Supreme Court dismisses appeal on property ownership claim, ruling lower court properly considered all evidence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by four individuals against the Patras Court of Appeal's decision regarding property ownership. The appellants argued that the appellate court failed to consider specific witness testimonies, official documents from the Social Security Institute, and expert opinions submitted during the proceedings. The court ruled that the appellate judgment explicitly stated it had taken all submitted documents into account and evaluated them collectively, rendering the appeal's claim of omission baseless.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1042, 1043, 1044 of the Civil Code; Article 559(1) and 559(19) of the Code of Civil Procedure: An appeal alleging failure to consider evidence is inadmissible if the lower court's reasoning demonstrates it evaluated all submitted materials, even without separate detailed analysis.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 782 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 782/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Νικόλαο Μπιχάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 8 Φεβρουαρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Α. Κ. του Α., 2. Σ. Κ. του Α., 3. Ε. Κ. του Α. και 4. Γ. Κ. του Α., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Παπανικολάου.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ν. Γ. του Κ. και 2. Δ. συζ. Ν. Γ., το γένος Π. Γ., κατοίκων ..., από τους οποίους ο πρώτος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ελευθέριο Σεραφείμ και η δεύτερη εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-9-2000 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 67/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 509/2006 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της αποφάσεως αυτής ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 21-7-2006 αίτησή τους και τους από 23-7-2007 προσθέτους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Μπιχάκης, ανέγνωσε την από 3-3-2008 εισήγηση του αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Λεωνίδα Ζερβομπεάκου με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αίτησης αναίρεσης και του πρόσθετου λόγου αυτής.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και του πρόσθετου λόγου, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1044, 1042 και 1043 του ΑΚ, για να γίνει κάποιος κύριος σε ακίνητο με τακτική χρησικτησία αρκεί και ο νομιζόμενος τίτλος, εφόσον δικαιολογείται η καλή του πίστη, δηλαδή όταν χωρίς βαριά αμέλεια είχε την πεποίθηση ότι με βάση νόμιμο τίτλο απέκτησε σ' αυτό (ακίνητο) την κυριότητα. Έτσι, νομιζόμενος τίτλος υπάρχει και όταν ο αγοραστής, κατά την εφαρμογή του τίτλου του, από συγγνωστή πλάνη, υπολαμβάνει ότι ο τίτλος του καταλαμβάνει έκταση μεγαλύτερη από αυτή που του πωλήθηκε ή συνεχόμενο ακίνητο.
Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάση του πραγματικού κανόνα δικαίου νια την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας ή την άρνηση της.
Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ.19 ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και νωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες νια το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και νωρίς αντιφάσεις (Ολ.ΑΠ 24/1992).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχτηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Οι ενάγοντες, ήδη εφεσίβλητοι, από κοινού με την αποβιώσασα αδελφή τους Α. είχαν καταστεί συγκύριοι κατά ποσοστό 1/5 εξ αδιαιρέτου έκαστος ενός αγρού εκτάσεως 110 στρεμμάτων περίπου, που βρίσκεται στη θέση "ΛΥΚΟΧΩΡΟΣ" της κτηματικής περιφέρειας της πρώην Κοινότητας Ελεκίστρας Πατρών.
Με το .../3-5-1985 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Πατρών Νίκου Παφύλα, που μεταγράφηκε νόμιμα, οι ενάγοντες με την επίσης συγκυρία τότε αδελφή τους Α. μεταβίβασαν λόγω πωλήσεως στους εναγομένους, που είναι σύζυγοι, από κοινού και κατ' ισομοιρίαν ένα τμήμα από το παραπάνω ακίνητο, όπως αυτό περιγράφεται λεπτομερώς κατ' έκταση και όρια στο συμβόλαιο αυτό και εικονίζεται στο από 20-3-1985 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού Α.
Σ., που έχει προσαρτηθεί στο συμβόλαιο και αποτελεί, όπως αναφέρεται, αναπόσπαστο τμήμα αυτού. Συγκεκριμένα, το ακίνητο που μεταβιβάστηκε, όπως εμφανίζεται στο τοπογραφικό διάγραμμα υπό τα στοιχεία ΔΖΗΘΔ, έχει εμβαδόν 4.062,82 τ.μ. και συνορεύει γύρωθεν ανατολικά σε πλευρά ΖΗ μήκους 56 μ. με υπόλοιπη ιδιοκτησία πωλητών, δυτικά σε πλευρά ΔΘ μήκους 67,40 μ.
με αγροτικό δρόμο πλάτους 6,00 μ. βόρεια σε πλευρά ΘΗ μήκους 54 μ. με ιδιοκτησία Α. Κ. και νότια σε πλευρά ΔΖ μήκους 91,10μ. με υπόλοιπη ιδιοκτησία πωλητών. Με την ένδικη από 23-9-2000 αγωγή τους οι ενάγοντες ισχυρίσθηκαν ότι οι εναγόμενοι μεταξύ των ετών 1987 και 1989, αυθαιρέτως ενεργώντας, μετακινούσαν τα σύνορα του ακινήτου τους προς τη βόρεια και την ανατολική πλευρά κι έτσι κατέλαβαν τμήμα της ιδιοκτησίας των εναγόντων εμβαδού 197,95 τ.μ.
προς την βόρεια πλευρά και 699,34 τ.μ. προς την ανατολική πλευρά, όπως αυτά απεικονίζονται στο από Σεπτεμβρίου 2000 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Κ. Χ., τα οποία και προσάρτησαν στο ακίνητό τους και ζητούσαν να αναγνωρισθεί η συγκυριότητά τους επ' αυτών και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να τους τα αποδώσουν.
Οι τελευταίοι ισχυρίσθηκαν πρωτίστως ότι είχαν καταστεί κύριοι των επίδικων τμημάτων με τακτική χρησικτησία, αφού νέμονται αυτά από το έτος 1985 συνεχώς και ανενοχλήτως μέχρι την άσκηση της αγωγής με καλή πίστη και με τη δικαιολογημένη πεποίθηση ότι περιλαμβάνονται στον τίτλο ιδιοκτησίας του ακινήτου τους.
Πράγματι, δοθέντος ότι το ακίνητο που αγόρασαν δεν ήταν οριοθετημένο, οι εναγόμενοι αμέσως μετά την απόκτησή του προέβησαν σε εφαρμογή του τίτλου ιδιοκτησίας και στη συνέχεια ανέθεσαν στον πολιτικό μηχανικό Β. Θ., που εξετάσθηκε ως μάρτυρας, να επιμεληθεί για την έκδοση οικοδομικής αδείας προκειμένου να ανεγείρουν οικοδομή.
Τα όρια του ακινήτου υποδείχθηκαν από τον αρχιτέκτονα μηχανικό Α. Σ., ο οποίος είχε συντάξει, όπως προαναφέρθηκε το τοπογραφικό διάγραμμα που προσαρτήθηκε στο συμβόλαιο. Στην υποδειχθείσα και γενόμενη κοινώς αποδεκτή από τους διαδίκους οριοθέτηση έγινε ακολούθως σταθερή περίφραξη του ακινήτου με βάση από σκυρόδεμα και σιδερένιους πασσάλους και συρματόπλεγμα.
Λόγω του ότι το ακίνητο (όπως και το μείζον αγροτεμάχιο των εναγόντων) είχε μεγάλη κλίση, διαμορφώθηκε κατάλληλα με μηχάνημα και εργατικό προσωπικό για να είναι προσβάσιμο και εκμεταλλεύσιμο για τον σκοπό που προοριζόταν (κατοικία). Ο πολιτικός μηχανικός Β. Θ. δεν έκαμε καταμέτρηση του οικοπέδου, αφού τον διαβεβαίωσαν ότι ήταν οριοθετημένο κι έτσι συνέταξε το από του μηνός Αυγούστου 1985 τοπογραφικό διάγραμμα βασιζόμενος στο συμβόλαιο και το τοπογραφικό διάγραμμα που ήταν προσαρτημένο σε αυτό, εκδόθηκε δε στη συνέχεια η 1045/22-11-1985 άδεια οικοδομής της Πολεοδομίας Πατρών.
Εξαιτίας της "έντονης κλίσης του εδάφους" ο πολιτικός μηχανικός έκαμε πέντε διαζώματα, που εμφανίζονται στο τοπογραφικό του διάγραμμα και τα οποία κατασκευάσθηκαν με τη χρήση μηχανημάτων (μπουλντόζας). Ακόμη, όπως ο ίδιος κατέθεσε, πλησίον της περίφραξης έχουν φυτευθεί από τότε (1985) δένδρα, ενώ η κατασκευή της οικίας διήρκεσε περισσότερο από τρία χρόνια και πάντως αποπερατώθηκε περί το έτος 1990.
Κατόπιν της ένδικης διαφοράς που δημιουργήθηκε με τους ενάγοντες, οι εναγόμενοι με τις από 11-10-2002 και 11-4-2003 αιτήσεις τους προς το Γεωτεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος ζήτησαν τον διορισμό πραγματογνώμονα για να αποφανθεί για την ηλικία των δένδρων, της περίφραξης κ.λ.π. του ακινήτου τους, διορίσθηκαν δε πραγματογνώμονες οι γεωπόνοι Γ.
Σ. και Γ. Κ.. Ο πρώτος εξ αυτών στην από 11-10-2002 έκθεση του αναφέρει για τα δένδρα που είναι στη βόρεια και ανατολική πλευρά του ακινήτου, όπου εντοπίζεται η επίδικη διαφορά, ότι στη μεν βόρεια πλευρά και σε απόσταση δύο μέτρων από την περίφραξη υπάρχουν 14 ελαιόδενδρα παραγωγής ελαίου ντόπιας ποικιλίας, ηλικίας 15-17 ετών και στην ανατολική πλευρά σε απόσταση τριών μέτρων από την περίφραξη υπάρχουν 4 ελαιόδενδρα (ελαιοποιήσιμες ελιές), 2 ελαιόδενδρα (ελιές βρώσιμες) και από μία λεμονιά, αμυγδαλιά και συκιά, εκτιμά δε ότι και τα δένδρα αυτά έχουν ηλικία 15-17 ετών.
Ο δεύτερος εξ αυτών στην από 7-5-2003 έκθεση του αναφέρει ότι στην ανατολική πλευρά του ακινήτου και σε απόσταση 1-3 μ. από την περίφραξη υπάρχουν τα δένδρα που αναφέρει και ο πρώτος πραγματογνώμονας, των οποίων την ηλικία εκτιμά σε 15-18 χρόνια, ενώ στη βόρεια πλευρά αναφέρει ότι σε απόσταση δύο μέτρων από την περίφραξη υπάρχουν 10 ελαιόδενδρα της αυτής ως άνω ηλικίας.
Και οι δύο πραγματογνώμονες εκθέτουν για την περίφραξη ότι είναι συνεχής από συρματόπλεγμα και σιδηροπασσάλους και έχει ύψος 1,70 μ. Η κατάσταση που διαμορφώθηκε σχετικά με τα όρια του ακινήτου μετά την κατά τα άνω περίφραξη δεν μεταβλήθηκε έκτοτε, όπως κατέθεσε μετά λόγου γνώσεως και αξιοπιστίας ο πολιτικός μηχανικός Β.
Θ.. Ο ίδιος μάρτυρας κατέθεσε χαρακτηριστικά ότι "αν υπάρχει λάθος θα είναι στην αρχική (οριοθέτηση)", που όπως ελέχθη έγινε με υπόδειξη του αρχιτέκτονα μηχανικού των εναγόντων Α. Σ., και ότι "αν είχε μετακινηθεί ο πάσσαλος το τελευταίο διάζωμα θα ήταν εξαφανισμένο", ενώ τα διαζώματα που αποτυπώνονται στο από Αυγούστου 1985 τοπογραφικό διάγραμμά του κατασκευάσθηκαν σε συνάρτηση με την υφιστάμενη τότε οριοθέτηση του ακινήτου.
Η άποψη αυτή ενισχύεται και από την κατάθεση του μάρτυρα Σ. Ν., υπαλλήλου του ΟΤΕ, που το έτος 1985 υπηρετούσε στην Πάτρα. Ο εν λόγω μάρτυρας επιμελήθηκε για τη μετατόπιση των καλωδίων του ΟΤΕ που διέρχονταν από το ακίνητο που είχαν αγοράσει τότε οι εναγόμενοι, προκειμένου οι τελευταίοι να οικοδομήσουν και κατέθεσε ότι ο στύλος των καλωδίων που τοποθετήθηκε τότε στη βορεινή πλευρά και συγκεκριμένα ο κυρίως στύλος στην εξωτερική πλευρά της περίφραξης και η αντιρρίδα (ξύλινος στύλος στήριξης πλάγιας θέσης) στην εσωτερική πλευρά της περίφραξης, διαπίστωσε σε πρόσφατη επίσκεψή του ότι είναι στην αρχική τους θέση (όπως και τα καλώδια και ο άλλος στύλος στη δυτική πλευρά).
Η κατάθεση του επιμέλεια των εναγόντων εξετασθέντος μάρτυρα Ι. Γ., που είναι κύριος όμορου ακινήτου με αυτό των εναγομένων, ότι, ενώ η αρχική οριοθέτηση έγινε με υπόδειξη του μηχανικού, μετά από 3-4 χρόνια οι εναγόμενοι άρχισαν να μετακινούν την πρόχειρη περίφραξη και κατ' αυτό τον τρόπο κατέλαβαν σταδιακά και μέχρι το έτος 1995 με 1996 που έλαβε χώρα η τελευταία μετακίνηση, τα ήδη επίδικα τμήματα και ότι ο ίδιος ενημέρωσε αμέσως και επανειλημμένως τους ενάγοντες και ιδίως τον πρώτο εξ αυτών, δεν κρίνεται πειστικός.
Εκτός του ότι η κατάθεσή του αντικρούεται από τα προαναφερθέντα αναμφίβολα στοιχεία, όπως είναι η κατασκευή διαζωμάτων και η φύτευση δένδρων ήδη ανάλογης ηλικίας, που επιβεβαιώνουν το αμετάβλητο της περίφραξης, τέτοιες μετακινήσεις που προϋποθέτουν και τη χρησιμοποίηση εργατικού προσωπικού και κάποιων μηχανικών μέσων, θα μπορούσαν ευχερώς να γίνουν αντιληπτές από τους ίδιους τους ενάγοντες, που επισκέπτονταν τακτικά το μείζον ακίνητό τους, το οποίο καλλιεργούσαν και παλαιότερα χρησιμοποιούσαν ως βοσκοτόπι και δεν υπήρχε λόγος να ενημερώνονται από τον μάρτυρα.
Περαιτέρω όμως, παρά την εν λόγω ενημέρωση και την επικαλούμενη ακόμη από τον ίδιο μάρτυρα αυθαίρετη και αρπακτική συμπεριφορά των εναγομένων, δεν υπάρχει κανένα πειστικό στοιχείο από το οποίο να προκύπτει ότι μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής οι ενάγοντες δεν αδιαφόρησαν αλλά διαμαρτυρήθηκαν για την κατάληψη τμήματος του ακινήτου τους από τους εναγομένους, όταν μάλιστα στην αγωγή τους ισχυρίζονται ότι η κατάληψη αυτή έγινε κατά τα έτη 1987 με 1989, πάντως δε ο μάρτυρας κατέθεσε ότι τους ενημέρωσε για πρώτη φορά το έτος 1990 και παρά ταύτα από τότε παρήλθε ολόκληρη δεκαετία χωρίς να προκύπτει οποιαδήποτε βάσιμη αντίδραση.
Ούτε κρίνεται λογικός ο εφησυχασμός τους επί μεγάλο χρονικό διάστημα με την αιτιολογία ότι γίνονταν προσπάθειες συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς, αφού τέτοιες προσπάθειες που θα δικαιολογούσαν την άπρακτη παρέλευση τόσων ετών δεν αποδείχθηκαν. Η απόκλιση των ορίων κατά την αρχική (και μοναδική) οριοθέτηση του ακινήτου των εναγόντων εξηγείται λόγω της μεγάλης τότε (αφού αμέσως μετά την οριοθέτηση επακολούθησε διαμόρφωση, όπως ελέχθη, του εδάφους) κατά ποσοστό 25% κλίσης του εδάφους (εξαιτίας της οποίας κατασκευάσθηκαν τα διαζώματα), η οποία συντέλεσε στον εσφαλμένο καθορισμό των ορίων.
Κατά συνέπεια, η κατάληψη των επίδικων τμημάτων από τους εναγομένους, δηλαδή η κατάληψη περισσότερου τμήματος από αυτό που είχε πωληθεί, έγινε κατά την εφαρμογή του τίτλου του ακινήτου τους το έτος 1985 και οφείλεται σε συγγνωστή πλάνη, διότι, αφού τα όρια καθορίσθηκαν και υποδείχθηκαν από κοινού με τους ενάγοντες και δη από τον αρχιτέκτονα μηχανικό που είχε συντάξει το προσαρτημένο στο πωλητήριο συμβόλαιο τοπογραφικό διάγραμμα, πίστευαν δικαιολογημένα ότι το επίδικο τμήμα περιλαμβανόταν στον τίτλο τους, έκτοτε δε το κατείχαν με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, εγκαταστάθηκαν και το διαμόρφωσαν όπως ακριβώς και το υπόλοιπο μη αμφισβητούμενο ακίνητό τους, φύτευσαν δένδρα και γενικά το νέμονταν συνεχώς και ανενοχλήτως μέχρι της προκειμένης από 23/9/2000 αγωγής.
Έτσι, έγιναν κύριοι του επιδίκου με τακτική χρησικτησία σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρ. 1041-1043 του ΑΚ, αφού συνέτρεξαν στο πρόσωπό τους όλες οι απαιτούμενες γι' αυτήν προϋποθέσεις και συγκεκριμένα νόμιμος (νομιζόμενος) τίτλος και υπερδεκαετή με διάνοια κυρίου και με καλή πίστη νομή. Επομένως, η προσηκόντως προβληθείσα σχετική ένσταση των εναγομένων έπρεπε να γίνει δεκτή και ως ουσία βάσιμη και να απορριφθεί η αγωγή.
Η εκκαλουμένη απόφαση που απέρριψε την ένσταση ως ουσία αβάσιμη, δέχθηκε δε την αγωγή και ως ουσία βάσιμη και αναγνώρισε τους ενάγοντες συγκυρίους του επιδίκου, εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις. Κατά συνέπεια, πρέπει κατά παραδοχή του συναφούς πρώτου λόγου, να γίνει δεκτή η έφεση και ως ουσία βάσιμη, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση, να διακρατηθεί η υπόθεση και εκδικαζομένη κατ' ουσίαν να απορριφθεί η αγωγή".
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, απέρριψε την ένδικη διεκδικητική αγωγή των αναιρεσειόντων, κατά παραδοχή της σχετικής ενστάσεως ιδίας κυριότητας των αναιρεσιβλήτων, κτηθείσας με τακτική χρησικτησία, βάσει του προαναφερόμενου νομιζόμενου τίτλου. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες διατάξεις του Αστικού Κώδικα, ούτε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης με ελλείπεις ή αντιφατικές αιτιολογίες τόσο ως προς την παραδοχή της ενστάσεως ιδίας κυριότητας των αναιρεσιβλήτων, όσο και ως προς την απόρριψη της αντένστασης των αναιρεσειόντων περί αναστολής της χρησικτησίας των αναιρεσιβλήτων, επειδή οι τελευταίοι απέτρεψαν με δόλο τους αναιρεσείοντες να ασκήσουν την αγωγική τους αξίωση μέσα στο εξάμηνο του χρόνου συμπλήρωσης της χρησικτησίας, γι' αυτό και πρέπει οι περί του εναντίου πρώτος, δεύτερος, τρίτος και ένατος κύριοι, καθώς και ο μοναδικός πρόσθετος, λόγοι αναίρεσης να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο διαμόρφωσε την κρίση του αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε και όχι όταν το έγγραφο αυτό εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, εκτός αν εξαίρεται αναφορικά με το περί υπάρξεως ή ανυπαρξίας γεγονότος πόρισμα του δικαστηρίου της ουσίας, αφού, σε περίπτωση μη συνδρομής της εξαιρέσεως αυτής, δεν είναι δυνατή, εξαιτίας της συνεκτιμήσεώς του μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, η διακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας που προσδόθηκε σ' αυτό, ενώ η από τη συνεκτίμησή του μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα κρίση του δικαστηρίου είναι, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, ανέλεγκτη.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τους τέταρτο και πέμπτο κύριους λόγους αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ πλημμέλεια επειδή παραμόρφωσε το περιεχόμενο των από Αυγούστου 1985 και 20-3-1985 τοπογραφικών διαγραμμάτων των πολιτικών μηχανικών Β.
Θ. και Α. Σ., αντίστοιχα, μολονότι, όπως δέχονται οι αναιρεσείοντες με την αναίρεσή τους, το Εφετείο σχημάτισε την για το ουσιαστικά αβάσιμο της ένδικης διεκδικητικής αγωγής αυτών και για την ουσιαστική βασιμότητα της ενστάσεως ιδίας κυριότητας των αναιρεσιβλήτων κρίση του "από τις καταθέσεις των μαρτύρων ...
τις ένορκες βεβαιώσεις ... και από όλα τα έγγραφα, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι".
Συνεπώς, οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως πρέπει, σύμφωνα με όσα διαλαμβάνονται στην πιο πάνω σκέψη, να απορριφθούν ως αβάσιμοι, διότι το Εφετείο σχημάτισε την κρίση του ύστερα από συνεκτίμηση όλων των αποδείξεων που προσκομίστηκαν και δη των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων που, με επίκληση, προσκομίστηκαν, μεταξύ των οποίων και εκείνα που φέρονται ότι παραμορφώθηκαν κατά το περιεχόμενό τους, τα οποία δεν εξαίρονται ως έγγραφα επί των οποίων να βασίστηκε αποκλειστικά ή έστω κατά κύριο λόγο η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο αυτό κατέληξε ως προς την ύπαρξη ή ανυπαρξία των αποδεικτικών γεγονότων. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά.
Εν προκειμένω, με τον έβδομο λόγο του κυρίου δικογράφου της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ως πλημμέλεια η παραδοχή ως αληθινών των αναφερόμενων στον λόγο αυτό πραγματικών περιστατικών, που θεμελιώνουν την ένσταση ιδίας κυριότητας των αναιρεσίβλητων επί του επίδικου ακινήτου, χωρίς απόδειξη.
Όπως, όμως, προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο, στην παραδοχή του για την ουσιαστική βασιμότητα των ως άνω περιστατικών κατέληξε ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων κ.λ.π., των αναφερομένων σ' αυτήν ενόρκων βεβαιώσεων, καθώς επίσης και των εγγράφων, τα οποία με επίκληση προσκόμισαν οι διάδικοι.
Έτσι, στην εν λόγω παραδοχή του το Εφετείο δεν κατέληξε χωρίς απόδειξη και γι' αυτό πρέπει ο προαναφερόμενος από το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμό 11γ του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία με επίκληση προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους.
Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον έκτο από το άρθρο 559 αριθμός 11γ του ΚΠολΔ, λόγο αναιρέσεως, προσάπτουν την αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του, α) τις καταθέσεις των μαρτύρων Α. Σ., Χ. Σ. και Γ. Ν. Κ., που λήφθηκαν στα πλαίσια προανάκρισης που διενεργήθηκε μετά από μήνυση των αναιρεσειόντων μετά την οποία συντάχθηκε το 1536/2005 κατηγορητήριο του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πατρών, β) το υπ' αριθ. 4480/14.3.2003 έγγραφο του ΙΚΑ Άνω Πόλεως Πατρών, γ) την από 10.10.1980 υπεύθυνη δήλωση του ν. 1599/1986 του πρώτου αναιρεσιβλήτου προς το ΙΚΑ Άνω Πόλεως Πατρών, δ) την πινακίδα παρακολούθησης του έργου των αναιρεσιβλήτων από το ΙΚΑ Άνω Πόλεως Πατρών και ε) τις ανακεφαλαιωτικές καταστάσεις εντολών Οικοδ.
και Τεχνικών Εργασιών του ΙΚΑ Άνω Πόλεως Πατρών των μηνών από Νοεμβρίου 1985 έως Ιουλίου 1986, από τα οποία έγγραφα, τα μεν υπό στοιχεία α, γ και δ επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες με τις προτάσεις τους κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο Εφετείο μετά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ενώ τα υπό στοιχεία β και ε έγγραφα προσκόμισαν μεν οι αναιρεσίβλητοι, αλλά νομίμως τα επικαλέστηκαν και οι αναιρεσείοντες προς απόκρουση της ένστασης ιδίας κυριότητας των αντιδίκων τους αναιρεσιβλήτων.
Από την περιλαμβανόμενη όμως στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση του Εφετείου, ότι στο πόρισμά του ως προς κατ' ουσίαν αβάσιμο της αγωγής των αναιρεσειόντων κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα "και όλα τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι", σε συνδυασμό με το όλο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, καθίσταται αναμφίβολο ότι, παρόλο που δεν τα μνημονεύει ειδικώς και δεν τα αξιολογεί χωριστά, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε τα ως άνω έγγραφα και επομένως ο εξεταζόμενος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Τέλος, ο όγδοος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθ. 11 περ.α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της λήψης υπόψη αποδεικτικών μέσων που ο νόμος δεν επιτρέπει και συγκεκριμένα των από 11.10.2002 και 7.5.2003 ιδιωτικών γνωμοδοτήσεων των γεωπόνων Γ. Σ. και Γ. Κ., αντίστοιχα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι αναιρεσίβλητοι, προς απόδειξη της ενστάσεως ιδίας κυριότητας αυτών στο επίδικο ακίνητο, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι οι ως άνω γνωμοδοτήσεις, περί των οποίων αναφέρει το άρθρο 390 ΚΠολΔ, αποτελούν έγγραφα με ειδική ρύθμιση από το νόμο, που εκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21.7.2006 αίτηση του Α. Κ. κλπ, για αναίρεση της 509/2006 απόφασης του Εφετείου Πατρών, καθώς και τον από 23.7.2007 πρόσθετο λόγο αυτής. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Απριλίου 2012.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Μαΐου 2012.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ