρώ, οφείλει σε αυτόν το υπόλοιπο ποσό των (15.018,32-3.993,54) 11.024,78 ευρώ. Η τελευταία διατείνεται, ότι δεν υπέχει ευθύνη ως προς τον εσφαλμένο υπολογισμό της εφάπαξ παροχής του ενάγοντος από την ένδικη σύμβαση ομαδικής ασφάλισης, δεδομένου, ότι η ρηθείσα βάση υπολογισμού αυτής, ήτοι το ποσό των 1.584,74 ευρώ, της γνωστοποιήθηκε, όπως άλλωστε ρητά προβλέπεται στην ένδικη σύμβαση, από τον αντισυμβαλλόμενο αυτής Σύλλογο, προς τον οποίο, μάλιστα, αφότου ανέκυψε ζήτημα κατόπιν καταγγελιών συνταξιούχων μελών αυτού προς το Συνήγορο του Καταναλωτή, απηύθυνε το μετ’ επικλήσεως προσκομιζόμενο υπ’ αριθμό πρωτ. ...14-4-2009 έγγραφο της, με το οποίο γνωστοποίησε στο Σύλλογο, ότι οι καταγγέλλοντες συνταξιούχοι ισχυρίζονται, ότι ο μέσος μηνιαίος μισθός του τελευταίου, προ της συνταξιοδότησής τους, δωδεκαμήνου, είναι υπέρτερος του εκληφθέντος, ως βάση υπολογισμού, ανωτέρω ποσού και κάλεσε αυτόν να τηρήσει τον προβλεπόμενο, στο άρθρο 10.3 του επίμαχου ασφαλιστήριο συμβολαίου, όρο, πλην, όμως, ο Σύλλογος ουδέποτε προέβη σε οποιαδήποτε ενέργεια.
Ο εν λόγω ισχυρισμός της εναγομένης δεν αίρει την ευθύνη αυτής έναντι του ενάγοντος για την καταβολή του υπολοίπου της εφάπαξ παροχής, διότι, όπως ήδη εκτέθηκε, οι απαιτήσεις των ασφαλισμένων συνιστούν αξιώσεις, που μπορούν να διεκδικηθούν ευθέως από την εναγομένη ασφαλιστική εταιρία και δεν εξαρτώνται από τη διαμεσολάβηση του δέκτη της υπόσχεσης ως άνω Συλλόγου, ο οποίος δε δικαιούται να μεταβάλει τους όρους του ασφαλιστήριου συμβολαίου και μάλιστα μετά την επέλευση της ασφαλιζόμενης περίπτωσης (....).
Επισημαίνεται ότι κατά τον προεκτεθέντα όρο 10.3 του ασφαλιστήριου συμβολαίου, όταν αποκαλυφθεί ανακριβής πληροφορία σχετική με ασφαλισμένο, αυτή θα διορθωθεί, πλην, όμως, εν συνεχεία, ουδόλως εξειδικεύεται, εάν η διόρθωση αυτή μπορεί να γίνει αποκλειστικά και μόνο από τον αντισυμβαλλόμενο της εναγομένης Σύλλογο, όπως αβάσιμα διατείνεται η τελευταία.
Περαιτέρω, η εναγομένη προβάλλει τον ισχυρισμό ότι η ευθύνη της πρέπει να περιοριστεί μέχρι του ύψους των διαθεσίμων του λογαριασμού διαχείρισης κεφαλαίου της ένδικης σύμβασης ασφάλισης, η οποία έληξε με την από 22-1-2013 καταγγελία της εναγομένης, το οποίο ανέρχεται στο ποσό των 480.663 ευρώ. Ο εν λόγω ισχυρισμός είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος, δεδομένου ότι το επικαλούμενο από την εναγομένη ποσό διαθεσίμων κεφαλαίων επαρκεί για την ικανοποίηση της ένδικης αξιώσεως του ενάγοντος, που ανέρχεται στο ποσό των 11.024,78 ευρώ, σε κάθε περίπτωση, δε, η εναγομένη έδει, επιμελώς φερόμενη, να έχει τακτοποιήσει εγκαίρως το λογαριασμό διαχείρισης κεφαλαίου, ώστε να είναι επαρκής, σύμφωνα με τη ρητή, ήδη εκτεθείσα (άρθρο 3.3), πρόβλεψη του ένδικου ασφαλιστηρίου.
Συνακόλουθα, απορριπτέα ως μη νόμιμη τυγχάνει και η ένσταση της εναγομένης περί καταχρηστικής άσκησης της ένδικης αγωγής, διότι η εν λόγω διάδικος ουδόλως επικαλείται περιστατικά, τα οποία να συνιστούν μακροχρόνια αδράνεια του ενάγοντος, η οποία να δημιούργησε σε αυτήν την πεποίθηση, ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα για άσκηση αγωγής ή ότι αυτό δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί.
Επίσης, η εναγομένη ουδόλως επικαλείται την ύπαρξη ειδικών συνθηκών και περιστάσεων, προερχομένων κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του ενάγοντος, ενόψει των οποίων, καθώς και της αδράνειας του, η επακολουθήσασα άσκηση του δικαιώματος τείνει σε ανατροπή της κατάστασης, που δημιουργήθηκε υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο (...)".
Με τις προαναφερθείσες ουσιαστικές παραδοχές το εφετείο κατέληξε, ότι η υπό κρίση αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν και να υποχρεωθεί η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα να καταβάλει στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο το ποσό των 11.024,78 €, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής.
Από τα παραπάνω προκύπτει, ότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού της συλλογισμού, υπάγονται στις διατάξεις των άρθρων 341, 346, 361, 410, 411, 412 του ΑΚ και σε αυτές του νέου ασφαλιστικού νόμου, δηλαδή, των άρθρων 1, 2, 5, 9, 27, 33, και 34 του ν. 2496/1997. Παρόλα ταύτα στο αιτιολογικό της ίδιας απόφασης και ως τέτοιο νοείται στη συγκεκριμένη περίπτωση η νομική αιτία, δηλαδή οι διατάξεις του νόμου, που αποτελούν τη μείζονα πρόταση του νομικού της συλλογισμού, εκτιμήθηκε εσφαλμένα, ότι η αγωγή, κατά ένα μέρος, στηρίζεται στις διατάξεις του παλαιού εμπορικού νόμου και ειδικότερα εκείνες των άρθρων 189-195 και 221-225 ΕΝ.
Κατ’ αυτόν τον τρόπο οι διατάξεις της μείζονος πρότασης δεν ταυτίζονται με εκείνες της ελάσσονος πρότασης. Όμως παρά την υπαγωγή των δεκτών γενομένων στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού πραγματικών περιστατικών σε μερικώς εσφαλμένες νομικές διατάξεις το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης διαμορφώθηκε ορθά.
Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ κατά το πρώτο σκέλος του, που αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της υπαγωγής των δεκτών γενομένων στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού πραγματικών περιστατικών σε μερικώς εσφαλμένες νομικές διατάξεις, ενόψει του ότι η ευδοκίμησή του εξαρτάται από την ορθότητα όχι των νομικών αιτιολογιών, αλλά του διατακτικού της απόφασης, το οποίο συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου, κρίνεται αβάσιμος και πρέπει, κατ’ άρθρο 578 ΚΠολΔ, να απορριφθεί, χωρίς αντικατάσταση αιτιολογιών, αφού η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται έννομο συμφέρον προς τούτο.
Περαιτέρω, με τον ίδιο ως άνω αναιρετικό λόγο και το δεύτερο σκέλος αυτού η αναιρεσείουσα απέδωσε στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, ότι με το να δεχθεί αυτή, ότι η καταβλητέα στον αναιρεσίβλητο παροχή είναι διαφορετική από εκείνη, που προέκυπτε από τις πληροφορίες, που είχε χορηγήσει ο Σύλλογος, κατέστησε τον τελευταίο (αναιρεσίβλητο) δικαιούχο μεγαλύτερης παροχής από εκείνη, που οι συμβαλλόμενοι προσδιόρισαν στη συμφωνία τους και έτσι με εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 361, 410 και 411 ΑΚ.
Όμως σύμφωνα με τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, με βάση το περιεχόμενο του ασφαλιστικού συμβολαίου, ουδεμία αμφιβολία καταλειπόταν για το ότι η επίδικη σύμβαση ομαδικής ασφάλισης έφερε το χαρακτήρα γνήσιας σύμβασης υπέρ τρίτου, από την οποία ο εκάστοτε συνταξιοδοτούμενος υπάλληλος (τρίτος) αποκτούσε άμεσο δικαίωμα κατά του (υποσχεθέντος) ασφαλιστή, από τη στιγμή, που ο τελευταίος αναλάμβανε από το κεφάλαιο το αναγκαίο ποσό για το σχηματισμό του χρηματικού ποσού, που θα χορηγούνταν στον υπάλληλο.
Δηλαδή, στην προκειμένη περίπτωση, από τη στιγμή που ο αναιρεσίβλητος αποχώρησε οικειοθελώς από την υπηρεσία του στην εν λόγω Τράπεζα, αφού προηγουμένως είχε θεμελιώσει δικαίωμα συνταξιοδότησης, νομιμοποιούνταν, πλέον, να στραφεί ευθέως κατά της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας και να διεκδικήσει τις αξιώσεις του, που απέρρεαν από τη σύμβαση ομαδικής ασφάλισης.
Επίσης, στην ελάσσονα πρόταση της προσβαλλόμενης απόφασης γινόταν δεκτό, ότι ο συμβαλλόμενος στην ένδικη σύμβαση ομαδικής ασφάλισης Σύλλογος, δυνάμει σχετικών αποφάσεων του Διοικητικού Συμβουλίου αυτού, εφάρμοζε σε όλα τα μέλη του, που συνταξιοδοτούνταν την ύπαρξη του πλαφόν, που προβλέφθηκε στο Γενικό Κανονισμό Πρόνοιας ύψους 540.000 δρχ.
και ήδη 1.584,74 ευρώ, μολονότι με σαφήνεια, στο σχετικό όρο, είχε προβλεφθεί με την προαναφερθείσα πρόσθετη πράξη, η ύπαρξη πλαφόν στο ύψος του μέσου μηνιαίου μισθού μόνο για τα μέλη που εξέρχονταν από την 1-1-1996 έως την 31-12-1997, ενώ από κανένα αποδεικτικό στοιχείο προέκυπτε, αλλά ούτε οι διάδικοι επικαλούνταν, ότι από την κατάρτιση της άνω πρόσθετης πράξης είχε υπάρξει νέα τροποποίηση του ένδικου ασφαλιστηρίου, με την οποία να προβλέπεται με αποφάσεις του Δ.Σ.
του Συλλόγου, που είχε συμβληθεί με την αναιρεσείουσα, για την καθιέρωση του πλαφόν για όλα τα εξερχόμενα μέλη, ανεξαρτήτως του χρονικού διαστήματος κατά το οποίο θα αποχωρούσαν αυτά, με συνέπεια, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης ο περιορισμός του ασφαλιστηρίου να ισχύσει μόνο για εκείνους τους υπαλλήλους μέλη, που είχαν συνταξιοδοτηθεί κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-1996 έως 31-12-1997.
Η τελευταία, διατεινόταν, ότι δεν υπείχε ευθύνη ως προς τον εσφαλμένο υπολογισμό της εφάπαξ παροχής του αναιρεσιβλήτου από την ένδικη σύμβαση ομαδικής ασφάλισης, δεδομένου ότι η ρηθείσα βάση υπολογισμού αυτής, ήτοι το ποσό των 1.584,74 ευρώ, της γνωστοποιήθηκε, όπως άλλωστε ρητά προβλέπεται στην ένδικη σύμβαση, από τον αντισυμβαλλόμενο αυτής Σύλλογο, προς τον οποίο, μάλιστα, αφότου ανέκυψε ζήτημα κατόπιν καταγγελιών συνταξιούχων μελών αυτού προς το Συνήγορο του Καταναλωτή, απηύθυνε το ...14-4-2009 έγγραφό της, με το οποίο γνωστοποίησε στο Σύλλογο, ότι οι καταγγέλλοντες συνταξιούχοι ισχυρίζονταν, ότι ο μέσος μηνιαίος μισθός του τελευταίου, προ της συνταξιοδότησής τους, δωδεκαμήνου, είναι υπέρτερος του εκληφθέντος, ως βάσης υπολογισμού, ανωτέρω ποσού και κάλεσε αυτόν να τηρήσει τον προβλεπόμενο, στο άρθρο 10.3 του επίμαχου ασφαλιστηρίου συμβολαίου, όρο, πλην, όμως, ο Σύλλογος ουδέποτε προέβη σε οποιαδήποτε ενέργεια.
Κατά την προσβαλλόμενη απόφαση ο τελευταίος ισχυρισμός της αναιρεσείουσας δεν αίρει την ευθύνη της έναντι του ενάγοντος για την καταβολή του υπολοίπου της εφάπαξ παροχής, διότι οι απαιτήσεις των ασφαλισμένων συνιστούν αξιώσεις, που μπορούν να διεκδικηθούν ευθέως από την εναγομένη ασφαλιστική εταιρία και δεν εξαρτώνται από τη διαμεσολάβηση του δέκτη της υπόσχεσης, που είναι ο άνω Σύλλογος, ο οποίος δεν δικαιούται να μεταβάλει τους όρους του ασφαλιστηρίου συμβολαίου και μάλιστα μετά την επέλευση της ασφαλιζόμενης περίπτωσης.
Επιπροσθέτως επισημαινόταν, ότι κατά τον προεκτεθέντα όρο 10.3 του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, όταν θα αποκαλυπτόταν ανακριβής πληροφορία σχετική με ασφαλισμένο, θα προκαλούνταν διόρθωση, πλην, όμως, εν συνεχεία, ουδόλως εξειδικεύθηκε, εάν η διόρθωση αυτή μπορούσε να γίνει αποκλειστικά και μόνο από τον Σύλλογο, όπως αβάσιμα διατεινόταν η αναιρεσείουσα.
Ενόψει των ανωτέρω το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την εκφερθείσα ουσιαστική του κρίση, που στηρίχθηκε στις προαναφερθείσες ουσιαστικές παραδοχές της ελάσσονος πρότασης του δικανικού συλλογισμού, δεν παραβίασε τις προπαρατεθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και οι αιτιάσεις του ίδιου ως άνω αναιρετικού λόγου κατά το δεύτερο σκέλος του από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που προσήφθησαν υπό την επίφαση συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους δήθεν σε παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, έπληξαν την ανέλεγκτη εκτίμηση πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας και γι’ αυτό είναι απαράδεκτες.
Κατ’ ακολουθίαν πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε’ ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα λόγω της ήττας της στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27-11-2014 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΕ" κατά του Π. Σ. για αναίρεση της υπ’ αριθμό 2168/2014 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Ιουνίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Ιουνίου 2015.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ