Supreme Court dismisses appeal against pension fund's rent claim, ruling tenant must pay usage compensation after lease expiry.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by a company in special liquidation against a final judgment from the Athens Court of Appeal. The lower court upheld the pension funds' claim for usage compensation of approximately 167,428 euros for the period from September 1997 to March 1999. The court ruled that the tenant must pay this compensation because the lease expired on August 31, 1997, regardless of whether the tenant lawfully exercised the right of retention for unpaid rent.
Legislator headnote
AI generatedArt. 601 of the Civil Code; Art. 60 of Presidential Decree 34/1995: Upon expiration of a lease, the lessee remains liable for usage compensation to the lessor even if they have not yet received the statutory rent retention payment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 782 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 782/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Βούλγαρη, Δημήτριο Κυριτσάκη, Αχιλλέα Νταφούλη και Ανδρέα Μαρκάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Νοεμβρίου 2005, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας : Ανώνυμης εταιρείας, που τελεί υπό ειδική εκκαθάριση, με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται από την εκκαθαρίστρια ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...", που εδρεύει επίσης στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Σταυρόπουλο.
Των αναιρεσίβλητων : 1. Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Ταμείον Συντάξεων του Προσωπικού της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Τσάκωνα, ο οποίος δήλωσε ότι το ως άνω αναιρεσίβλητο τυγχάνει ειδικός δικαιοδόχος του 2ου αναιρεσίβλητου, ως προς το 70% των κοινών περιουσιακών στοιχείων τους και 2. ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Ταμείον Συντάξεων του Προσωπικού της Τράπεζας της Ελλάδος", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11 Μαρτίου 2002 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3311/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5468/2003 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5 Μαϊου 2004 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όλοι, πλην του 2ου εκ των αναιρεσίβλητων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Μαρκάκης, ανάγνωσε την από 3 Μαϊου 2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την εν μέρει παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του παραστάντος αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Με την με αριθμό Β1/45/Οικ. 949/5-4-2001 Απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας, Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και από τη δημοσίευση αυτής στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ 438/17-4-2001 τ. Β), το συνιδιοκτησίας του Ταμείου Συντάξεων του Προσωπικού της Τραπέζης Ελλάδος και Κτηματικής (δευτέρου αναιρεσιβλήτου), κατά ποσοστό 30% εξ αδιαιρέτου, επίδικο μίσθιο ακίνητο, περιήλθε σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 33 παρ. 3 και 4 του ν. 2843/2000, κατ' αποκλειστική κυριότητα, νομή και κατοχή στο Ταμείο Συντάξεων του Προσωπικού της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος (πρώτο αναιρεσίβλητο).
Περαιτέρω με τις ίδιες ως άνω διατάξεις ορίσθηκε ότι εκκρεμείς δίκες των Ασφαλιστικών Φορέων του Προσωπικού της Τράπεζας της Ελλάδος και της Κτηματικής από οποιαδήποτε αιτία σε σχέση με τα μεταβιβαζόμενα περιουσιακά στοιχεία, θα συνεχίζονται από τους αντίστοιχους Ασφαλιστικούς Φορείς του Προσωπικού της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος.
Κατ' ακολουθίαν αυτών η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, η οποία ασκήθηκε μετά την παραπάνω μεταβίβαση του επί του επιδίκου μισθίου ακινήτου ποσοστού συγκυριότητας του δευτέρου αναιρεσιβλήτου, είναι, κατά το μέρος που στρέφεται και κατά του τελευταίου, το οποίο δεν εμφανίσθηκε κατά την άνω μετ' αναβολή δικάσιμο της υπόθεσης καίτοι είχε κλητευθεί νομίμως για την αρχική δικάσιμο της 13-5-2005 σύμφωνα με την προσκομιζόμενη με αριθμ.
….51/5-8-2004 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Χ. Μ., απορριπτέα ως απαράδεκτη.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 601 Α.Κ., ο μισθωτής, για όσο χρόνο παρακρατεί το μίσθιο μετά τη λήξη της μίσθωσης, οφείλει ως αποζημίωση το συμφωνημένο μίσθωμα, χωρίς αυτό να αποκλείει δικαίωμα του εκμισθωτή να απαιτήσει και άλλη περαιτέρω ζημία. Κατά την έννοια της άνω διάταξης το δικαίωμα του εκμισθωτή προς αποζημίωση για την εκ της παρακρατήσεως του μισθίου ακινήτου μετά τη λήξη της σύμβασης μισθώσεως ζημία του, προϋποθέτει παράνομη παρακράτηση του ως άνω ακινήτου από τον μισθωτή.
Εάν ο μισθωτής έχει δικαίωμα να αρνηθεί την απόδοση του ακινήτου, η απ' αυτόν παρακράτηση τούτου δεν είναι παράνομη και δεν υποχρεούται σε αποζημίωση του εκμισθωτή δια την εκ της παρακρατήσεως του ακινήτου ζημία εκείνου. Εξάλλου κατά το άρθρο 60 παρ. 1 και 3 του π.δ. 34/1995, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρo 7 παρ. 14 του ν. 2741/1999, σε περίπτωση απόδοσης του μισθίου λόγω λήξης της μίσθωσης σύμφωνα με τις παρ. 10 έως 14 του άρθρου 58 και σε κάθε περίπτωση λήξης της μίσθωσης λόγω συμπλήρωσης δωδεκαετίας, ο εκμισθωτής οφείλει στο μισθωτή για την αποκατάσταση της άϋλης εμπoρικής αξίας ποσό ίσο με το καταβαλλόμενο κατά το χρόνο της λήξης μίσθωμα δώδεκα (12) μηνών.
O εκμισθωτής υποχρεούται να καταβάλει την αποζημίωση του παρόντος άρθρου πριν από την απόδοση του μισθίου, αλλιώς ο μισθωτής δικαιούται να αρνηθεί την απόδοση. Από τις διατάξεις αυτές πρoκύπτει ότι προϋποθέσεις της υπoχρέωσης του εκμισθωτή για την καταβολή του οριζόμενου ποσού αποζημίωσης για την αποκατάσταση της άϋλης εμπoρικής αξίας είναι :
α) η λήξη της μίσθωσης για ένα από τους αναφερόμενους λόγους και β) η δήλωση της πρόθεσης του εκμισθωτή για απόδοση του μισθίου. Η υποχρέωση αυτή δεν γεννάται επί της οικειοθελούς μετά τη λήξη της μίσθωσης αποχώρησης του μισθωτή από το μίσθιο. Ο εκμισθωτής υποχρεούται σε προεκπλήρωση της προς αποζημίωση του μισθωτή υποχρεώσεώς του.
Ενόσω όμως δεν καταβάλλεται η εν λόγω αποζημίωση ο μισθωτής δικαιούται να αρνηθεί την απόδοση του μισθίου, ασκώντας νόμιμo δικαίωμα επίσχεσης αυτού. Η άσκηση απ' αυτόν του δικαιώματος επίσχεσης του μισθίου μπορεί να γίνει και εξωδίκως, με την επίκληση προς τον εκμισθωτή της εκ της άνω διάταξης υποχρεώσεως του προς αποζημίωση.
Περαιτέρω ενόσω από το μισθωτή ασκείται νομίμως το δικαίωμα επισχέσεως (Α.Κ. 325 - 329), ο μισθωτής στα πλαίσια της ασκήσεως του δικαιώματος επισχέσεως αποκτά δικαίωμα κατοχής του πράγματος αν προηγουμένως δεν είχε τέτοια. Δεν έχει όμως εξουσία αντλήσεως ωφελημάτων από το πράγμα και δη χρήσεως τούτου άνευ ανταλλάγματος για τον πρώην εκμισθωτή.
Εξ αυτών έπεται ότι η από το μισθωτή παρακράτηση του μισθίου ακινήτου μετά τη λήξη τής σύμβασης μισθώσεως έως την καταβολή από τον εκμισθωτή της νόμιμης αποζημίωσης δεν είναι παράνομη και δεν δημιουργεί υποχρέωση του μισθωτή από τη διάταξη του άρθρου 601 Α.Κ., για αποζημίωση του εκμισθωτή δια την εκ της παρακρατήσεως του ακινήτου ζημία αυτού.
Εάν όμως αυτός κατά το χρόνο της παρακρατήσεως εξακολουθεί να κάνει χρήση του μισθίου, υποχρεούται σε καταβολή της από τη διάταξη αυτή αποζημίωσης χρήσης. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του τα εξής : "Με το από 5-6-1979 ιδιωτικό συμφωνητικό τα δύο ενάγοντα Ταμεία, ως συνιδιοκτήτες κατά ποσοστό 70% και 30% αντίστοιχα, του Μεγάρου που βρίσκεται στην οδό ...
στην … εκμίσθωσαν στην εταιρεία "... ΑΕ" τμήμα του Α' ορόφου, τμήμα του Δ' ορόφου και ολόκληρο τον Ε' όροφο αυτού, επιφανείας 588,73, 613,60 και 1028,73 τετρ. μέτρων αντίστοιχα, προκειμένου να χρησιμοποιηθούν για τη στέγαση των γραφείων της. Η διάρκεια της μίσθωσης ορίστηκε αρχικά για δύο χρόνια (από 1-1-1979 έως 31-12-1980) και στη συνέχεια η μίσθωση, ως εμπορική, υπαγομένη στις προστατευτικές διατάξεις του ν. 813/1978, παρατάθηκε αναγκαστικά μέχρι 31-8-1997.
Το μηνιαίο μίσθωμα, μετά από διαδοχικές αναπροσαρμογές, κατά μήνα Αύγουστο του 1997 είχε διαμορφωθεί σε 3.002.700 δρχ., πλέον του χαρτοσήμου από 3,6%. Κατά τη διάρκεια της μίσθωσης η μισθώτρια (ήδη εναγομένη - ενάγουσα), με την υπ' αριθ. 7815/1992 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, τέθηκε υπό ειδική εκκαθάριση του άρθρου 9 του ν. 1386/1983, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 14 του ν. 2000/1991 και διορίσθηκε εκκαθαριστής αυτής η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...
ΑΕ" και στη συνέχεια, μετά την τροποποίηση του καταστατικού της, η εταιρεία με την επωνυμία "...". Εν όψει της παραπάνω λήξης (αυτοδικαίως) της μίσθωσης την 31-8-1997, το πρώτο ενάγον ταμείο, κοινοποίησε στην εναγομένη το υπ' αριθμ. πρωτ. ...95/16-10-1997 έγγραφό του, που είχε κατά το περιεχόμενό του ως εξής : "Σας γνωρίζουμε ότι σύμφωνα με το νόμο 813/78, όπως αυτός τροποποιήθηκε, η μίσθωση των χώρων του 1ου, 4ου και 5ου ορόφου, του ακινήτου μας Δραγατσανίου 8, των οποίων είσασθε μισθωτές, έληξε την 31-8-1997.
Για το λόγο αυτό σας καλούμε μέσα σε 5 ημέρες από την λήψη της επιστολής μας, να έλθετε σε επαφή με τη Διαχείριση Ακινήτων του Ταμείου μας, προκειμένου να συνεννοηθούμε για την αποδέσμευση του μισθίου χώρου". Στη συνέχεια τα τώρα ενάγοντα Ταμεία (συνεκμισθωτές) άσκησαν την υπ' αριθμ. καταθ. ...18/1997 αγωγή τους, με την οποία ζητούσαν να υποχρεωθεί η εναγομένη μισθώτρια εταιρεία : 1) να τους αποδώσει τη χρήση του μισθίου ακινήτου λόγω καθυστέρησης καταβολής από δυστροπία, των μισθωμάτων των μηνών Μαρτίου - Νοεμβρίου 1997 και των κοινοχρήστων, των μηνών Ιουλίου - Οκτωβρίου 1997 και 2) να υποχρεωθεί η εναγομένη να τους καταβάλει τα ως άνω οφειλόμενα μισθώματα και κοινόχρηστες δαπάνες, συνολικού ύψους 32.942.053 δρχ.
Επίσης, η εναγομένη μισθώτρια εταιρεία άσκησε την υπ' αριθμ. καταθέσεως …58/1997 αγωγή - ανταγωγή της, με την οποία, αναφερόμενη στο άρθρο 60 του π.δ. 34/1995 και επικαλούμενη ότι, μετά την αυτοδίκαιη λήξη της ένδικης μίσθωσης την 31-8-1997, τα εναγόμενα - ενάγοντα ταμεία (συνεκμισθωτές) με την παραπάνω υπ' αριθμ. ...95/16-10-1997 επιστολή τους ζήτησαν την απόδοση του επιδίκου μισθίου και ότι ο νόμιμος εκπρόσωπος της ως άνω εκκαθαρίστριας εταιρείας, Ν.
Β., ήλθε σε επαφές, προσωπικά και τηλεφωνικώς, με το νόμιμο εκπρόσωπο των συνεκμισθωτών, Ε. Κ., και του δήλωσε ότι αυτή (ενάγουσα μισθώτρια) είναι πρόθυμη να εκκενώσει το μίσθιο, μέσα σε μια λογική και αμοιβαία αποδεκτή από τα μέρη προθεσμία και αποδώσει τη χρήση του μισθίου, υπό τον όρο καταβολής από τα ενάγοντα (συνεκμισθωτές) της νόμιμης αποζημίωσης (για αποκατάσταση της άϋλης εμπορικής αξίας), ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι τα ενάγοντα οφείλουν να της καταβάλουν το ποσό των 36.032.400 δρχ.
ως ελάχιστη αποζημίωση που προβλέπεται από το άρθρο 60 του π.δ. 34/1995, επαυξανομένης αυτής (αποζημιώσεως) μέχρι του προβλεπομένου ανωτάτου ορίου, νομιμοτόκως κατά τις σε αυτή διακρίσεις. Για τις παραπάνω αγωγές των και τώρα διαδίκων που συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 3998/1998 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία δεχθείσα ότι η μισθώτρια παρέμεινε στο μίσθιο και πέραν της κατά τα παραπάνω λήξης της μίσθωσης (31-8-1997), χωρίς εναντίωση των συνεκμισθωτών (εναγόντων - εναγομένων), ότι έτσι η ένδικη μίσθωση κατέστη αορίστου χρόνου, ότι από την παραπάνω από 17-10-1997 επιστολή των συνεκμισθωτών προς τη μισθώτρια, ουδεμία βούληση των πρώτων, περί αποδόσεως του μισθίου ακινήτου, προκύπτει και ότι η εναγομένη μισθώτρια παρόλο που κάνει ανενόχλητη χρήση του μισθίου, καθυστερεί από δυστροπία να καταβάλει στα ενάγοντα τα μισθώματα του χρονικού διαστήματος Μαρτίου - Νοεμβρίου 1997, έκανε δεκτή την αγωγή των συνεκμισθωτών και υποχρέωσε την εναγομένη μισθώτρια εταιρεία να αποδώσει στα ενάγοντα τη χρήση του επίδικου μισθίου και να τους καταβάλει για οφειλόμενα μισθώματα και χαρτόσημο το αιτούμενο ποσό των 27.947.717 δρχ.
και απέρριψε των αγωγή -ανταγωγή της ενάγουσας μισθώτριας ως ουσιαστικά αβάσιμη. Κατά της απόφασης αυτής η μισθώτρια εταιρεία άσκησε έφεση για την οποία εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1776/2000 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου (Εφετείου Αθηνών), η οποία, αφού έκρινε ότι : 1) η εναγομένη οφείλει στα ενάγοντα (συνεκμισθωτές) το ποσό των 18.664.783 δρχ.
για καθυστερούμενα μισθώματα του χρονικού διαστήματος 1-3-1997 έως 31-8-1997, πλέον του χαρτοσήμου από 3,6% 2) η ένδικη μίσθωση έληξε αυτοδικαίως την 31-8-1997, 3) η εναγομένη μισθώτρια εξακολούθησε και μετά την 31-8-1997 να χρησιμοποιεί το μίσθιο, πλην όμως η μίσθωση δεν ανανεώθηκε για αόριστο χρόνο, όπως ισχυρίζονταν τα ενάγοντα ταμεία (και δέχθηκε η ως άνω 3998/1998 πρωτόδικη απόφαση), πλην άλλων και γιατί στις μισθώσεις ν.π.δ.δ.
και τέτοια είναι τα ενάγοντα ταμεία, δεν επιτρέπεται σιωπηρά αναμίσθωση σύμφωνα με το άρθρο 37 του π.δ. 715/1979, 4) το ως άνω ...95/16-10-1997 έγγραφο των εναγόντων (συνεκμισθωτών) που επιδόθηκε στην εναγομένη μισθώτρια στις 17-10-1997 αποτελεί εξώδικη όχληση προς απόδοση του μισθίου (εναντίωση των συνεκμισθωτών στη συνέχιση της μίσθωσης) και 5) η εναγομένη - ενάγουσα μισθώτρια δικαιούται το ποσό της βασικής αποζημίωσης των δώδεκα (12) μηνιαίων μισθωμάτων προς αποκατάσταση της άϋλης εμπορικής αξίας του μισθίου, ύψους 6.032.400 δρχ. (12 μήνες Χ 3.002.700 δρχ.) εξαφάνισε την ως άνω εκκαλούμενη απόφαση, απέρριψε την αγωγή των συνεκμισθωτών ως προς το αίτημα αυτής περί αποδόσεως της χρήσεως του μισθίου, λόγω καθυστέρησης καταβολής των μισθωμάτων από δυστροπία, υποχρέωσε την εναγομένη μισθώτρια να καταβάλει στα ενάγοντα ταμεία (συνεκμισθωτές) το πιο πάνω ποσό των 18.664.783 δρχ.
για καθυστερούμενα μισθώματα του ως άνω χρονικού διαστήματος και αναγνώρισε την υποχρέωση των συνεκμισθωτών να καταβάλουν κατά το ποσοστό της συγκυριότητας τους, στην ενάγουσα μισθώτρια το ποσό των 36.032.400 δρχ. ως αποζημίωση λόγω λήξης της μίσθωσης (άρθρο 60 π.δ. 34/1995). Να σημειωθεί επίσης ότι η ως άνω 1776/2000 απόφαση απέρριψε την αγωγή των εναγόντων ταμείων ως προς το αίτημα αυτής περί καταβολής των μετά τη λήξη της μίσθωσης (31-8-1997) μισθωμάτων των μηνών Σεπτεμβρίου - Νοεμβρίου 1997, με την αιτιολογία ότι τα τελευταία δεν ζητούνται ως αποζημίωση χρήσης,
αφού η μίσθωση έπαυσε να είναι ενεργός από 1-9-1997. Περαιτέρω από τα ίδια παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία, απoδεικvύεται ότι η μισθώτρια εταιρεία απέδωσε τη χρήση των μισθίων χώρων του ως άνω ακινήτου στα συγκύρια Ταμεία (συνεκμισθωτές) την 1-4-1999, συνταχθέντος προς τούτο του από 1-4-1999 πρωτοκόλλου παραδόσεως μισθίου (προσκομιζόμενο) και επομένως οφείλει για αποζημίωση χρήσης του χρονικού διαστήματος από 1-9-1997 έως 31-3-1999 το ποσό των 57.051.300 δρχ. (19 μήνες Χ 3.002.700 δρχ.
το καταβαλλόμενο την 31-8-1997 μηνιαίο μίσθωμα) ή 167.429 ευρώ, δεδομένου ότι παρακράτησε το μίσθιο χωρίς κανένα δικαίωμα. Η εκκαλούσα μισθώτρια εταιρεία ισχυρίσθηκε πρωτόδικα και επαναφέρει τον ισχυρισμό της αυτό και με τον κύριο λόγο της εφέσεώς της, ότι εξακολούθησε να παραμένει στην χρήση του μισθίου ακινήτου και μετά τη λήξη τής μίσθωσης (31-8-1997), αρνούμενη την απόδοση της χρήσης αυτού στα ενάγοντα ταμεία (συνεκμισθωτές) λόγω μη καταβολής από τα τελευταία σε αυτή της οφειλόμενης από το νόμο παραπάνω αποζημίωσης, ασκώντας το από το άρθρο 60 παρ. 3 του π.δ. 34/1995 παρεχόμενο σε αυτή δικαίωμα επίσχεσης.
Όμως, από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία, δεν αποδεικνύεται ότι η εναγομένη μισθώτρια προέβαλε σαφή ένσταση επίσχεσης του μισθίου ακινήτου λόγω απαίτησής της από αποζημίωση που προβλέπεται από το άρθρο 60 του π.δ. 34/1995, είτε εξωδίκως, είτε δικαστικώς με την μορφή αναβλητικής ενστάσεως. Ειδικότερα, δεν αποδεικνύεται ότι, πριν και μετά την κοινοποίηση στην εναγομένη μισθώτρια εταιρεία της ως άνω υπ' αριθμ.
πρωτοκ. ...95/1997 επιστολής των συνεκμισθωτών ο νόμιμος (ειδικός) εκπρόσωπος της εκκαθαρίστριας εταιρείας Ν. Β., σε επαφές που είχε με τον εκπρόσωπο των εναγόντων ταμείων (συνεκμισθωτών), Ε. Κ., δήλωσε ρητά στον τελευταίο ότι η εναγομένη μισθώτρια είναι έτοιμη να αποδώσει τη χρήση των ως άνω μίσθιων χώρων του ακινήτου της οδού ...
στα ενάγοντα ταμεία, υπό τον όρο καταβολής σε αυτή (μισθώτρια) από τους συνεκμισθωτές της νόμιμης αποζημίωσης. Αντίθετα, ο Ν. Β. καταθέτει, μεταξύ άλλων, ότι : (Αφού πέρασε ο 8ος του 1997 υπήρξε μία συμφωνία ύστερα από μία επιστολή και είπαμε να αποδεσμεύσουμε σχεδόν όλους τους χώρους, εκτός από λίγα τετραγωνικά" χωρίς να διευκρινίζει αν κατέληξαν τα συμβαλλόμενα μέρη ποιοί χώροι θα παραμείνουν στη χρήση της μισθώτριας και παρακάτω "Στο γραφείο του Κ.
πήγα ο ίδιος και συζήτησα πότε θα αποδοθεί το μίσθιο και πότε θα μας δοθεί η αποζημίωση. Δεν είχε λυθεί ποτέ η μίσθωση. Ο Κ.ς μου είπε ότι για την πρόταση που του έκανα θα αποφανθεί η νομική υπηρεσία", χωρίς και πάλι να διευκρινίζει ποια ήταν η πρόταση του, δηλαδή αν συμφώνησαν για το χρόνο απόδοσης του μισθίου, το ύψος της οφειλόμενης από τα ενάγοντα αποζημίωσης και το χρόνο καταβολής της (βλ.
την κατάθεση αυτή του Ν. Β. στα υπ' αριθ. …8/1998 πρακτικά συνεδριάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών). Επίσης στην από 9-12-1997 αγωγή της, για την οποία εκδόθηκαν οι παραπάνω υπ' αριθμ. ..8/1998 και 1776/2000 αποφάσεις του ΜΠΑ και ΕΑ αντίστοιχα, η ενάγουσα μισθώτρια εταιρεία εκθέτει ότι : "Σε επαφές που είχε ο παραπάνω εκπρόσωπος της εκκαθαρίστριας εταιρείας με τον ως άνω εκπρόσωπο εναγομένων (συνεκμισθωτών), ο πρώτος δήλωσε στο δεύτερο ότι αυτή (υπό εκκαθάριση μισθώτρια) είναι έτοιμη να εκκενώσει τους μίσθιους χώρους, μέσα σε μία λογική εκ των πραγμάτων και αμοιβαία αποδεκτή από τα μέρη προθεσμία και να αποδώσει τη χρήση του μισθίου", χωρίς όμως και πάλι να διευκρινίζει αν επιτεύχθηκε συμφωνία σχετικά με την αιτούμενη από αυτή προθεσμία (και ποιά) για την απόδοση του μισθίου και, συνακόλουθα, την καταβολή από μέρους των εναγόντων Ταμείων της οφειλομένης αποζημίωσης, αφού οι εκατέρωθεν παροχές (απόδοση μισθίου και καταβολή αποζημίωσης) είναι σχεδόν ταυτόχρονες.
Σε κάθε περίπτωση, μέχρι την έκδοση της παραπάνω 1776/2000 απόφασης του ΕΑ (7-3-2000), η ενάγουσα μισθώτρια δεν μπορoύσε να ασκήσει το παρεχόμενο σε αυτή από το άρθρο 60 παρ. 3 του π.δ. 34/1995 δικαίωμα επίσχεσης, αφού μέχρι τότε δεν είχε κριθεί αν έληξε η μίσθωση την 31-8-1997 ή αν κατέστη αυτή αορίστου χρόνου μετά την ως άνω ημερομηνία και δεν είχε αναγνωρισθεί η ενάγουσα μισθώτρια δικαιούχος της αιτούμενης με την κρινόμενη αγωγή τής να της καταβληθεί αποζημίωσης ανεξαρτήτως τής υιοθετήσεως η μη ως ορθότερης της υποστηριζόμενης άποψης (όπως εκτίθεται στη μείζονα σκέψη) ότι η σχετική ένσταση επίσχεσης προτείνεται με ανακοπή κατά την εκτέλεση της απόφασης απόδοσης του μισθίου και στην προκειμένη περίπτωση τέτοια απόφαση, που να διατάσσει την απόδοση του επιδίκου μισθίου λόγω λήξης της μίσθωσης, δεν υπάρχει.
Ενόψει όλων αυτών, η εκκαλούμενη απόφαση, κατά το μέρος που απέρριψε την ένσταση επισχέσεως του μισθίου, που πρότεινε η ενάγουσα - εναγομένη μισθώτρια εταιρεία, αν και με διαφορετική αιτιολογία και επιδίκασε στα ενάγοντα ταμεία (συνεκμισθωτές) το ποσό των 57.051.300 δρχ. ή 167.428,61 ευρώ για αποζημίωση χρήσης των μηνών Σεπτεμβρίου 1997 έως και Μαρτίου 1999, δεν έσφαλε περί την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων και απορριπτέος κρίνεται ως αβάσιμος ο σχετικός λόγος της εφέσεως." Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο κατ' ακολουθίαν των οποίων απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή των αναιρεσιβλήτων και υποχρεώθηκε η αναιρεσείουσα να τους καταβάλει το αξιούμενο ποσό των 57.051.300 δρχ.
ή 167.428,61 ευρώ, για αποζημίωση χρήσης του μισθίου, για το διάστημα των μηνών Σεπτεμβρίου 1997 έως και Μαρτίου 1999, έκρινε ορθά και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 601 Α.Κ. Και τούτο γιατί εφόσον δέχεται ότι μετά την κατά νόμο λήξη της μίσθωσης (31-8-1997) η αναιρεσείούσα κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα, παρέμεινε στη χρήση του μισθίου, δηλαδή εξακολούθησε να τα χρησιμοποιεί, ανεξάρτητα αν αυτή άσκησε νομίμως ή όχι το δικαίωμα επισχέσεως του μισθίου μέχρι να της καταβληθεί η από το άρθρο 60 του Π.Δ. 34/1995 αποζημίωση, οφείλει να καταβάλει στα αναιρεσίβλητα - εκμισθωτές την εκ του άρθρου 601 Α.Κ.
αποζημίωση χρήσης. Κατ' ακολουθίαν αυτών οι πρώτος και δεύτερος (επικουρικός) λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλειες της παραβίασης των άρθρων 601 Α.Κ. και 60 του π.δ. 34/1995, με το να δεχθεί κατά τ' ανωτέρω, ότι δεν ασκήθηκε εκ μέρους της αναιρεσείουσας δικαίωμα επισχέσεως του μισθίου μέχρι να της καταβληθεί η από την τελευταία διάταξη αποζημίωση, είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς.
ΙΙΙ. Περαιτέρω και ο τρίτος (επικουρικός) λόγος της κρινόμενης αίτησης με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στις πλημμέλειες από τους αρ. 8 και 16 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. επειδή, κατά τα εκτιθέμενα, δεν έλαβε υπόψη τον νομίμως προταθέντα ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι με την τελεσίδικη με αριθμό 1776/2000 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία κρίθηκε ότι η επίδικη μίσθωση έληξε την 31-8-1997 και ότι τα αναιρεσίβλητα Ταμεία οφείλουν στην αναιρεσείουσα την προβλεπόμενη από το άρθρο 60 παρ. 1 του π.δ. 34/1995 βασική αποζημίωση, προέκυψε δε δικασμένο αφενός ότι τα αναιρεσίβλητα οφείλουν την άνω αποζημίωση, αφετέρου (εμμέσως) ότι η σχετική αξίωσή της και το δικαίωμά της να αρνηθεί την απόδοση του μισθίού λόγω μη καταβολής της ανωτέρω αποζημιώσεως, γεννήθηκαν πριν από την άσκηση της από 9-12-1997 αγωγής αυτής, είναι ενόψει των παραπάνω, απορριπτέος προεχόντως ως αλυσιτελής.
Κατ' ακολουθίαν η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί και ως προς το πρώτο των αναιρεσιβλήτων.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
-Απορρίπτει την από 5-5-2004 αίτηση της υπό ειδική εκκαθάριση καλούσας ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... ... Α.Ε. για αναίρεση της 5468/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Και
-Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του πρώτου αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Μαρτίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Απριλίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ