Supreme Court dismisses bank's appeal on debt cap statute interpretation and procedural waiver of appeal rights.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the bank's appeal against a first-instance judgment ordering it to cap a debt exceeding the statutory limit. The lower court found the bank had waived its right to appeal by filing a settlement agreement, thereby allowing the debt cap provision to apply. The court ruled that the first-instance judgment correctly interpreted the statute and the bank's procedural waiver, making the appeal inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArticles 39(4) of Law 3259/2004; Article 297 of the Code of Civil Procedure: The statutory cap on debt applies when a party waives the right to appeal by filing a settlement agreement, and the lower court's interpretation of the cap's scope is binding absent error.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 782 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 782/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα EFG EUROBANK ERGASIAS AE" και τον διακριτικό τίτλο "ΕUROBANK ERGASIAS AE" που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Ορφανίδη.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ Γ. ΛΙΝΑΡΔΟΥΤΣΟΣ ΑΒΕΕ",που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Παπαδημητρίου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-9-2005 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λιβαδειάς. Εκδόθηκε η απόφαση 74/2006 του ίδιου Δικαστηρίου την αναίρεση της οποίας ζητά η αναιρεσείουσα με την από 12-6-2007 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Παπαντωνοπούλου ανέγνωσε την από 17-11-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται από την ηττηθείσα πρωτοβαθμίως εναγομένη, η υπ' αριθμ. 74/2006 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λιβαδειάς, εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, επί αγωγής της ήδη αναιρεσίβλητης εταιρείας. Η απευθείας άσκηση αναίρεσης κατά της προσβαλλόμενης οριστικής απόφασης είναι παραδεκτή, μετά την κατ' άρθρο 297 ΚΠολΔ γενόμενη, δια δηλώσεως του έχοντος ειδική προς τούτο πληρεξουσιότητα δικηγόρου της αναιρεσείουσας Κωνσταντίνου Ντουρντουρέκα, πριν από την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως, παραίτηση από το δικαίωμα ασκήσεως του ενδίκου μέσου της εφέσεως κατ' αυτής, νομίμως επιδοθείσα στην αναιρεσίβλητη εταιρεία (βλ. υπ' αριθμ. ... και ... πληρεξούσια του Συμβολαιογράφου Αθηνών Κων. Σπανοπούλου σε συνδυασμό με την από 8-6-2007 έκθεση παραίτησης από ένδικα μέσα ενώπιον του Πρωτοδικείου Λιβαδειάς και υπ' αριθμ. ... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Λιβαδειάς ...).
Με το άρθρο 39 παρ. 1, 2, 3, και 4 του ισχύοντος από 4-8-2004 νόμου 3259/2004 ορίζονται τα ακόλουθα: "1. Η συνολική ληξιπρόθεσμη οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, οι οποίες συνομολογούνται ή έχουν συνομολογηθεί πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με πιστωτικά ιδρύματα, δεν δύναται να υπερβαίνει το τριπλάσιο του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου εκάστου δανείου ή πίστωσης ή του αθροίσματος των ληφθέντων κεφαλαίων περισσότερων δανείων ή πιστώσεων ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού, με την επιφύλαξη των παραγράφων 4 και 5 του παρόντος άρθρου. 2.
Τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να αναπροσαρμόσουν το ύψος των απαιτήσεων τους σύμφωνα με τη διάταξη της προηγούμενης παραγράφου του παρόντος άρθρου. Τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να μην προχωρήσουν σε έναρξη διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης για την είσπραξη τους ούτε σε συνέχιση διαδικασιών που έχουν ήδη αρχίσει, μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2004 ή εφόσον εκκρεμεί η αίτηση του επόμενου εδαφίου για τη συνομολόγηση της ρύθμισης η για όσο χρόνο ο οφειλέτης είναι ενήμερος.
Μέχρι την 31η Οκτωβρίου 2004 οι οφειλέτες ή οι εγγυητές πρέπει να υποβάλουν στα πιστωτικά ιδρύματα αίτηση για την υπαγωγή τους στη ρύθμιση, Η αποπληρωμή της προκύπτουσας κατά τα ως άνω οφειλής πρέπει να έχει διάρκεια πέντε (5) έως επτά (7) ετών, εκ των οποίων δύο (2) έτη θα αποτελούν περίοδο χάριτος και η αποπληρωμή θα γίνεται με ισόποσες περιοδικές δόσεις, εκτός και αν τα δύο μέρη συμφωνήσουν διαφορετικά, Η οφειλή θα είναι έντοκη με το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο της ενήμερης οφειλής για όμοιες χρηματοδοτήσεις. 3.
Παρέλευση της προθεσμίας της προηγούμενης παραγράφου άπρακτης ή καθυστέρηση στην εξόφληση δόσης που έχει συμφωνηθεί με τη ρύθμιση πέραν των ενενήντα (90) ημερών παρέχει το δικαίωμα στο πιστωτικό ίδρυμα να αρχίσει ή να συνεχίσει τις διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης για την είσπραξη της ανεξόφλητης οφειλής, όπως αυτή έχει διαμορφωθεί σύμφωνα με τα ανωτέρω.
Στην περίπτωση αυτή η οφειλή θα εκτοκίζεται με το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο υπερημερίας από την πρώτη ημέρα καθυστέρησης. 4. Στην περίπτωση απαιτήσεων από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων που είχαν συνομολογηθεί κατά την ισχύ του Ν. 2789/2000 και το ύψος των οποίων υπερβαίνει τα 2.201.000,00 ευρώ όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί την 31-12-1999 με το κεφάλαιο, τους συμβατικούς τόκους χωρίς ανατοκισμό και λοιπά έξοδα ή το αρχικό κεφάλαιο υπερβαίνει τις 400.000,00 ευρώ, δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της παρ. 1 και του α' εδαφίου της παρ. 2 του παρόντος άρθρου.
Και στην περίπτωση αυτή δεν επιτρέπεται η έναρξη διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης ούτε η συνέχιση διαδικασιών που έχουν αρχίσει μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2004 ή εφόσον εκκρεμεί η αίτηση του επόμενου εδαφίου για τη συνομολόγηση της ρύθμισης ή για όσο χρόνο ο οφειλέτης είναι ενήμερος. Τα πιστωτικά ιδρύματα θα προχωρήσουν, κατά τους όρους των τελευταίων δύο εδαφίων της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου, σε ρύθμιση της εξόφλησης της κατά περίπτωση συνολικής οφειλής που απορρέει από τις παραπάνω συμβάσεις, μετά από αίτηση των οφειλετών ή των εγγυητών που πρέπει να υποβληθεί στα πιστωτικά ιδρύματα μέχρι την 31η Οκτωβρίου 2004 το αργότερο.
Μη εμπρόθεσμη υποβολή αίτησης κατά τα προαναφερθέντα ή καθυστέρηση στην εξόφληση δόσης που έχει συμφωνηθεί με τη ρύθμιση πέραν των ενενήντα (90) ημερών, παρέχει το δικαίωμα στο πιστωτικό ίδρυμα να αρχίσει ή να συνεχίσει τις διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης για την είσπραξη της ανεξόφλητης οφειλής.
Στην περίπτωση αυτή η οφειλή θα εκτοκίζεται με το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο υπερημερίας από την πρώτη ημέρα καθυστέρησης ... 6. Οι ρυθμίσεις του παρόντος άρθρου πρέπει να συνομολογούνται από τα πιστωτικά ιδρύματα εντός προθεσμίας ενενήντα (90) ημερών από την εμπρόθεσμη υποβολή της αίτησης, εφαρμοζόμενης και στην περίπτωση αυτή της διάταξης της παρ. 3 του άρθρου 47 του Ν. 2873/2000, όπως ισχύει ...".
Από την ρητή γραμματική διατύπωση της ανωτέρω παραγράφου 4 του άρθρου 39 του ν. 3259/2004 και από τη συστηματική αντιπαραβολή της προς τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του ίδιου άρθρου, προκύπτει ότι και στην περίπτωση των οφειλών στις οποίες αφορά η παράγραφος 4, δηλαδή αυτών που υφίσταντο κατά το χρόνο ισχύος του ν. 2789/2000 και είτε α)υπερέβαιναν, όπως είχαν διαμορφωθεί κατά την 31-12-1999, το ποσό των 2.201.000 ευρώ (χωρίς κονδύλια ανατοκισμού) είτε β) το αρχικό τους κεφάλαιο υπερέβαινε το ποσό των 400.000 ευρώ (για τις οποίες, κατ' εξαίρεση από τα προβλεπόμενα στην παρ. 1 και στο εδάφιο α της παραγράφου 2 του άρθρου 39, δεν προβλέπεται ανώτατο συνολικό όριο οφειλής ούτε κατ' επέκταση, υποχρέωση των τραπεζών να αναπροσαρμόσουν το ύψος των συνολικών απαιτήσεών τους), εισάγεται υποχρέωση των τραπεζών να ρυθμίσουν τον τρόπο αποπληρωμής τους, σύμφωνα με τα οριζόμενα στα δύο τελευταία εδάφια της παραγράφου 2, δηλαδή αποπληρωμή με χρονικό ορίζοντα επτά ετών, διετή περίοδο χάριτος και περιοδικές ισόποσες δόσεις, εφόσον ήθελε υποβληθεί σχετική αίτηση από τον οφειλέτη εντός της τασσόμενης στο νόμο προθεσμίας.
Η ρύθμιση αυτή της παραγράφου 4 του άρθρου 39 του ανωτέρω νόμου, η οποία εισάγει απόκλιση από τη ρύθμιση των παραγράφων 1 και 2 εδαφ.α' μόνον ως προς την επιβολή ανωτάτου ορίου οφειλής, είναι σαφής, προκύπτουσα τόσο από τη γραμματική διατύπωση της εν λόγω διατάξεως όσο και από το σκοπό και τη βούληση του νομοθέτη, εγκειμένων, όχι μόνον στον περιορισμό της επιβαρύνσεως των οφειλετών από τις υπερβολικές οφειλές εξ ανατοκισμού αλλά και στην παροχή διευκολύνσεων προς τους τραπεζικούς οφειλέτες που βρίσκονται μπροστά σε πολλαπλάσια χρέη σε σχέση με την αρχική οφειλή τους όχι μόνον λόγω του ανατοκισμού και των περιόδων αυτού (μικρότερων του εξαμήνου) αλλά και των υψηλών επί μεγάλο χρονικό διάστημα επιτοκίων (συμβατικών και υπερημερίας).
Λόγω ακριβώς αυτών των αιτίων ο νομοθέτης και με τον προγενέστερο νόμο 2789/2000 θέλησε χάριν του γενικότερου συμφέροντος της πορείας της οικονομίας να παράσχει διευκολύνσεις στους τραπεζικούς οφειλέτες κατά την εξόφληση των οφειλών τους στο σύνολό τους και όχι μόνον ως προς τα ποσά που αναλογούν στον ανατοκισμό.
Αντίθετη εκδοχή, κατά την οποία η ρύθμιση της ανωτέρω παραγράφου 4 ισχύει μόνον εάν και εφόσον η συνολική οφειλή (χορηγηθέν κεφάλαιο με τις επιβαρύνσεις του, χωρίς ανατοκισμό) υπερβαίνει συγχρόνως και το τριπλάσιο του ληφθέντος κεφαλαίου, δεν ευρίσκει έρεισμα ούτε στο γράμμα αλλά ούτε και στον προαναφερθέντα νομοθετικό σκοπό.
Αν ο νομοθέτης ήθελε την σωρευτική συνδρομή και της προϋποθέσεως αυτής για την εφαρμογή της παραγράφου 4 του άρθρου 39, να υπερβαίνει δηλαδή η τελική οφειλή και το τριπλάσιο του αρχικώς ληφθέντος κεφαλαίου, θα το όριζε ρητά στην τελευταία αυτή διάταξη, προς άρση πάσης αμφισβητήσεως. Αντίθετα όμως, ως οφειλές επί των οποίων ισχύει η διαφοροποιημένη σε σχέση προς την παράγραφο 1 και το εδαφ.
α της παραγράφου 2 ρύθμιση της παραγράφου 4, ορίζονται ρητά από τον ίδιο το νομοθέτη είτε εκείνες που υπερβαίνουν την 31-12-1999 το ποσό των 2.201.000 ευρώ είτε εκείνες που το αρχικό κεφάλαιό τους υπερβαίνει τις 400.000 ευρώ. Η κατά τον πιο πάνω τρόπο ρύθμιση των απαιτήσεων των τραπεζών για οφειλές που υπερβαίνουν το ποσό των 2.201.000 ευρώ κατά την 31-12-1999, για τις οποίες, όπως προαναφέρθηκε, προβλέπεται επίσης σταδιακή αποπληρωμή και περίοδο χάριτος, δεν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1 και 25 παρ. 1 εδαφ.
δ του Συντάγματος, διότι ναι μεν ο νομοθέτης δεν επιτρέπεται να επεμβαίνει σε συμβατικές σχέσεις και να τις τροποποιεί, αυξάνοντας ή μειώνοντας αναλόγως ή καταργώντας δικαιώματα και υποχρεώσεις, μπορεί όμως να εισάγει περιορισμούς στην οικονομική ελευθερία, εφόσον αυτοί είναι αντικειμενικοί και δικαιολογούνται από λόγους γενικότερου δημοσίου ή κοινωνικού συμφέροντος, τέτοιος λόγος δε κοινωνικού συμφέροντος είναι και η παροχή διευκολύνσεων στους δανειολήπτες προς εξόφληση των οφειλών τους, οι οποίες, λόγω των υψηλών επιτοκίων και του νομοθετικού καθεστώτος που επέτρεπε τον εκτοκισμό των τόκων είχαν διογκωθεί υπερμέτρως κατά τα τελευταία έτη, φαινόμενο που κατέστησε αναγκαία άλλωστε την επέμβαση του νομοθέτη για την αντιμετώπισή του.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που δίκασε επί αναγνωριστικής αγωγής της ήδη αναιρεσίβλητης εταιρείας κατά της ήδη αναιρεσείουσας τράπεζας, με αίτημα την αναγνώριση της υποχρεώσεως της τελευταίας να ρυθμίσει τη οφειλή της πρώτης (αναιρεσίβλητης) από την καταρτισθείσα μεταξύ τους σύμβαση αλληλοχρέου λογαριασμού, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 39 παρ. 4 του ν. 3259/2004, δέχθηκε ανελέγκτως, ότι η συνολική οφειλή της αναιρεσίβλητης εταιρείας προς την αναιρεσείουσα Τράπεζα, προερχόμενη από τη λειτουργία της ανωτέρω καταρτισθείσης μεταξύ αυτής και της αναιρεσείουσας συμβάσεως αλληλόχρεου λογαριασμού και των αυξητικών αυτής προσθέτων πράξεων, η οποία καταγγέλθηκε μερικώς από τη αναιρεσίβλητη την 1-3-2004, ανερχόταν κατά την τελευταία εκταμίευση των αντιστοίχων λογαριασμών με τους οποίους εξυπηρετήθηκε η ανωτέρω σύμβαση, στο ποσό των 6.875.371 ευρώ το οποίο υπερβαίνει το ποσό των 2.201.000 ευρώ και υπερέβαινε και κατά την κρίσιμη ημερομηνία της 13-12-1999, συνυπολογιζομένων του κεφαλαίου, των συμβατικών τόκων χωρίς ανατοκισμό και των λοιπών εξόδων και ως εκ τούτου η αναιρεσείουσα Τράπεζα ήταν υποχρεωμένη να ρυθμίσει την οφειλή αυτή της αναιρεσείουσας σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου 39 του ν.3259/2004, εφόσον η αναιρεσίβλητη εταιρεία είχε υποβάλλει εμπρόθεσμα αίτηση για την υπαγωγή της οφειλής της στις ανωτέρω διατάξεις.
Με βάση δε τις παραδοχές αυτές, δέχθηκε ακολούθως την αγωγή της αναιρεσίβλητης και αναγνώρισε την υποχρέωση της αναιρεσείουσας να ρυθμίσει την ένδικη οφειλή κατά τους όρους των παραγράφων 4 και 2 εδαφ. δ και ε του άρθρου 39 του ανωτέρω νόμου, απορρίπτοντας ρητά, ως νόμω αβάσιμο τον προβληθέντα από την αναιρεσείουσα ισχυρισμό περί μη εφαρμογής της εν λόγω διάταξης, ως εκ του ότι η συμβατική οφειλή της αναιρεσίβλητης δεν υπερέβαινε το τριπλάσιο του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού και σιωπηρά, τον περί αντισυνταγματικότητας της διατάξεως αυτής ισχυρισμό της.
Με την εκτεθείσα κρίση του το Πρωτοδικείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, σύμφωνα με όσα διαλαμβάνονται στην πρώτη (μείζονα) πρόταση αυτού του συλλογισμού, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 39 παρ. 4 εδαφ. 3 του ν. 3259/2004, 5 παρ. 1 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος και ο περί του αντιθέτου, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ απορρέων, μοναδικός λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττηθείσα, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12 Ιουνίου 2007 αίτηση της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα EFG EUROBANK ERGASIAS AE" και τον διακριτικό τίτλο "EUROBANΚ ERGASIAS AE" για αναίρεση της υπ' αριθμ. 74/2006 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λιβαδειάς.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Φεβρουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Μαρτίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ