Legislator Case Law & Legislation
781/2015 AI generated

Supreme Court dismisses appeal regarding will invalidity, ruling special power of attorney unnecessary for non-forgery claims.

Case Number 781/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by the heirs against the final judgment of the Court of First Instance and the Court of Appeal. The appellants argued that the Court of First Instance erred by accepting a forged will without requiring a special power of attorney from their lawyer, citing Article 98 of the Civil Procedure Code. The court rejected this claim, holding that a special power of attorney is only mandatory for alleging forgery, not for challenging the validity of a will based on lack of signature or dating.

Legislator headnote

AI generated

Articles 98, 271(3), 352(1) of the Civil Procedure Code; A special power of attorney is required only when alleging forgery of a document, not when challenging its validity on grounds such as lack of signature or dating.

Keywords

AI generated
special power of attorney forgery allegation will validity Civil Procedure Code invalid will appellate review legal representation

Cited Legislation

AI generated
Article 553(1) of the Civil Procedure Code
Article 524(3) of the Civil Procedure Code
Article 98 of the Civil Procedure Code
Article 271(3) of the Civil Procedure Code
Article 352(1) of the Civil Procedure Code
Article 559(14) of the Civil Procedure Code
Article 495(4)(e) of the Civil Procedure Code
Articles 176 and 183 of the Civil Procedure Code

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 781 / 2015 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 781/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αντώνιο Ζευγώλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χρυσικού), Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού, Αθανάσιο Καγκάνη και Ιωάννη Μαγγίνα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Μαΐου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1) Χ. Π. του Γ., κατοίκου ..., 2) Α. Π. του Γ., κατοίκου ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Ματσιώτα και δεν κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Χ. του Ν., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Αθανασίου Δάμη και κατέθεσε προτάσεις, 2) Λ. Χ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Δάμη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/1/2011 αγωγή προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3906/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 331/2014 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 14/5/2014 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Μαγγίνας ανέγνωσε την από 1/12/2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 14-5-2014 αναίρεσης και των προβαλλόμενων με αυτή λόγων.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι] Κατά μεν το άρθρο 553 παρ.1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνον κατά των οριστικών αποφάσεων, που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν την όλη δίκη, ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή, κατά δε το άρθρο 524 παρ.3 ΚΠολΔ σε περίπτωση ερημοδικίας του εκκαλούντος η έφεση απορρίπτεται.

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι η απόρριψη της έφεσης λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος γίνεται κατ' ουσίαν και όχι κατά τύπους και επομένως στην περίπτωση αυτή, αν απορρίφθηκε και η εν συνεχεία ασκηθείσα κατ` αυτής ανακοπή ερημοδικίας, ή χώρησε παραίτηση από το δικαίωμα άσκησής της, προσβλητή με το ένδικο μέσο της αναίρεσης είναι και η εκδοθείσα ερήμην του εκκαλούντος εφετειακή απόφαση, στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη.

Έτσι τα τυχόν σφάλματα της απόφασης του πρώτου βαθμού, αφού επικυρώνονται από το Εφετείο, μπορούν να προταθούν με την αίτηση αναίρεσης ως σφάλματα της δευτεροβάθμιας απόφασης, εφόσον συνιστούν και αναιρετικούς λόγους παραδεκτώς προβαλλομένους [ΟλΑΠ 16/90, ΑΠ 2294/2009]. Στην προκείμενη περίπτωση η ασκηθείσα νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 § 1 ΚΠολΔ) υπό κρίση αίτηση για αναίρεση της ερήμην των αναιρεσειουσών - εκκαλουσών εκδοθείσας 331/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη με αριθμό 3906/2012 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, μετά την γενόμενη σιωπηρή παραίτηση των αναιρεσειουσών από το δικαίωμα άσκησης ανακοπής ερημοδικίας κατά της ερήμην αυτών εκδοθείσας εφετειακής απόφασης με την παροχή πληρεξουσιότητας σε δικηγόρο για τη συζήτησή της (ΟλΑΠ 1/1998, ΟλΑΠ 9/1996, ΑΠ 1523/2002), είναι παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ).

ΙΙ] Η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ.), συντρέχει δε, αν το δικαστήριο της ουσίας για τη θεμελίωση της αγωγής στον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέσθηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα, που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζομένη στο νόμο αγωγή (ΟλΑΠ 18/1998).

Αντιθέτως, η ποσοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει, όταν δεν συγκεκριμενοποιούνται σ' αυτήν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματός της, τα πραγματικά δηλαδή, περιστατικά, που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 15/2000).

Περαιτέρω, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που, όμως, δεν εκτίθενται σ' αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας τα εκτιθέμενα για τη θεμελίωση και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σ' αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σ' αυτήν των στοιχείων, που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας, ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 536/2011, 705/2011, 604/2009, 669/2007).

Στη συνέχεια, από τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται και επί αγωγής αναγνωριστικής της ακυρότητας ιδιόγραφης διαθήκης, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.

Η έκθεση δε στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του προστατευτέου δικαιώματος και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξίωσης, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξίωσης, που θεμελιώνεται επ' αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση.

Η έλλειψη ή η ανεπάρκεια ή η ασαφής αναφορά κάποιου από τα γεγονότα αυτά, συνιστά έλλειψη προδικασίας και καθιστά την αγωγή αόριστη και συνεπώς απαράδεκτη. Η αοριστία δε αυτή ερευνάται και αυτεπαγγέλτως, δεν δύναται δε να θεραπευθεί ούτε με τις προτάσεις ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλου εγγράφου, εκτός εάν πρόκειται για έγγραφο ενσωματωμένο στην αγωγή (ΑΠ 250/2011, 1250/2010, 878/2010, 329/2007, ΑΠ 1824/2013).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 1721 του ΑΚ η ιδιόγραφη διαθήκη γράφεται εξ ολοκλήρου με το χέρι του διαθέτη, χρονολογείται κατά τρόπο που να προκύπτει η ημέρα, ο μήνας και το έτος και υπογράφεται από αυτόν. Αν λείπει κάποιο από τα παραπάνω στοιχεία η ιδιόγραφη διαθήκη είναι άκυρη σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1718 του ΑΚ.

Επομένως, αυτός που ζητεί τη δικαστική αναγνώριση της ακυρότητας ιδιόγραφης διαθήκης αρκεί να επικαλεσθεί την έλλειψη κάποιου από τα παραπάνω ουσιώδη στοιχεία του κύρους της, οπότε ο εναγόμενος, ο οποίος έχει τιμηθεί με τη διαθήκη, ως μαχόμενος υπέρ του κύρους της, οφείλει να αποδείξει ότι η διαθήκη έχει εξ ολοκλήρου γραφεί, χρονολογηθεί και υπογραφεί με το ίδιο το χέρι του διαθέτη, εκτός αν συντρέχει η ειδική περίπτωση του άρθρου 1777 του ΑΚ, δηλαδή, αν η ιδιόγραφη διαθήκη δημοσιεύθηκε και κηρύχθηκε κυρία και πέρασαν πέντε χρόνια από τη δημοσίευσή της, χωρίς να αμφισβητηθεί η γνησιότητά της σε δίκη ανάμεσα σε κάποιον από αυτούς που αντλούν δικαιώματα από αυτήν και κάποιον από αυτούς που βλάπτονται από την ύπαρξή της, οπότε αυτή τεκμαίρεται γνήσια και το βάρος απόδειξης της έλλειψης ενός από τα παραπάνω ουσιώδη στοιχεία του κύρους της μετατίθεται στον ενάγοντα.

Προσβολή συγχρόνως της διαθήκης ως πλαστής δεν είναι αναγκαία, αφού αυτή είναι εξίσου άκυρη και όταν δεν είναι πλαστή, όπως συμβαίνει, όταν έχει γραφεί από τρίτο πρόσωπο καθ' υπαγόρευση του διαθέτη, οπότε, χωρίς να είναι πλαστή, είναι άκυρη. Δεν αποκλείεται όμως προβολή και τέτοιου αυτοτελούς περί πλαστότητας της ιδιόγραφης διαθήκης αγωγικού ισχυρισμού πέραν της απλής αμφισβήτησης της γνησιότητας της.

Στην περίπτωση αυτή, κατά την οποίαν ο ενάγων δεν περιορίζεται στην απλή αμφισβήτηση της ιδιόχειρης εκ μέρους του διαθέτη γραφής, χρονολόγησης και υπογραφής της διαθήκης αλλά την προσβάλλει και ως πλαστή, αυτός μεν φέρει το βάρος της απόδειξης του περί πλαστότητας ισχυρισμού του, ο εναγόμενος δε, αν δεν συντρέχει η ειδική περίπτωση του άρθρου 1777 του ΑΚ, φέρει το βάρος της απόδειξης της γνησιότητάς της, της εξ ολοκλήρου δηλαδή γραφής, χρονολόγησης και υπογραφής της με το ίδιο το χέρι του διαθέτη (ΑΠ 380/1989).

Τέλος, το βάρος προαπόδειξης, που επιβάλλει το άρθρο 463 του ΚΠολΔ, σε όποιον προσβάλλει κάποιο έγγραφο ως πλαστό, με την ποινή, σε άλλη περίπτωση, της απόρριψης του περί πλαστότητας ισχυρισμού του ως απαραδέκτου, να προσκομίσει δηλαδή ταυτόχρονα με την προβολή του τα έγγραφα, που αποδεικνύουν την πλαστότητα και να αναφέρει ονομαστικά τους μάρτυρες και τα άλλα αποδεικτικά μέσα, δεν ανάγεται στο ουσιαστικό δίκαιο της κήρυξης εγγράφου ως πλαστού αλλά συνιστά απλώς κανόνα της αποδεικτικής διαδικασίας και για το λόγο αυτό έχει εφαρμογή μόνον, όταν ο ισχυρισμός της πλαστότητας προβάλλεται κατ' ένσταση ή με παρεμπίπτουσα αγωγή και όχι, όταν εισάγεται με αυτοτελές δικόγραφο, δηλαδή με αυτοτελή αναγνωριστική της πλαστότητας του εγγράφου αγωγή, που δεν φέρει χαρακτήρα παρεμπίπτουσας αγωγής (ΟλΑΠ 23/1999).

Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση, στην οποία ενσωματώθηκε η πρωτόδικη όμοια, οπότε τα σφάλματα της τελευταίας θεμελιούντα αναιρετικούς λόγους προτείνονται ως λόγοι αναίρεσης κατά της ερήμην των αναιρεσειουσών - εκκαλουσών απόφασης του εφετείου, πλημμέλειες από τα εδάφια 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ειδικότερα, ότι έπρεπε να είχε απορρίψει την αγωγή ως αόριστη, εφόσον κατά τους ισχυρισμούς του αρχικού ενάγοντος, δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων "η εν λόγω ιδιόγραφη διαθήκη είναι παντελώς άκυρη και ουδεμία παράγει έννομη συνέπεια καθότι ΔΕΝ γράφηκε ΔΕΝ χρονολογήθηκε και ΔΕΝ υπογράφηκε από το χέρι της φερομένης ως διαθέτιδας Ε.

συζύγου Α. Π. το γένος Κ. και Χ. Π., αλλά από εκείνο άλλου, αγνώστου επί του παρόντος τουλάχιστον προσώπου". "Με αυτό το περιεχόμενο όμως η ένδικη αγωγή είναι αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτιμήσεως, αφού σύμφωνα με το άρθρο 463 ΚΠολΔ, όποιος προβάλλει ισχυρισμούς για την πλαστότητα του εγγράφου, όπως εν προκειμένω έγινε, με τον ισχυρισμό, ότι η διαθήκη είναι πλαστή, είναι ταυτόχρονα υποχρεωμένος να προσκομίσει τα έγγραφα, που αποδεικνύουν την πλαστότητα και να αναφέρει ονομαστικά τους μάρτυρες και τα άλλα αποδεικτικά μέσα, καθώς και να κατονομάσει τον πιθανό πλαστογράφο, αλλιώς οι ισχυρισμοί του είναι απαράδεκτοι.

Επομένως είναι απαράδεκτος ο ισχυρισμός του αντιδίκου μας περί πλαστότητας της επίδικης διαθήκης, χωρίς την ταυτόχρονη προσκομιδή των αποδεικτικών της πλαστότητας εγγράφων και την αναφορά ονομαστικώς των μαρτύρων και του πλαστογράφου αυτής, κάτι που ο αρχικώς ενάγων παρέλειψε παντελώς να αναφέρει στην ένδικη αγωγή του.

Ενώ λοιπόν είχε κατά νόμο υποχρέωση να αναφέρει στην αγωγή του α) τα έγγραφα που αποδεικνύουν τον ισχυρισμό του περί πλαστότητας της διαθήκης, β) ονομαστικά τους μάρτυρες και γ) τον πιθανό πλαστογράφο, παραλείποντας όλα αυτά, καθίσταται η αγωγή του εντελώς αόριστη και θα έπρεπε το Δικαστήριο να την είχε αυτεπαγγέλτως ερευνήσει ως προς αυτή την αοριστία της και συνάμα να την είχε απορρίψει ως απαράδεκτη, προτού βέβαια, μη νόμιμα, την εξετάσει στην ουσία.

Μάλιστα την ένστασή μας αυτή για την αοριστία της αγωγής υποβάλλαμε και ως λόγο εφέσεως (δεύτερος λόγος της ενδίκου εφέσεως μας) ενώπιον του Εφετείου, παραπονούμενες, ότι η εκκαλουμένη απόφαση κακώς είχε δεχθεί την αγωγή, ενώ θα έπρεπε να την είχε απορρίψει ως αόριστη, διότι δεν είχε τα κατά νόμο στοιχεία που προαναφέρθηκαν" και έτσι υπέπεσε στις πλημμέλειες από τα εδ. 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Προς διερεύνηση της βασιμότητας του προαναφερθέντος πρώτου λόγου της υπό κρίση αίτησης, εφόσον επιτρέπεται η επισκόπηση της αγωγής ως διαδικαστικού εγγράφου κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ για να διαγνωσθεί από το παρόν δικαστήριο η αλήθεια της ως άνω αποδιδόμενης στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτίασης παρατίθεται το ιστορικό της ένδικης αγωγής, όπως αυτό εκτίθεται στην πρωτόδικη απόφαση. "Στην υπό κρίση αγωγή ο ενάγων, όπως στη θέση του υπεισήλθαν οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι και καθολικοί διάδοχοί του, εκθέτει, ότι στις 9-12-2009 απεβίωσε στην Αθήνα, η σύζυγος του, Ε.

σύζυγος Α. Π. το γένος Κ. και Χ. Π., κάτοικος εν ζωή … . Ότι κατέλειπε πλησιέστερους συγγενείς της κατά την ημέρα του θανάτου της, τον ίδιο, σύζυγο της, και τα τρία αμφιθαλή αδέλφια της Μ., Δ. και Γ. Π. του Κ. και της Χ., εναγόμενο. Ότι μοναδικό περιουσιακό στοιχείο της άνω αποβιωσάσης συζύγου του κατά την ημέρα του θανάτου της ήταν το διαμέρισμα, όπου κατοικούσαν, ήτοι το υπό στοιχεία Δ-12 διαμέρισμα του πρώτου (Α') υπέρ το ισόγειο ορόφου της πολυκατοικίας επί της οδού ...

αριθμός 66, στη θέση "..." ή "...", εντός του εγκεκριμένου σχεδίου πόλης του Δήμου Αθηναίων, όπως αυτό περιγράφεται λεπτομερώς στην υπό κρίση αγωγή. Ότι το ως άνω διαμέρισμα είχε περιέλθει στη θανούσα σύζυγό του δυνάμει του νόμιμα μεταγραμμένου υπ' αριθμό .../22-10-1970 συμβολαίου πώλησης του συμβολαιογράφου Αθηνών Ιωάννη Παπαθέου.

Ότι η ως άνω αποβιώσασα κατέλειπε την από 24-5-1994 ιδιόγραφη διαθήκη της, η οποία, εν αγνοία του και κατόπιν αίτησης του εναγομένου, δημοσιεύθηκε (χωρίς να κηρυχθεί κυρία) στις 30-4 2010 με το υπ' αριθμό 2736/2010 πρακτικό συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και καταχωρήθηκε στον τόμο ... με αριθμό 101 των βιβλίων διαθηκών του Πρωτοδικείου Αθηνών.

Ότι με βάση την ιδιόγραφη αυτή διαθήκη, η θανούσα κατέλειπε το άνω διαμέρισμά της κατά μεν το δικαίωμα της ψιλής κυριότητας στον εναγόμενο αδελφό της, Γ. Π. του Κ. και της Χ., και για την περίπτωση, που αυτός θα είχε προαποβιώσει αυτής, κατ' ισομοιρία στις θυγατέρες του Χ. και Ά., κατά δε το δικαίωμα της επικαρπίας στον ίδιο (ενάγοντα σύζυγο της).

Ότι η ιδιόγραφη αυτή διαθήκη είναι άκυρη και δεν παράγει καμία έννομη συνέπεια, για το λόγο, ότι δεν γράφηκε, δεν χρονολογήθηκε και δεν υπογράφηκε από το χέρι της φερομένης ως διαθέτιδας Ε. συζύγου Α. Π. το γένος Κ. και Χ. Π., αλλά από τρίτο, άγνωστο πρόσωπο. Ότι συνεπεία της ακυρότητας της ιδιόγραφης διαθήκης της αποβιωσάσης, η κληρονομιά της στις 9-12-2009, διέπεται από τις περί εξ αδιαθέτου διαδοχής διατάξεις του Αστικού Κώδικα, σύμφωνα με τις οποίες το κληρονομικό δικαίωμά του ως συζύγου (δεδομένου ότι η θανούσα δεν κατέλειπε τέκνα) ανέρχεται στο ποσοστό του 1/2 εξ αδιαιρέτου, το δε κληρονομικό δικαίωμα ενός εκάστου των τριών αμφιθαλών αδελφών αυτής ανέρχεται σε ποσοστό 1/6 εξ αδιαιρέτου.

Ότι ο εναγόμενος, κάνοντας χρήση της ως άνω ιδιόγραφης διαθήκης αποδέχθηκε την επαγόμενη σε αυτόν κληρονομιά, δηλαδή την ψιλή κυριότητα ολοκλήρου του κληρονομιαίου διαμερίσματος, προσβάλλοντας κατά τον τρόπο αυτό το κληρονομικό δικαίωμά του επί του συνόλου της κληρονομιάς της θανούσας συζύγου του.

Με το ως άνω περιεχόμενο, επικαλούμενος άμεσο έννομο συμφέρον, ζητεί : Α) Να κηρυχθεί άκυρη η από 24-5-1994 ιδιόγραφη διαθήκη, την οποία κατέλειπε η κατά την 9-12-2009 αποβιώσασα Ε., σύζυγος Α. Π., το γένος Κ. και Χ. Π., και η οποία, με αίτηση του εναγομένου, δημοσιεύθηκε στις 30-4-2010 με το υπ' αριθμό 2736/2010 πρακτικό συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και καταχωρήθηκε στον τόμο ...

με αριθμό 101 των βιβλίων διαθηκών του Πρωτοδικείου Αθηνών. Β) Να αναγνωρισθεί το δικαίωμα της εξ αδιαθέτου διαδοχής του επί του λεπτομερώς στην υπό κρίση αγωγή περιγραφομένου μοναδικού κληρονομιαίου ακινήτου, ήτοι επί του υπό στοιχεία Δ-12 διαμερίσματος του πρώτου (Α) υπέρ το ισόγειο ορόφου της πολυκατοικίας επί της οδού ...

αριθμός 66, στη θέση "..." ή "...", εντός του εγκεκριμένου σχεδίου πόλης του Δήμου Αθηναίων, ανερχομένου σε ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου αυτού. Επικουρικά και σε περίπτωση, όπου δεν γίνει δεκτό το ως άνω αίτημά του, ζητεί να αναγνωρισθεί το κληρονομικό δικαίωμα της νόμιμης μοίρας του επί της κληρονομιαίας περιουσίας της αποβιωσάσης συζύγου του Ε., συζύγου Α.

Π., το γένος Κ. και Χ. Π., το οποίο ανέρχεται σε ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου επί του ως άνω περιγραφομένου κληρονομιαίου ακινήτου και μοναδικού περιουσιακού στοιχείου της συζύγου του κατά την ημέρα του θανάτου της". Από την επισκόπηση του περιεχομένου της αγωγής προκύπτει, ότι ο δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων επιδιώκοντας την αναγνώριση της ακυρότητας της ένδικης ιδιόγραφης διαθήκης ισχυρίσθηκε, αμφισβητώντας τη γνησιότητα, ότι δεν υπήρξαν τα κατά νόμο απαιτούμενα για την εγκυρότητά της στοιχεία.

Με τον ισχυρισμό αυτόν προέβαλε άρνηση του ιδιογράφου της διαθήκης και δεν προσέβαλε αυτήν ως πλαστή. Άλλωστε το βάρος προαπόδειξης που επιβάλλει το άρθρο 463 ΚΠολΔ, όπως σημειώθηκε, δεν ανάγεται στο ουσιαστικό δίκαιο της κήρυξης εγγράφου ως πλαστού αλλά συνιστά απλώς κανόνα της αποδεικτικής διαδικασίας και για το λόγο αυτό δεν έχει εφαρμογή, όταν ο ισχυρισμός της πλαστότητας εισάγεται με αυτοτελές δικόγραφο, δηλαδή με αυτοτελή αγωγή, αναγνωριστική της πλαστότητας του εγγράφου.

Το βάρος απόδειξης για το ιδιόχειρο έχει ο επικαλούμενος το κύρος της διαθήκης εναγόμενος και ο ενάγων επιτρέπεται να κάνει ανταπόδειξη, χωρίς να χρειάζεται να διατυπωθεί εις βάρος του ίδιο θέμα απόδειξης. Μετά από τα παραπάνω ουδεμία αοριστία της ως άνω αναγνωριστικής της ακυρότητας ιδιόγραφης διαθήκης αγωγής υφίσταται και ο προκείμενος αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ως ερειδόμενος επί αναληθούς προϋποθέσεως.

ΙΙ] Κατά μεν το εδ. 10 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνον, "αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη", κατά δε το εδ. 11 περ. α' του ίδιου άρθρου αναίρεση επιτρέπεται, "αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που ο νόμος δεν επιτρέπει ...".

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 368, 383, 384 και 386 έως και 388 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικαστήριο σε οποιοδήποτε στάδιο της δίκης στον πρώτο ή το δεύτερο βαθμό έχει διακριτική καταρχήν ευχέρεια να διατάξει πραγματογνωμοσύνη, χωρίς, είτε την διατάξει αυτεπάγγελτα είτε ύστερα από αίτηση των διαδίκων, να υποχρεούται να αιτιολογήσει την κρίση του, τότε δε μόνον υποχρεούται να διατάξει πραγματογνωμοσύνη και αν δεν το πράξει υποπίπτει στην παράβαση του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ 1) όταν πρόκειται για ζήτημα για το οποίο απαιτούνται ειδικές γνώσεις τέχνης ή επιστήμης, ή για το οποίο η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου και 2) η ενέργειά της ζητήθηκε από κάποιον από τους διαδίκους.

Τέλος, κατ' άρθρο 271 παρ. 3 ΚΠολΔ, σε περίπτωση ερημοδικίας του εναγομένου, οι περιεχόμενοι στην αγωγή πραγματικοί ισχυρισμοί του ενάγοντος θεωρούνται ομολογημένοι, εκτός αν πρόκειται για γεγονότα για τα οποία δεν επιτρέπεται ομολογία, και η αγωγή γίνεται δεκτή, εφόσον κρίνεται νομικά βάσιμη και δεν υπάρχει ένσταση που εξετάζεται αυτεπαγγέλτως.

Η λόγω της ερημοδικίας του εναγομένου ομολογία δεν συνιστά γνήσια δικαστική ομολογία λαμβανομένη ως αποδεικτικό μέσο κατά την έννοια των άρθρων 339 και 352 παρ. 1 ΚΠολΔ, αλλά πλασματική ομολογία, με τη μεθόδευση του σχήματος της οποίας απέβλεψε ο νομοθέτης σε ορισμένες διαδικαστικές ρυθμίσεις και στην επίτευξη των αντίστοιχων πρακτικών συνεπειών [ΑΠ 382/2002, ΑΠ. 607/1994, ΑΠ 710/1978].

Στην προκείμενη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείουσες αιτιώνται την προσβαλλόμενη απόφαση, στην οποία ενσωματώθηκε η πρωτόδικη απόφαση, για τα ακόλουθα: Έτσι όμως η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε γεγονότα ομολογημένα για τα οποία δεν επιτρέπεται η ομολογία, αφού ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι "η εν λόγω ιδιόγραφη διαθήκη είναι παντελώς άκυρη και ουδεμία παράγει έννομη συνέπεια καθότι ΔΕΝ γράφηκε ΔΕΝ χρονολογήθηκε και ΔΕΝ υπογράφηκε από το χέρι της φερομένης ως διαθέτιδας Ε.

συζύγου Α. (Π. το γένος Κ. και Χ. Π., αλλά από εκείνο άλλου, αγνώστου επί του παρόντος τουλάχιστον προσώπου)" περιέχει γεγονότα για τα οποία δεν επιτρέπεται ομολογία. Ειδικότερα το γεγονός της επικαλούμενης πλαστότητας της επιδίκου ιδιόγραφης διαθήκης, η οποία μάλιστα φέρεται, κατά τους ισχυρισμούς του ενάγοντος, να έχει γραφεί, χρονολογηθεί και υπογραφεί από χέρι άλλου, αγνώστου προσώπου, είναι ένα γεγονός, που εκφεύγει της ομολογίας του εναγομένου, αφού δεν τον αφορά, δεν μπορεί να το γνωρίζει, λαμβανομένου υπόψη ότι ούτε και ο ίδιος ο ενάγων γνωρίζει ακριβώς, αλλά αναφέρει αορίστως, ότι φέρεται να έγινε από "άγνωστο πρόσωπο" και επομένως λόγω της ερημοδικίας του αρχικώς εναγομένου, δεν είναι δυνατή η ομολογία σε αυτό το γεγονός, αφού δεν αφορά τον αρχικώς εναγόμενο αλλά κάποιο τρίτο άγνωστο πρόσωπο.

Αντιθέτως λοιπόν η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση θα έπρεπε για να διαγνωσθεί, αν η άνω διαθήκη έχει γραφεί ιδιοχείρως από τη διαθέτιδα και έχει υπογραφεί από την ίδια, λόγω του ότι απαιτούνται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης και δη γραφολογίας (αρθρ. 368 επ. ΚΠολΔ), κρίνεται άκρως απαραίτητο να είχε διενεργηθεί γραφολογική πραγματογνωμοσύνη ... .

Συνεπώς η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση θα έπρεπε να είχε διατάξει αποδείξεις και συγκεκριμένα γραφολογική πραγματογνωμοσύνη για να διαπιστωθεί η γνησιότητα της ιδιόγραφης διαθήκης, το γεγονός της γνησιότητας της υπογραφής της διαθέτιδας και ο γραφικός της χαρακτήρας και η χρονολογία της διαθήκης. Επομένως η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη και ότι επιτρέπεται για αυτά ομολογία και έτσι τα θεώρησε ομολογημένα, αλλά ταυτόχρονα έλαβε υπόψη της και αποδεικτικά μέσα, που ο νόμος δεν επιτρέπει ήτοι την ως άνω ομολογία του εναγομένου για γεγονότα, που όπως προαναφέρθηκε, δεν επιτρέπεται ομολογία.

Κατ' ακολουθία η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση υπέπεσε έτσι στις πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ. 10 και 11 Κ.Πολ.Δ και πρέπει να αναιρεθεί και για το λόγο αυτό". Ο προκείμενος δεύτερος λόγος ερείδεται ομοίως επί αναληθούς προϋποθέσεως, αφού οι αναιρεσείουσες παρέβλεψαν τη φύση της αγωγής ως αναγνωριστικής της ακυρότητας ιδιόγραφης διαθήκης μετά από αμφισβήτηση της γνησιότητας αυτής, την ερημοδικία του εναγομένου, το γεγονός ότι η αγωγή ήταν ορισμένη και νόμιμη και δεν υπήρχε ένσταση, που να εξετάζεται αυτεπαγγέλτως, την λειτουργία του τεκμηρίου ομολογίας (αρ. 271 παρ. 3 ΚΠολΔ), το μη αναγκαίο της διάταξης, συλλογής και αξιολόγησης αποδείξεων, το γεγονός, ότι η από την ερημοδικία του εναγομένου συναγόμενη, κατά την τακτική διαδικασία, τεκμαρτή (πλασματική) ομολογία δεν αποτελεί αποδεικτικό μέσο υπό την έννοια του 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ, ενώ νομίμως γίνονται δεκτοί οι θεμελιωτικοί της αγωγής πραγματικοί ισχυρισμοί ως αληθείς χωρίς απόδειξη, και ως εκ τούτου είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

ΙΙΙ] Κατά τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ... απαράδεκτο", κατά δε το άρθρο 98 περ. β' του ίδιου Κώδικα "η πληρεξουσιότητα που δίνεται κατά το άρθρο 96 δεν περιλαμβάνει, εκτός αν το αναφέρει ειδικά, την προσβολή εγγράφου ως πλαστού". Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείουσες με τον τρίτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης μέμφονται την πληττόμενη απόφαση για τα ακόλουθα: "...

ο ενάγων στην ένδικη αγωγή του ανέφερε ότι "η εν λόγω ιδιόγραφη διαθήκη είναι παντελώς άκυρη και ουδεμία παράγει έννομη συνέπεια καθότι ΔΕΝ γράφηκε ΔΕΝ χρονολογήθηκε και ΔΕΝ υπογράφηκε από το χέρι της φερομένης ως διαθέτιδας Ε. συζύγου Α. Π. το γένος Κ. και Χ. Π., αλλά από εκείνο άλλου, αγνώστου επί του παρόντος τουλάχιστον προσώπου".

Έτσι λοιπόν ο ενάγων ισχυρίστηκε ότι δήθεν η επίδικη από 24.5.1994 ιδιόγραφη διαθήκη, την οποία κατέλιπε η κατά την 9.12.2009 αποβιώσασα σύζυγος του Ε. Π. είναι πλαστή, αφού δεν συνετάγη από την διαθέτιδα και δεν φέρει την υπογραφή της και ζήτησε για το ίδιο λόγο να κηρυχθεί αυτή άκυρη. Επομένως προσέβαλε την επίδικη ως άνω ιδιόγραφη διαθήκη (έγγραφο) ως πλαστή, χωρίς όμως να επικαλείται και να έχει δώσει προς τον πληρεξούσιο δικηγόρο του που υπέγραψε την ένδικη αγωγή, την απαιτουμένη κατά νόμο (άρθρο 98 ΚΠολΔ) ειδική πληρεξουσιότητα, ώστε νόμιμα να μπορεί να ασκήσει την αγωγή αυτή με αυτό το περιεχόμενο, ήτοι την προσβολή εγγράφου ως πλαστού! Κατά συνέπεια η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, η οποία, κατά τα ήδη προαναφερόμενα, δέχθηκε τα τυχόν σφάλματα της πρωτόδικης απόφασης, αφού αυτά επικυρώθηκαν από αυτή και μπορούν να προταθούν με την αίτηση αναιρέσεως ως σφάλματα της δευτεροβάθμιας απόφασης, δέχθηκε λοιπόν την αγωγή του ενάγοντα ως ουσιαστικά βάσιμη ως προς το κύριο αίτημα της, διότι εφόσον ο εναγόμενος ερημοδικεί, αποδεικνύονται πλήρως οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που περιέχονταν στο δικόγραφο της αγωγής, δεδομένου ότι θεωρούνται ως ομολογημένοι εκ μέρους του ερημοδικαζομένου εναγομένου, (άρθρο 271 παρ.3 σε συνδυασμό με το άρθρο 352 παρ.1 του ΚΠολΔ), παραβίασε έτσι το νόμο και συγκεκριμένα το άρθρο 98 ΚΠολΔ, αφού δέχθηκε την πλαστότητα της επιδίκου ιδιογράφου διαθήκης, χωρίς ο πληρεξούσιος δικηγόρος του ενάγοντος να έχει την κατά νόμο ειδική πληρεξουσιότητα για την προσβολή της ως πλαστής...

υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.14 ΚΠολΔ και πρέπει να αναιρεθεί και για το λόγο αυτό". Ο προκείμενος λόγος ερείδεται ομοίως επί αναληθούς προϋποθέσεως, αφού η αγωγή δεν είναι αναγνωριστική πλαστότητας ιδιόγραφης διαθήκης, ώστε να είναι αναγκαία η παροχή ειδικής πληρεξουσιότητας, αλλά αναγνωριστική ακυρότητας αυτής μετά από αμφισβήτηση της γνησιότητάς της και ως εκ τούτου είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν, ενόψει όσων προαναφέρθηκαν, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε' ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσείουσες λόγω της ήττας τους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14 Μαΐου 2014 αίτηση των αναιρεσειουσών Χ. Π. και Α. Π. για αναίρεση της υπ' αριθμό 331/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, στην οποία ενσωματώθηκε και η υπ' αριθμό 3906/2012 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων [2700,00] ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Ιουνίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Ιουνίου 2015.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ