Legislator Case Law & Legislation
782/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on car accident liability, rejecting admissibility and lack of proof arguments.

Case Number 782/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeals' judgment regarding liability for a car accident. The appellant argued that the lower court relied on witness testimony without sufficient justification and accepted unproven facts about the motorcycle's speed. The court rejected these claims, stating that the appellate court properly evaluated evidence within the specific procedure and provided clear reasoning for its findings on fault.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576(2), 559(10) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court reviews appeals only when procedural defects exist or judgments rest on unproven facts, rejecting arguments that merely question the weight of evidence or lack of explicit reasoning where the lower court has already provided adequate justification.

Keywords

AI generated
appeal admissibility unproven facts evidence evaluation car accident liability procedural defect

Cited Legislation

AI generated
Article 576(2) of the Code of Civil Procedure
Article 559(10) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 242(2) of the Code of Civil Procedure
Article 10 of the Law 7/1911
Articles 297-300, 330(b) of the Civil Code
Article 914 of the Civil Code
Article 681A of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 782 / 2010 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 782/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Σοφία Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Σωτηρίου Βλαχογιάννη και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ1, 2) Ψ2, κατοίκων ..., οι οποίοι δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, 3) Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΗ Α.Ε.Γ.Α.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πέτρο Παπανώτη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/9/2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2949/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2710/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14/4/2009 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Καραχάλιου ανέγνωσε την από 19/2/2010 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε την συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που κλητεύθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις υπ' αριθμ. ... εκθέσεις επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητού του Πρωτοδικείου Αθηνών, ... ακριβές αντίγραφο της από κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτή πράξη, με την οποία ορίσθηκε αρμοδίως δικάσιμος αυτή που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, και κλήση για συζήτηση κατ' αυτήν επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως προς τους πρώτο και δεύτερο, των αναιρεσιβλήτων (Ψ1 και Ψ2). Επομένως, εφ' όσον οι τελευταίοι δεν εμφανίσθηκαν στο ακροατήριο και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε νομίμως, από το πινάκιο, στη σειρά της, ούτε με δήλωση, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση, παρά την απουσία αυτών.

Από τις διατάξεις των άρθρων 10 του Ν. ΓΠΝ/1911, 297, 298 έως 300, 330 εδ. β' και 914 του ΑΚ, συνάγεται ότι, σε περίπτωση αυτοκινητικού ατυχήματος, η ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά του οδηγού παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς αυτής και της ζημίας.

Μορφή υπαιτιότητας αποτελεί και η αμέλεια, η οποία υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που, αν είχε καταβληθεί, με μέτρο την συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς οδηγού, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος. Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του οδηγού ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά την συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει την ζημία και την επέφερε στην συγκεκριμένη περίπτωση.

Εξ άλλου, η έννοια της υπαιτιότητας και του αιτιώδους συνδέσμου είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του εμπλακέντος στο αυτοκινητικό ατύχημα οδηγού, για την επέλευση της ζημίας, και του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του και του ζημιογόνου αποτελέσματος, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδ.

α και β' και 19 του Κ.Πολ.Δ., για ευθεία παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου και για παράβαση διδαγμάτων της κοινής πείρας, καθώς και για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως. Ειδικότερα ελέγχεται αναιρετικώς η κρίση του δικαστηρίου, περί του εάν τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία δέχεται το δικαστήριο, ως αποδειχθέντα, καθ' αυτά, αντικειμενικώς και βάσει των διδαγμάτων της κοινής πείρας, συγκροτούν ή όχι την έννοια της υπαιτιότητας και θεμελιώνουν την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ αυτής και του ζημιογόνου αποτελέσματος.

Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. β' του Κ.Πολ.Δ., "η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναιρέσεως μόνον αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σ' αυτούς". Η από την διάταξη αυτή προβλεπομένη παράβαση ελέγχεται μόνον, αν τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή οι γενικές και αφηρημένες αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, με την βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχολήσεως, αφορούν στην ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνων δικαίου, δηλαδή εξειδίκευση αορίστων νομικών εννοιών ή υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς.

Ελέγχεται δε και η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, αν τα διαπιστωθέντα από αυτό πραγματικά περιστατικά, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν, αντικειμενικώς, ως πρόσφορη αιτία του παραχθέντος ζημιογόνου γεγονότος, ως συναγομένη με την χρησιμοποίηση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων, υπό την αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συναφείας.

Κατά την έννοια δε της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και έτσι ιδρύεται ο προβλεπόμενος, από την διάταξη αυτή, λόγος αναιρέσεως και όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του, επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε, όχι όμως αν οι ελλείψεις ή αντιφάσεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, το οποίο όμως στην απόφαση εκτίθεται σαφώς.

Ειδικότερα μόνον "τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε" είναι ανάγκη να εκτίθεται πλήρως και σαφώς στην απόφαση και όχι "γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε", ούτε γιατί το δικαστήριο έδωσε μεγαλύτερη αξιοπιστία σε ορισμένο μάρτυρα (ΑΠ 1547/1995). Στην παρούσα περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως προκύπτει από αυτή, δέχθηκε ανελέγκτως, ως αποδειχθέντα, τα κατωτέρω πραγματικά περιστατικά: "...

την 5-10-2002 και περί ώρα 17.45, ο πρώτος εναγόμενος, οδηγώντας τη με αρ. ΜΕ... δίκυκλη μοτ/τα ιδιοκτησίας του δευτέρου εναγομένου, ασφαλισμένη για τις προς τρίτους ζημίες στην τρίτη εναγομένη, εκινείτο με μικρή ταχύτητα 40χ/ω επί της Λεωφόρου ... με κατεύθυνση από ... στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας. Όταν έφθασε στο ύψος της συμβολής της ανωτέρω Λεωφόρου με την οδό ...

συνέχισε κανονικά την πορεία του με την ίδια ταχύτητα, ενόψει του ότι ο φωτεινός σηματοδότης στην πορεία του έδειχνε πράσινο φως. Ενώ είχε διασχίσει ολόκληρη σχεδόν τη διασταύρωση, καθώς και τις υπάρχουσες εκεί διαβάσεις πεζών, εντελώς ξαφνικά και απότομα από δεξιά προς τα αριστερά σε σχέση με την πορεία του, πετάχτηκε μπροστά στο όχημά του τρέχοντας ο ανήλικος Χ, ηλικίας τότε 14 ετών περίπου, διασχίζοντας κάθετα τη Λεωφόρο ..., εκτός διαβάσεων και χωρίς να ελέγξει την επ' αυτής κίνηση των οχημάτων.

Μόλις ο πρώτος εναγόμενος τον αντιλήφθηκε πέδησε ακινητοποιώντας το όχημά του σε απόσταση 4 μέτρων, αλλά δεν κατόρθωσε να αποφύγει την παράσυρση του πεζού, με αποτέλεσμα να χτυπήσει τον ανήλικο με το εμπρόσθιο μέρος της μοτ/τας του, η οποία στην συνέχεια εξετράπη της πορείας της δεξιά, προσέκρουσε σε ένα σταθμευμένο ΔΧΕ αυτοκίνητο (ΤΑΞΙ) και ο ίδιος έπεσε στο οδόστρωμα.

Κατά το ατύχημα, που προαναφέρθηκε, τραυματίσθηκε τόσο ο ανήλικος, όσο και ο πρώτος εναγόμενος. Τα ανωτέρω προκύπτουν σαφώς από τις προανακριτικές καταθέσεις των μαρτύρων ..., που ήταν αυτόπτες σύμφωνα με την από 5-10-2002 έκθεση αυτοψίας Τροχαίου Ατυχήματος οδηγών οχημάτων, που κινούνταν ομόρροπα και πίσω από τη μοτ/τα του πρώτου εναγομένου, που κατέθεσαν, ότι ο πεζός Χ διέσχιζε εκτός διαβάσεων τη ...τρέχοντας και ενώ το φανάρι για τους πεζούς έδειχνε ερυθρό και πράσινο για το όχημα του εναγομένου και δεν αναιρούνται από την ανώμοτη προανακριτική κατάθεση του ενάγοντος - εκκαλούντος Χ, ο οποίος κατέθεσε ότι κατά τη στιγμή που κτυπήθηκε από την μοτ/τα του εναγομένου το φανάρι για τους πεζούς άναψε κόκκινο, αλλά ούτε και από αυτές των Β και Γ (γονέων του ενάγοντος), οι οποίοι δεν κατέθεσαν κάτι για το ατύχημα, διότι δεν ήταν αυτόπτες μάρτυρες.

Περαιτέρω, τα προαναφερόμενα δεν αναιρούνται από τη με αριθμ. 8384/07 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών, η οποία έκρινε την ποινική ευθύνη του εναγομένου οδηγού και κήρυξε αυτόν ένοχο και όπου, όπως προκύπτει από το περιεχόμενό της, εξετάσθηκαν ως μάρτυρες ο παθών και οι γονείς του, εφόσον οι αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων, καταδικαστικές ή αθωωτικές αμετάκλητες, δεν παράγουν δεδικασμένο έναντι των πολιτικών δικαστηρίων.

Επομένως αποκλειστικά υπαίτιος για το ένδικο ατύχημα αποδείχθηκε ότι είναι ο ανήλικος, ο οποίος ενήργησε χωρίς επιμέλεια και προσοχή κατά την κίνησή του διέλευσης της ... χωρίς να ελέγξει την κίνηση οχημάτων επ' αυτής, κινούμενος εκτός διαβάσεως πεζών και αγνοώντας παντελώς, ότι ο φανοστάτης έδειχνε στην πορεία του για τους πεζούς κόκκινο φως.

Αντίθετα ο πρώτος εναγόμενος εκινείτο με σύνεση και προσοχή εντός των ορίων ταχύτητας, που προβλέπονται για την κατοικημένη περιοχή και παρόλο που ο ανήλικος κινήθηκε εντελώς αιφνίδια, πέδησε για να τον αποφύγει, χωρίς να έχει δυνατότητα άλλης αποφευκτικής ενέργειας...". Με βάση τις παραδοχές του αυτές, το Εφετείο έκρινε, ότι αποκλειστικός υπαίτιος στην επέλευση του ατυχήματος και των εξ αυτού συνεπειών είναι ο ενάγων ήδη αναιρεσείων και, απορρίπτοντας την έφεση που είχε ασκηθεί από αυτόν, επεκύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, η οποία είχε κρίνει ομοίως και είχε απορρίψει την αγωγή αυτού.

Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 εδ. β' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., επειδή το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι "ενώ (ο α' εναγόμενος-αναιρεσίβλητος) είχε διασχίσει ολόκληρη σχεδόν την διασταύρωση και τις υπάρχουσες εκεί διαβάσεις πεζών, εντελώς ξαφνικά και απότομα από δεξιά προς τα αριστερά σε σχέση με την πορεία του πετάχθηκε μπροστά στο όχημά του τρέχοντας ο ανήλικος Χ", παραβίασε το δίδαγμα της κοινής πείρας ότι "ο συνετός οδηγός που κινείται με 40Χ/Ω, ευρισκόμενος στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας επί συνόλου πέντε λωρίδων...οφείλει να μπορεί να παρατηρήσει έναν άνθρωπο που κινείται έμπροσθεν και δεξιά του, διασχίζοντας κάθετα το οδόστρωμα.." Έτσι διατυπούμενος, ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος, διότι το επικαλούμενο, ως δίδαγμα της κοινής πείρας ανάγεται στην εκτίμηση των αποδείξεων και όχι στην εφαρμογή των προαναφερομένων κανόνων δικαίου και ειδικότερα στην εξειδίκευση των αορίστων νομικών εννοιών της υπαιτιότητας και του αιτιώδους συνδέσμου αυτής προς το επελθόν αποτέλεσμα.

Εξ άλλου, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της ελλείψεως νομίμου βάσεως, λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας "επειδή δεν προκύπτει σαφώς με ποιο σκεπτικό δέχθηκε ως αποδεδειγμένα τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούσαν το ατύχημα, στα οποία στηρίχθηκε, κάνει απλή αναφορά στα αποδεικτικά έγγραφα....προάγοντας ως επικρατέστερες τις καταθέσεις των αυτοπτών μαρτύρων....δίχως να δικαιολογεί για ποιό λόγο προέκρινε την αποδοχή των καταθέσεων αυτών..." Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, ως απαράδεκτος, διότι ανάγεται στην εκτίμηση των αποδείξεων κει ειδικότερα στην πληρέστερη ανάλυση και ανάπτυξη αυτών, το εκ των οποίων, όμως, πόρισμα εκτίθεται στην απόφαση σαφώς.

Επιπροσθέτως, η αιτίαση, με περιεχόμενο ότι δεν αιτιολογείται για ποιο λόγο προκρίθηκαν ως πλέον αξιόπιστες οι καταθέσεις των αυτοπτών μαρτύρων, είναι απαράδεκτος, διότι η μεγαλύτερη αξιοπιστία που απέδωκε το Εφετείο στους μάρτυρες αυτούς δεν είναι υποχρεωτικό να αιτιολογείται και δεν καθιδρύεται εκ τούτου ο προκείμενος λόγος αναιρέσεως.

Σε κάθε, όμως, περίπτωση ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος, διότι με αυτά που, κατά τα ανωτέρω, δέχθηκε το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, αλλά διέλαβε σ' αυτή πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, εν σχέσει προς την έλλειψη υπαιτιότητας του α' εναγομένου-αναιρεσιβλήτου στην επέλευση του ατυχήματος και αντιστοίχως εν σχέσει προς την υπαιτιότητα του ενάγοντος-αναιρεσείοντος, στην επέλευση αυτού, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή η μη εφαρμογή των προαναφερομένων διατάξεων ουσιαστικού δικαίου.

Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 10 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν το δικαστήριο, παρά τον νόμο, δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός συντρέχει, ειδικότερα, όταν το δικαστήριο δέχεται τέτοια πράγματα, χωρίς να εκθέτει ούτε γενικώς ούτε ειδικώς από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη και δεν απαιτείται να αξιολογεί τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα ούτε να τα εξειδικεύσει.

Στην παρούσα περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση, επειδή ως προς την ταχύτητα της μοτοσικλέτας που ωδηγεί ο α' εναγόμενος-αναιρεσίβλητος, δέχθηκε πράγματα ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι το Εφετείο, το οποίο δίκασε, κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου 681Α του Κ.Πολ.Δ. (κατά την οποία δεν είχε υποχρέωση να διατάξει αποδείξεις), όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, για το σχηματισμό εν γένει του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπ' όψη τα μνημονευόμενα σ' αυτή αποδεικτικά μέσα, ήτοι όλα τα επικαλούμενα από τους διαδίκους και προσκομιζόμενα έγγραφα, μεταξύ των οποίων και εκείνα της σχηματισθείσας ποινικής δικογραφίας και η υπ' αριθμ. 8384/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών.

Κατ' ακολουθίαν των προεκτεθέντων, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί, στο σύνολό της, να καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της τρίτης αναιρεσιβλήτου (άρθρ. 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14-4-2009 αίτηση του Χ, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 2710/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της τρίτης αναιρεσιβλήτου (Α.Ε. "ΕΥΡΩΠΗ Α.Ε.Γ.Α."), τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαρτίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 6 Μαίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ