Legislator Case Law & Legislation
780/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against murder conviction citing insufficient grounds for retrial.

Case Number 780/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against his second-instance murder conviction, ruling that the lower court's reasoning was complete and specific. The appellant argued for retrial based on alleged procedural errors and the rejection of mitigating circumstances regarding his prior good conduct, but the court found these arguments to be mere challenges to the court's factual findings. Consequently, the court determined that no absolute nullity existed in the trial proceedings and the appeal lacked legal basis.

Legislator headnote

AI generated

Articles 510(1)(a) and (d) of the Code of Criminal Procedure; The Supreme Court holds that an appeal based on alleged procedural nullities or lack of reasoning regarding mitigating circumstances is inadmissible if the lower court provided sufficient and specific justification for its decisions.

Keywords

AI generated
appeal against conviction absolute nullity mitigating circumstances good conduct procedural nullity specific reasoning criminal appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 94(1) of the Penal Code
Article 299(1) of the Penal Code
Article 380(2) of the Penal Code
Article 84(2)(a) and (e) of the Penal Code
Article 510(1)(a) and (d) of the Code of Criminal Procedure
Article 578(1) of the Code of Criminal Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 780 / 2025 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 780/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Λεπενιώτη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Πρίγγουρη, Παρασκευή Τσούμαρη, Σταυρούλα Κουσουλού και Μερόπη Τζουγκαράκη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αχιλλέα Ζήση (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γ. Β., για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ε. Δ. του Ι., κρατούμενου στο Σωφρονιστικό Κατάστημα Γρεβενών, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Σύψα, για αναίρεση της απόφασης 11/2024 του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.

Με υποστηρίζοντες την κατηγορία τους: 1.Κ. Κ. του Ε., κάτοικο ... και 2.Ν. Τ. του Κ., κάτοικο ..., οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Μυκωνιάτη.

Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30.9.2024 και με υπ' αρ. πρωτ. 6764/1.10.2024 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...

Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 30-9-2024 και υπ' αριθ. πρωτ. ...-2024 αίτηση του αναιρεσείοντος Ε. Δ. του Ι. και της Π., κατοίκου ..., οδός ..., ήδη κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης Γρεβενών, για αναίρεση της υπ' αριθ. 11/2024 απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, που καταχωρίσθηκε στο ειδικό βιβλίο την 12-9-2024 υπ' αύξ.

Αριθ. 107/12-9-2024, όπως προκύπτει από την σχετική υπηρεσιακή βεβαίωση, ασκήθηκε με δήλωση του έχοντος την σχετική από 30-9-2024 εξουσιοδότηση δικηγόρου του, που επιδόθηκε στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου την 1-10-2024 όπως προκύπτει από την επ' αυτής από 1-10-2024 επισημείωση του δικαστικού επιμελητή και στρέφεται κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, με την οποία ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος σε δεύτερο βαθμό, για τις πράξεις της ανθρωποκτονίας, ληστείας, παράνομης οπλοφορίας, οπλοχρησίας, οπλοκατοχής και πυροβολισμών ακινητοποίησης και εξουδετέρωσης από αστυνομικό εκτός υπηρεσίας (άρθρα 94 παρ. 1, 299 παρ. 1, 380 παρ. 2 ΠΚ, 1 παρ. 2 β', 3 β', 7 παρ. 1, 2 ζ', 8, 10 παρ. 13, 14 Ν. 2168/1993, 3, 6 παρ. 5, 6 Ν. 3169/2003), για τις οποίες καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη για την α' πράξη, ισόβια κάθειρξη για την β' πράξη, φυλάκιση ενός (1) έτους και χρηματική ποινή χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ για την γ' πράξη, φυλάκιση ενός (1) έτους για την δ' πράξη, φυλάκιση ενός (1) έτους και χρηματική ποινή χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ για την ε' πράξη, φυλάκιση ενός (1) έτους για την στ' πράξη και σε συνολική ποινή δις ισόβιας κάθειρξης και φυλάκισης δύο (2) ετών και έξι (6) μηνών και σε συνολική χρηματική ποινή (2.000) ευρώ.

Η αναίρεση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα από τον κατηγορούμενο, που έχει δικαίωμα για την άσκησή της και περιέχει λόγους αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' και Δ' του ΚΠΔ, επομένως είναι τυπικά δεκτή (άρθρα 462, 464, 466 παρ. 1, 473 παρ. 2 και 3, 474 παρ. 2Α και 4, 504 παρ. 1 και 505 παρ. 1 ΚΠΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσία.

Κατά την συζήτηση ενώπιον αυτού του δικαστηρίου παραστάθηκαν ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων διά του πληρεξουσίου δικηγόρου του και οι υποστηρίζοντες την κατηγορία για τις πράξεις της ανθρωποκτονίας και της ληστείας Κ. Κ. του Ε. και της Β. χήρα Κ. Τ. και Ν. Τ. του Κ. και της Κ., κάτοικοι ... μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους.

Στο άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ' ΚΠΔ ορίζεται ότι "Απόλυτη ακυρότητα υπάρχει: 1. Αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν ... δ) την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου ή του προσώπου στο οποίο αποδίδεται η πράξη κατά την προκαταρκτική εξέταση και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται από το νόμο, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά δικαιώματα και τον Χάρτη Θεμελιωδών Ελευθεριών της Ε.Ε.".

Η παραβίαση των δικαιωμάτων αυτών, μεταξύ των οποίων και το τεκμήριο αθωότητας, το οποίο προβλέπεται ρητώς στο άρθρο 71 ΚΠΔ, δημιουργεί την ακυρότητα που αναφέρθηκε, η οποία είναι απόλυτη και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠΔ. Το τεκμήριο δε της αθωότητας έχει την έννοια ότι η κατηγορούσα αρχή φέρει το βάρος απόδειξης της ενοχής του κατηγορουμένου ή του υπόπτου, ο οποίος, σε περίπτωση αμφιβολίας, πρέπει να κηρυχθεί αθώος (ΑΠ 1195/2024).

Η αρχή αυτή παραβιάζεται και όταν τα μέλη του δικαστηρίου, κατά τη διάρκεια της δίκης και πριν από την ολοκλήρωση αυτής, προβαίνουν σε δηλώσεις ή παραδοχές που προϋποθέτουν το ότι ο κατηγορούμενος έχει τελέσει την αξιόποινη πράξη, για την οποία κατηγορείται. Ειδικότερα, από τη διάταξη του άρθρου 365 ΚΠΔ (ταυτόσημη με τη διάταξη του άρθρου 366 του προϊσχύσαντος ΚΠΔ) συνάγεται ότι μετά το πέρας της απολογίας του κατηγορουμένου ο διευθύνων τη συζήτηση ή ο Εισαγγελέας ή οι δικαστές -μέλη της συνθέσεως του δικαστηρίου- μπορούν να υποβάλουν στον κατηγορούμενο ερωτήσεις.

Οι ερωτήσεις αυτές μπορεί να αφορούν είτε στη συμπλήρωση από τον κατηγορούμενο κρίσιμων περιστατικών στα οποία δεν απάντησε, είτε στη διευκρίνιση περιστατικών στα οποία αναφέρθηκε στην απολογία του με ασάφειες ή αντιφάσεις, είτε στην επισήμανση σημείων της απολογίας του που κατά την κρίση των ανωτέρω δικαστικών προσώπων, κατατείνουν στην ενίσχυση των ενδείξεων ενοχής του, προκειμένου να δοθεί η δυνατότητα με τις διδόμενες απαντήσεις, στον κατηγορούμενο μεν να συμπληρώσει την απολογία του ή να διευκρινίσει ορισμένες θέσεις του, ώστε να αντικρούσει πληρέστερα την κατηγορία και να υποστηρίξει κατά πλέον πρόσφορο τρόπο την υπεράσπισή του, στο δικαστήριο δε, να καταλήξει (συνεκτιμώντας την απολογία του κατηγορουμένου με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα) σε οριστική δικανική κρίση, περί της ύπαρξης ή μη, ενοχής του (ΑΠ 1027/2023, ΑΠ 1413/2010).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 104 παρ. 1 του ΚΠΔ, "ο ύποπτος ή κατηγορούμενος έχουν δικαίωμα σιωπής και μη αυτοενοχοποίησης", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 365 παρ. 3 του ίδιου κώδικα "Αν ο κατηγορούμενος αρνηθεί να απολογηθεί ή να απαντήσει σε ερώτηση, αυτό αναγράφεται στα πρακτικά". Από τις διατάξεις αυτές και εκείνες του άρθρου 6 παρ. 1 και 2 της ΕΣΔΑ, που εισάγει το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου, και του άρθρου 14 παρ. 3 στοιχ. ζ' του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, καθιερώνεται και στη διαδικασία του ακροατηρίου της ποινικής δίκης, στο πλαίσιο της δίκαιης δίκης, το δικαίωμα σιωπής του κατηγορουμένου, ως υπερασπιστικό δικαίωμα του κατηγορουμένου (ΑΠ 1665/2022, ΑΠ 1583/2022).

Επομένως, όταν ο απολογούμενος κατηγορούμενος δεν απομακρύνεται από το θέμα ή επαναλαμβάνει τα ίδια, η παραβίαση του δικαιώματος απολογίας του κατηγορουμένου, με διακοπή αυτής, συνεπάγεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 του ΚΠΔ και θεμελιώνει λόγοαναίρεσης της απόφασης κατά το άρθρο 510 στοιχ. Α' του ΚΠΔ. Ο διευθύνων δικαιούται να διακόπτει την απολογία του κατηγορουμένου αν απομακρύνεται από το θέμα και ομιλεί για άσχετα ζητήματα. Όμως, ο απολογούμενος κατηγορούμενος δικαιούται να προσφύγει σε ολόκληρο το δικαστήριο, κατά τα άρθρα 335 παρ. 2 του ΚΠΔ, κατά των διατάξεων του διευθύνοντος κατά του τρόπου της υπό του διευθύνοντος ή του Εισαγγελέως υποβολής ερωτήσεων και εξέτασης του απολογούμενου κατηγορουμένου, κατά της απόρριψης ορισμένης ερωτήσεως, ως και του σκόπιμου ή νομίμου κάποιων υποβαλλομένων, ακόμα και υπό του διευθύνοντος, ερωτήσεων ή σε περίπτωση μη νόμιμης διακοπής της απολογίας, διότι το πιο πάνω άρθρο (365 παρ. 1) περιέχει ειδικότερη ανάπτυξη των δικαιωμάτων του διευθύνοντος που προβλέπεται στο άρθρο 333 ΚΠΔ. Εάν δε το δικαστήριο παραλείψει να αποφανθεί για την προσφυγή, ή την απορρίψει παρά τον νόμο, τότε προκαλείται ακυρότητα για έλλειψη ακρόασης και θεμελιώνεται ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Β του ΚΠΔ (ΑΠ 1114/2016, ΑΠ 785/2015, ΑΠ 1897/2008, ΑΠ 2293/2002).

Με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 510 στοιχ. Α' του ΚΠΔ ο αναιρεσείων προβάλλει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 του ΚΠΔ, με τις αιτιάσεις ότι η προεδρεύουσα εφέτης και ο εισαγγελέας της έδρας δεν επέτρεψαν την αμερόληπτη και δίκαιη διεξαγωγή της διαδικασίας και δεν του επέτρεψαν να υπερασπιστεί τον εαυτό του ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου με αμερόληπτη και δίκαιη διεξαγωγή της διαδικασίας, διότι του υπέβαλαν συνεχείς ερωτήσεις και τον αντιμετώπισαν με προδιάθεση ως προς την ενοχή του για όλες τις πράξεις του κατηγορητηρίου και επιπλέον ο εισαγγελέας ξεκίνησε τις ερωτήσεις του με τη φράση "κοίτα τι είπες και στο πρώτο δικαστήριο" και διάβαζε αποσπάσματα από τις καταθέσεις των μαρτύρων και από την απολογία του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, χωρίς να επανεξετάσουν την ουσία της υπόθεσης και τον βαθμό ενοχής του και έτσι δεν είχε την ευχέρεια να απολογηθεί ελεύθερα και να αναπτύξει τους ισχυρισμούς, παραβιάζοντας τα υπερασπιστικά του δικαιώματα και το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ και το άρθρο 71 του ΚΠΔ για δίκαιη δίκη.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι δεν έχει καταχωρηθεί, κατ' άρθρο 333 και 335 ΚΠΔ, κάποια δήλωση ή σχετική διαμαρτυρία ή προσφυγή αυτού στο δικαστήριο, για αντιδικονομική συμπεριφορά των μελών του δικαστηρίου, ενώ προκύπτει ότι ο αναιρεσείων κατηγορούμενος απολογήθηκε κανονικά και εκτενώς (σελ. 156 έως 178 των πρακτικών) για τις εναντίον του αποδοθείσες κατηγορίες, χωρίς να διακόπτεται η απολογία του. Επίσης απάντησε σε ερωτήσεις που του υπέβαλαν διαδοχικά, όπως είχαν προς τούτο δικαίωμα, η διευθύνουσα την συζήτηση πρόεδρος του δικαστηρίου και ο εισαγγελέας της έδρας, προκειμένου να διευκρινισθούν ουσιώδη περιστατικά των σε βάρος του κατηγοριών, έτσι ώστε να δώσει αυτός πληρέστερες απαντήσεις, διευκρινίζοντας συγκεκριμένα σημεία της απολογίας του, που κατά την κρίση των ανωτέρω ερωτώντων, ήταν ασαφή ή ελλιπή και ενδεχομένως αντίθετα προς την απολογία του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, χωρίς να σημαίνει ότι με τις ερωτήσεις τους αυτές διατύπωναν παραδοχές που προϋπέθεταν ή προδίκαζαν την ενοχή του.

Εξάλλου, μεταξύ των αναγνωστέων εγγράφων, που μνημονεύονται στην προσβαλλόμενη απόφαση και έλαβε υπόψη του το δικάσαν δευτεροβάθμιο δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό της κρίσης του περί της ενοχής του κατηγορουμένου για τις αξιόποινες πράξεις του, περιλαμβάνονται και τα πρακτικά συνεδρίασης της πρωτοβάθμιας δίκης, στα οποία υπάρχει η απολογία του. Σε κάθε περίπτωση, ο αναιρεσείων είχε δικαίωμα να προσφύγει σε ολόκληρο το δικαστήριο (των τακτικών δικαστών), κατ' άρθρο 335 παρ. 2 ΚΠΔ, σε περίπτωση μη νόμιμης διακοπής της απολογίας του ή κατά του τρόπου της υποβολής ερωτήσεων και γενικά της εξέτασής του κατά τη διάρκεια αυτής, από την διευθύνουσα τη συζήτηση ή τον εισαγγελέα, δεν επικαλείται όμως ο αναιρεσείων ούτε προκύπτει ότι άσκησε το δικαίωμα αυτό.

Περαιτέρω, από τα εν λόγω απομαγνητοφωνημένα πρακτικά συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου προκύπτει, μεταξύ των άλλων, ότι ο εισαγγελέας της έδρας με τη σειρά του ξεκίνησε τις ερωτήσεις του, κατά λέξη, ως εξής: "Κοίταξε τι είπες και στο πρώτο δικαστήριο. '' Δεν ήταν γνωστός μου το θύμα, την προηγούμενη ημέρα είχα μία συζήτηση με την σύζυγό μου για να της φέρω χρήματα, θα της έδινα 200€ για το κομμωτήριο και να αγοράσει πράγματα και ποτά''.

Όπως τα λες. '' Είχα μείνει με 200 € '', δηλαδή θέτεις οικονομικό θέμα. Λες μετά, ''είχε στείλει μήνυμα και μου ζήτησε λεφτά να αγοράσει πράγματα, σκεφτόμουν από πού να πάρω λεφτά, δεν κατάλαβα γιατί μπήκα στο ταξί, τυχαία περνούσα από την πιάτσα. Τώρα με την φαρμακευτική αγωγή μέσα στη φυλακή ξεκαθάρισε το μυαλό μου και τα λέω αυτά που λέω.

Μπήκα στο ταξί και ζήτησα να με πάει σε ένα μέρος δικό μου, στο χωράφι ιδιοκτησίας του πατέρα μου, του είπα να κατεβούμε για να μεταφέρουμε εργαλεία, όπως είπες και σήμερα, του είπες έλα στην αποθήκη να πάρετε εργαλεία και κατέβηκε ο άνθρωπος να σε βοηθήσει. Του ζήτησα να με βοηθήσει, τον άφησα να είναι πιο μπροστά μου, γύρισε και με ρώτησε τι κάνουμε εδώ, του είπα δώσ' μου τα λεφτά σου, ήρθε κατά πάνω μου κι έβγαλα το όπλο και πυροβόλησα.

Ναι, του είπα δώσ' μου τα λεφτά σου. Έχω μετανιώσει, έχω πάει σε ιερέα κι έχω μετανιώσει, αντιλήφθηκα ότι σκότωσα άνθρωπο. Πήρα τον κάλυκα και τον πέταξα πιο πέρα, έκλεισα και πέταξα το τάμπλετ που βρήκα, έκλεισα το gps και το πέταξα για να κερδίσω χρόνο να σκεφτώ τι να κάνω. Κατάλαβα τι έκανα. Μετά αποδεικνύεις ότι είχες οικονομική ανάγκη, λες συνάντησες τον Κ.

και 200 € δανεικά όπως και αποδείχθηκε" (φύλλο 173 των πρακτικών). Από αυτά προκύπτει ότι στο ακροατήριο του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου έγινε ανάγνωση από τον εισαγγελέα της έδρας της ανωτέρω επίμαχης περικοπής από την απολογία του αναιρεσείοντος ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και υποβλήθηκαν σχετικές ερωτήσεις εκ μέρους του, προκειμένου να επισημανθούν οι αντιφάσεις του προς όσα αυτός κατέθεσε, ιδίως για την πράξη της ληστείας κατά την πρωτόδικη απολογία του και να δώσει τις απαραίτητες διευκρινιστικές και πειστικές εξηγήσεις του.

Ο αναιρεσείων προδήλως γνώριζε το περιεχόμενο της πρωτόδικης απολογίας του και είχε την ευχέρεια στο ακροατήριο του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου να τοποθετηθεί ως προς όλα τα αναγνωσθέντα χωρία αυτής, να υποβάλλει τις δηλώσεις και να διατυπώσει τις παρατηρήσεις του.

Εξάλλου, ουδεμία συγκρουσιακή σχέση προκύπτει ότι υπήρξε μεταξύ της προεδεύουσας δικαστή ή του εισαγγελέα και του αναιρεσείοντος. Επιπροσθέτως, ο αναιρεσείων είχε και το δικαίωμα της σιωπής, ώστε να μην απαντήσει σε οποιαδήποτε ερώτηση, αν από την απάντηση θα μπορούσε να προκύψει δική του ευθύνη για τις δικαζόμενες ή άλλες αξιόποινες πράξη. Έτσι, στο στάδιο της απολογίας του αναιρεσείοντος αναγνώστηκαν περικοπές από την απολογία του ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που περιέχεται στα οικεία πρακτικά αυτού, προς επισήμανση των μεταξύ τους αντιφάσεων, εξάλλου η ανάγνωση των πρακτικών βεβαιώθηκε στη θέση, όπου παρατίθενται όλα τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και δεν προκλήθηκε καμιά ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου. Ενόψει και της διάταξης του άρθρου 365 παρ. 2 του ΚΠΔ και προκειμένου να διευκρινίσει ορισμένα σημεία, σε σχέση με όσα είχε καταθέσει προηγουμένως απολογούμενος ο αναιρεσείων, επιτρεπτώς, ο εισαγγελέας προέβη στην ανάγνωση περικοπών από την πρωτόδικη απολογία του. Ανεξαρτήτως αυτού, από την εν λόγω ανάγνωση, δεν παραβιάστηκε κανένα υπερασπιστικό δικαίωμα του αναιρεσείοντος.

Συνεπώς ο υποστηρίζων τα αντίθετα δεύτερος λόγος αναίρεσης για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 171 ΚΠΔ, λόγω παραβίασης του υπερασπιστικού του δικαιώματος για απρόσκοπτη απολογία, κατ' άρθρο 365 ΚΠΔ, με τις αιτιάσεις ότι η διευθύνουσα τη δίκη δικαστής και ο εισαγγελέας της έδρας δεν τον άφησαν να απολογηθεί ελεύθερα και να αναπτύξει τους ισχυρισμούς, παραβιάζοντας τα υπερασπιστικά του δικαιώματα κατά τη διάρκεια της απολογίας του, καθώς και για παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητάς της, κατά τα άρθρα 71 ΚΠΔ και άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, λόγω υποβολής ερωτήσεων από την πρόεδρο του δικαστηρίου και κυρίως από τον εισαγγελέα που προδίκαζαν την ενοχή του, είναι αβάσιμος.

Η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, απαιτείται να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να εκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του αυτοτελείς ισχυρισμούς, που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 171 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠΔ και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση της ποινής, εφ' όσον αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογηθούν και σε περίπτωση αποδοχής, να οδηγούν στο ευνοϊκότερο για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα.

Τέτοιοι αυτοτελείς ισχυρισμοί, η απόρριψη των οποίων πρέπει να αιτιολογείται ιδιαίτερα, είναι και οι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου περί συνδρομής στο πρόσωπο του ελαφρυντικών περιστάσεων από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 του ΠΚ, αφού η παραδοχή τους οδηγεί στην επιβολή μειωμένης κατά το άρθρο 83 του ίδιου Κώδικα.

Ειδικότερα, ως ελαφρυντική περίσταση θεωρείται, κατά τη διάταξη του άρθρου 84 παρ. 2 του ισχύοντος από 1-7-2019 ΠΚ (Ν. 4619/2019), μεταξύ άλλων, η υπό στοιχ. α' που συνίσταται στο "ότι ο υπαίτιος έζησε σύννομα ως τον χρόνο που έγινε το έγκλημα, περίσταση που δεν αποκλείεται από μόνη την προηγούμενη καταδίκη του για ελαφρό πλημμέλημα".

Κριτήριο για τη συνδρομή της ελαφρυντικής αυτής περίστασης είναι η σύννομη ζωή του υπαιτίου, που υπάρχει όταν αυτός δεν έχει διαπράξει αξιόποινη πράξη, παραβιάζοντας επιτακτικούς ή απαγορευτικούς κανόνες δικαίου, του λευκού ποινικού μητρώου μη όντος του μόνου αποδεικτικού στοιχείου για την κατάφαση της περίστασης αυτής, του δικαστηρίου δυναμένου να κρίνει στο πλαίσιο που ορίζονται από τα άρθρα 177 και 178 ΚΠΔ.

Ως ελαφρυντική περίσταση θεωρείται επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 84 παρ. 2 ΠΚ, και η υπό στοιχ. ε', που συνίσταται στο "ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του, ακόμα και κατά την κράτησή του". Για να συντρέξει η ελαφρυντική περίσταση που προβλέπεται από το άρθρο 84 παρ. 2 ε' του ΠΚ, η συμπεριφορά του υπαιτίου, πρέπει να είναι θετική και επωφελής για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη και να αναφέρονται πραγματικά περιστατικά δηλωτικά της αρμονικής κοινωνικής συμβίωσης αυτού.

Ειδικότερα, η αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 ε' του ισχύοντος ΠΚ προϋποθέτει επίκληση και απόδειξη θετικής ατομικής και κοινωνικής συμπεριφοράς του υπαιτίου, με κριτήριο τη στάση του μέσου συνετού και νομοταγούς πολίτη, για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την αξιόποινη πράξη, ως αποτέλεσμα πραγματικής επίγνωσης από αυτόν των συνεπειών της πράξης του και σταθερού εναρμονισμού του προς τις επιταγές της έννομης τάξης, ακόμα και κατά την κράτησή του.

Περιλαμβάνει, δηλαδή και την θετική δραστηριότητα του υπαιτίου, η οποία εκδηλώνεται αυτοβούλως και αυτοπροαιρέτως ως αποτέλεσμα της ηθικής και ψυχικής μεταστροφής του και όχι ως αποτέλεσμα φόβου ή καταναγκασμού ή για να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις υποβολής του σχετικού ισχυρισμού, οπωσδήποτε δε πρέπει να υπάρχει συμπεριφορά που να μαρτυρεί την αληθινή ψυχική του μεταβολή προς το καλύτερο (ΑΠ 847/2024, ΑΠ 31/2024, ΑΠ 64/2023).

Εξάλλου, η διάταξη του άρθρου 84 παρ. 2 α' του ισχύοντος από 1-7-2019 ΠΚ, που όριζε το δεκτικό βεβαίωσης κριτήριο της νόμιμης ζωής, ήταν ευμενέστερη της αντίστοιχης προϊσχύσασας διάταξης που όριζε το κριτήριο της έντιμης ζωής, καθώς και της ήδη ισχύουσας από 1-5-2024 αντίστοιχης διάταξης, όπως αντικαταστάθηκε με τη διάταξη του άρθρου 16 του Ν. 5090/2024, που επανέφερε το κριτήριο της έντιμης ζωής.

Περαιτέρω, η διάταξη του άρθρου 84 παρ. 2 ε' του ισχύοντος από 1-7-2019 ΠΚ, είναι ευμενέστερη της αντίστοιχης προϊσχύσασας διάταξης, καθόσον η μεταγενέστερη καλή συμπεριφορά του υπαιτίου αξιολογείται ως ελαφρυντική περίσταση ακόμα και όταν αυτός υφίσταται τον εξαναγκασμό της φυλακής (ΑΠ 265/2022, ΑΠ 1466/2019). Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Δ' του ΚΠΔ ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του από το εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του για αναγνώριση της συνδρομής στο πρόσωπό του των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 α' και ε' του ΠΚ του σύννομου βίου και της μεταγενέστερης καλής συμπεριφοράς.

Από τα παραδεκτώς επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι ο συνήγορος του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος αμέσως μετά την απαγγελία της απόφασης για την ενοχή του, υπέβαλε αυτοτελείς ισχυρισμούς, τους οποίους κατέθεσε εγγράφως και ανέπτυξε προφορικά, επικαλούμενος πραγματικά περιστατικά για την αναγνώριση της συνδρομής στο πρόσωπό του των ελαφρυντικών περιστάσεων του πρότερου σύννομου βίου (84 παρ. 2 α' ΠΚ) και της μεταγενέστερης καλής συμπεριφοράς (84 παρ. 2 ε' ΠΚ) που έχουν κατά λέξη ως ακολούθως: "Εν προκειμένω, κατά το παρελθόν δεν είχα τελέσει ποτέ κανένα αδίκημα και διένυα μια ζωή άμεμπτη δείχνοντας πλήρη αφοσίωση στο υπηρεσιακό μου καθήκον ως Αστυνομικός Υπάλληλος, διακινδυνεύοντας ακόμη και τη ζωή μου πολλές φορές για να ανταπεξέλθω στις απαιτήσεις της δουλειάς μου, αλλά και να προστατεύσω τους συναδέλφους μου.

Από πολύ νεαρή ηλικία εργαζόμουν και καθ' όλη αυτή την επαγγελματική μου δραστηριοποίηση ουδέποτε προ του συγκεκριμένου περιστατικού που μου αποδίδεται δεν είχα απασχολήσει τις δικαστικές ή διοικητικές αρχές ή πολύ περισσότερο δεν είχα καταδικαστεί από ποινικό Δικαστήριο για την τέλεση οποιοσδήποτε σοβαρής αξιόποινης πράξης.

Τις περισσότερες ώρες της μέρας βρισκόμουν στην Υπηρεσία και συμμετείχα σε επικίνδυνες καταδιώξεις εγκληματιών και δύσκολες αποστολές. Αισθανόμουν άγχος, αλλά και την υποχρέωση να εκπληρώσω το καθήκον μου ως μέλος της Ελληνικής Αστυνομίας. Σημαντική στιγμή της επαγγελματικής μου πορείας υπήρξε η σύλληψη του τρομοκράτη Ν.

Μ. μετά από καταδίωξη στην περιοχή Μοναστηράκι της Αθήνας στις 16 Ιουλίου 2014, για την οποία έλαβα συγχαρητήρια από την πολιτική ηγεσία.

Παράλληλα, ήμουν αφοσιωμένος σύζυγος και ήθελα να δημιουργήσω μια όμορφη οικογένεια με την πρώην σύζυγο μου. Είχα όνειρα για την κοινή μας ζωή, γι' αυτό και παντρεύτηκα γρήγορα και σε νεαρή ηλικία.

Γενικότερα, όλη μου τη ζωή ήθελα να είμαι άνθρωπος του Νόμου και είχα μάθει από νωρίς από την οικογένεια μου να δείχνω υπακοή έναντι των κρατικών Αρχών. Εκτός από την επαγγελματική μου ιδιότητα, τούτο αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι πάντοτε ήμουν συνεπής έναντι των φορολογικών αρχών και από το ότι δεν είχα απασχολήσει ποτέ τις Αρχές, Συνεπώς, δεν προκύπτουν στοιχεία ή περιστατικά προ του χρόνου τέλεσης των αποδιδόμενων σε εμένα πράξεων, που να δικαιολογούν την απόρριψη του ισχυρισμού μου ότι διήγα τον βίο μου σύννομα και κατά τρόπο που να αντίκειται στη συμπεριφορά του μέσου κοινωνού. Αντιθέτων είχα μια έντιμη ατομική, οικογενειακή, κοινωνική και επαγγελματική ζωή, όντας ένας καλός οικογενειάρχης, καθώς και απόλυτα συνεπής και επιμελής Αστυνομικός, εκτελώντας με υψηλό ζήλο και αφοσίωση το υπηρεσιακό μου καθήκον.

Εν προκειμένω από την στιγμή της σύλληψης μου έχω αναλάβει τις ευθύνες μου και έχω επιδείξει υπακοή στις Αρχές. Ήδη αμέσως μετά από την τέλεση της πράξης για την οποία κατηγορούμαι είχα μετανιώσει, αλλά δεν σκέφτηκα ποτέ να κρυφτώ από την Αστυνομία. Δεν εκδήλωσα αντιδραστικές συμπεριφορές και έδειξα ειλικρινή και έμπρακτη μεταμέλεια.

Μετά την απόφαση 7/2018 του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Κοζάνης βρίσκομαι κρατούμενος στο Κατάστημα Κράτησης Γρεβενών και προσπαθώ να προσαρμοστώ στις νέες συνθήκες φέροντας το βάρος των ευθυνών μου, αλλά και αναζητώντας την πρόοδο και την βελτίωση της ζωής μου. Με βάση την με αρ. πρωτ. ...-2024 "Βεβαίωση" του Καταστήματος Κράτησης Γρεβενών αποδεικνύεται ότι έχω καλή διαγωγή, έχω την ενδεδειγμένη συμπεριφορά απέναντι στους συγκροτούμενους μου και στο προσωπικό της Φυλακής και δεν έχω τιμωρηθεί ποτέ πειθαρχικά.

Ειδικότερα:

α. από την με αριθμό πρωτοκόλλου ...-2024 "Βεβαίωση" του Καταστήματος Κράτησης Γρεβενών, προκύπτει ότι κατά το χρόνο κράτησής μου σ' αυτό έχω πραγματοποιήσει δύο χιλιάδες έξι (2.006) ημερομίσθια. Εργάζομαι ως μεταφορέας προϊόντων στο σούπερ μάρκετ του Καταστήματος Κράτησης.

β. από την από 20-10-2017 "Βεβαίωση Επιτυχούς Συμμετοχής" του ίδιου Καταστήματος Κράτησης προκύπτει ότι συμμετείχα επιτυχώς στην επιμορφωτική δράση "Θερινό Σχολείο 2017" που πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του Προγράμματος Πρόληψης και Κοινωνικής Υποστήριξης Νέων σε Κίνδυνο, της Γενικής Γραμματείας Διά Βίου Μάθησης και Νέας Γενιάς, συμμετέχοντας ειδικότερα στις θεματικές: Εκπαίδευση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (60 ώρες), Δημιουργώ Ερευνώ - Καινοτομώ (50 ώρες), Περιβαλλοντική Εκπαίδευση (60 ώρες), Θεατρική Αγωγή (50 ώρες), Αθλητικές Δραστηριότητες (60 ώρες) και Δημιουργική Απασχόληση (50 ώρες),

γ. από την από 28-8-2017 "Βεβαίωση Παρακολούθησης της Πιλοτικής Εκπαίδευσης" του ίδιου Καταστήματος Κράτησης προκύπτει ότι συμμετείχα στην πιλοτική εκπαίδευση "Φέροντας την Επιχειρηματικότητα, την Τεχνολογία και την Εκπαίδευση Μέσα στις Φυλακές". Σ' αυτό το πρόγραμμα συμμετείχαν μόνον 18 από τους 600 κρατούμενους και η διαδικασία επιλογής έγινε με βάση αυστηρότατα κριτήρια.

δ. από την με αρ. 19/20 "Διάταξη" του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Γρεβενών προκύπτει ότι μου χορηγήθηκε άδεια εξόδου με ασφαλή συνοδεία από το ανωτέρω Κατάστημα Κράτησης, προκειμένου να συμμετάσχω στην εξέταση των μαθημάτων των Πανελλαδικών Εξετάσεων του έτους 2022 που πραγματοποιήθηκαν στο 2° ΓΕΑ Γρεβενών.

ε. από την "Βεβαίωση" της 01-07-2020 του Εξεταστικού Κέντρου 2ου ΓΕΑ Γρεβενών αποδεικνύεται ότι συμμετείχα στις Πανελλαδικές Εξετάσεις στις 15.06.20, 17.06.20, 22.06.20 και 26.06.20. στ. από την με αρ. πρωτ. 12640/08-11-21 "Βεβαίωση" της Κοινωνικής Υπηρεσίας του Κ.Κ. Γρεβενών προκύπτει ότι έλαβα έπαινο και χρηματικό βραβείο λόγω της επιτυχίας μου στις Πανελλαδικές Εξετάσεις του 2020.

ζ. από το με αρ. πρωτοκόλλου 73/01-04-2024 "Πιστοποιητικό του Πανεπιστημίου Πατρών προκύπτει ότι είμαι ενεργός φοιτητής στο Τμήμα Αλιείας και Υδατοκαλλιεργειών της Σχολής Γεωπονικών Επιστημών από το ακαδημαϊκό έτος 2020-21 και έχω συμμετάσχει επιτυχώς στις εξετάσεις των ακαδημαϊκών μαθημάτων.

Από όλα τα παραπάνω καθίσταται συνεπώς σαφές ότι, πριν από την τέλεση των αποδιδόμενων σε εμένα πράξεων, αλλά και κατά την διάρκεια της πολυετούς κράτησης μου στη φυλακή έχω επιδείξει μία αξιέπαινη συμπεριφορά.

Για τους λόγους αυτούς, κρίνεται εύλογη η αναγνώριση στο πρόσωπο μου των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 §2 περ. α' και ε' ΠΚ από το Δικαστήριο Σας.". Το Δικαστήριο απέρριψε τους ως άνω αυτοτελείς ισχυρισμούς με την ακόλουθη αιτιολογία: "Ο αυτοτελής ισχυρισμός περί αναγνώρισης της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 εδ.

α ΠΚ πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι ναι μεν ο κατηγορούμενος στο παρελθόν άσκησε με αφοσίωση και αυταπάρνηση το υπηρεσικό του καθήκον ως αστυνομικός και έχει λευκό ποινικό μητρώο, ωστόσο δεν έζησε σύννομα μέχρι την τέλεση των πράξεων, αφού αφαίρεσε παράνομα από την κατοχή της τότε συζύγου του και συγκεκριμένα από τον ατομικό τραπεζικό της λογαριασμό, ο οποίος περιείχε αποκλειστικά χρήματα της ίδιας προερχόμενα από την λειτουργία φωτοβολταϊκών, το ποσό των 21.000 ευρώ, με σκοπό να τα ιδιοποιηθεί παράνομα.

Τούτο προκύπτει από την κατάθεση της ήδη πρώην συζύγου του, που ενισχύεται και από την απολογία του κατηγορουμένου, σύμφωνα με την οποία ο ίδιος γνώριζε και το PIN (αριθμός αναγνώρισης) του λογαριασμού και είχε τη δυνατότητα να έχει στην κατοχή του και την κάρτα της ανάληψης χρημάτων, γεγονότα που η ίδια , σύμφωνα με την κατάθεσή της, αγνοούσε.

Επίσης ιδιοποιήθηκε παράνομα από το ποσό των 4.000 ευρώ, τουλάχιστον το ήμισυ που ανήκε στη σύζυγό του, ως αποτελούν δώρα του γάμου τους, χωρίς τη γνώση και συναίνεση της συζύγου του. Επίσης και ο αυτοτελής ισχυρισμός περί αναγνώρισης της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. ε ΠΚ πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον η μεν συμμόρφωση του κατηγορουμένου στους κανόνες της φυλακής αποσκοπούσε στην στοιχειώδη και αυτονόητη εκπλήρωση των υποχρεώσεών του ως κρατουμένου και στη συμμόρφωσή του προς τον κανονισμό λειτουργίας αυτής, η παράβαση των οποίων συνεπάγεται πειθαρχικές ποινές γι' αυτόν και δεν οφείλεται οπωσδήποτε στην ηθική μεταστροφή του, η δε πραγματοποίηση εντός της φυλακής ημερομισθίων ευεργετικώς προσμετρουμένων αποσκοπεί στην συντομότερη αποφυλάκισή του προς όφελός του.

Βέβαια ο κατηγορούμενος έχει επιδείξει περαιτέρω την επικαλούμενη από αυτόν θετική συμπεριφορά, όπως αυτή αποδεικνύεται από τα προσκομιζόμενα από αυτόν έγγραφα (παρακολούθηση διαφόρων επιμορφωτικών προγραμμάτων και δράσεων, συμμετοχή και επιτυχία στις πανελλαδικές εξετάσεις, συμμετοχή στις εξετάσεις ακαδημαϊκών μαθημάτων), ωστόσο το γεγονός ότι αυτός, πρώτη φορά ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου, αρνήθηκε την τέλεση της πράξης της ληστείας, καταφερόμενος εναντίον του θύματος και αποδίδοντας σ' αυτό επιλήψιμη συμπεριφορά (εξωσυζυγικές σχέσεις με την τότε σύζυγό του), που τάχα τον οδήγησε (κατηγορούμενο) στην πράξη της ανθρωποκτονίας, κατά την κρίση του δικαστηρίου, καταδεικνύει ότι δεν έχει επέλθει ηθική μεταστροφή του χαρακτήρα του, ως αποτέλεσμα πραγματικής επίγνωσης των συνεπειών της πράξης του και σταθερού εναρμονισμού του προς τις επιταγές της έννομης τάξης".

Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, μετά από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, κατέληξε στις ουσιαστικές παραδοχές του ότι δεν πληρούνται οι κατά τα άνω απαιτούμενες προϋποθέσεις για την χορήγηση των ελαφρυντικών περιστάσεων, διότι ο αναιρεσείων, παρά την ύπαρξη λευκού ποινικού μητρώου, παρέβη επιτακτικούς ή απαγορευτικούς κανόνες δικαίου και ως εκ τούτου δεν υπήρχε εκ μέρους του πραγματικός σεβασμός των εννόμων αγαθών στον καθημερινό βίο και ούτε επέδειξε συμπεριφορά προδήλως διακριτή της συνήθους συμπεριφοράς των κρατουμένων, ώστε η συμπεριφορά της αυτή να συνέχεται με εξαιρετική βελτίωση της συμπεριφοράς του, εκφραζόμενη ποικιλοτρόπως.

Ειδικότερα, α) αναφορικά με τον ισχυρισμό της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 α' του ΠΚ, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν συγκεκριμένα περιστατικά, τα οποία συνιστούν παραβίαση επιτακτικών κανόνων δικαίου, που προηγήθηκε της τέλεσης της πράξεων, για τις οποίες καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, λαμβάνοντας υπόψη και τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέσθηκαν οι πράξεις του και εκτιμώντας από την όλη συμπεριφορά του ότι καταδεικνύεται προσωπικότητα με έλλειψη σεβασμού προς τα έννομα αγαθά.

Και β) αναφορικά με τον ισχυρισμό της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 ε' του ΠΚ δέχθηκε ότι δεν αποδείχθηκαν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις, ήτοι συμπεριφορά του αναιρεσείοντος δηλωτική ειλικρινούς και σταθερής μεταστροφής του προς τις επιταγές της έννομης τάξης και ουσιαστικής σωφρονιστικής βελτίωσης της προσωπικότητάς του, καθόσον τα επικαλούμενα περιστατικά της εργασίας του εντός του σωφρονιστικού καταστήματος, λειτουργούν προς όφελός του αφού η πραγματοποίηση ημερομισθίων αποσκοπεί στην συντομότερη αποφυλάκισή του η δε συμμόρφωση αυτού με τους κανόνες λειτουργίας της φυλακής συνιστούν την στοιχειώδη υποχρέωσή του ως κρατούμενου και συνακόλουθα δεν αποτελούν διακριτή συμπεριφορά κρατουμένου και δεν αρκούν για την θεμελίωση του εν λόγω ελαφρυντικού.

Επίσης εκτίμησε ότι η πραγματοποίηση σπουδών και η παρακολούθηση επιμορφωτικών συνεδριών κατά τη διάρκεια του επταετούς εγκλεισμού του δεν συνιστούν αφ'εαυτών πραγματικά περιστατικά, από τα οποία να υποδηλώνεται η ουσιαστική μεταστροφή του προς ενστερνισμό των κανόνων της ομαλής κοινωνικής συμβίωσης, αφού ακόμα και κατά την απολογία του αρνήθηκε την τέλεση της ληστείας, καταφέρθηκε κατά του θύματος αποδίδοντας σε αυτό επιλήψιμη συμπεριφορά, γεγονός που υποδηλώνει ότι αυτός δεν έχει πραγματική επίγνωση των συνεπειών των πράξεών του και δεν εκδηλώνει την σοβαρή μεταστροφή του για την βελτιωμένη και χωρίς παραπτώματα διαβίωσή του.

Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που αναφέρονται σε εσφαλμένη αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων και οδηγούν, κατά την άποψή του, σε διαφορετικά συμπεράσματα από εκείνα, στα οποία κατέληξε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά την απόρριψη των ανωτέρω αυτοτελών ισχυρισμών του, αποτελούν αμφισβήτηση των σε βάρος του παραδοχών της προσβαλλόμενης καταδικαστικής απόφασης και της ορθότητας του αποδεικτικού πορίσματός της και απαραδέκτως προβάλλονται, διότι με την επίφαση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας πλήττουν ανεπιτρέπτως την ανέλεγκτη περί τα πράγματα, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Μετά από αυτά, η ανωτέρω αιτιολογία είναι πλήρης, ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού το εφετείο με επάρκεια έκρινε ανελέγκτως, βάσει των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν και των συλλογισμών που παρατίθενται στο σκεπτικό του, ότι δεν πληρούνται οι απαιτούμενες, κατά τα εκτιθέμενα στη νομική σκέψη, προϋποθέσεις προς χορήγηση των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2 α' και ε' του ΠΚ.

Με τις παραδοχές αυτές, το εφετείο διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την απαιτουμένη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την απόρριψη του σχετικού αιτήματος για αναγνώριση στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος των ελαφρυντικών αυτών περιστάσεων, και συνεπώς ο υποστηρίζων τα αντίθετα λόγος αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας είναι αβάσιμος.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και δεδομένου ότι ουδεμία απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο που αφορά την υπεράσπιση και την άσκηση των δικαιωμάτων του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου σημειώθηκε, οι λόγοι αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' και Δ' ΚΠΔ, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη στο ακροατήριο και για έλλειψη της απαιτούμενης αιτιολογίας, που αφορά την απόρριψη των από το άρθρο 84 παρ. 2 α' και ε' του ΠΚ αυτοτελών ισχυρισμών περί της συνδρομής στο πρόσωπό του των ελαφρυντικών περιστάσεων του πρότερου σύννομου βίου και της μεταγενέστερης καλής συμπεριφοράς, οι οποίοι προβάλλονται με την αίτηση της αναίρεσης, είναι αβάσιμοι.

Επομένως, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα, κατ' άρθρο 578 παρ. 1 του ΚΠΔ, σύμφωνα με όσα ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30-9-2024 και υπ' αριθ. πρωτ. ...-2024 αίτηση του Ε. Δ. του Ι. και της Π., κατοίκου ..., ..., ήδη κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης Γρεβενών, για αναίρεση της υπ' αριθ. 11/2024 απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των οκτακοσίων ευρώ (800 €).

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Απριλίου 2025.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Μαΐου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ