Supreme Court partially allows appeal on penalty clause but dismisses other grounds for inadmissibility.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision, ordering a remand for further proceedings. The court found the lower court erred in refusing to apply the agreed penalty clause due to the tenant's delay, while dismissing other appeal grounds as inadmissible due to lack of specificity or failure to examine the case substance. Consequently, the case was remanded to the original court with a new panel for a final judgment on the penalty and damages.
Legislator headnote
AI generatedArticles 601, 343, 404, 405 of the Civil Code; Article 559 of the Code of Civil Procedure: The landlord may claim the agreed penalty for late rent payment if the tenant is at fault, and a mere dispute does not justify withholding rent; appeal grounds must be specific to qualify under Article 559.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 781 / 2011 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 781/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Ζώη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή και Ιωάννα Λούκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ε. Χ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Αντωνίου Μουχτούρη και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΑΛΜΑ ΤΡΑΝΣ Α.Ε.", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Α. Α., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Δούναβη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/6/2007 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3117/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4828/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 24/3/2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου ανέγνωσε την από 30/8/2010 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4828/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την διάταξη του άρθρου 601 Α.Κ., συνάγεται ότι προϋποθέσεις για την απαίτηση του συμφωνημένου μισθώματος, ως αποζημιώσεως χρήσεως, είναι η λήξη της μισθώσεως και η μετά ταύτα παράνομος παρακράτηση του μισθίου, χωρίς δηλαδή δικαίωμα από τον νόμο, την σύμβαση ή δικαστική απόφαση, χωρίς να ερευνάται αν ο μισθωτής υπέστη ζημία από την καθυστέρηση της αποδόσεως.
Εκτός από την ανωτέρω αποζημίωση χρήσεως, ο εκμισθωτής δικαιούται να απαιτήσει για την παρακράτηση του μισθίου, και την αποκατάσταση κάθε άλλης περαιτέρω ζημίας, κατά τις γενικές διατάξεις περί υπερημερίας του οφειλέτου (άρθρο 343 επ. ΑΚ) καθώς και την κατάπτωση της ποινικής ρήτρας της συμφωνηθείσας για την περίπτωση καθυστέρησης απόδοσης του μισθίου (404, 405 ΑΚ), η οποία έχει ως προϋπόθεση την υπαίτια αδυναμία παροχής ή υπερημερία του οφειλέτη.
Δηλαδή, ο μεν ενάγων - εκμισθωτής πρέπει να επικαλεσθεί και να αποδείξει τη σύμβαση τη συμφωνία για την ποινή και τις προϋποθέσεις της υπερημερίας ή της αδυναμίας εκπλήρωσης, ο δε εναγόμενος μισθωτής πρέπει να επικαλεσθεί, κατ' ένσταση και να αποδείξει την έλλειψη υπαιτιότητάς του, ώστε να απαλλαγεί. Μόνη, όμως, η δικαστική διένεξη μεταξύ των διαδίκων, σε καμιά περίπτωση δεν δικαιολογεί την παρακράτηση του μισθίου από τον μισθωτή (ΑΠ 2165/2009).
Περαιτέρω, ο από το αρθρ. 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα- ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται όταν ο κανόνας δικαίου δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα. Περαιτέρω, παραβίαση των κανόνων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ, υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται κενό ή ασάφεια ή αμφιβολία, ως προς τη δικαιοπρακτική βούληση των μερών έστω και έμμεσα και εν τούτοις δεν προσφεύγει σε εφαρμογή των κανόνων αυτών ή μολονότι βεβαιώνεται στην απόφαση ότι η δήλωση βουλήσεως των μερών είναι σαφής εν τούτοις προβαίνει σε ερμηνεία της δικαιοπραξίας, καθώς και όταν το δικαστήριο της ουσίας διαπιστώνει κενό ή αμφιβολία και προσφεύγει στους εν λόγω κανόνες, πλήν όμως, με τη δοθείσα ερμηνεία παραβιάζει τους κανόνες της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για ύπαρξη κενού στη δικαιοπρακτική δήλωση βουλήσεως ή ασάφειας στη διατύπωση αυτής και για το λόγο αυτό η προσφυγή στους ερμηνευτικούς κανόνες των αρθ.173 και 200 ΑΚ, για τη συμπλήρωση του κενού ή την άρση της ασάφειας, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός εάν, από όσα το δικαστήριο της ουσίας δέχεται, δεν διευκρινίζεται η θέση του, ως προς το εάν υπάρχει κενό ή ασάφεια στη δήλωση βουλήσεως, αφού από την καταφατική ή αποφατική απάντηση στο ζήτημα αυτό, εξαρτάται εάν θα εφαρμοσθούν ή όχι οι ως άνω ερμηνευτικές διατάξεις των αρθ.173 και 200 ΑΚ.
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται το περιεχόμενο της μη ερμηνευθείσας ή της εσφαλμένως ερμηνευθείσας δικαιοπραξίας, καθώς και ότι το δικαστήριο της ουσίας διεπίστωσε την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας, ως προς τη δικαιοπρακτική βούληση και να προσδιορίζεται σε τι ακριβώς συνίσταται η παραβίαση των ως άνω ερμηνευτικών κανόνων.
Το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε ότι ο ενάγων- εκμισθωτής- νυν αναιρεσείων με το από 15-7-2002 μισθωτήριο συμφωνητικό εξεμίσθωσε στην πρώτη εναγομένη (ανώνυμη εταιρεία) νυν πρώτης των αναιρεσειβλήτων, μια οικία (μαιζονέτα), για να χρησιμοποιηθεί ως κατοικία της δεύτερης εναγομένης- νυν δεύτερης των αναιρεσιβλήτων (διευθύνοντος συμβούλου της πρώτης), η οποία και εγγυήθηκε την τήρηση των όρων της μισθωτικής σύμβασης, με την προσυπογραφή του μισθωτηρίου, παραιτηθείσα από την ένσταση διλήσεως.
Περαιτέρω, το Εφετείο δέχθηκε τα εξής, αναφορικά με το αίτημα του ενάγοντος- εκμισθωτή, για επιδίκαση σ' αυτόν της καταπεσούσας ποινικής ρήτρας, η οποία είχε συμφωνηθεί με το μισθωτήριο συμφωνητικό, λόγω καθυστέρησης απόδοσης του μισθίου ακινήτου από την εναγομένη- νυν αναιρεσίβλητη: "Με την έναρξη της μίσθωσης η εναγομένη μισθώτρια παρέλαβε το μίσθιο και ακώλυτα το χρησιμοποίησε για κατοικία της δευτέρας των εναγομένων εγγυήτριας, ενώ κατά τη λήξη της η μίσθωση στις 31.7.2005 παρατάθηκε για ένα ακόμα έτος, μετά από πρόταση της εναγομένης, κατά σχετική πρόνοια του όρου 17 του μισθωτηρίου εγγράφου, με τους ίδιους όρους που το τελευταίο προέβλεπε.
Επειδή η εναγομένη μισθώτρια κατά το τελευταίο (4°) έτος της μίσθωσης κατέβαλε το μίσθωμα, μειωμένο κατά 53 ευρώ (ήτοι κατέβαλε το ποσόν των 1288 αντί οφειλομένου 1341 συμπεριλαμβανομένου και του ημίσεως τέλους χαρτοσήμου) ο ενάγων με την από 8.3.2006 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατήγγειλε τη μίσθωση για καθυστέρηση περί την καταβολή του μισθώματος, και ζήτησε την απόδοση του μισθίου λόγω λήξης της μίσθωσης.
Το Δικαστήριο με την υπ' αριθμ. 1835/2006 απόφαση του δέχθηκε την αγωγή, και υποχρέωσε την εναγομένη μισθώτρια να αποδώσει τη χρήση του μισθίου, λόγω λήξης της μίσθωσης μετά την καταγγελία αυτής για - μερική -καθυστέρηση καταβολής του μισθώματος. Την απόφαση αυτή ο ενάγων - ως προσωρινώς εκ του νόμου εκτελεστή (άρθρο 910 περιπτ. 1 ΚΠολΔ) - την εκτέλεσε και στις 16.1.2007 η εναγομένη μισθώτρια απεβλήθη από το μίσθιο (βλέπε αριθμ. 481/16.1.2007 έκθεση βιαίας αποβολής και εγκατάστασης του δικαστικού επιμελητή Αθηνών Γ.
Π.). Ο ενάγων εκμισθωτής, επικαλούμενος τον προμνημονευθέντα όρο 12 του μισθωτηρίου περί της υποχρεώσεως της μισθώτριας για την καταβολή ως ποινικής ρήτρας ποσού ίσου προς το 1/5 του μηνιαίου μισθώματος για κάθε ημέρα καθυστέρησης απόδοσης του μισθίου, ζητεί να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του, καταβάλλουν για την αιτία αυτή το ποσόν των 61.296,44 ευρώ, καθόσον επί 268 ημέρες, ήτοι από τις 24.4.2006 έως και τις 16.1.2007 που καθυστέρησε η εναγομένη μισθώτρια να του αποδώσει τη χρήση του μισθίου ακινήτου.
Όπως προαναφέρθηκε, η εναγομένη με την ως άνω 1835/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών υποχρεώθηκε να αποδώσει στον ενάγοντα την χρήση του μισθίου, λόγω λήξης της μίσθωσης, μετά την καταγγελία της με την προμνημονευθείσα από 8.3.2006 αγωγή του, που επιδόθηκε στην εναγομένη στις 23.3.2006. Εντεύθεν δε, υποχρέωση η τελευταία προς απόδοση της χρήσης του μισθίου είχε, αφότου της επιδόθηκε αντίγραφο από απόγραφο της ως άνω εξωστικής απόφασης, γεγονός που συνέβη στις 28.9.2006.
Όμως η εναγομένη, με σχετική αίτηση της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ζήτησε την αναστολή της εκτέλεσης της εν λόγω εξωστικής απόφασης; καθώς και τη χορήγηση προσωρινής διαταγής περί μη εκτέλεσης της απόφασης, η οποία και χορηγήθηκε από τον Πρόεδρο του ως άνω Δικαστηρίου, μέχρι την συζήτηση της από 8.9.2006 αίτησης αναστολής.
Κατά δε τη συζήτηση της ως άνω αίτησης στις 2.11.2006, κατόπιν σχετικού αιτήματος της εναγομένης, η προσωρινή διαταγή διατηρήθηκε από το Δικαστήριο, μέχρι την έκδοση της απόφασης επί της ως άνω αιτήσεως. Επ' αυτής (αιτήσεως) στις 9.1.2007 εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 167/2007 απόφαση, η οποία και την απέρριψε. Μετά ταύτα ο ενάγων επέσπευσε την εκτέλεση της υπ' αριθμ. 1835/2006 εξωστικής απόφασης στις 12.1.2007, πλην όμως μεταξύ επισπεύδοντας την εκτέλεση και των καθ' ων συμφωνήθηκε να αναβληθεί αυτή για τις 15.1.2007, προκειμένου η δευτέρα των εναγομένων Α.
Α., να παραλάβει από το μίσθιο τα κινητά πράγματα της (βλέπε αριθμ. 480/12.1.2007 "έκθεση βίαιας αποβολής και εγκατάστασης (απόπειρα)" του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Γ. Π.). Εντεύθεν η αναγκαστική εκτέλεση της ως άνω εξωστικής απόφασης ολοκληρώθηκε στις 16.1.2007 (βλέπε αριθμ. 481/16.1.2007 "έκθεση βίαιας αποβολής και εγκατάστασης του δικαστικού επιμελητή Γ.
Π.). Εκ των προεκτεθέντων αποδεικνύεται ότι η παραμονή της εναγομένης στο μίσθιο από της επιδόσεως στις 28.9.2006 αντιγράφου από το απόγραφο της αριθμ. 1835/2006 εξωστικής απόφασης έως και τις 16.1.2007 που η εναγομένη απεβλήθη από το μίσθιο, δεν ήταν αυθαίρετη, αλλά εγένετο σε εκτέλεση των προαναφερθεισών προσωρινών διαταγών των Δικαστών του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών μέχρι τις 9.1.2007 που εξεδόθει η υπ' αριθμ. 167/2007 απόφαση με την οπαία απορρίφθηκε η αίτηση αναστολής της εναγομένης και από 9.1.2007 έως και 15.1.2007 με τη συναίνεση του ως άνω ενάγοντος μισθωτού.
Επομένως ουδεμία υπαιτιότητα την εναγομένη βαρύνει για την μη απόδοση της χρήσης του μισθίου στις 28.9.2006, με την επίδοση σ' αυτήν αντιγράφου από το απόγραφο της προαναφερόμενης αριθμ. 1835/2006 εξωστικής απόφασης, η αναστολή εκτέλεση της οποίας διαρκούσε συνεχώς και αδιαλείπτως μέχρι τις 15.1.2007. Βέβαια ο ενάγων ως χρόνο απόδοσης της χρήσης του μισθίου - και αφετηρία εντεύθεν της καθυστέρησης της - επικαλείται την 24.4.2006, ήτοι τον χρόνο που συμπληρώθηκε ένας μήνας από την καταγγελία της μίσθωσης στις 23.3.2006, κατ' άρθρο 597 § 1 ΑΚ, όπως κρίθηκε και με την προμνημονευθείσα εξωστική απόφαση.
Όμως τα αποτελέσματα της τελευταίας (δηλαδή η υποχρέωση της εναγομένης μισθώτριας για απόδοση της χρήσης του μισθίου) ανεστάλησαν με τις ως άνω δύο προσωρινές διαταγές και στις 12.1.2007 με συμφωνία των μερών". Από το ως άνω περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει σαφώς ότι το δικαστήριο δέχθηκε ότι, σύμφωνα με την 1835/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η εναγομένη-μισθώτρια υποχρεώθηκε σε απόδοση του μισθίου, λόγω καταγγελίας, για καθυστέρηση (μερική) οφειλομένων μισθωμάτων, ότι κατά της αποφάσεως αυτής η εναγομένη άσκησε τα νόμιμα δικονομικά μέσα (έφεση, ανακοπή, αίτηση αναστολής εκτελέσεως, με αίτημα προσωρινής διαταγής, η οποία έγινε δεκτή) και ότι το διάστημα που μεσολάβησε μέχρι την επίδοση σ' αυτήν της απορριπτικής περί την αναστολή εκτελέσεως αποφάσεως δεν δύναται να υπολογισθεί για την κατάπτωση της ποινικής ρήτρας, που συμφωνήθηκε, για την περίπτωση καθυστερήσεως αποδόσεως του μισθίου, διότι δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα αυτής.
Και υπό τις παραδοχές αυτές έκρινε ότι ήταν απορριπτέο, ως μη νόμιμο το σχετικό με την κατάπτωση της ποινικής ρήτρας αίτημα του ενάγοντος. Με το να κρίνει έτσι το Εφετείο έσφαλε, δια της μη εφαρμογής των διατάξεων των αρθ. 404, 405, 330 ΑΚ, οι οποίες ήταν εφαρμοστέες στην προκειμένη περίπτωση, αφού ο επικαλούμενος από τις εναγόμενες ισχυρισμός προς θεμελίωση της ένστασης για έλλειψη υπαιτιότητας της χρησιμοποιούσας το μίσθιο εναγομένης, ως προς την καθυστέρηση απόδοσης του μισθίου δεν είναι νόμιμος, διότι, όπως αναφέρθηκε στην προηγηθείσα νομική σκέψη, η καθυστέρηση απόδοσης εξαιτίας της μεταξύ των αντιδίκων δικαστικής διένεξης δεν αίρει την επελθούσα ήδη υπερημερία της μηνύτριας ως προς την απόδοση του μισθίου.
Επομένως το Εφετείο υπέπεσε στην από το αρθρ 559 αριθ. 1 Κ.ΠολΔ. πλημμέλεια, που αποδίδεται με τους δεύτερο και τρίτο λόγους αναίρεσης, οι οποίοι είναι βάσιμοι, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναίρεσης (πρώτου και τέταρτου) οι οποίοι αφορούν το ίδιο ως άνω ζήτημα (της κατάπτωσης της συνομολογηθείσας ποινικής ρήτρας, για την περίπτωση καθυστέρησης απόδοσης του μισθίου.
Όσον αφορά τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το ένα σκέλος αυτού, από το αρθ.559 αριθμ.1 ΚΠολΔ, για παραβίαση του ερμηνευτικού κανόνα του αρθ. 173 ΑΚ, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, διότι από τις ίδιες ως άνω ως προς το ζήτημα αυτό παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δεν δέχθηκε, έστω και έμμεσα, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας, ως προς τη συμφωνία κατάπτωσης της ποινικής ρήτρας, ώστε να υποχρεούται να προσφύγει στην εφαρμογή του ως άνω ερμηνευτικού κανόνα του αρθ. 173 ΑΚ, ούτε εξ άλλου ο αναιρεσείων επικαλείται στο αναιρετήριο την ύπαρξη κενού ή αμφίβολων σημείων, οπότε και μόνο, σύμφωνα με τα αναφερθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη υποχρεούται στην εφαρμογή του κανόνα αυτού.
Η υπαίτια ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται η σύμβαση, είναι δυνατόν, πέραν της αξίωσης από τη σύμβαση, να στηρίζει και αξίωση από αδικοπραξία, εάν και χωρίς τη συμβατική σχέση διαπραττόμενη, θα ήταν παράνομη , ως αντικείμενη στην επιβαλλόμενη από τη διάταξη του αρθ.914 ΑΚ γενική δικανική αρχή, κατά την οποία, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια, υποχρεούται να τον αποζημιώσει.
Έτσι, αν και η αθέτηση συμβατικής υποχρέωσης δεν αποτελεί καθ' εαυτή αδικοπραξία, είναι δυνατόν το ίδιο βιοτικό γεγονός να αποτελέσει και αθέτηση συμβατικής υποχρέωσης και αδικοπραξία, όπως στην περίπτωση που ο μισθωτής προξενεί φθορές στο μίσθιο, οπότε υπάρχει συρροή αξιώσεων του εκμισθωτή, τόσο από τη σύμβαση, όσο και από αδικοπραξία, υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι η ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται η σύμβαση και γεννάται ενδοσυμβατική ευθύνη του οφειλέτη, διαπραττόμενη και χωρίς τη συμβατική σχέση, θα ήταν καθεαυτή παράνομη, ως αντιβαίνουσα στο γενικό καθήκον, που επιβάλλει το αρθ. 914 ΑΚ, να μη ζημιώνει κάποιος άλλον υπαιτίως (ΑΠ 1600/2002, ΑΠ 1668/2006).
Από τον παραδεκτώς, κατ' αρθ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ, έλεγχο του δικογράφου της αγωγής του ενάγοντος-εκμισθωτή-νυν αναιρεσείοντος, ως προς τη βάση της από αδικοπραξία, με την οποία επεκαλείτο ότι η εναγομένη μισθώτρια: α) προεκάλεσε παράνομα και υπαίτια τις φθορές στο μίσθιο, β) καθυστέρησε παράνομα την απόδοση του μισθίου και γ) παρεβίασε το τραπεζικό απόρρητο, διότι κατέθετε το μίσθωμα σε τραπεζικό λογαριασμό του ενάγοντος, διαφορετικό από εκείνον που της είχε ανακοινώσει, είναι μη νόμιμη, διότι η περιγραφόμενη στην αγωγή συμπεριφορά της εναγομένης, από δόλο ή αμέλεια διαπράχθηκε στα πλαίσια της μισθωτικής σύμβασης και όχι έξω.
Επομένως, το δικάσαν Εφετείο, το οποίο απέρριψε, ως μη νόμιμη, τη βάση της αγωγής από αδικοπραξία, με την αιτιολογία ότι: "Το αγωγικό κονδύλιο περί χρηματικής ικανοποίησης του ενάγοντος, λόγω ηθικής βλάβης αυτού, συνεπεία της εκτιθέμενης ως άνω συμπεριφοράς της εναγομένης μισθώτριας, είναι μη νόμιμο, διότι τα επικαλούμενα από τον ενάγοντα εκμισθωτή περιστατικά στα οποία επιστηρίζει την ένδικη αξίωση του, και αληθή υποτιθέμενα δεν συνιστούν αδικοπρακτική συμπεριφορά, κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 914 ΑΚ, ώστε να δικαιούνται χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, αλλά όλα τα ως άνω επικαλούμενα περιστατικά συνιστούν αντισυμβατική και μόνο συμπεριφορά της εναγομένης, η οποία χωρίς τη συμβατική σχέση της μίσθωσης δεν θα μπορούσε να ήταν παράνομη, ως αντικείμενη στο γενικό κανόνα που επιβάλλει το προαναφερόμενο άρθρο 914 ΑΚ να μη ζημιώνει κάποιος άλλον υπαιτίως".
Ορθώς εφήρμοσε τη διάταξη του αρθ. 914 ΑΚ και δεν υπέπεσε στην από το αρθ. 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ πλημμέλεια.
Συνεπώς, ο πέμπτος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος αυτού, με το οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια αυτή, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, ενώ, κατά το μέρος αυτού, με το οποίο αποδίδεται η από το αρθ. 559 αριθμ.19 ΚΠολΔ πλημμέλεια, για έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλομένης απόφασης, ένεκα ανεπάρκειας αιτιολογίας, ως προς το ίδιο αυτό κεφάλαιο της απόφασης, είναι απορριπτέος , ως απαράδεκτος, διότι προϋπόθεση για την ίδρυση του προκείμενου λόγου είναι ότι το δικαστήριο ερεύνησε την ουσία της υπόθεσης και διετύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, ενώ αντίθετα δεν ιδρύεται όταν η αγωγή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη όπως στην προκειμένη περίπτωση.
Ο ίδιος (πέμπτος) λόγος, κατά το σκέλος αυτού, με το οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η από το αρθ. 559 αριθμ.8 ΚΠολΔ, προβλεπόμενη πλημμέλεια, εκ του ότι απέρριψε, ως μη νόμιμη, την εξ αδικοπραξίας βάση της αγωγής, χωρίς να λάβει υπόψη του τον προβληθέντα από τον ενάγοντα-αναιρεσείοντα, προς θεμελίωση της βάσης αυτής, ισχυρισμό, ο οποίος, κατά την άποψη του αναιρεσείοντα ασκούσε ουσιώδη επιρροή, ότι δηλαδή η εναγομένη-μισθώτρια παρεβίασε το τραπεζικό απόρρητο και κατέθετε το μίσθωμα σε τραπεζικό λογαριασμό του ενάγοντος, διαφορετικό από εκείνον που της είχε ανακοινώσει, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, διότι, από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης, προκύπτει σαφώς ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη όλους τους ισχυρισμούς που επικαλείτο ο ενάγων στην αγωγή του, προς θεμελίωση της εξ αδικοπραξίας βάσεως αυτής (μεταξύ των οποίων και τον φερόμενο, με τον προκείμενο λόγο, ως μη ληφθέντα υπόψη ισχυρισμό) και την απέρριψε, ως μη νόμιμη, με την προαναφερθείσα αιτιολογία, ότι όλα τα επικαλούμενα, για τη θεμελίωση της βάσεως αυτής περιστατικά συνιστούν αντισυμβατική και μόνο (και όχι παράνομη και αδικοπρακτική) συμπεριφορά.
Από τις διατάξεις των αρθ. 118 αριθ. 4, 566 παρ.1 και 577 παρ.3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι στο δικόγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, ποία νομική πλημμέλεια αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί εάν και ποίο λόγον αναίρεσης, από τους περιοριστικώς προβλεπόμενους στο αρθ. 559 ΚΠολΔ, θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Επομένως, ο έκτος (τελευταίος) λόγος αναίρεσης, με τον οποίον αποδίδεται πλημμέλεια στην προσβαλλομένη απόφαση, ως προς το κεφάλαιο αυτής, κατά το οποίο διατάχθηκε, σύμφωνα με το αρθ. 206 ΚΠολΔ, η διαγραφή από τις προτάσεις του ενάγοντος της φράσης "δικονομικά τεχνάσματα", είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, διότι ο αναιρεσείων ουδόλως επικαλείται συγκεκριμένη πλημμέλεια, ώστε να δύναται ο Άρειος Πάγος να κρίνει εάν και ποίος λόγος αναίρεσης θεμελιώνεται.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, κατά το μέρος της (μόνο) που αφορά το κεφάλαιο της κατάπτωσης της ποινικής ρήτρας, να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση, στο εκδόσαν την απόφαση ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές (αρθρ. 580§3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι ηττηθείσες αναιρεσίβλητοι στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντα (αρθρ. 176, 183 Κ.Πολ.Δ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμ. 4828/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, όπως αναφέρεται στο σκεπτικό, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντα, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Οκτωβρίου 2011 και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στην Αθήνα στις 20 Μαΐου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ