Legislator Case Law & Legislation
781/2018 AI generated

Supreme Court allows appeal against lower court's failure to examine piercing the corporate veil and unjust enrichment claims.

Case Number 781/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the First Instance Court of Piraeus, finding the lower court failed to examine specific legal grounds. The appellants argued the court ignored a private agreement between individuals and the company's liability, while the respondent claimed the lower court correctly applied the law. The Court ruled that the lower court did not sufficiently address whether the corporate veil should be pierced to enforce the agreement or if unjust enrichment should be applied, making the appeal admissible.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must allow an appeal when the lower court fails to examine whether the corporate veil should be pierced to enforce a private agreement or to apply unjust enrichment principles, thereby rendering the decision legally flawed.

Keywords

AI generated
piercing corporate veil unjust enrichment private agreement enforcement corporate veil appeal admissibility civil procedure code legal error review

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 495(4)(e) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 and 191(1) of the Code of Civil Procedure
Article 246 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 781 / 2018 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 781/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Σοφία Ντάντου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Φεβρουαρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ι. Χ. του Θ. και 2) Γ. Χ. του Θ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αβραάμ Ιορδανίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Της αναιρεσίβλητης: Ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΕΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, για την οποία παραστάθηκε ο νόμιμος εκπρόσωπός της Ν. Β. με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σταματογιάννη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-9-2012 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5920/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 505/2015 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 2-11-2015 αίτησή τους και τους από 11-5-2017 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Καλαματιανός διάβασε την από 26-9-2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της υπ’ αριθμ. 505/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, κατά παραδοχή του μοναδικού λόγου του αναιρετηρίου και του τρίτου πρόσθετου λόγου, και την απόρριψη των λοιπών λόγων αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 2-11-2015 αίτηση αναίρεσης και οι από 11.5.2017 πρόσθετοι λόγοι αυτής, κατά της 505/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, έχουν ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα και πρέπει να ερευνηθούν ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ’ ιδίαν λόγων τους, αφού συνεκδικασθούν κατ’ άρθρ. 246 ΚΠολΔ. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.

Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (Ολ.ΑΠ 9/2013).

Εξ άλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ, αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά.

Αντιφατικότητα δε αιτιολογιών υπάρχει όταν εξ αιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το Νόμο. Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 24/1992, Ολ.ΑΠ 1/1999).

Περαιτέρω, με το άρθρο 11 του π.δ. 34/1995 ορίστηκε, ότι στις εμπορικές μισθώσεις η ολική ή η μερική παραχώρηση του μισθίου σε τρίτο, δεν επιτρέπεται, εκτός από αντίθετη συμφωνία των μερών, διότι η εν λόγω διάταξη του άρθρου 11 του π.δ. 34/1995 είναι ενδοτικού δικαίου και επιτρέπεται κατά την σύναψη της μίσθωσης αντίθετη συμφωνία.

Εξάλλου, από την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, που καθιερώνεται με τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ, προκύπτει ότι οι συμβαλλόμενοι μπορούν στην περίπτωση της κατάρτισης απ’ αυτούς μίσθωσης πράγματος να συμφωνήσουν ότι n παράβαση οποιουδήποτε όρου της σύμβασης αυτής από το μισθωτή παρέχει στον εκμισθωτή το δικαίωμα να λύσει μονομερώς τη μίσθωση χωρίς καμιά άλλη προϋπόθεση και ειδικότερα αν η παράβαση αφορά ουσιώδη ή επουσιώδη όρο της σύμβασης ή αν από αυτή προκύπτει κίνδυνος για το μίσθιο ή αν παραβλάπτεται αυτό κατά οποιονδήποτε τρόπο όπως επίσης και ότι η αντίστοιχη παράβαση συνεπάγεται αυτοδικαίως τη λύση της καταρτισθείσης σύμβασης μίσθωσης πράγματος.

Στην τελευταία αυτή περίπτωση η λύση της μίσθωσης πράγματος επέρχεται χωρίς να απαιτείται η προηγούμενη καταγγελία της. Ενόψει δε της ρύθμισης του άρθρου 44 π.δ. 34/1995, κατά την οποία οι μισθώσεις του παρόντος διατάγματος, εφόσον δεν ορίζεται κάτι άλλο σ’ αυτό διέπονται από τους συμβατικούς όρους τους και τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα, η ανωτέρω ρήτρα είναι ισχυρή και στην περίπτωση που έχει περιληφθεί σε εμπορική μίσθωση αφού αυτή κατά τη διάταξη του άρθρου 1 ίδιου π.δ/τος υπάγεται στις διατάξεις του.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 34 του ΑΚ, ικανότητα δικαίου είναι η ικανότητα του φυσικού προσώπου να έχει δικαιώματα και υποχρεώσεις. Όμως και ενώσεις προσώπων για την επιδίωξη ορισμένου σκοπού, καθώς επίσης και σύνολα περιουσίας για την εξυπηρέτηση ορισμένου σκοπού, μπορούν κατά τη διάταξη του άρθρ. 61 του ΑΚ να αποκτήσουν προσωπικότητα, αν τηρηθούν οι όροι που αναγράφει ο νόμος, δηλαδή να αποκτήσουν ικανότητα δικαίου, η οποία πάντως δεν εκτείνεται κατά τη διάταξη του άρθρ. 62 του ίδιου Κώδικα σε έννομες σχέσεις που προϋποθέτουν ιδιότητες φυσικού προσώπου.

Επομένως νομική προσωπικότητα είναι η ικανότητα δικαίου, που απονέμεται από το νόμο σε οργανισμούς που επιδιώκουν ορισμένο σκοπό, οι οποίοι ανάγονται έτσι σε αυτοτελείς φορείς δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, δηλαδή σε νομικά πρόσωπα με χωριστή περιουσία απ’ αυτή των μελών τους, που τους προσδίδει αυθύπαρκτη στο χώρο και συνεχή στο χρόνο οντότητα.

Η νομική λοιπόν προσωπικότητα είναι δημιούργημα του δικαίου, με την οποία εξυπηρετούνται οικονομικές και κοινωνικές ανάγκες, όπως προπάντων είναι ο περιορισμός της ευθύνης και των κινδύνων κατά την άσκηση της εμπορικής δραστηριότητας με ανάλογη μείωση και του κόστους από τη συμμετοχή σ’ αυτή. Η περιουσιακή αυτοτέλεια των νομικών προσώπων είναι συνεπώς το βασικότερο στοιχείο της ιδιοσυστασίας τους, που εκφράζεται και με τη διάταξη του άρθρου 70 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία οι δικαιοπραξίες που επιχείρησε μέσα στα όρια της εξουσίας του το όργανο διοίκησης του νομικού προσώπου υποχρεώνουν το νομικό πρόσωπο.

Απόρροια της ιδιαίτερης ικανότητας δικαίου των νομικών προσώπων είναι ακριβώς και η ιδιαίτερη ικανότητα ευθύνης τους, δηλαδή αποκλειστικής και χωριστής από την ευθύνη των μελών τους, που σημαίνει ότι υπέγγυα στους δανειστές του νομικού προσώπου είναι μόνον η δική του περιουσία και όχι και n περιουσία των μελών του, ενώ και αντιστρόφως n περιουσία του δεν είναι υπέγγυα στους ατομικούς δανειστές των μελών του.

Ωστόσο ο απόλυτος αυτός διαχωρισμός δικαιολογείται όταν εξυπηρετεί τους σκοπούς της χωριστής νομικής προσωπικότητας, διαφορετικά δεν είναι ανεκτός από το δίκαιο και κάμπτεται, είτε ευθέως με βάση σχετική διάταξη του νόμου, όπως λ.χ. είναι η διάταξη του άρθρ. 83 § 2 του ν. 2190/1920, είτε κατά την καλή πίστη, όπως αυτή αποτυπώνεται στα άρθρα 281, 288 και 200 του ΑΚ, δηλαδή όταν γίνεται κατάχρηση της αυτοτελούς ύπαρξης του νομικού προσώπου, οπότε καταφάσκεται η άρση της περιουσιακής αυτοτέλειάς του.

Ειδικότερα η εταιρεία ως σύνολο έννομων σχέσεων και καταστάσεων, που διέπονται από ορισμένο πλέγμα κανόνων δικαίου με τη μορφή αυτοτελούς ενότητας, οφείλει να υπηρετεί κοινωνικό κυρίως σκοπό στο πλαίσιο και των συνταγματικών διατάξεων των άρθρ. 5 § 1 και 12 §§ 1 και 3. Η χρησιμοποίηση έτσι της εταιρείας για την εξυπηρέτηση σκοπών αποδοκιμαζόμενων από την έννομη τάξη συνιστά απαγορευμένη από το νόμο κατάχρηση του θεσμού της εταιρείας.

Η καταχρηστική συμπεριφορά, που εκδηλώνεται ως κατάχρηση θεσμού, δεν ρυθμίζεται ειδικά στο νόμο. Πρέπει όμως να υπαχθεί και αυτή στη διάταξη του άρθρ. 281 ΑΚ και οι συνέπειές της να αντιμετωπισθούν σε αναλογία με τις συνέπειες της κατάχρησης δικαιώματος. Δεν συνιστά καταχρηστική συμπεριφορά κατά την παραπάνω έννοια η ταύτιση των συμφερόντων της εταιρείας με αυτά του βασικού μετόχου ή εταίρου της.

Όμως η αρχή αυτή της οικονομικής αυτοτέλειας και ευθύνης του νομικού προσώπου της εταιρείας έναντι των μετόχων ή των εταίρων της υποχωρεί όταν η επίκληση της διαφορετικής προσωπικότητάς της χρησιμεύει για να νομιμοποιηθεί αποτέλεσμα αντίθετο προς τους κανόνες της καλής πίστης, δηλαδή όταν οι πράξεις της εταιρείας είναι στην πραγματικότητα πράξεις του κυρίαρχου μετόχου ή εταίρου της που σκόπιμα παραλλάσσονται ή αντιστρόφως, όταν οι πράξεις του φυσικού προσώπου συνέχονται με την εταιρεία από την οποία αθέμιτα επιχειρείται να αποκοπούν.

Σ’ αυτές τις περιπτώσεις ως κύρωση επιβαλλόμενη προς αποφυγή της κατάχρησης προσήκει η άρση ή η κάμψη της νομικής προσωπικότητας της εταιρείας ή κατ’ άλλη έκφραση η διείσδυση στο υπόστρωμά της και η επέκταση από την εταιρεία στους μετόχους ή εταίρους των συνεπειών που την αφορούν ή αντιστρόφως η επέκταση των αντίστοιχων συνεπειών από τους μετόχους ή εταίρους στην εταιρεία.

Σε κάθε πάντως περίπτωση η άρση της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου είναι προσωρινή και περιορισμένη, δηλαδή δεν καταλύεται η ίδια η νομική προσωπικότητα της εταιρείας, αλλά παραμερίζεται μόνο για τη συγκεκριμένη συναλλαγή η περιουσιακή αυτοτέλειά της, με την έννοια ότι η εταιρεία ή αναλόγως ο βασικός μέτοχος ή εταίρος της παραμένουν οφειλέτες, που ευθύνονται πλέον από κοινού και εις ολόκληρο (άρθρ. 481 ΑΚ) για τις ζημιογόνες συνέπειες (άρθρ. 926 ΑΚ) της συναλλαγής τους, δηλαδή δημιουργείται ένας πρόσθετος οφειλέτης, στον οποίο επεκτείνονται (διαχέονται) οι συνέπειες αυτές με κατεύθυνση είτε από την εταιρεία προς το βασικό μέτοχο ή εταίρο, είτε με αντίστροφη κατεύθυνση (Ολ.ΑΠ 2/2013, ΑΠ 330/2010).

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 361, 479 και 513 του ΑΚ συνάγεται ότι, με βάση την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, οι συμβαλλόμενοι μπορούν να συμφωνήσουν την πώληση επιχείρησης. Ως επιχείρηση νοείται, κατά τις γενικές αρχές του δικαίου των συναλλαγών το σύνολο πραγμάτων, δικαιωμάτων, άυλων αγαθών ή πραγματικών καταστάσεων, όπως πελατεία, φήμη, πίστη στις συναλλαγές κ.λπ., που έχουν οργανωθεί σε οικονομική ενότητα από τον επιχειρηματία, από την οποία μπορεί να ωφεληθεί άλλος που θα ασκήσει την ίδια χρήση (βλ.

και ΑΠ Ολ. 7/2009). Τέλος, κατά την ίδια διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ και τους γενικούς ερμηνευτικούς κανόνες του δικαίου, όταν οι παροχές των συμβαλλομένων ανήκουν σε περισσότερα είδη επώνυμων συμβάσεων, για το νομικό χαρακτηρισμό τους ανήκει στο δικαστή να διερευνήσει αρχικά αν καθεμία παροχή είναι ανεξάρτητη από την άλλη οπότε πρόκειται για χωριστές συμβάσεις και καθεμία υπόκειται στη ρύθμιση που προβλέπει ο Α.Κ.

Όταν οι παροχές συνδέονται μεταξύ τους με τρόπο ώστε να εμφανίζονται ότι αποτελούν στοιχεία ενιαίας σύμβασης, για να δοθεί ο νομικός χαρακτηρισμός, ερευνάται και ανευρίσκεται από το δικαστή, με βάση τις αρχές της συναλλακτικής καλής πίστης (ΑΚ 200), ποια παροχή θεωρείται ως κύρια και ποια ως παρεπομένη, οπότε δίδεται ο νομικός χαρακτηρισμός της σύμβασης από την κύρια παροχή (ΑΠ 5/2002).

Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτή έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της 5920/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία είχε γίνει δεκτή αγωγή των αναιρεσειόντων - εκμισθωτών περί αποδόσεως του αναφερόμενου σ’ αυτήν μισθίου καταστήματος, λόγω παραβίασης από την αναιρεσίβλητη - μισθώτρια όρων του μισθωτηρίου, εξαφανίσθηκε η πρωτόδικη απόφαση και απορρίφθηκε η εν λόγω αγωγή.

Το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλομένη, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ως αποδειχθέντα, τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Με το από 7-11-2001 ιδιωτικό συμφωνητικό επαγγελματικής μίσθωσης οι εφεσίβλητοι εξεμίσθωσαν στους Ν. Β. (ήδη ομόρρυθμο εταίρο της εκκαλούσας εταιρίας) και Θ. Σ. το επί της οδού ..., περιοχή … της πόλης των Αθηνών ακίνητό τους του οποίου είναι συγκύριοι κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ο καθένας.

Το μίσθιο αυτό (ακίνητο) ήταν ένα οικόπεδο εμβαδού 157 τετρ. μέτρων εντός του οποίου υπήρχαν παλαιά ερειπωμένα κτίσματα και ειδικότερα, ισόγεια μετ’ υπογείου οικία, n οποία λόγω της υφιστάμενης κατάστασης (ερειπωμένη και χωρίς στέγη) ήταν αδύνατη οποιαδήποτε χρήση αυτής ήτοι προς κατοικία ή άσκηση επαγγέλματος (βλ σχετικές φωτογραφίες).

Η διάρκεια της μίσθωσης ορίστηκε για 12 χρόνια ήτοι από 7-11-2001 έως 6-11-2013 με αρχικό μηνιαίο μίσθωμα 300.000 δρχ. (880,41 ΕΥΡΩ) καταβαλλομένου από 1-4-2002 και η επιτρεπόμενη σ’ αυτό χρήση, εστιατόριο, μπαρ και χώρος πώλησης cd και Τ.Shirts. Οι τότε μισθωτές (Ν. Β. και Θ. Σ.), ανέλαβαν με δική τους προσωπική εργασία και δική τους δαπάνη να επισκευάζουν την ερειπωμένη ως άνω οικία και να τη διαμορφώσουν σε χώρο κατάλληλο για τη λειτουργία επιχείρησης καφέ-μπαρ, εστιατορίου και καταστήματος πώλησης cd και T.Shirts.

Ήδη μετά από προσωπική εργασία και δαπάνες αποκλειστικά των μισθωτών και ειδικά του εξ αυτών Ν. Β. επί του ως άνω οικοπέδου των 157 τετρ. μέτρων στη θέση των ερειπωμένων κτισμάτων υφίσταται ένα πολυτελές κτίριο 300 τετρ. μέτρων αποτελούμενο από ισόγειο, μεσοπάτωμα (πατάρι) και δώμα (βλ. σχετικές φωτογραφίες).

Εν συνεχεία η χρήση του μισθίου παραχωρήθηκε στην εταιρία με την επωνυμία "... ΕΠΕ". Εν τω μεταξύ συνεστήθη μεταξύ των αρχικών ως άνω μισθωτών η εναγόμενη - εκκαλούσα ετερόρρυθμη εταιρία η οποία υπεισήλθε ως μισθώτρια στην ως άνω από 7-11-2001 σύμβαση μισθώσεως, κατόπιν δε της από 5-11-2001 αιτήσεως της τελευταίας στην αρμόδια υπηρεσία του ...

εκδόθηκε η ...12-3-2009 άδεια της Διεύθυνσης αδειών καταστημάτων και Θεαμάτων του Δήμου αυτού με την οποία χορηγήθηκε σ’ αυτήν (εταιρία "... ΕΕ") το δικαίωμα λειτουργίας επί του μισθίου επιχείρησης εστιατορίου - καφέ μπαρ. Η εκκαλούσα - μισθώτρια εξαιτίας των χρεών που είχαν δημιουργηθεί από την ανακατασκευή και διαρρύθμιση του μισθίου, η εξόφληση των οποίων προείχε έναντι των άλλων οφειλών, δεν ήταν πάντοτε συνεπής στις έναντι των εφεσιβλήτων εκμισθωτών υποχρεώσεις της δηλαδή στην καταβολή των μισθωμάτων.

Ενόψει, της κατάστασης αυτής η εκκαλούσα εταιρία δέχθηκε πρόταση από την ετερόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "... και Σία ΕΕ" της οποίας ο ετερόρρυθμος εταίρος Λ. Μ. ήταν επιτυχημένος επιχειρηματίας στο χώρο της εστίασης - διασκέδασης να μεταβιβασθεί σ αυτή η ασκουμένη στο μίσθιο, με την προαναφερόμενη άδεια του ..., επιχείρηση.

Την πρόταση αυτή η εκκαλούσα γνωστοποίησε στους εφεσιβλήτους οι οποίοι συμφώνησαν. Έτσι μεταξύ των διαδίκων καταρτίστηκε το από 22-9-2009 ιδιωτικό συμφωνητικό λύσης επαγγελματικής μίσθωσης με το οποίο λύθηκε η από 7-11-2001 σύμβαση μισθώσεως και διακανονίσθηκε η εξόφληση των οφειλομένων μέχρι τότε στους εκμισθωτές μισθωμάτων.

Εν συνεχεία μεταξύ των ίδιων ως άνω συμβαλλομένων καταρτίστηκε με το από 23-9-2009 ιδιωτικό συμφωνητικό νέα σύμβαση μισθώσεως δυνάμει της οποίας οι εφεσίβλητοι - εκμισθωτές εξεμίσθωσαν το άνω ακίνητό τους, όπως ήταν ήδη διαμορφωμένο, στην εκκαλούσα-μισθώτρια για χρονικό διάστημα δώδεκα ετών (1-10-2009 μέχρι 30-9-2021) έναντι μηνιαίου μισθώματος 4.000 ΕΥΡΩ (το καταβαλλόμενο με την λυθείσα μίσθωση ανερχόταν στο ποσό των 1.500 ΕΥΡΩ) αναπροσαρμοζόμενο ετησίως κατά ποσοστό ίσο με τον επίσημο τιμάριθμο.

Πάντως όχι λιγότερο του 3%. Περαιτέρω με τον όρο 6 του ως άνω συμφωνητικού επιτράπηκε στη μισθώτρια για μία μόνο φορά η υπομίσθωση του μισθίου ακινήτου σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο της επιλογής της, για την άσκηση παρόμοιας (με την ήδη ασκουμένη) επιχειρήσεως υπό την προϋπόθεση της γνωστοποίησης στους εφεσίβλητους - εκμισθωτές ως σύμβασης υπομίσθωσης και με τον όρο 19 ορίστηκε ότι η παράβαση εκ μέρους της μισθώτριας οποιουδήποτε των όρων του συμφωνητικού αυτού παρέχει δικαίωμα καταγγελίας της μίσθωσης.

Στο τέλος δε του ως άνω συμφωνητικού και υπό τον τίτλο "Παρατηρήσεις" αναφέρεται ότι "σε περίπτωση υπομίσθωσης του μισθίου ακινήτου το μίσθωμα της κυρίας μίσθωσης, δεν θα είναι σε καμία περίπτωση μικρότερο από το 50% του ύψους του υπομισθώματος που θα καταβάλλεται από τον μισθωτή στην μισθώτρια". Την επόμενη ημέρα η εκκαλούσα μισθώτρια εταιρία κάνοντας χρήση του δικαιώματος υπομίσθωσης που της χορηγήθηκε με το ως άνω από 23-9-2009 ιδιωτικό συμφωνητικό κατήρτισε με την εταιρία "...

EE" η οποία εκπροσωπήθηκε από το νόμιμο εκπρόσωπό της Δ. Χ. το "από 24-9-2009 ιδιωτικό συμφωνητικό υπομίσθωσης" δυνάμει του οποίου υπεκμίσθωσε στην ως άνω αντισυμβαλλόμενή της το προαναφερθέν μίσθιο κατάστημα για δώδεκα χρόνια (1-10-2009 - 30-9-2021) όση δηλαδή η διάρκεια της κύριας μίσθωσης. Το οφειλόμενο υπομίσθωμα ορίστηκε στο ποσό των 8.000 ΕΥΡΩ μηνιαίως αναπροσαρμοζόμενο κατ’ έτος όπως και το μίσθωμα της κύριας μίσθωσης και επομένως ήταν σύμφωνο με τα ορισθέντα στο από 23-9-2009 ιδιωτικό συμφωνητικό καθόσον το κύριο μίσθωμα αντιστοιχούσε στο 50% του καταβαλλομένου υπομισθώματος.

Η εν λόγω υπομίσθωση γνωστοποιήθηκε νομίμως και στους εφεσιβλήτους εκμισθωτές, όπως δέχθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, η οποία δεν πλήττεται ως προς τη διάταξή της αυτή. Η σύμβαση αυτή εξελίχθηκε ομαλά μέχρι και τον Σεπτέμβριο του έτους 2012. Ειδικότερα μέχρι τότε η μισθώτρια της από 24-9-2009 μίσθωσης ετερόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "...

EE" έκανε χρήση του μισθίου ακινήτου καταβάλλοντας το υπομίσθωμα των 8.000 ΕΥΡΩ και πιο συγκεκριμένα το ήμισυ αυτού (4.000 Ε) το κατέβαλε στη συμβληθείσα με αυτή μισθώτριά της (εκκαλούσα) και το άλλο μισό (4.000) στους εφεσιβλήτους - εκμισθωτές της κυρίας μίσθωσης. Κατά τον προαναφερθέντα χρόνο (Σεπτέμβριο του 2012) ισχυρίστηκαν (οι εφεσίβλητοι - εκμισθωτές) ότι πληροφορήθηκαν ότι η μισθώτριά τους εκκαλούσα εταιρία με την επωνυμία "...

EE" κατάρτισε κρυφή απ’ αυτούς σύμβαση με την οποία συνομολόγησε με την ως άνω μισθώτριά της εταιρία (επί πλέον) υπομίσθωμα 1.000 ΕΥΡΩ μηνιαίως το οποίο μαζί με το συνομολογηθέν αρχικό ποσό των 8.000 ΕΥΡΩ ανέρχεται στο ποσό των 9.000 ΕΥΡΩ και έτσι το ύψος του μισθώματος της κυρίας μίσθωσης είναι μικρότερο από το 50% του ύψους του υπομισθώματος, παραβαίνοντας με τον τρόπο αυτό τον σχετικό, με το ύψος του υπομισθώματος, όρο της ένδικης μίσθωσης και για το λόγο αυτό κατήγγειλε τη μίσθωση.

Η συμφωνία δε αυτή (συνομολόγηση υπομισθώματος 1.000 ΕΥΡΩ) έγινε, κατά τους ισχυρισμούς της, με το από 24-9-2009 ιδιωτικό συμφωνητικό. Το συμφωνητικό όμως αυτό, με το οποίο ο Λ. Μ. ετερόρρυθμο μέλος της υπομισθώτριας εταιρίας "... και ΣΙΑ EE" ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει στον Ν. Β., ομόρρυθμο μέλος της εκκαλούσας υπεκμισθώτριας εταιρίας "Ν. ...

EE" για κάθε χρόνο της δωδεκαετούς υπομίσθωσης το ποσό των 12.000 ΕΥΡΩ με επιταγές εκδόσεως του ιδίου και το οποίο ποσό (12.000 ΕΥΡΩ) κατά τους ενάγοντες - εκμισθωτές αφορά υπομίσθωμα κατά την εναγόμενη την αξία της μεταβιβασθείσας επιχείρησής της "αέρα" αναφέρεται σε σύμβαση που έχουν καταρτίσει ατομικά οι σ’ αυτό συμβληθέντες και όχι για λογαριασμό των νομικών προσώπων των εταιριών των οποίων είναι μέλη.

Ο πρώτος δε εξ αυτών δεν μπορούσε να συνάψει εγκύρως σύμβαση για λογαριασμό της ως άνω εταιρίας "... και ΣΙΑ EE" αφού δεν ήταν νόμιμος εκπρόσωπός της. Ήτοι τα συμβληθέντα πρόσωπα στο από 24-9-2009 ιδιωτικό συμφωνητικό υπομισθώσεως με την οποία καταρτίστηκε η σύμβαση υπομίσθωσης και καθορίστηκε το υπομίσθωμα στο ποσό των 8.000 ΕΥΡΩ και τα συμβληθέντα στο τελευταίο ως άνω από 24-9-2009 ιδιωτικό συμφωνητικό είναι διαφορετικά.

Βασική δε αρχή του δικαίου των νομικών προσώπων αποτελεί η αρχή της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου απέναντι στα μέλη του. Με βάση την αρχή αυτή το νομικό πρόσωπο δεν ευθύνεται για τις συμβάσεις που συνάπτουν τα μέλη του και αντίστροφα τα μέλη του για τις συμβάσεις που συνάπτει το ίδιο διά των νομίμων εκπροσώπων του.

Επομένως, εν προκειμένω δεν υφίσταται, όπως αβασίμως ισχυρίζονται στην αγωγή τους οι ενάγοντες, σύμβαση μεταξύ των συμβληθέντων στο από 24-9-2009 συμφωνητικό υπομίσθωσης, υπεκμισθώτριας και υπομισθώτριας περί συνομολόγησης υπομισθώματος μεγαλυτέρου του ποσού των 8.000 ΕΥΡΩ και συνακόλουθα και παράβαση εκ μέρους της μισθώτριας (υπεκμισθώτριας στο από 20-9-2009 ιδιωτικό συμφωνητικό) παράβαση του προαναφερθέντος όρου με τίτλο "παρατηρήσεις" (ως προς το καθορισθέν ύψος του υπομισθώματος) της κύριας μίσθωσης.

Η ως άνω από 24-9-2009 σύμβαση, που σημειωτέον, δεν προσβάλλεται (με την αγωγή) ως εικονική (ως προς τα συμβληθέντα μέρη) και ανεξάρτητα που από τα αποδεικτικά στοιχεία της δικογραφίας δεν μπορεί να δημιουργηθεί πλήρη δικανική πεποίθηση στο Δικαστήριο ότι το ποσό των 12.000 ΕΥΡΩ αφορά "υπομίσθωμα", κατά τα προεκτεθέντα, δεν έχει καταρτισθεί μεταξύ της εναγομένης μισθώτριας-υπεκμισθώτριας, η οποία και δεσμεύτηκε (με το από 23-9-2009) ως προς το ύψος του υπομισθώντος έναντι των εναγόντων - εκμισθωτών της και της αντισυμβαλλομένης της υπομισθώτριας.

Με βάση όλα αυτά η από 3-9-2012 εξώδικη δήλωση - καταγγελία των εναγόντων που επιδόθηκε στην εναγομένη στις 7-9-2012 για παράβαση του όρου της κύριας από 23-9-2009 συμβάσεως αναφορικά με το ύψος του υπομισθώματος που θα μπορούσε να συμφωνήσει αυτή σε περίπτωση υπομίσθωσης του μισθίου ακινήτου δεν ήταν νόμιμη και ως εκ τούτου δεν επέφερε τ’ αποτελέσματά της, δηλαδή τη λύση της σύμβασης αυτής".

Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του Α.Κ. και του π.δ/τος 34/1995, όχι ευθέως αλλά εκ πλαγίου, με ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες στερώντας την απόφασή του νόμιμης βάσης και συνεπώς υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. Ειδικότερα:

Α. Ενώ δέχθηκε ότι το από 24-9-2009 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ του Λ. Μ., ετερρόρυθμου μέλους της υπομισθώτριας εταιρείας "... Ε.Ε.", και του Ν. Β., ομόρρυθμου μέλους της υπεκμισθώτριας εταιρείας (αναιρεσίβλητης) καταρτίσθηκε την ίδια ημερομηνία με το συμφωνητικό υπομισθώσεως μεταξύ των δύο ως άνω εταιρειών, στη συνέχεια απέρριψε την αγωγή κατ’ ουσίαν, ως αναπόδεικτη, κρίνοντας ότι το ποσό των 12.000 ευρώ ετησίως, για κάθε έτος της δωδεκαετούς υπομίσθωσης, δεν αποδείχθηκε ότι αφορά σε υπομίσθωμα, εφόσον το συμφωνητικό που προέβλεπε την καταβολή αυτού δεν έχει καταρτισθεί μεταξύ των δύο εταιρειών (υπεκμισθώτριας και υπομισθώτριας), επικαλούμενο την αρχή της αυτοτέλειας των νομικών προσώπων, χωρίς να λάβει σαφή θέση ως προς την αιτία ανάληψης υποχρέωσης καταβολής του ποσού αυτού.

Ήτοι, δεν κατέστησε σαφές αν δέχθηκε τον ισχυρισμό της εναγομένης, ότι η υποχρέωση καταβολής του ποσού αυτού αφορά στην αξία της επιχείρησης (τον "αέρα" αυτής), που καταρτίσθηκε μεταξύ των ανωτέρω φυσικών προσώπων, ατομικά και όχι για λογαριασμό των νομικών προσώπων των εταιρειών, των οποίων είναι μέλη.

Β. Σε κάθε περίπτωση, δεν ερεύνησε: 1) Εάν το μεταξύ των δύο φυσικών προσώπων συμφωνητικό συνέχεται με την αναιρεσίβλητη εταιρεία και την υπομισθώτρια, συγκεκριμένα δε με την προαναφερθείσα σύμβαση υπομίσθωσης των δύο εταιρειών, από την οποία επιχειρείται να αποκοπεί αθέμιτα, προκειμένου να καταστρατηγηθεί ο όρος του συμφωνητικού υπομίσθωσης, ότι το μίσθωμα της κύριας μίσθωσης δεν θα υπολείπεται του 50% του ύψους του υπομισθώματος, που θα λαμβάνει η μισθώτρια, και να αποφύγει η αναιρεσίβλητη την εκπλήρωση της συμβατικής της υποχρέωσης να καταβάλλει αυξημένο κατά 500 ευρώ μηνιαίο μίσθωμα. 2) Εάν, συνεπώς, προσήκει η άρση της αυτοτέλειας των νομικών προσώπων της αναιρεσίβλητης και της υπομισθώτριας εταιρείας από τα μέλη της και η επέκταση των συνεπειών του από 24-9-2009 συμφωνητικού από τον εταίρο Ν.

Β. στην αναιρεσίβλητη εταιρεία, ως κύρωση επιβαλλομένη προς αποφυγή καταχρηστικής συμπεριφοράς. Επομένως, τα όσα ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες με τον μοναδικό λόγο του αναιρετηρίου και τον τρίτο πρόσθετο λόγο, με τους οποίους αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., κρίνονται βάσιμα, ενώ είναι απορριπτέος ο πρώτος των πρόσθετων λόγων, με τον οποίο προσάπτεται η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Περαιτέρω, η αναιρετική εμβέλεια των αναιρετικών λόγων, που γίνονται δεκτοί, στο σύνολο της προσβαλλόμενης απόφασης και οδηγεί στην αναίρεση αυτής, καθιστά αλυσιτελή πλέον την εξέταση του δεύτερου πρόσθετου λόγου αναίρεσης. Κατά συνέπεια, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλο Δικαστή (άρθρ. 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).

Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, στον καταθέσαντα (άρθρ. 495 παρ. 4 εδ. ε’ Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση πριν αντικατασταθεί με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/ 2015) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα αυτών, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό (άρθρ. 176, 183 και 191 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει την από 2.11.2015 αίτηση για αναίρεση της 505/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς και τους από 11.5.2017 πρόσθετους λόγους αυτής.

Αναιρεί την υπ’ αρ. 505/2015 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλο Δικαστή.

Διατάσσει την επιστροφή του καταβληθέντος παραβόλου στον καταθέσαντα.

Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 23 Μαρτίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Απριλίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ