Legislator Case Law & Legislation
782/2014 AI generated

Supreme Court partially allows appeal regarding unilateral set-off of municipal dividends against company claims.

Case Number 782/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against the Court of Appeal's dismissal of a unilateral set-off claim. The appellant argued that the municipality failed to pay dividends, making the set-off invalid, while the municipality contended it never certified the dividends as public revenue. The court found the lower court erred by ignoring the municipality's failure to certify dividends, which violated the principle of good faith.

Legislator headnote

AI generated

Articles 440, 441, 442 of the Civil Code; Unilateral set-off of mutual, identical, and time-barred claims is valid without a specific form, but the court must consider all facts, including the debtor's failure to certify dividends as public revenue, to ensure the set-off does not violate good faith.

Keywords

AI generated
unilateral set-off municipal dividends good faith principle public revenue certification Civil Code provisions appeal procedure partial remittal

Cited Legislation

AI generated
Article 559 No. 1 of the Code of Civil Procedure
Articles 440, 441, 442 of the Civil Code
Article 580 No. 3 of the Code of Civil Procedure
Article 495 No. 4 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 782 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 782/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Αθανάσιο Καγκάνη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε, δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΛΑΤΟΜΕΙΑ ΧΟΡΔΑΚΙΟΥ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ΛΑΧΟΡ ΑΕ", η οποία εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Βγόντζα.

Του αναιρεσιβλήτου: του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου (Ο.Τ.Α) με την επωνυμία "Δήμος Χανίων", ως καθολικού διαδόχου του Δήμου Ακρωτηρίου (άρθρο 50 παρ. 1 ν. 3852/2010), που εδρεύει στο Ακρωτήρι Νομού Χανίων και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευγένιο Αρετάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28 Δεκεμβρίου 2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 176/2010 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 283/2012 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4 Απριλίου 2013 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Καγκάνης, ανέγνωσε την από 9 Ιανουαρίου 2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αρ.1 του ΚΠολΔικ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή τoυ ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, ή δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλ. με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ. ΑΠ 7/2006, Ολ. ΑΠ 4/2005) Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 440, 441 και 442 ΑΚ προκύπτει ότι, ο συμψηφισμός, ο οποίος επιφέρει την δια συνυπολογισμού, απόσβεση των μεταξύ δυο προσώπων υφισταμένων αμοιβαίων, ομοειδών κατ' αντικείμενο, και ληξιπρoθέσμων απαιτήσεων συντελείται με δήλωση μονομερή απευθυντέα προς τον άλλον, η οποία δεν υποβάλλεται σε συστατικό τύπο και δεν υπόκειται σε ανάκληση. Το αποσβεστικό αποτέλεσμα του συμψηφισμού επέρχεται είτε η σχετική δήλωση προβληθεί στο δικαστήριο είτε εξωδίκως, είναι δε δυνατό να προβληθεί και κατά την εκτέλεση, αν η σχετική ανταπαίτηση αποδεικνύεται παραχρήμα, δηλαδή με έγγραφο ή δικαστική ομολογία.

Κατά το χρόνο επικλήσεως του συμψηφισμού πρέπει να υφίσταται κατά νόμο η απαίτηση, ήτοι να είναι έγκυρη και να μην υπόκειται σε κάποια ουσιαστική ένσταση, αναβλητική ή ανατρεπτική, χωρίς να εξετάζεται ο μετέπειτα διαρρέων χρόνος από την άποψη του αποτελέσματος που ήδη επήλθε (ΑΠ 1617/2009 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).

Εξάλλου από το γεγονός ότι ο νόμος ρυθμίζει τον μεταξύ δύο προσώπων μονομερή ή αναγκαστικό συμψηφισμό, που επέρχεται, κατά τους όρους των άρθρων 440 έως 452 ΑΚ, κατόπιν μονομερούς δηλώσεως του ενός από αυτά, δεν αποκλείεται ή δυνατότητα αποσβέσεως αμοιβαίων απαιτήσεων με συμψηφισμό, κατόπιν συμφωνίας των ενδιαφερομένων μερών.

Πρόκειται για το λεγόμενο συμβατικό ή εκούσιο συμψηφισμό, που συνάπτεται με βάση την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθρο 361 ΑΚ). Το περιεχόμενο μίας τέτοιας σύμβασης, που είναι έγκυρη εφόσον δεν αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη του νόμου ή στα χρηστά ήθη (άρθρα 174 και 178 ΑΚ), καθορίζουν ελεύθερα τα μέρη, τα οποία μπορούν να συμφωνήσουν τον συμψηφισμό των μεταξύ των υφισταμένων απαιτήσεων και χωρίς να συντρέχουν οι όροι του νόμου, δηλαδή χωρίς οι αμοιβαίες απαιτήσεις να είναι ληξιπρόθεσμες και ομοειδείς και χωρίς να απαιτείται πρόταση συμψηφισμού με δήλωση του ενός συμβαλλομένου προς τον άλλον (ΑΠ 769/2004, ΑΠ1254/2003).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 83 παρ. 1 του ΝΔ 356/1974 (ΚΕΔΕ) "1. Συμψηφισμός απαιτήσεων οφειλέτου του Δημοσίου έναντι χρεών αυτού προς το Δημόσιο δύναται να αντιταχθή εις πάσαν περίπτωσιν καθ' ην ούτος έχει βεβαίαν χρηματικήν απαίτησιν κατά του Δημοσίου, εκκαθαρισμένην και αποδεικνυομένην εκ τελεσιδίκου δικαστικής αποφάσεως ή εκ δημοσίου εγγράφου.

Ο συμψηφισμός προτείνεται δια δηλώσεως υποβαλλομένης εις το Δημόσιον Ταμείον, εις ο είναι βεβαιωμένον το χρέος. 2. Ωσαύτως συμψηφισμός επιτρέπεται υπό τας αυτάς προϋποθέσεις και δια οφειλάς προς το Δημόσιον εκ φόρων και τελών χαρτοσήμου καταβαλλομένων συν τη δηλώσει εις τα Δημόσια Ταμεία. Εν τη περιπτώσει ταύτη ο συμψηφισμός προτείνεται δια δηλώσεως υποβαλλομένης εις την αρμόδιαν Οικονομικήν Εφορίαν.

Υποβολή δηλώσεως συμψηφισμού μετά την λήξιν της προθεσμίας υποβολής δηλώσεως του φόρου ή των τελών, δεν απαλλάσσει τον οφειλέτην των συνεπειών της εκπροθέσμου υποβολής δηλώσεως του φόρου. 3. Ο συμψηφισμός ενεργείται και αυτεπαγγέλτως υπό του Δημοσίου Ταμείου εφ' όσον εκ των παρ' αυτώ στοιχείων αποδεικνύεται η απαίτησις του οφειλέτου.

Δια του συμψηφισμού οι αμοιβαίαι απαιτήσεις αποσβέννυνται αφ' ου χρόνου συνυπήρξαν, φυλαττομένης της διατάξεως του άρθρου 96 του Ν.Δ.321/69. Απαίτησις του Δημοσίου παραγεγραμμένη δύναται να αντιταχθή εις συμψηφισμόν επί τριετίαν από της συμπληρώσεως της παραγραφής. 4. Κατά τα λοιπά ισχύουν οι διατάξεις του Αστικού Κωδικός, εφ' όσον δεν αντίκεινται εις τας διατάξεις του παρόντος".

Με τις παραπάνω διατάξεις του άρθρου 83 ΚΕΔΕ ρυθμίζονται, κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο, οι προϋποθέσεις συμψηφισμού κατά απαιτήσεων του Δημοσίου και των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, όπως είναι και οι Δήμοι, οι οποίες ανάγονται αφενός στο χαρακτήρα της ανταπαίτησης του οφειλέτη, που πρέπει να είναι βέβαιη, εκκαθαρισμένη και να αποδεικνύεται από τελεσίδικη δικαστική απόφαση ή δημόσιο έγγραφο, αφετέρου στη διαδικασία του συμψηφισμού ο οποίος ενεργείται με δήλωση στο Δημόσιο Ταμείο, όπου είναι βεβαιωμένο το χρέος.

Ο παραπάνω τρόπος πρότασης του συμψηφισμού από οφειλέτη του Δημοσίου, είναι κατά τη βούληση του νομοθέτη "αποκλειστικός", υπό την έννοια ότι ο ΚΕΔΕ (v.δ 356/1974) ρυθμίζει ευθέως τα του συμψηφισμού των απαιτήσεων των οφειλετών του Δημοσίου προς χρέη τους προς αυτό, προβλέποντας ρητώς τη δυνατότητα συμψηφισμού εκκαθαρισμένων απαιτήσεων των εν λόγω οφειλετών, που αποκτήθηκαν καθ' οιονδήποτε τρόπο από αυτούς και που αποδεικνύονται από τελεσίδικες δικαστικές αποφάσεις ή δημόσια έγγραφα.

Με τη δήλωση δε συμψηφισμού οφειλέτη του Δημοσίου, έναντι βεβαιωμένων χρεών του προς αυτό, χρηματικής απαίτησης, βεβαίας εκκαθαρισμένης και αποδεικνυομένης από τελεσίδικη δικαστική απόφαση, αποσβέννυνται αυτοδικαίως οι αμοιβαίες αυτές απαιτήσεις αναδρομικώς, από τον χρόνο που συνυπήρξαν και κατά το μέρος που καλύπτονται, με αποτέλεσμα η ταμειακή βεβαίωση του αποσβεσθέντος δια συμψηφισμού, καθόλου ή εν μέρει, χρέους του ως άνω οφειλέτη να μην παρίσταται πλέον σύννομη και να καθίσταται ακυρωτέα (ΣΤΕ 2164/2012, ΣΤΕ 2214/2009).

Από τα παραπάνω συνάγεται σαφώς ότι η προβλέπουσα το συμψηφισμό απαιτήσεων οφειλέτη του Δημοσίου έναντι χρεών αυτού προς το Δημόσιο, διάταξη του άρθρου 83 του ΚΕΔΕ προϋποθέτει ότι το προς το Δημόσιο χρέος του τελευταίου έχει ήδη βεβαιωθεί στο δημόσιο ταμείο, στο οποίο και πρέπει να υποβληθεί η σχετική περί συμψηφισμού δήλωση του οφειλέτη και, επομένως, η εν λόγω διάταξη δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση που το χρέος δεν είναι βεβαιωμένο αλλά η αναγνώριση και καταψήφισή του επιδιώκεται από το Δημόσιο δικαστικά ενώπιον των αρμοδίων δικαστηρίων, οπότε είναι δυνατή η από τον εναγόμενο οφειλέτη πρόταση υπό τις προϋποθέσεις των διατάξεων των άρθρων 441 και 442 ΑΚ, στις οποίες και παραπέμπει η παρ. 4 του άρθρου 83 του ΚΕΔΕ, προς συμψηφισμό της κατά του δημοσίου υφισταμένης αλλά μη αποδεικνυομένης με τελεσίδικη δικαστική απόφαση ή άλλο δημόσιο έγγραφο αμοιβαίας, ομοειδούς και ληξιπρόθεσμης ανταπαίτησής του, καθόσον, τυχόν διαφορετική ρύθμιση, που θα απέκλειε την παραπάνω δυνατότητα, θα ήταν αντίθετη με την αρχή της ισότητας των διαδίκων ως προς τη δικονομική δυνατότητα της πρότασης της ένστασης συμψηφισμού στο πλαίσιο της διεξαγωγής σχετικής δίκης αφού ο εναγόμενος οφειλέτης δεν θα μπορούσε να προβάλλει προς διάγνωση (δια της προτάσεως προς συμψηφισμό) την υφισταμένη αλλά, μη δικαστικά βεβαιωμένη ανταπαίτησή του κατά του Δημοσίου, το οποίο, όμως, ως ενάγον, επιδιώκει τη διάγνωση της κατά του οφειλέτη απαίτησής του.

Με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η από το αρθ. 559 αρ 1 ΚΠολΔ αιτίαση με την επίκληση ότι, η προσβαλλομένη απόφαση, κατά παράβαση των, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων των άρθρων 440- 441 ΑΚ και 83 ν.δ.356/1974 (ΚΕΔΕ), απέρριψε, όπως και η πρωτόδικη απόφαση, ως μη νόμιμη την προταθείσα από την ίδια προς απόκρουση της αγωγής του αναιρεσιβλήτου δήμου, επιδιώκοντος την εκ μέρους της αναιρεσείουσας (εναγομένης) καταβολή προς αυτόν του αναφερομένου στην αγωγή και μη έχοντος βεβαιωθεί στο Δημόσιο Ταμείο χρέους της (ποσού 792.694,78 Ευρώ), ένσταση συμψηφισμού [προς την εν λόγω απαίτηση] της κατά του αναιρεσιβλήτου (ενάγοντος) δήμου εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού υφισταμένης αλλά μη αποδεικνυομένης δια τελεσιδίκου αποφάσεως ή άλλου δημοσίου εγγράφου ανταπαίτησής της, δεχθείσα (εσφαλμένως) τη μη εφαρμογή, στην ένδικη περίπτωση, των περί συμψηφισμού διατάξεων του Αστικού Κώδικα (άρθρ. 440-442) αλλά αυτής του άρθρου 83 του ΚΕΔΕ, την οποία και εσφαλμένως, εφάρμοσε, απορρίπτοντας, ως μη νόμιμη, την προταθείσα ένσταση συμψηφισμού και το σχετικό λόγο της έφεσης αυτής (αναιρεσείουσας) με την μη ορθή αιτιολογία ότι "ο συμψηφισμός απαιτήσεων του οφειλέτη του Δημοσίου, ΝΠΔΔ, ΟΤΑ έναντι χρεών αυτού προς τα εν λόγω νομικά πρόσωπα ρυθμίζεται αποκλειστικά από τη διάταξη του αρθ. 83 ΚΕΔΕ η οποία για το νόμιμο της προβολής του (συμψηφισμού) απαιτεί όπως το χρέος, προς συμψηφισμό τον οποίον προτείνεται η ανταπαίτηση του οφειλέτη, έχει βεβαιωθεί στο οικείο δημόσιο ταμείο, προϋπόθεση όμως που δεν συντρέχει στην ένδικη περίπτωση".

Ο λόγος αυτός πρέπει να γίνει δεκτός ως και ουσιαστικά βάσιμος αφού, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη σχετική μείζονα σκέψη, ο συμψηφισμός απαιτήσεων οφειλετών του Δημοσίου και των ΝΠΔΔ, μεταξύ των οποίων και οι ΟΤΑ, έναντι χρεών αυτών (οφειλετών) προς τα εν λόγω νομικά πρόσωπα είναι επιτρεπτός, στην περίπτωση που το χρέος του οφειλέτη, προς συμψηφισμό του οποίου προτείνεται η ανταπαίτηση του τελευταίου, δεν έχει βεβαιωθεί στο δημόσιο ταμείο, υπό τις προϋποθέσεις που διαγράφονται στις διατάξεις των άρθρων 440-442 του Αστικού Κώδικα, οι οποίες δεν απαιτούν, όπως εσφαλμένως δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, η προς συμψηφισμό προτεινομένη ανταπαίτηση να αποδεικνύεται με τελεσίδικη δικαστική απόφαση ή άλλο δημόσιο έγγραφο και τις οποίες (διατάξεις) εσφαλμένως δεν εφάρμοσε η τελευταία δεχθείσα την εφαρμογή, αντ' αυτών, της διάταξης του άρθρου 83 του ΚΕΔΕ η οποία, κατά τα προεκτεθέντα, εφαρμόζεται μόνο στην περίπτωση που το χρέος του οφειλέτη έχει βεβαιωθεί στο δημόσιο ταμείο, προϋπόθεση όμως που, όπως εκατέρωθεν συνομολογείται αλλά και προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, δεν συνέτρεχε στην ένδικη περίπτωση, επιβαλλομένης, συνακολούθως, της εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 440-442 ΑΚ, τις οποίες όμως εσφαλμένως απέκρουσε η προσβαλλομένη, υποπίπτουσας στην αποδιδομένη με τον ως άνω αναιρετικό λόγο πλημμέλεια.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι, ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης, ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 179/2013, ΑΠ 495/2013, ΑΠ 467/2013).

Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η από το αρθρ. 559 αρ 19 ΚΠολΔ αιτίαση με την επίκληση ότι, η προσβαλλομένη απόφαση απέρριψε, με αντιφατική αιτιολογία του νομικού της συλλογισμού, που αναφέρεται στο πραγματικό των, περί συμβατικού ή εκουσίου συμβιβασμού, εφαρμοσθέντων κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρα 361ΑΚ και 440 ΑΚ), τον ισχυρισμό της περί καταρτίσεως, μεταξύ αυτής και του αναιρεσιβλήτου συμβάσεων εκουσίων συμψηφισμών των μεταξύ τους υφισταμένων απαιτήσεων, καθόσον, "αν και δέχθηκε ότι η σύμβαση (του εκουσίου) συμψηφισμού δεν υπόκειται σε τύπο ώστε να απαιτούνται σχετικές αποφάσεις του οικείου δημοτικού συμβουλίου ως συστατικός τύπος αυτής, εν τούτοις απέρριψε τον ισχυρισμό (μας) περί ύπαρξης τέτοιας σύμβασης με το αιτιολογικό ότι ουδέποτε το δημοτικό συμβούλιο του αναιρεσιβλήτου έλαβε σχετική απόφαση για τη σύναψή ή έγκρισή της".

Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως στηριζόμενος στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι ο προβληθείς ως άνω ισχυρισμός απορρίφθηκε με την επικαλουμένη από την αναιρεσείουσα ως άνω αιτιολογία (μη λήψη σχετικής απόφασης του δημοτικού συμβουλίου), η οποία όμως δεν συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση αφού, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, ο παραπάνω ισχυρισμός απορρίφθηκε εξαιτίας της μη απόδειξης από την έχουσα το σχετικό βάρος αναιρεσείουσα (ενισταμένη) της κατάρτισης, καθ' οιονδήποτε τρόπο, των επικαλουμένων συμβάσεων εκουσίων συμψηφισμών, με αιτιολογία, δηλαδή, που δεν θεμελιώνεται στην έλλειψη σχετικής απόφασης του δημοτικού συμβουλίου, η περί της οποίας αναφορά στην προσβαλλομένη απόφαση αποτελεί την επιχειρηματολογία του Δικαστηρίου προς επίρρωση της ορθότητας της κρίσης του περί μη κατάρτισης των επικαλουμένων συμβάσεων εκουσίου συμψηφισμού, όπως αυτό σαφώς προκύπτει από την παραδοχή αυτής ότι " ...και ναι μεν η σύμβαση (εκουσίου) συμψηφισμού δεν υπόκειται σε τύπο, ώστε να μην απαιτούνται αποφάσεις δημοτικού συμβουλίου ως συστατικός τύπος αυτής, η μη ύπαρξη ωστόσο αυτού, αποδεικνύει τη μη λήψη σχετικής απόφασης του ΟΤΑ", η οποία (επιχειρηματολογία) δεν ελέγχεται αναιρετικά με τον από το αρθρ.559 αρ.19ΚΠολΔ λόγο.(ΑΠ1703/09, ΑΠ1008/2007).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 281 ΑΚ και 262, 269 και 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, εάν για τη θεμελίωση ισχυρισμού καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος προβάλλονται περισσότερα αυτοτελή ουσιώδη πραγματικά περιστατικά, τα οποία πρέπει να ληφθούν αθροιστικά υπόψη, ως "πράγματα", που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, η μη λήψη των οποίων ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 8 εδάφιο β' του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, αποτελούν το καθένα από τα περισσότερα πραγματικά περιστατικά, που έχουν παραδεκτώς προβληθεί, εφόσον όμως, αθροιστικώς λαμβανόμενα υπόψη, θεμελιώνουν την από το άρθρο 281 ΑΚ καταχρηστική άσκηση δικαιώματος, καθόσον, διαφορετικά, δεν αποτελούν πράγματα κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ.

και επομένως δεν μπορεί να θεμελιώσουν τον από την εν λόγω διάταξη προβλεπόμενο αναιρετικό λόγο.

Συνεπώς, η μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ενός ή περισσοτέρων από αυτά, τότε μόνο στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από την τελευταία διάταξη λόγο αναιρέσεως (ΑΠ 623/2011, ΑΠ1408/2010), όταν αυτά, αθροιστικά λαμβανόμενα υπόψη μαζί μ' εκείνα που αναφέρονται στην προσβαλλομένη απόφαση, θεμελιώνουν τον από το άρθρο 281 ΑΚ ισχυρισμό.

Με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η από το αρθρ. 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι, η προσβαλλομένη απόφαση, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα τα αναφερόμενα παρακάτω πραγματικά περιστατικά, που είχαν νομίμως προταθεί από την ίδια (πρωτοδίκως αλλά και δευτεροβαθμίως) προς θεμελίωση της προβληθείσας, [προς απόκρουση της κατ' αυτής ένδικης αγωγής του αναιρεσιβλήτου δήμου] από το άρθρο 281ΑΚ ένστασης, τα οποία, λαμβανόμενα υπόψη, αθροιστικά με αυτά που ελήφθησαν, θα οδηγούσαν σε κρίση θετική και όχι αρνητική, όπως έγινε, περί της νομικής βασιμότητας αυτής (ένστασης).

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή (αρθ. 561 παρ 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση των πρωτοδίκων προτάσεων της αναιρεσείουσας και του δικογράφου της ασκηθείσας από την τελευταία έφεσης προκύπτει ότι, η αναιρεσείουσα (εναγομένη) πρότεινε προς απόκρουση της κατ' αυτής αγωγής του αναιρεσιβλήτου δήμου την από το αρθ. 281 ΑΚ ένσταση προς θεμελίωση της οποίας επικαλέστηκε ότι :

"(α) η προγενέστερη επί μακρά σειρά ετών συμπεριφορά του αναιρεσίβλητου Δήμου περί της πρακτικής της συμψηφιστικής εξόφλησης των εκατέρωθεν απαιτήσεων δημιούργησε εύλογα και βάσιμα σε μας την πεποίθηση ότι τα φερόμενα ως οφειλόμενα μερίσματα των ένδικων χρήσεων έχουν ολοσχερώς εξοφληθεί. (β) ο αναιρεσίβλητος Δήμος απολάμβανε όλα αυτά τα χρόνια τα οφέλη εκ των ανωτέρω συμφωνιών και διευκολύνθηκε πολλαπλώς από την εταιρεία μας για την εκπλήρωση του έργου του, που άλλως δεν μπορούσε έγκαιρα και απρόσκοπτα να επιτελέσει, χωρίς να καταβάλλει την οφειλόμενη αντιπαροχή του.

γ)ο αναιρεσίβλητος Δήμος γνώριζε ότι τα μερίσματα των ενδίκων χρήσεων είχαν εξοφληθεί δια συμψηφισμού προς δικές μας απαιτήσεις εναντίον του προς καταβολή του τιμήματος από τις πιο πάνω παροχές μας σε αυτόν.

(δ) από το έτος 1999 μέχρι το 2006 ουδέποτε ο αναιρεσίβλητος Δήμος ισχυρίστηκε ότι τα ένδικα μερίσματα δεν είχαν εξοφληθεί δια των καταβολών δια τραπεζικών επιταγών και δια των γενομένων μεταξύ μας εκουσίων (συμβατικών) συμψηφισμών, ούτε και όχλησε την εταιρεία μας να προβεί σε καταβολή δήθεν οφειλομένων μερισμάτων, ακριβώς διότι γνώριζε ότι τα εν λόγω μερίσματα είχαν εξοφληθεί.

(ε) δια της προμηθείας των αιτούμενων υλικών από την εταιρεία μας στην οποία ο αναιρεσίβλητος είναι μέτοχος κατά ποσοστό 20,333% επαυξανόταν δια της αυξήσεως του τζίρου της εταιρείας μας και το ποσό των μερισμάτων που ελάμβανε συνεπεία της μετοχικής του ιδιότητος, (στ) ο αναιρεσίβλητος Δήμος είχε απαιτήσει να λαμβάνει και όντως λάμβανε επί πλέον ποσά ως μέρισμα από αυτά που εδικαιούτο λαμβάνειν συνεπεία της μετοχικής του ιδιότητος για όσα έτη το ετήσιο μέρισμα που εδικαιούτο να λαμβάνει ως μέτοχος υπελείπετο του 5% του ακαθαρίστου τζίρου της εταιρείας μας, ποσά τα οποία δεν εδικαιούτο καθότι ήταν συνεκμεταλλευτής του λατομείου. Τα εν λόγω δε επί πλέον ποσά η εταιρεία μας αποδέχθηκε να καταβάλλονται στον αναιρεσίβλητος Δήμο εξ ημισείας παρά των μετόχων της εταιρείας μας ανωνύμων εταιρειών.

Μάλιστα δια της προμηθείας των παραπάνω υλικών αυτών από την εταιρεία μας επαυξανόταν δια της αυξήσεως του ακαθαρίστου τζίρου της εταιρείας μας τόσο το ποσό των μερισμάτων που ελάμβανε ο αναιρεσίβλητος Δήμος συνεπεία της μετοχικής του ιδιότητος, όσο και το ποσό των μερισμάτων που ο αναιρεσίβλητος Δήμος απαίτησε να λαμβάνει επί πλέον των μερισμάτων που εδικαιούτο λόγω της μετοχικής του ιδιότητος.

(ζ) η μη τήρηση εκ μέρους του αναιρεσίβλητου δήμου των νομίμων διαδικασιών σύναψης συμβάσεων οφειλόταν σε δικές του πράξεις και παραλείψεις μη τήρησης των διατάξεων του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα και όχι στην εταιρεία μας (η οποία εταιρεία μας σε κάθε περίπτωση δεν θα μπορούσε να επιβάλλει στον Δήμο την τήρηση του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα ούτε να υποκαταστήσει τον Δήμο ενεργώντας αντ' αυτού).

(η) ο ίδιος ο αναιρεσίβλητος Δήμος ήταν εκείνος που ουδέποτε βεβαίωσε τα μερίσματα στο Δημόσιο Ταμείο, ώστε αυτά να αποτελέσουν δημόσιο έσοδο κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 83 ΚΕΔΕ, με αποτέλεσμα η εκ μέρους του επικαλούμενη ακυρότητα των συμψηφισμών λόγω μη εφαρμογής των προϋποθέσεων συμψηφισμού του άρθρου αυτού να αντίκειται στην καλή πίστη και τα χρηστά ήθη".

Το εφετείο απέρριψε ως νομικά αβάσιμη την ένσταση λαμβάνοντας υπόψη μόνο το υπό στοιχ α' περιστατικό όχι όμως και τα υπόλοιπα επικληθέντα, τα οποία , μαζί μ' αυτό είχε προτείνει η αναιρεσείουσα για τη θεμελίωση της προταθείσας ένστασης. Η παράλειψη όμως αυτή του εφετείου δεν ιδρύει, όπως αβασίμως επικαλείται η αναιρεσείουσα, τον επικαλούμενο αναιρετικό λόγο καθόσον τα εκτεθέντα ως άνω υπό στοιχ.

β-η πραγματικά περιστατικά σε συνδυασμό με το αναφερόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση, και αληθή υποτιθέμενα, δεν καθιστούν καταχρηστική την άσκηση του αγωγικού δικαιώματος ιδιαίτερα ενόψει των παραδοχών της προσβαλλομένης ότι δεν αποδείχθηκε η από την αναιρεσείουσα προταθείσα κατάρτιση συμβάσεων εκουσίων (συμβατικών) συμψηφισμών προς τα οφειλόμενα στον αναιρεσίβλητο δήμο μερίσματα των από τον τελευταίο προς αυτή οφειλομένων χρηματικών ποσών αλλά η διενέργεια μονομερών (άκυρων) από την αναιρεσείουσα συμψηφισμών, λόγω της άρνησης του αναιρεσιβλήτου δήμου να ανταποκριθεί στην περί συμβατικών συμψηφισμών απαίτησή της.

Κατ' ακολουθίαν όλων των προαναφερθέντων πρέπει να γίνει δεκτός ως και ουσιαστικά βάσιμος ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, απορριπτομένων των λοιπών λόγων αυτής, να αναιρεθεί (εν μέρει) η προσβαλλομένη απόφαση κατά το εκκληθέν με την έφεση της αναιρεσείουσας κεφάλαιο της εκκαλουμένης (υπ' αριθμ. 176/2010 απόφασης του Πολ.

Πρωτ. Χανίων) που αναφέρεται στην απόρριψη της προταθείσας απ' αυτήν ένστασης (μονομερούς) συμψηφισμού, και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που την εξέδωσε, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (αρθ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), διατασσομένης της επιστροφής του παραβόλου στην αναιρεσείουσα (αρ. 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).

Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσιβλήτου (αρ. 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθμ. 283/2012 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Κρήτης κατά το εκκληθέν με την έφεση της αναιρεσείουσας κεφάλαιο της υπ' αριθ. 176/2010 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων, που αναφέρεται στην απόρριψη της ένστασης μονομερούς συμψηφισμού.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση προς περαιτέρω, κατά το παραπάνω κεφάλαιο, εκδίκαση στο Εφετείο Κρήτης, συγκροτούμενο από διαφορετικούς, από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρουμένη απόφαση δικαστές.

ΔΙΑΤΑΖΕΙ την επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας από τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 4η Φεβρουαρίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 7η Απριλίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ