Supreme Court dismisses appeal and additional grounds due to procedural defects in filing and service timelines.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's appeal and supplementary grounds, ruling them inadmissible due to procedural violations. The court found that the supplementary grounds were not served on the respondent within the required thirty-day period before the scheduled hearing, and the appellant failed to submit a service statement proving compliance. Consequently, the appeal was dismissed in its entirety, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 569(2), 571(1), and 111(1) and (2) of the Code of Civil Procedure; Supplementary appeal grounds are inadmissible if the relevant document is not filed and served at least thirty full days before the scheduled hearing, and the court may dismiss them sua sponte if a service statement is not submitted.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 781 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 781/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Αθανάσιο Καγκάνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε, δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Δεκεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ. Κ. του Ι., κατοίκου ..., προσωρινά διαμένοντος στο σπίτι της αδελφής του Α. χας Ν. Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελένη Τσιρογιάννη.
Της αναιρεσιβλήτου: Α. θυγ. Ν. Θ., πρώην συζύγου Χ. Ι. Κ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Λιδωρίκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7 Φεβρουαρίου 2011 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5882/2011 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 754/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12 Νοεμβρίου 2013 αίτησή του και τους από 26 Ιουνίου 2013 πρόσθετους λόγους αναίρεσης.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Καγκάνης, ανέγνωσε την από 6 Δεκεμβρίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων (κυρίων και προσθέτων) της αναίρεσης.
Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή των, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 569 παρ.2, 571 παρ.1 και 111 παρ.παρ.1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, η παραδεκτή άσκηση των προσθέτων λόγων αναίρεσης προϋποθέτει όπως τόσο η κατάθεση του σχετικού δικογράφου στη γραμματεία του Αρείου Πάγου όσο και η επίδοση αντιγράφου αυτού στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους να έχει λάβει χώρα τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ήμερες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης που είχε αρχικώς οριστεί και όχι εκείνης που προσδιορίστηκε μετ' αναβολή ή ματαίωση (Ολ ΑΠ 143/84) στις οποίες (ημέρες) δεν υπολογίζονται η ημέρα κατάθεσης, επίδοσης και συζήτησης (ΟλΑΠ 33/96).
Η παράλειψη τηρήσεως των παραπάνω διατυπώσεων ή της μίας απ' αυτές συνεπάγεται την απόρριψη αυτών ως απαραδέκτων και αυτεπαγγέλτως, αποτέλεσμα το οποίο επίσης επιφέρει η μη προσκομιδή εκθέσεως επιδόσεως από την οποία να προκύπτει η εντός της οριζομένης ως άνω προθεσμίας (εμπρόθεσμη) επίδοση των ασκηθέντων προσθέτων λόγων (ΑΠ 599/11, ΑΠ 297/2008).
Κατ' ακολουθίαν αυτών πρέπει ν' απορριφθούν ως απαράδεκτοι οι με το με αριθμ. καταθ. 179/12-11-13 δικόγραφο ασκηθέντες (από 12-11-13) πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, αφού, από τα στοιχεία του φακέλλου της δικογραφίας, προκύπτει μεν ότι το σχετικό δικόγραφο κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου εμπροθέσμως (την 12.11.13), δηλαδή τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από την αρχικώς ορισθείσα ημερομηνία συζήτησης της ένδικης αίτησης αναίρεσης (16-12-13) δεν προκύπτει όμως και ότι αυτό επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη εντός της ίδιας προθεσμίας καθόσον ο αναιρεσείων δεν προσκομίζει (αλλά ούτε κα επικαλείται με τις νομοτύπως κατατεθείσες προτάσεις των) αποδεικτική της εμπρόθεσμης επίδοσης αυτού έκθεση επίδοσης.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 564 παρ.1, 144 παρ.1, 553 παρ.1β, 605, 606, 294, 295 και 297-299 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης κατά της οποίας ασκήθηκε έφεση, από το δικόγραφο της οποίας εχώρησε νομίμως, κατά τις διατάξεις 294, 295 ΚΠολΔ παραίτηση του εκκαλούντος πριν από τη συζήτηση αυτής, αρχίζει από την επομένη της γενομένης παραίτησης από το δικόγραφο της έφεσης και όχι από την επομένη της επιδόσεως της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης (Ολ.ΑΠ 473/1983, ΑΠ 1548/2005). Κατ' ανάλογη εφαρμογή της παραπάνω, νομολογιακά γενομένης δεκτής απόψεως, πρέπει να γίνει, επίσης, δεκτό ότι, σε περίπτωση παραίτησης του διαδίκου από το δικόγραφο ασκηθείσας απ'αυτόν αναίρεσης κατά της τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου, που έλυσε τον γάμου του με τον/τη σύζυγό του, η προθεσμία προς άσκηση αναψηλάφησης κατ'αυτής, η άπρακτη πάροδος της οποίας καθιστά την απόφαση αμετάκλητη, αρχίζει από την επομένη της κατά τα άνω παραίτησης από το δικόγραφο της ασκηθείσας αναίρεσης και όχι από την επίδοση της αναιρεσιβληθείσας τελεσίδικης απόφασης.
Η κρίση δ'αυτή του Δικαστηρίου δεν αναιρείται από το ότι, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 295 και 299 ΚΠολΔ, η παραίτηση από το δικόγραφο της αναίρεσης έχει ως αποτέλεσμα ότι αυτή (αναίρεση) θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε, και επομένως δεν είναι επιτρεπτό να προσδιοριστεί ως αφετηρία της προθεσμίας για την άσκηση αναψηλάφησης ο χρόνος παραίτησης από το δικόγραφο της αναίρεσης, αφού αυτή θεωρείται ότι δεν υπήρξε αναδρομικά για το λόγο ότι, ως μη ασκηθείσα κατά την ορθή ερμηνεία της διατάξεως του άρθ. 295 παρ.1 εδ.1 ΚΠολΔ, πρέπει να θεωρείται η διαδικαστική πράξη στην οποία αφορά η παραίτηση (ανάκληση) όχι ως προς την υπόστασή της αλλά ως προς τις έννομες συνέπειές της και μάλιστα μόνο ως προς εκείνες που είναι δεκτικές παραίτησης.
Εξάλλου, η κατά το άρθρο 299 ΚΠολΔ επέκταση της εφαρμογής των διατάξεων των άρθ. 294-298 ΚΠολΔ, μεταξύ των οποίων και εκείνης που αναφέρεται στην παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής που θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε, και επί των ενδίκων μέσων πρέπει να νοηθεί μόνο κατά το μέτρο που οι τελευταίες συμβιβάζονται με τη συγκεκριμένη διαδικαστική πράξη (παραίτηση) και προσαρμόζονται προς τον ειδικό χαρακτήρα και τα αποτελέσματα αυτής.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1400 παρ.παρ.1 και 2 και 1401 εδ. γ' ΑΚ συνάγεται ότι, η αξίωση συμμετοχής του ενός συζύγου στα περιουσιακά στοιχεία που έχουν αποκτηθεί από τον άλλο κατά τη διάρκεια του γάμου (αποκτήματα) γεννιέται όταν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί ή όταν συμπληρωθεί τριετής διάσταση των συζύγων.
Η αξίωση αυτή παραγράφεται δύο χρόνια μετά τη λύση ή την ακύρωση του γάμου. Στην περίπτωση της τριετούς διαστάσεως, η παραγραφή αρχίζει από τη στιγμή που η αξίωση γεννιέται και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της (ΑΚ 251), δηλαδή, από τη συμπλήρωση τριετίας στη διάσταση των συζύγων. Εφ' όσον, όμως, υφίσταται και διαρκεί ο γάμος, η παραγραφή αναστέλλεται μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση για τη λύση ή την ακύρωση αυτού (ΑΚ 256 αρ. 1, 1381,1438, βλ.
ΑΠ 1372/2000, ΑΠ 1502/2009). Το χρονικό διάστημα της αναστολής δεν υπολογίζεται στο χρόνο της παραγραφής (ΑΚ 257). Μετά τη λύση ή την ακύρωση του γάμου, ο χρόνος αυτής τρέχει εκ νέου και για να συμπληρωθεί πρέπει να περάσουν δύο χρόνια από το αμετάκλητο της σχετικής απόφασης Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, πρόκυπτε, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. (ΑΠ 1254/10, ΑΠ 179, 495/13).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθ. 559 αρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ'αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως (Ολ.
ΑΠ 10/2011, ΑΠ 191/2013, ΑΠ 486, 568/13, 495/2013, ΑΠ 609/2013). Προς εξεύρεση της παραβιάσεως ελέγχεται ο δικανικός συλλογισμός που διατυπώνεται, έστω και ατελώς, και συγκροτείται από τη μείζονα πρόταση (νομική διάταξη), την ελάσσονα πρόταση (πραγματικές παραδοχές) και το συμπέρασμα. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ'ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Με το μοναδικό λόγο της αναίρεσης προβάλλονται από τον αναιρεσείοντα οι, κατ'ορθή εκτίμηση των προς θεμελίωσή του εκτιθεμένων, από το άρθρ. 559 αριθ.1 και 19 ΚΠολΔ αιτιάσεις με την επίκληση ότι η προσβαλλομένη απόφαση, κατ'εσφαλμένη ερμηνεία των, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων των άρθρων 1401 εδαφ.γ και 251 ΑΚ απέρριψε, με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ως αβάσιμη ουσιαστικά, την προταθείσα από τον ίδιο, προς απόκρουση της κατ'αυτού, από το άρθρ. 1400 ΑΚ, αγωγής της αναιρεσίβλητης (αξίωση συμμετοχής στα κατά τη διάρκεια του μεταξύ των διαδίκων γάμου εκτεθέντα περιουσιακά στοιχεία) ένσταση παραγραφής της εν λόγω αγωγικής αξίωσης με την αιτιολογία, ότι η αμετάκλητη λύση του γάμου των διαδίκων, από την οποία αρχίζει να τρέχει η παραγραφή της από το άρθρ. 1400 ΑΚ αγωγικής αξίωσης, επήλθε μετά την πάροδο της προθεσμίας για την άσκηση αναψηλάφησης κατά της λύσασας το γάμο τους 1928/08 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, η οποία όμως (προθεσμία) δέχθηκε (εσφαλμένως κατά τον αναιρεσείοντα) ότι άρχισε την 10-1-2011, όταν η αναιρεσίβλητη παραιτήθηκε νομότυπα από το δικόγραφο της ασκηθείσας κατά της ως άνω Εφετειακής απόφασης αναίρεσης, και όχι, όπως κατ'αυτόν (αναιρεσείοντα) θα έπρεπε, από την επίδοση της τελευταίας (26-5-08), αφού, μετά την παραίτηση η αναίρεση θεωρείται αναδρομικά ότι δεν ασκήθηκε.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, προκύπτει ότι αυτή, μετ'εκτίμηση των εκατέρωθεν προσκομισθεισών αποδείξεων, δέχθηκε, αναφορικά με το κρίσιμο ως άνω ζήτημα του χρόνου κατά τον οποίο κατέστη αμετάκλητη η απαγγείλασα τη λύση του γάμου των διαδίκων υπ'άρθρο 1928/2008 απόφαση και την μ'αυτό συνδεομένη συμπλήρωση ή όχι του χρόνου παραγραφής, τα παρακάτω: "Επί της από 17-10-2006 αγωγής του εδώ εναγομένου και ήδη εφεσίβλητου (αναιρεσείοντος) περί λύσεως του γάμου του με την εδώ ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα (αναιρεσείουσα) λόγω τετραετούς διαστάσεως, εκδόθηκε η υπ αριθ. 7578/2007 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή του.
Κατόπιν της από 17-12-2007 έφεσής του κατά της απόφασης αυτής, εκδόθηκε η υπ αριθ. 1928/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία εξαφανίστηκε η πρωτόδικη απόφαση, έγινε δεκτή η αγωγή διαζυγίου του εκκαλούντος (αναιρεσείοντος) και λύθηκε (τελεσίδικα) ο γάμος των διαδίκων, στη συνέχεια δε η εφετειακή απόφαση επιδόθηκε στην εδώ ενάγουσα και εκκαλούσα (αναιρεσίβλητη) με θυροκόλληση στις 26-05-2008.
Αυτή άσκησε στη συνέχεια την από 23-05-2008 αίτηση αναίρεσής της, η οποία ορίστηκε να συζητηθεί, μετ'αναβολή, κατά τη δικάσιμο της 10-01-2011, κατά την οποία η αναιρεσίβλητη παραιτήθηκε από το δικόγραφο της ασκηθείσας αναίρεσης, συνταχθέντος σχετικά του υπ αριθ. 1/2011 πρακτικού συνεδριάσεως του αρμοδίου τμήματος του Αρείου Πάγου".
Δεχθείσα στη συνέχεια η αναιρεσιβαλλομένη εφετειακή απόφαση, επικαλουμένη προς υποστήριξη της κρίσης της την ΟλΑΠ 7473/1983 (πλειοψηφία), ότι η υπ'αριθμ. 1928/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατέστη αμετάκλητη μετά την εκπνοή της επτάμηνης (λόγω του μεσολαβούντος Αυγούστου) προθεσμίας προς άσκηση αναψηλάφησης κατ'αυτής, η οποία (προθεσμία) άρχισε από την κατά τα άνω παραίτηση της αναιρεσίβλητης από το δικόγραφο της αναίρεσης (10.1.2011) και όχι αναδρομικά από την επίδοση της εφετειακής ως άνω απόφασης, που έγινε την 26-5-2008, έκρινε ότι η, κατά την 18.2.2011, επιδοθείσα στον αναιρεσείοντα, ένδικη από το άρθρ.1400 ΑΚ αγωγή της αναιρεσίβλητης δεν υπέπεσε στη προβλεπομένη από το άρθ.1401 ΑΚ διετή παραγραφή, η οποία, κατά τα προαναφερθέντα, αρχίζει από το χρόνο κατά τον οποίο κατέστη αμετάκλητη η απόφαση που έλυσε το γάμο, δηλαδή από την 10-8-2011.
Υπό τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις προαναφερθείσες διατάξεις διαλαβούσα στο σκεπτικό της την απαιτουμένη αιτιολογία, η οποία καλύπτει με πληρότητα και σαφήνεια το πραγματικό των εφαρμοσθέντων ως άνω κανόνων δικαίου και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο με αποτέλεσμα να ελέγχονται αρνητικά ως αβάσιμες οι προσβαλλόμενες αιτιάσεις.
Το δια των προτάσεων της αναιρεσίβλητης παραδεκτώς ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου (ΑΠ 1590/03, ΑΠ 49/97) κατ'άρθρο 206 ΚΠολΔ υποβαλλόμενο αίτημα διαγραφής, με την επίκληση του αναρμόστου και εξυβριστικού χαρακτήρα, των διαλαμβανομένων στο δικόγραφο των προσθέτων λόγων και παρακάτω αναφερομένων φράσεων "... όπως προκύπτει από το 14ο φύλλο της με αριθμ. 754/13 αποφάσεως, η αντίδικός μου αφαίρεσε τα 15.000.000 εκατομμύρια δραχμές, που περίσσεψαν από την πώληση του οικοπέδου μου στο …... Δηλαδή η αντίδικος μου "έφαγε" άλλες 100.000 ευρώ και αυτές ήταν οι οικονομίες μου...Δηλαδή, μέσα στα 10 χρόνια των δικαστικών αγώνων έχει η αντίδικος εισπράξεις το ποσό των 191.80 ευρώ (...) και έτσι εξηγείται γιατί δεν είχε ασκήσει, μετά τη συμπλήρωση της τριετίας από τη διάσταση, την αγωγή της για συμμετοχή στα αποκτήματα, αλλά προτιμούσε να εισπράττει διατροφές, σαν κυρία Α' Πλοιάρχου του Εμπορικού Ναυτικού...". Κρίνεται απορριπτέο ως αλυσιτελές αφού οι εν λόγω φράσεις, διατυπώθηκαν στο δικόγραφο των προσθέτων λόγων που δεν ερευνήθηκε όμως κατ' ουσίαν λόγω του απαραδέκτου της ασκήσεώς του.
Κατ' ακολουθίαν όλων των ως άνω αναφερθέντων και ενόψει της μη προβολής άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολο της η ένδικη αίτηση αναίρεσης μετά των πρόσθετων λόγων να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρ.495 παρ.4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 26-6-13 και με αριθμ. καταθ. 463/2013 αίτηση και τους από 12-11-13 και με αριθμ. καταθ. 179/2013 πρόσθετους λόγους αναίρεσης της 754/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Ιανουαρίου 2014.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Απριλίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ